1962

◄◄ | | 19ος αιώνας | 20ος αιώνας | 21ος αιώνας    
◄◄◄ | ◄◄ | | 1958 | 1959 | 1960 | 1961 | 1962 | 1963 | 1964 | 1965 | 1966 | | ►►  

Almanacco.png
Το 1962 σε άλλα ημερολόγια
Γρηγοριανό ημερολόγιο1962
MCMLXII
Ελληνικό αλφάβητο,ΑϠΞΒ´
Ab urbe condita2715
Αρμενικό ημερολόγιο1411
ԹՎ ՌՆԺԱ
Κινεζικό ημερολόγιο4658 – 4659
辛丑 – 壬寅
Αιθιοπικό ημερολόγιο1954 – 1955
Εβραϊκό ημερολόγιο5722 – 5723
Περσικό ημερολόγιο1340 – 1341
Ισλαμικό ημερολόγιο1382 – 1383
Ινδουιστικά ημερολόγια
Βικράμ Σαμβάτ2017 – 2018
Σάκα Σαμβάτ1884 – 1885
Κάλι Γιούγκα5063 – 5064

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1962 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Γεγονότα

Ιανουάριος

Φεβρουάριος

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Ιούλιος

Αύγουστος

Σεπτέμβριος

Οκτώβριος

Νοέμβριος

Δεκέμβριος

Γεννήσεις

Παγκόσμιος κατάλογος γεννήσεων το 1962 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)

Θάνατοι

Παγκόσμιος κατάλογος θανάτων το 1962 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)
Ακρωτήρι Θήρας

Το Ακρωτήρι είναι χωριό της Σαντορίνης και έχει πληθυσμό 355 κατοίκους, βάσει της Απογραφής του 2011. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τα Φηρά (πρωτεύουσα). Υπάγεται διοικητικά στο Τοπικό διαμέρισμα Ακρωτηρίου του Δήμου Θήρας. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους (ενετική κατάκτηση) αποτελούσε ένα από τα καστέλια του νησιού. Σήμερα, στην κορυφή του υψώματος πάνω στο οποίο βρίσκεται κτισμένο το σύγχρονο χωριό, στέκει ακόμη ο Ενετικός πύργος (Γουλάς), το παλιό δηλαδή καστέλο. Έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στον προϊστορικό οικισμό που ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές, τις οποίες διενήργησε συστηματικά στην περιοχή ο Σπύρος Μαρινάτος, το 1967.

Γεωγραφικά, η περιοχή αποτελεί πραγματικό ακρωτήριο, με απόκρημνες ακτές, το οποίο προβάλλει επί 3 μίλια δυτικά του νότιου τμήματος της Σαντορίνης.

Βρετανική Αυτοκρατορία

Η Βρετανική Αυτοκρατορία (αγγλικά: British Empire) αποτελείτο από τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, τις εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Κατά την ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και για πάνω από ένα αιώνα ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Το 1922 η Βρετανική Αυτοκρατορία διοικούσε έναν πληθυσμό περίπου 458 εκατομμυρίων, το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού, και κάλυπτε περισσότερο από 33.670.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το ένα τέταρτο περίπου της συνολικής έκτασης της ξηράς της Γης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έντονη πολιτική, γλωσσική και πολιτισμική της επίδραση παγκοσμίως. Στο ύψιστο σημείο της δύναμής της, συχνά λεγόταν ότι «ο ήλιος δεν δύει ποτέ στην Βρετανική Αυτοκρατορία», επειδή η εξάπλωσή της σε όλα σχεδόν τα γεωγραφικά μήκη του κόσμου σήμαινε ότι ο ήλιος πάντα έλαμπε σε τουλάχιστον ένα από τα πολυάριθμα εδάφη της.

Κατά την Εποχή των ανακαλύψεων το 15ο και 16ο αιώνα, η Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες. Εποφθαλμιώντας τον πλούτο που προσέφεραν αυτές οι αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία. Μία σειρά πολέμων το 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στην Ολλανδία και τη Γαλλία κατέστησε την Αγγλία (Βρετανία μετά την πράξη ένωσης με τη Σκωτία το 1707) κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στη Βόρεια Αμερική και την Ινδία. Η απώλεια όμως των δεκατριών αποικιών στη Βόρεια Αμερική το 1783 μετά από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία, καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον σύντομα στράφηκε προς την Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Μετά την ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας το 1815, η Βρετανία γνώρισε έναν αιώνα αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας και επεξέτεινε την κυριαρχία της σε όλο τον κόσμο. Δόθηκε σταδιακή αυτονομία στις αποικίες με λευκό πληθυσμό, κάποιες από τις οποίες μετατράπηκαν σε κτήσεις.

Η ανάπτυξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ περιόρισε την οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι επακόλουθες στρατιωτικές και οικονομικές εντάσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία ήταν τα κύρια αίτια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Βρετανία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκρατορία της. Ο πόλεμος επέφερε τεράστια οικονομική επιβάρυνση στη Βρετανία και παρόλο που η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν ήταν πια μια απαράμιλλη βιομηχανική ή στρατιωτική δύναμη. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι βρετανικές αποικίες της Νοτιοανατολικής Ασίας καταλήφθηκαν από την Ιαπωνία, γεγονός που έπληξε το γόητρό της και επιτάχυνε την παρακμή της αυτοκρατορίας παρά τη νίκη της στον πόλεμο. Δυο χρόνια μετά τον πόλεμο η Βρετανία παραχώρησε ανεξαρτησία στην Ινδία, την πολυπληθέστερη και πολυτιμότερη αποικία της.

Κατά το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, στα πλαίσια του κινήματος της αποαποικιοποίησης, οι περισσότερες περιοχές της αυτοκρατορίας απέκτησαν ανεξαρτησία, με κατάληξη την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα το 1997. Δεκατέσσερα εδάφη παρέμειναν κάτω από βρετανική κυριαρχία, τα Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη. Μετά την ανεξαρτητοποίησή τους πολλές πρώην αποικίες εντάχθηκαν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, μια ελεύθερη ένωση ανεξάρτητων κρατών. Δεκαέξι κοινοπολιτειακά κράτη έχουν κοινό αρχηγό κράτους τον εκάστοτε μονάρχη του Ηνωμένου Βασειλείου.

Γάλλιο

Το χημικό στοιχείο γάλλιο (αγγλικά: gallium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, εύθρυπτο σε χαμηλές θερμοκρασίες, αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 31 και η σχετική ατομική μάζα του 69,723(1). Το χημικό του σύμβολο είναι "Ga" και ανήκει στην ομάδα 13 (ομάδα του βορίου, IIIA, με την παλαιότερη αρίθμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 4 και στον τομέα p. Έχει θερμοκρασία τήξης 29,7646 °C και θερμοκρασία βρασμού 2204 °C.

Ανακαλύφθηκε το 1875 από τον Γάλλο χημικό Πολ-Εμίλ (Φρανσουά) Λεκόκ ντε Μπουαμποντράν με φασματοσκοπική μελέτη και πήρε το όνομά του από την Gallia, παλιά λατινική ονομασία της Γαλλίας. Ανεπιβεβαίωτες φήμες εκείνης της εποχής λένε ότι το όνομα γάλλιο μπορεί να προέρχεται από το όνομά του "Λε Κοκ" (Le Coq) που στα λατινικά (γκάλιουμ) σημαίνει πετεινός, αρσενική γαλοπούλα, γάλος. Στην ελληνική γλώσσα η ονομασία "Γάλλιον" όπως αποδόθηκε το "Γκάλιουμ", ή "Γκάλιαμ", αναφέρεται από το 1885 από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστάσιο Δαμβέργη (1857-1920)Το γάλλιο δεν υπάρχει σε ελεύθερη μορφή στη φύση. Τα λίγα ορυκτά με υψηλή περιεκτικότητα σ' αυτό, όπως ο γαλλίτης, αφενός είναι πολύ σπάνια για να χρησιμεύσουν ως βασική πηγή του στοιχείου ή των ενώσεών του και αφετέρου χωρίς οικονομική σπουδαιότητα. Η περιεκτικότητα του μετάλλου στο στερεό φλοιό της γης κυμαίνεται από 15 ppm (ή 0,0015 %) έως και 19 ppm (ή 0,0019 %).

Το μεγαλύτερο μέρος του μετάλλου παράγεται σήμερα ως παραπροϊόν κατά την επεξεργασία της αλουμίνας που προέρχεται από το βωξίτη. Μικρό ποσοστό παράγεται από την επεξεργασία των καταλοίπων της εξαγωγής ψευδαργύρου από το σφαλερίτη αλλά και από την ιπτάμενη τέφρα. Κυριότερες χώρες παραγωγής καθαρού γαλλίου είναι η Κίνα, η Γερμανία, το Καζακστάν, η Ρωσία, η Ιαπωνία κ.ά.. Ένα σημαντικό ποσοστό του μετάλλου προκύπτει επίσης από τη δευτερογενή παραγωγή, κυρίως από ανακύκλωση ηλεκτρονικών συσκευών που περιέχουν ενώσεις όπως το αρσενικούχο γάλλιο (GaAs). Τα βασικά κέντρα για τη δευτερογενή αυτή παραγωγή είναι ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία και οι Η.Π.Α.Το γάλλιο υγροποιείται λίγο πάνω από τη θερμοκρασία δωματίου και λιώνει εύκολα στο χέρι. Διαλύεται αργά στο υδροχλωρικό οξύ και στο υδροξείδιο του καλίου. Είναι διαβρωτικό για διάφορα μέταλλα ειδικά όταν είναι ζεστό. Σχηματίζει ένα οξείδιο, το Ga2O3, ενώ είναι γνωστά επίσης διάφορα χλωρίδια, σουλφίδια και νιτρικά άλατά του. Από μια ένωσή του, το θειικό γάλλιο, μπορούμε να παρασκευάσουμε στυπτηρία.

Το γάλλιο χρησιμοποιείται σε θερμομετρικές εφαρμογές και το τριπλό σημείο του που είναι 29,767 °C εφαρμόζεται στην υλοποίηση της Διεθνούς Θερμοκρασιακής Κλίμακας του 1990 (ITS-90) από το N.I.S.T. (National Institute of Standards and Technology). Επίσης, το γάλλιο χρησιμοποιείται και για την παρασκευή μεταλλικών κραμάτων με ασυνήθιστες ιδιότητες σταθερότητας και ευκολίας τήξης. Για παράδειγμα, το κράμα galinstan που περιέχει μεταξύ άλλων και Ga έχει σημείο τήξης -19 °C. Ενώσεις, όπως το αρσενίδιο και το νιτρίδιο του γαλλίου, χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως ημιαγωγοί σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, σε υπέρυθρες εφαρμογές, σε διόδους λέιζερ και γενικά σε πολύ μεγάλη ποικιλία οπτικοηλεκτρονικών εφαρμογών. Σχεδόν το 95 % του παραγομένου παγκοσμίως γαλλίου διοχετεύεται σε εφαρμογές ημιαγωγών, παρόλο που ανακαλύπτονται συνεχώς καινούργιες χρήσεις του μετάλλου σε νέα κράματα και κυψέλες καυσίμων.

Το καθαρό γάλλιο δεν αποτελεί επιβλαβή ουσία για τους ανθρώπους κατά την επαφή, αν και αφήνει σημάδι στα χέρια. Πολλές φορές αγγίζεται μόνο και μόνο για την απλή ευχαρίστηση που προκαλεί η παρατήρησή του όταν λειώνει από τη θερμότητα που εκπέμπεται από το ανθρώπινο χέρι.

Το φυσικό γάλλιο βρίσκεται με τη μορφή δύο σταθερών ισοτόπων, το 69Ga και το 71Ga.

Γάτα

Η γάτα (Felis catus – Αίλουρος η γαλή ή Felis silvestris catus) είναι ζώο που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Πρόκειται για ένα απο τα δημοφιλέστερα κατοικίδια ζώα και ίσως το μοναδικό οικόσιτο αιλουροειδές. Ζει στο περιβάλλον του ανθρώπου εδώ και τουλάχιστον 9.500 χρόνια.Δεινός θηρευτής, η γάτα κυνηγά πάνω από 1.000 είδη ζώων για τροφή. Μπορεί να εκπαιδευτεί ώστε να υπακούει σε απλές διαταγές. Οι γάτες επίσης έχει διαπιστωθεί ότι μαθαίνουν να χειρίζονται απλούς μηχανισμούς, όπως πόμολα πόρτας. Τα ζώα χρησιμοποιούν μια ποικιλία φωνών και ένα είδος γλώσσας του σώματος που τους χρησιμεύει στη μεταξύ τους επικοινωνία. Τα νιαουρίσματα, τα γουργουρίσματα και τα μουγκρίσματα είναι από τους πιο γνωστούς τρόπους επικοινωνίας. Το 1906 ιδρύθηκε η Διεθνής Ένωση Φίλων της Γάτας (Cat Fancier's Association, αρκτικόλεξο CFA).Στην Κίνα οι γάτες εκτρέφονται με σκοπό το εμπόριο της γούνας τους. Το γεγονός ότι στοιβάζονται σε κλουβιά και θανατώνονται έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ζωοφιλικές οργανώσεις παγκοσμίως.

Μέχρι πρόσφατα, πιστευόταν ότι η γάτα εξημερώθηκε στην αρχαία Αίγυπτο, όπου θεωρούνταν ιερό ζώο. Ωστόσο, τα αποτελέσματα έρευνας του 2007 έδειξαν ότι η καταγωγή όλων των κατοικίδιων γατών πιθανώς ανάγεται σε πέντε αφρικανικές αγριόγατες (Felis silvestris lybica) που έζησαν στην Εγγύς Ανατολή γύρω στο 8000 π.Χ.Η γάτα διακρίνεται για την εξαιρετική της όραση στο σκοτάδι και για τις ικανότητές της στο σκαρφάλωμα.

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Ο Ερνέστο Γκεβάρα (Ernesto Guevara , Ροσάριο, Αργεντινή, 14 Ιουνίου 1928 – Λα Ιγκέρα, Βολιβία, 9 Οκτωβρίου 1967), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα (ισπανική προφορά: [ˈtʃe ɣeˈβaɾa]) ή απλά Τσε, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής Μαρξιστής-Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε.

Όπως και ο Μάο Τσε Τούνγκ, ο Ερνέστο Γκεβάρα ανέπτυξε θεωρίες πάνω στη στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου ανταρτοπολέμου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες στην πράξη.

Ζανζιβαρινή Επανάσταση

Η Ζανζιβαρινή Επανάσταση πραγματοποιήθηκε το 1964 και οδήγησε στην ανατροπή του Σουλτάνου της Ζανζιβάρης και της κυρίως αραβικής κυβέρνησής του από ντόπιους Αφρικανούς επαναστάτες. Η Ζανζιβάρη, ένα εθνικώς ανάμικτο κράτος αποτελούμενο από διάφορα νησιά στην ανατολική ακτή της Τανγκανίκα, είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία το 1963. Ωστόσο, μία σειρά από βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν της ανεξαρτησίας, είχαν ως αποτέλεσμα η αραβική μειονότητα να παραμείνει στην εξουσία την οποία είχε κληρονομήσει από την πρότερη ύπαρξη της Ζανζιβάρης ως υπερπόντιας κτήσης του Ομάν. Αναστατωμένο από την υποεκπροσώπηση στο κοινοβούλιο παρά το ότι έλαβε το 54% των ψήφων στις εκλογές του Ιουλίου του 1962, το Κόμμα Αφρο-Σιράζι (ASP) συμμάχησε με το αριστερό Κόμμα Ούμα (Umma), και νωρίς το πρωί της 12ης Ιανουαρίου 1964, ο Τζον Οκέλο, μέλος του ASP, κινητοποίησε 600–800 επαναστάτες στο κύριο νησί Ουνγκούτζα. Έχοντας υπερνικήσει τις αστυνομικές δυνάμεις της χώρας και αρπάξει τον οπλισμό τους, οι επαναστάτες προχώρησαν προς την Πόλη της Ζανζιβάρης όπου ανέτρεψαν τον Σουλτάνο και την κυβέρνησή του. Ακολούθησαν αντίποινα εναντίον Αράβων και Νοτιοασιατών πολιτών στο νησί, με τον αριθμό των νεκρών να αμφισβητείται, κυμαινόμενος σύμφωνα με εκτιμήσεις από μερικές εκατοντάδες έως 20.000 άτομα. Ο μετριοπαθής ηγέτης του ASP Αμπέιντ Αμάνι Καρούμε έγινε ο νέος πρόεδρος της χώρας, ενώ δόθηκαν κυβερνητικές θέσεις και σε μέλη του κόμματος Ούμα.

Οι εμφανείς κομμουνιστικοί δεσμοί της νέας κυβέρνησης ανησύχησαν τη Δύση και καθώς η Ζανζιβάρη βρισκόταν στη βρετανική σφαίρα επιρροής, η βρετανική κυβέρνηση κατάρτισε μια σειρά από σχέδια παρέμβασης. Ωστόσο, η φοβούμενη κομμουνιστική κατάληψη δεν υλοποιήθηκε ποτέ και εφόσον οι Βρετανοί και Αμερικανοί υπήκοοι μεταφέρθηκαν επιτυχώς, τα σχέδια παρέμβασης δεν εφαρμόστηκαν. Εν τω μεταξύ οι δυνάμεις του ανατολικού μπλοκ, Κίνα, Ανατολική Γερμανία και Σοβιετική Ένωση σύναψαν φιλικές σχέσεις με τη νέα κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τη χώρα και στέλνοντας συμβούλους. Ο Καρούμε διαπραγματεύτηκε επιτυχώς τη συνένωση της Ζανζιβάρης με την Τανγκανίκα, προς σχηματισμό του νέου κράτους της Τανζανίας, κίνηση που σχολιάστηκε από τα μέσα της εποχής ως προσπάθεια να αποτραπεί ο κομμουνιστικός έλεγχος της Ζανζιβάρης. Η επανάσταση έβαλε τέλος στα 200 χρόνια αραβικής κυριαρχίας της Ζανζιβάρης και μνημονεύεται κάθε χρόνο στο νησί με επετειακούς εορτασμούς και δημόσια αργία.

Ιάννης Ξενάκης

Ο Ιάννης Ξενάκης (29 Μαΐου 1922 – 4 Φεβρουαρίου 2001) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Iannis Xenakis. Οι πρωτοποριακές συνθετικές μέθοδοι που ανέπτυξε συσχέτιζαν τη μουσική και την αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και τη φυσική, μέσω της χρήσης μοντέλων από τη θεωρία των συνόλων, τη θεωρία των πιθανοτήτων, τη θερμοδυναμική, τη Χρυσή Τομή, την ακολουθία Φιμπονάτσι κ.ά. Παράλληλα, οι φιλοσοφικές του ιδέες για τη μουσική έθεσαν καίρια το αίτημα για ενότητα φιλοσοφίας, επιστήμης και τέχνης, συμβάλλοντας στο γενικότερο προβληματισμό για την κρίση της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής των δεκαετιών του 1950 και 1960. Οι ιδέες του θεωρείται ότι υπήρξαν προσκείμενες με τα κομμουνιστικά ιδεώδη.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση, γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803 οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της Επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις Ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

Κλεομένης Α΄ της Σπάρτης

Ο Κλεομένης Α΄ ήταν βασιλιάς της Σπάρτης στο διάστημα 519-490 ή 489 π.Χ.. Ήταν γιος του βασιλιά Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα Α' των Θερμοπυλών. Ο Κλεομένης Α' ισχυροποίησε

τη Σπάρτη δίνοντας σάρκα και οστά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και συντρίβοντας τον πιο υπολογίσιμο εχθρό της πόλης του στην Πελοπόννησο, το Άργος. Ανεξάρτητα των κινήτρων του ανέτρεψε την τυραννίδα της Αθήνας του Ιππία, ενώ αργότερα βοήθησε την εγκαθίδρυση των αρίστων του Ισαγόρα κατά του Κλεισθένη, γόνου τυράννου της Σικυώνας που στην Αθήνα προσποιούνταν τον δημοκράτη, εξορίζοντας 700 οικογένειες φίλα προσκείμενες του Κλεισθένη. Όταν πήγε να καταργήσει και τη Γερουσία, οι Αθηναίοι εξεγέρθηκαν με συνέπεια να καταφύγει και να κλειστεί μαζί με τον Ισαγόρα ικέτης στην Ακρόπολη. Τελικά οι Αθηναίοι τον άφησαν να φύγει μαζί με τον στρατό του ενώ ακολούθησε η καταδίκη σε θάνατο όλων των Αθηναίων οπαδών του. Εκτός των παραπάνω εξουδετέρωσε την δικαιολογημένη εκ της αθηναϊκής τακτικής φιλοπερσική μερίδα της Αίγινας, η τυχόν υποστήριξη της οποίας προς τους Πέρσες λίγο αργότερα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, θα μπορούσε να αποβεί και καθοριστικής σημασίας, αφού δεν θα ήξεραν που να καταφύγουν τότε οι Αθηναίοι, οι μόνοι που εγκατέλειψαν την πόλη τους, στους Περσικούς πολέμους. Τελικά όμως θεωρήθηκε παρανοϊκός, εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Κατηγορήθηκε συγκεκριμένα ότι εκθρόνισε, δωροδοκώντας το Μαντείο των Δελφών, τον συμβασιλέα του Δημάρατο των Ευρυποντιδών, ότι συγκέντρωσε στρατό Αρκάδων με στόχο να ανατρέψει την κυβέρνηση της Σπάρτης και ότι τελικά ήταν παράφρων και επικίνδυνος. Όταν βρέθηκε νεκρός στη φυλακή, η επίσημη εκδοχή ήταν πως «αυτοκτόνησε μέσα στην τρέλα του», αλλά σύγχρονοι ιστορικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε.

Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Ζ΄ Φιλοπάτωρ (Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου 30 π.Χ.), γνωστή στην ιστορία απλώς ως Κλεοπάτρα, ήταν αρχαία Ελληνίδα βασίλισσα και η τελευταία ενεργή βασίλισσα της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Μετά τη βασιλεία της, η Αίγυπτος έγινε επαρχία της νεοϊδρυθείσας τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κλεοπάτρα ήταν αρχαία Ελληνίδα και όχι Αιγύπτια όπως πολλοί νομίζουν. Ήταν μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο γιος της Πτολεμαίος ΙΕ΄ Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί. Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ΄ σηματοδοτεί το τέλος της ελληνιστικής και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρόλο που ήταν ικανή και δαιμόνια μονάρχης, έμεινε διάσημη κυρίως γιατί κατόρθωσε να γοητεύσει δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής της, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και για την ομορφιά και το τραγικό της τέλος. Χάρη στη φιλοδοξία και την προσωπική της γοητεία επηρέασε καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Μήδεια (Κερουμπίνι)

Η Μήδεια είναι όπερα κομίκ σε τεσσερεις πράξεις του Λουίτζι Κερουμπίνι. Το λιμπρέτο του Φρανσουά-Μπενουά Οφμάν είναι βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, Μήδεια, καθώς και στο θεατρικό έργο Μήδεια του Πιέρ Κορνέιγ. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 17 Μαρτίου 1797 στο θέατρο Φεντώ στο Παρίσι με τη Γαλλίδα υψίφωνο Ζιλί-Ανζελίκ Σιό στο ρόλο της Μήδειας. Είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Κερουμπίνι και το μόνο που παίζεται τακτικά έως σήμερα.

Η όπερα, αν και στην πρωτότυπη εκδοχή ήταν στα γαλλικά και συμπεριελάμβανε διαλόγους δίχως συνοδεία μουσικής, έγινε γνωστή τον περασμένο αιώνα με την Ιταλική εκδοχή του λιμπρέτου του Οφμάν και των ρετσιτατίβι του Φραντς Λάχνερ από τον Κάρλο Τσανγκαρίνι. Αυτή την εκδοχή της Μήδειας ερμήνευε η Μαρία Κάλλας επί περίπου δέκα χρόνια, από το 1953 έως το 1962.

Μπέτι Ντέιβις

Η Ρουθ Ελίζαμπεθ "Μπέτι" Ντέιβις (αγγλικά: Ruth Elizabeth "Bette" Davis, 5 Απριλίου 1908 - 6 Οκτωβρίου 1989) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός που θεωρείται "ιερό τέρας" του αμερικάνικου κινηματογράφου. Πρωταγωνίστησε σε πολλές κλασσικές ταινίες της χρυσής περιόδου του αμερικάνικου κινηματογράφου, προτάθηκε 11 φορές για Βραβείο Όσκαρ και το κέρδισε δύο φορές για τις ταινίες Μια επικίνδυνη γυναίκα το 1935 και Ζέζεμπελ το 1938. Είναι γνωστή επίσης για τις ταινίες της Ανθρώπινη δουλεία (1934), Το γράμμα (1940), Οι μικρές αλεπούδες (1941), Το ξέσπασμα μιας ψυχής (1942), Όλα για την Εύα (1950) και Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν; (1962).

Η καριέρα της διήρκεσε περίπου εξήντα χρόνια και το 1977 τιμήθηκε με βραβείο καριέρας από το Ινστιτούτο του Αμερικάνικου Κινηματογράφου. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε αυτό το επίτευγμα καθώς και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να γίνει πρόεδρος της ακαδημίας των όσκαρ το 1941. Υποδυόταν συνήθως αντιπαθείς ηρωίδες και η τεχνική της έχει αντιγραφεί από πολλούς μεταγενέστερους ηθοποιούς. Το 1981 ένα τραγούδι της Κιμ Καρνς με τίτλο Bette Davis Eyes αφιερωμένο σε αυτήν έκανε παγκόσμια επιτυχία. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει δεύτερη στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών.

Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου

Η Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου (επίσημο όνομα: Αθλητικό Σωματείο Νέα Σαλαμίς Αμμοχώστου) είναι κυπριακό αθλητικό σωματείο το οποίο προέρχεται από την πόλη της Αμμοχώστου. Σήμερα διατηρεί τμήματα ποδοσφαίρου και πετοσφαίρισης ανδρών και γυναικών, ενώ παλιότερα λειτουργούσε τμήμα στίβου, θαλάσσιων αθλημάτων και επιτραπέζιας αντισφαίρισης. Πήρε το όνομα του από την αρχαία κυπριακή πόλη Σαλαμίς ή Σαλαμίνα η οποία βρίσκεται δίπλα από τη σύγχρονη Αμμόχωστο.

Το σωματείο ιδρύθηκε στις 7 Μαρτίου 1948 με σκοπό να μείνει μακριά από τις πολιτικές συγκρούσεις, όταν οι άλλοι αθλητικοί σύλλογοι της Αμμοχώστου, ο Γυμναστικός Σύλλογος Ευαγόρας (ΓΣΕ) και η Ανόρθωση, επέβαλαν περιορισμούς στους αθλητές με αριστερή ιδεολογία. Όταν το Μάιο του 1948 οι αθλητές της Νέας Σαλαμίνας αρνήθηκαν να υπογράψουν ότι ήταν «εθνικοφρόνων φρονημάτων» σε δήλωση του ΣΕΓΑΣ, απαγορεύτηκε η είσοδος των αθλητών της Νέας Σαλαμίνας στο στάδιο ΓΣΕ, ενώ παρόμοιες κυρώσεις επιβλήθηκαν και σε άλλα νεοϊδρυθέντα σωματεία, τα οποία ίδρυσαν την Κυπριακή Ερασιτεχνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (ΚΕΠΟ), η οποία διοργάνωνε αγώνες παράλληλα με την Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ) που προϋπήρχε. Τελικά οι δύο ομοσπονδίες ενώθηκαν το 1953 και η Νέα Σαλαμίνα έγινε μέλος της ΚΟΠ. Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο του 1974, και την κατάληψη της Αμμοχώστου η Νέα Σαλαμίνα είναι προσφυγικό σωματείο το οποίο από τότε εδρεύει προσωρινά στη Λάρνακα.

Από τα τμήματα που διατηρεί το σωματείο, το μακροβιότερο είναι το ποδοσφαιρικό (ανδρών), το οποίο ιδρύθηκε το 1948. Η μεγαλύτερη επιτυχία του τμήματος στο πρωτάθλημα ήταν η κατάκτηση της τρίτης θέσης τέσσερις φορές, ενώ έχει κατακτήσει το κύπελλο Κύπρου το 1990 και την Ασπίδα Κύπρου την ίδια χρονιά. Το τμήμα έχει ως έδρα σήμερα το ιδιόκτητο στάδιο Αμμόχωστος στην Λάρνακα. Από το 2006 μέχρι το 2010 λειτουργούσε και τμήμα ποδοσφαίρου γυναικών.

Το τμήμα πετοσφαίρισης θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα στη Κύπρο. Το σωματείο διοργάνωνε τουρνουά πετοσφαίρισης με μεγάλη συμμετοχή από το 1954 στην Αμμόχωστο και τελικά το 1975 αποφασίστηκε η ίδρυση τμήματος πετοσφαίρισης στη Λεμεσό. Το τμήμα έχει έχει κατακτήσει 9 πρωταθλήματα, 8 κύπελλα και 7 ασπίδες, με έξι συνεχόμενα πρωταθλήματα και κύπελλα από 1998 μέχρι το 2003. Η έδρα της πετοσφαιρικής Νέας Σαλαμίνας είναι στη Λεμεσό, το Παλαί ντε σπορ. Από το 1978 μέχρι το 1985 λειτουργούσε τμήμα πετοσφαίρισης γυναικών.

Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου (ποδόσφαιρο ανδρών)

Η Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου είναι κυπριακός ποδοσφαιρικός σύλλογος που αποτελεί το σημαντικότερο και μακροβιότερο τμήμα του σωματείου της Νέας Σαλαμίνας Αμμοχώστου. Ιδρύθηκε στις 7 Μαρτίου 1948. Πήρε το όνομα της από την αρχαία κυπριακή πόλη Σαλαμίς ή Σαλαμίνα η οποία βρίσκεται δίπλα από τη σύγχρονη Αμμόχωστο.

Έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας είναι το στάδιο ΓΣΕ στην Αμμόχωστο, το οποίο όμως από το 1974 δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Προσωρινή ποδοσφαιρική έδρα του ποδοσφαιρικού τμήματος αποτελεί το ιδιόκτητο στάδιο Αμμόχωστος στη Λάρνακα, πόλη στην οποία επαναδραστηριοποιήθηκε η ομάδα μετά την προσφυγιά. Έμβλημα του σωματείου είναι ο πυρσός και ως χρώματα χρησιμοποιεί το κόκκινο και το λευκό.

Μεγαλύτερες επιτυχίες του ποδοσφαιρικού τμήματος αποτελούν η κατάκτηση του Κυπέλλου Κύπρου και της Ασπίδας ΚΟΠ το 1990. Ψηλότερη θέση που κατέκτησε στο παγκύπριο πρωτάθλημα ήταν η τρίτη θέση. Τα πρώτα πέντε χρόνια (1948-1953) συμμετείχε στα πρωταθλήματα της Κυπριακής Ερασιτεχνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΚΕΠΟ). Το 1953 το σωματείο έγινε μέλος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ) συμμετέχοντας ανελλιπώς στα πρωταθλήματα και κύπελλα υπό την αιγίδα της ομοσπονδίας. Η ποδοσφαιρική ομάδα έχει 58 συμμετοχές στην Α΄ κατηγορία Κύπρου, όντας στην έβδομη θέση στη σχετική κατάταξη.Συμμετείχε για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκή διοργάνωση το 1990 όταν αγωνίστηκε στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης ποδοσφαίρου 1990-91, ενώ τα επόμενα χρόνια καταγράφονται συμμετοχές της στο Κύπελλο Ιντερτότο (1995, 1997 και 2000).

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Πορεία των κυπριακών ομάδων στα ευρωπαϊκά κύπελλα ποδοσφαίρου

Οι κυπριακές ομάδες ανδρών συμμετέχουν στις διοργανώσεις της ΟΥΕΦΑ από την περίοδο 1963-64. Είχε προηγηθεί η ένταξη της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου στην ευρωπαϊκή συνομοσπονδία το 1962. Οι κυπριακές ομάδες έχουν συμμετάσχει σε τέσσερις ευρωπαϊκές διοργανώσεις: Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης (μετέπειτα Τσάμπιονς Λιγκ), Κύπελλο ΟΥΕΦΑ (μετέπειτα Γιουρόπα Λιγκ), Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης και Κυπέλλο Ιντερτότο. Συνολικά έχουν συμμετάσχει σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις 16 διαφορετικές ομάδες.

Τις πρώτες δεκαετίες οι κυπριακές ομάδες δεχόντουσαν βαριές ήττες. Στη συνέχεια τα αποτελέσματα τους βελτιώνονταν συνεχώς. Οι κυπριακές ομάδες κέρδιζαν προκρίσεις και επί ισχυρότερων αντιπάλων. Το 2008 μία κυπριακή ομάδα, η Ανόρθωση, πέτυχε την πρόκριση της σε ομίλους ευρωπαϊκής διοργάνωσης, και από τότε τουλάχιστον μία ομάδα συμμετέχει σε όμιλο κάθε χρόνο. Η σημαντικότερη επιτυχία αποτελεί η πρόκριση και συμμετοχή του ΑΠΟΕΛ στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ την περίοδο 2011-12. Ακολουθεί η παρουσία της ίδιας ομάδας στη φάση των 16 του Γιουρόπα Λιγκ την περίοδο 2016-17.

Η θέση της Κύπρου στην κατάταξη της ΟΥΕΦΑ με το τέλος της περιόδου 2012-13 ήταν η 14η, η καλύτερη που είχε ποτέ.

Ρήνιο

Το χημικό στοιχείο ρήνιο (rhenium) είναι βαρύ, δύστηκτο, αργυρόλευκο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 75 και σχετική ατομική μάζα 186,207. Το χημικό του σύμβολο είναι «Re» και ανήκει στην ομάδα 7 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 3186 °C και θερμοκρασία βρασμού 5596 °C.Με μια μέση περιεκτικότητα περίπου 1 ppb (μέρη στο δισεκατομμύριο) στο στερεό φλοιό της γης, το ρήνιο είναι από τα σπανιότερα μέταλλα.

Το καθαρό ρήνιο έχει την 3η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης, μετά το βολφράμιο και τον άνθρακα και το μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία.Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα μαζί με το μολυβδένιο, το ταντάλιο, το βολφράμιο και το νιόβιο.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1925 από στους Γερμανούς χημικούς Βάλτερ Νόντακ, Ίντα Τάκε-Νόντακ και Όττο Μπέργκ και είναι το τελευταίο, με φυσική παρουσία, σταθερό χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε. Το όνομά του το πήρε από τον ποταμό Ρήνο.

Το ρήνιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση. Εμφανίζεται σε μικρές ποσότητες μέσα στο ορυκτό μολυβδαινίτης που αποτελεί και τη μεγαλύτερη εμπορική του πηγή. Η Χιλή, οι Η.Π.Α., και χώρες της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) προμηθεύουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρηνίου παγκοσμίως. Είναι γνωστά μόνο δύο πολύ σπάνια ορυκτά του : ο ρηνιίτης που περιέχει θείο και ρήνιο και ο ταρκιανίτης που περιέχει πολλά συστατικά.

Το ρήνιο προσομοιάζει χημικά περισσότερο με το μολυβδαίνιο, που βρίσκεται στην προηγούμενη ομάδα και στην προηγούμενη περίοδο του περιοδικό πίνακα, παρά με το τεχνήτιο και το μαγγάνιο με τα οποία ανήκει στην ίδια ομάδα.

Παράγεται κυρίως από το ορυκτό μολυβδαινίτης ως παραπροϊόν του μολυβδαινίου και της επεξεργασίας του χαλκού.

Στις ενώσεις του έχει πολλούς αριθμούς οξείδωσης που κυμαίνονται από –3 έως και +7, ενώ τα σύμπλοκά του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας του μεγάλου αριθμού συναρμογής που έχουν και των παραβιάσεων κάποιων κανόνων μοριακής συμμετρίας που εμφανίζουν.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή υπερκραμάτων με το νικέλιο για χρήση σε κινητήρες αεροσκαφών και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων τις περισσότερες φορές ως κράμα με λευκόχρυσο.

Εξαιτίας της χαμηλής διαθεσιμότητάς του σε σχέση με τη ζήτηση, το ρήνιο είναι ένα από τα πιο ακριβά βιομηχανικά μέταλλα.

Το ρήνιο έχει ένα μόνο σταθερό ισότοπο το 185Re.

Ρόδιο

Το χημικό στοιχείο ρόδιο (αγγλικά: Rhοdium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 45 και σχετική ατομική μάζα 102,9055. Το χημικό του σύμβολο είναι «Rh» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1964 °C και θερμοκρασία βρασμού 3695 °C.

Το όνομα «ρόδιο» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ρόδο» που σημαίνει τριαντάφυλλο, επειδή ορισμένα υδατικά διαλύματα αλάτων του έχουν ροζ χρώμα.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Το ρόδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 από τον Άγγλο χημικό Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι το σπανιότερο μη-ραδιενεργό χημικό στοιχείο στη γη και αυτό με τη μεγαλύτερη αξία από όλα τα ευγενή μέταλλα: η τιμή του 1 Kg ήταν πάνω από 80.000 δολάρια στις αρχές του 2010.

Το ρόδιο χρησιμοποιείται κυρίως ως καταλύτης ενώ, εξαιτίας της σπανιότητάς του, κατεργάζεται συνήθως με τη μορφή κραμάτων με λευκόχρυσο ή παλλάδιο σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη αντοχή στη διάβρωση. Ανιχνευτές ροδίου χρησιμοποιούνται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη μέτρηση της ροής νετρονίων.

Το ρόδιο έχει μόνο ένα σταθερό ισότοπο, το 103Rh.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.