1919

◄◄ | | 19ος αιώνας | 20ος αιώνας | 21ος αιώνας    
◄◄◄ | ◄◄ | | 1915 | 1916 | 1917 | 1918 | 1919 | 1920 | 1921 | 1922 | 1923 | | ►► | ►►►

Almanacco.png
Το 1919 σε άλλα ημερολόγια
Γρηγοριανό ημερολόγιο1919
MCMXIX
Ελληνικό αλφάβητο,ΑϠΙΘ´
Ab urbe condita2672
Αρμενικό ημερολόγιο1368
ԹՎ ՌՅԿԸ
Κινεζικό ημερολόγιο4615 – 4616
戊午 – 己未
Αιθιοπικό ημερολόγιο1911 – 1912
Εβραϊκό ημερολόγιο5679 – 5680
Περσικό ημερολόγιο1297 – 1298
Ισλαμικό ημερολόγιο1338 – 1339
Ινδουιστικά ημερολόγια
Βικράμ Σαμβάτ1974 – 1975
Σάκα Σαμβάτ1841 – 1842
Κάλι Γιούγκα5020 – 5021

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1919 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Γεγονότα

Γεννήσεις

Παγκόσμιος κατάλογος γεννήσεων το 1919 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)

Θάνατοι

Παγκόσμιος κατάλογος θανάτων το 1919 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)
Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ

Τα αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ είναι ειδικά κέρματα που εκδίδονται από τις χώρες μέλη της ευρωζώνης με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου ή για τον εορτασμό ή προς τιμή κάποιου σύγχρονου γεγονότος. Έχουν νόμιμη ισχύ και χρησιμοποιούνται κανονικά στις συναλλαγές, όπως τα συνηθισμένα κέρματα ευρώ. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα συλλεκτικά κέρματα μεγαλύτερης αξίας από χρυσό ή ασήμι που εκδίδονται για συλλεκτικούς σκοπούς και δεν χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές.Η κάθε χώρα μέλος της ευρωζώνης είχε μέχρι το 2012 το δικαίωμα να εκδίδει το πολύ ένα αναμνηστικό κέρμα κάθε χρόνο. Από το 2012 κάθε χώρα μπορεί να εκδίδει δύο αναμνηστικά κέρματα. Τα κέρματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, καθώς και την ίδια κοινή όψη, με ένα κανονικό κέρμα των 2 ευρώ. Η άλλη όψη, που αντικαθιστά την εθνική όψη του συνηθισμένου κέρματος, έχει το σχέδιο επιλογής της χώρας με θέμα το γεγονός ή το πρόσωπο που τιμάται. Τα αναμνηστικά κέρματα απαντούν μόνο στην ονομαστική αξία των 2 ευρώ και έχουν ισχύ νόμιμου χρήματος σε όλη τη ζώνη του ευρώ, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιούνται –και πρέπει να γίνονται αποδεκτά– όπως οποιοδήποτε άλλο κέρμα ευρώ.

Εκτός των εθνικών εκδόσεων προβλέπεται και η δυνατότητα κοινής έκδοσης από όλες τις χώρες με το ίδιο θέμα και σχέδιο (με μικρές μόνο παραλλαγές για να προσδιορίζεται η χώρα έκδοσης). Η κοινή έκδοση δεν συνυπολογιζόταν στον περιορισμό του ενός κέρματος ανά έτος πριν το 2012 και δεν συνυπολογίζεται στον περιορισμό των δύο κερμάτων ανά έτος από το 2012 και μετά. Κοινή έκδοση έγινε το 2007 (από τις 13 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) με θέμα την 50ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, το 2009 (από τις 16 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για την επέτειο των 10 χρόνων του ευρώ (ως νομισματική μονάδα), το 2012 (από τις 17 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για να εορταστούν τα δέκα έτη κυκλοφορίας του ευρώ και το 2015 για την 30ή επέτειο καθιέρωσης της Ευρωπαϊκής Σημαίας (19 χώρες).

Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα τραπεζογραμμάτια, υπεύθυνες για την έκδοση των κερμάτων ευρώ είναι οι εθνικές αρχές και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν μια χώρα της ζώνης του ευρώ σκοπεύει να εκδώσει αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Επιτροπή ελέγχει ότι το νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο.

Η Επιτροπή είναι η έγκυρη πηγή στην οποία στηρίζεται η ΕΚΤ όταν ενημερώνει το δικό της δικτυακό τόπο. Αμέσως μόλις η Επιτροπή ανακοινώσει ένα νέο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, η ΕΚΤ ενημερώνει αντιστοίχως το δικτυακό της τόπο.

Το πρώτο εθνικό αναμνηστικό κέρμα εκδόθηκε το 2004 και μέχρι σήμερα (Μάρτιος 2016) έχουν εκδοθεί συνολικά 236 ως εξής: 6 το 2004, 8 το 2005, 7 το 2006, 20 το 2007 (συμπεριλαμβανομένων των 13 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 10 το 2008, 25 το 2009 (συμπεριλαμβανομένων των 16 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 12 το 2010 και 16 το 2011. Το 2012 έχουν εκδοθεί 30 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων των 17 νομισμάτων της κοινής έκδοσης) και το 2013 έχουν εκδοθεί 23 κέρματα, το 2014 έχουν εκδοθεί 27, το 2015 47 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων 19 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), το 2016 32 κέρματα,το 2017 32 κέρματα, και το 2018 36. Το 2019 έχουν ήδη εκδοθεί 27 κέρματα.

Το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωζώνης που έχουν εκδώσει εθνικά αναμνηστικά κέρματα κάθε χρονιά.

Δικαίωμα έκδοσης αναμνηστικών κερμάτων έχουν και ο Άγιος Μαρίνος, η Ανδόρρα, το Βατικανό και το Μονακό που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης αλλά έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες. Δεν εκδίδουν όμως αναμνηστικά κέρματα κοινής έκδοσης.

Τα κέρματα αυτά εκδίδονται στην πλειονότητά τους για τον εορτασμό ιστορικών επετείων ή για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον σε σύγχρονα γεγονότα ιστορικής σημασίας. Το πρώτο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ εκδόθηκε το 2004 από την Ελλάδα με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Η κάθε χώρα της ζώνης του ευρώ είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την έκδοση κερμάτων. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα αναμνηστικά, όπως και όλα τα άλλα κέρματα, είναι να εγκρίνει τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να εκδώσει η κάθε χώρα.

Βίβιαν Λι

Η Βίβιαν Μαίρη Χάρτλεϊ (Vivien Mary Hartley, 5 Νοεμβρίου 1913 – 8 Ιουλίου 1967), αργότερα γνωστή ως Βίβιαν Λι και Λαίδη Ολίβιε, ήταν Αγγλίδα ηθοποιός. Βραβεύθηκε με δύο Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, το πρώτο για τον ρόλο της Σκάρλετ Ο'Χάρα στο Όσα παίρνει ο άνεμος (Gone With The Wind) το 1939 και το δεύτερο για τον ρόλο της Μπλανς Ντυμπουά στο Λεωφορείον ο Πόθος (A Streetcar Named Desire) το 1951, υποδυόμενη δύο καλλονές του αμερικανικού Νότου.

Η Βίβιαν Λι ήταν κυρίως θεατρική ηθοποιός και συνεργαζόταν συχνά με τον δεύτερο σύζυγό της, τον ηθοποιό Λόρενς Ολίβιε, που για σχεδόν μια εικοσαετία τη σκηνοθέτησε σε αρκετές από τις θεατρικές εμφανίσεις της, ενώ σε πολλές συμπρωταγωνίστησαν. Κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς σταδιοδρομίας της στη σκηνή υποδύθηκε ποικίλους και διαφορετικούς ρόλους, σε έργα των δημοφιλέστερων θεατρικών συγγραφέων, όπως οι Νόελ Κάουαρντ, Τζορτζ Μπέρναρντ Σω και Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Η καριέρα της συνεχίσθηκε σποραδικά μετά το διαζύγιο της με τον Ολίβιε το 1960. Η Λι κέρδισε το Βραβείο Τόνυ Α΄ Γυναικείου Ρόλου σε Μιούζικαλ το 1963 για την εμφάνισή της στην παράσταση Τόβαριτς στο Μπρόντγουεϊ, που ήταν το κύκνειο άσμα της.

Θεωρούσε ότι η φυσική ομορφιά της δεν διευκόλυνε την αναγνώρισή των υποκριτικών της ικανοτήτων. Είχε προβλήματα υγείας από νεαρή ηλικία. Για μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής της, η Λι έπασχε από διπολική διαταραχή. Στα μέσα της δεκαετίας του '40 διαγνώστηκε με φυματίωση, μια ασθένεια που την ταλαιπώρησε χρόνια και προκάλεσε τελικά το θάνατό της το 1967.

Το 1999 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε 16η στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες κινηματογραφικές σταρ όλων των εποχών.

Βρετανική Αυτοκρατορία

Η Βρετανική Αυτοκρατορία (αγγλικά: British Empire) αποτελείτο από τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, τις εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Κατά την ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και για πάνω από ένα αιώνα ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Το 1922 η Βρετανική Αυτοκρατορία διοικούσε έναν πληθυσμό περίπου 458 εκατομμυρίων, το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού, και κάλυπτε περισσότερο από 33.670.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το ένα τέταρτο περίπου της συνολικής έκτασης της ξηράς της Γης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έντονη πολιτική, γλωσσική και πολιτισμική της επίδραση παγκοσμίως. Στο ύψιστο σημείο της δύναμής της, συχνά λεγόταν ότι «ο ήλιος δεν δύει ποτέ στην Βρετανική Αυτοκρατορία», επειδή η εξάπλωσή της σε όλα σχεδόν τα γεωγραφικά μήκη του κόσμου σήμαινε ότι ο ήλιος πάντα έλαμπε σε τουλάχιστον ένα από τα πολυάριθμα εδάφη της.

Κατά την Εποχή των ανακαλύψεων το 15ο και 16ο αιώνα, η Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες. Εποφθαλμιώντας τον πλούτο που προσέφεραν αυτές οι αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία. Μία σειρά πολέμων το 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στην Ολλανδία και τη Γαλλία κατέστησε την Αγγλία (Βρετανία μετά την πράξη ένωσης με τη Σκωτία το 1707) κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στη Βόρεια Αμερική και την Ινδία. Η απώλεια όμως των δεκατριών αποικιών στη Βόρεια Αμερική το 1783 μετά από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία, καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον σύντομα στράφηκε προς την Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Μετά την ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας το 1815, η Βρετανία γνώρισε έναν αιώνα αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας και επεξέτεινε την κυριαρχία της σε όλο τον κόσμο. Δόθηκε σταδιακή αυτονομία στις αποικίες με λευκό πληθυσμό, κάποιες από τις οποίες μετατράπηκαν σε κτήσεις.

Η ανάπτυξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ περιόρισε την οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι επακόλουθες στρατιωτικές και οικονομικές εντάσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία ήταν τα κύρια αίτια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Βρετανία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκρατορία της. Ο πόλεμος επέφερε τεράστια οικονομική επιβάρυνση στη Βρετανία και παρόλο που η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν ήταν πια μια απαράμιλλη βιομηχανική ή στρατιωτική δύναμη. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι βρετανικές αποικίες της Νοτιοανατολικής Ασίας καταλήφθηκαν από την Ιαπωνία, γεγονός που έπληξε το γόητρό της και επιτάχυνε την παρακμή της αυτοκρατορίας παρά τη νίκη της στον πόλεμο. Δυο χρόνια μετά τον πόλεμο η Βρετανία παραχώρησε ανεξαρτησία στην Ινδία, την πολυπληθέστερη και πολυτιμότερη αποικία της.

Κατά το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, στα πλαίσια του κινήματος της αποαποικιοποίησης, οι περισσότερες περιοχές της αυτοκρατορίας απέκτησαν ανεξαρτησία, με κατάληξη την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα το 1997. Δεκατέσσερα εδάφη παρέμειναν κάτω από βρετανική κυριαρχία, τα Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη. Μετά την ανεξαρτητοποίησή τους πολλές πρώην αποικίες εντάχθηκαν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, μια ελεύθερη ένωση ανεξάρτητων κρατών. Δεκαέξι κοινοπολιτειακά κράτη έχουν κοινό αρχηγό κράτους τον εκάστοτε μονάρχη του Ηνωμένου Βασειλείου.

Δημήτριος Γούναρης

Ο Δημήτριος Γούναρης (Πάτρα, 5 Ιανουαρίου 1867 – Γουδή, 15 Νοεμβρίου 1922) ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Καταγόμενος από οικογένεια εμπόρων της Πάτρας, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο εξωτερικό και άσκησε με μεγάλη επιτυχία την δικηγορία. Εξελέγη βουλευτής Πατρών, αναμείχθηκε στο σταφιδικό ζήτημα και εντάχθηκε σε μία ομάδα προοδευτικών βουλευτών αποκαλούμενη «Ομάδα των Ιαπώνων». Εν συνεχεία ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη ενώ μετά το Κίνημα στου Γουδή ίδρυσε το Κόμμα Εθνικοφρόνων, (το οποίο το 1920 μετονομάστηκε σε Λαϊκό Κόμμα) και αποτέλεσε τον βασικό φορέα του αντιβενιζελισμού. Διετέλεσε για ένα βραχύ διάστημα υπηρεσιακός πρωθυπουργός και υπουργός σε κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, μετά όμως την επιτυχή έκβαση του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας και την φυγή της βασιλικής οικογένειας εξορίστηκε στην Κορσική. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1919 για να συμμετάσχει ως ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές, στις οποίες και εξελέγη σχηματίζοντας λίγο αργότερα κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του αποφασίστηκε η συνέχιση της μικρασιατικής εκστρατείας, η οποία και οδήγησε στην οικονομική χρεοκοπία, στην ήττα από τον τουρκικό στρατό και την ανατροπή της κυβέρνησης. Μετά την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος, παραπέμφθηκε μαζί με άλλα κυβερνητικά στέλεχη σε έκτακτο στρατοδικείο και στις 15 Νοεμβρίου 1922 εκτελέστηκε. Ανηψιός του ήταν ο, μετέπειτα πρωθυπουργός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Θάλλιο

Το χημικό στοιχείο θάλλιο (thallium) είναι πολύ μαλακό, εύπλαστο, αργυρόλευκο μέταλλο. Ο ατομικός αριθμός του είναι 81 και η σχετική ατομική μάζα του 204,3833. Το χημικό του σύμβολο είναι «Tl» και ανήκει στην ομάδα 13 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο p-block. Έχει θερμοκρασία τήξης 304 °C και θερμοκρασία βρασμού 1473 °C.

Η μέση περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της γης σε θάλλιο είναι περίπου 0,7 ppm. Το στοιχείο είναι πάρα πολύ διεσπαρμένο. Είναι περισσότερο διεσπαρμένο από το γάλλιο και το ίνδιο. Συγκριτικά αναφέρεται ότι στη λιθόσφαιρα, το ασήμι είναι 7 φορές σπανιότερο ενώ ο χρυσός 170 φορές σπανιότερος από το θάλλιο.Στη φύση απαντά με μορφή σπάνιων ορυκτών τα οποία όμως δεν είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα. Τέτοια ορυκτά είναι ο αβικεννίτης, ο κρουκσίτης, ο ουρμπαΐτης και ο χατσινσονίτης. Το θάλλιο συνοδεύει κυρίως θειούχα ορυκτά βασικών μετάλλων, όπως ο σφαλερίτης, ο σιδηροπυρίτης και ο γαληνίτης ενώ αναφέρονται και εμφανίσεις του σε κονδύλους μαγγανίου στους βυθούς των ωκεανών. Κοιτάσματα που περιέχουν το θάλλιο ως βασικό μέταλλο είναι πολύ λίγα. Τέτοια κοιτάσματα έχουν εντοπιστεί και μελετηθεί κυρίως στην Κίνα και στη Βόρεια Μακεδονία χωρίς όμως να παράγεται από αυτά θάλλιο. Τα παγκόσμια αποθέματα θαλλίου που περιέχονται σε ορυκτά του ψευδαργύρου εκτιμώνται σε 17.000 τόννους, ενώ στα κοιτάσματα λιθάνθρακα εκτιμάται ότι υπάρχουν άλλοι 630.000 τόννοι θαλλίου.

Το θάλλιο μαυρίζει στον αέρα και επικαλύπτεται από οξείδιο παίρνοντας γκρι-μπλε χρώμα που μοιάζει με του μολύβδου, διαλύεται στα οξέα και παρουσία υγρασίας μετατρέπεται στο δηλητηριώδες οξείδιο του θαλλίου (Ι), TlOH. Οι ράβδοι θαλλίου αποθηκεύονται τυλιγμένες σε χαρτί εμποτισμένο με υγρά αλκάνια (παραφίνες).

Το στοιχείο ανακαλύφτηκε από τον Άγγλο φυσικό Ουίλιαμ Κρουκς το 1861 ενώ η απομόνωση και η εμπεριστατωμένη μελέτη του μεταλλικού θαλλίου αποδίδεται στο Γάλλο χημικό Λαμύ το 1862. Το όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη θαλλός που σημαίνει νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι.Tο θάλλιο παράγεται από τα κατάλοιπα που προκύπτουν από τη φρύξη θειούχων ορυκτών του μολύβδου, του χαλκού ή του ψευδαργύρου, δηλαδή από τα κατάλοιπα της επεξεργασίας θειούχων μεταλλευμάτων.Εμφανίζεται σε δύο κυρίως αλλοτροπικές μορφές την α- και τη β- με θερμοκρασία μετατροπής τους 230 °C. Υπάρχει και μια τρίτη αλλοτροπική μορφή, η γ-, που εμφανίζεται σε υψηλές πιέσεις.Στις ενώσεις του παρουσιάζεται με δύο αριθμούς οξείδωσης, +1 και +3.

Τόσο το στοιχείο όσο και οι ενώσεις του είναι πολύ τοξικές και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή. Η χρήση του σε πολλές χώρες έχει απαγορευθεί λόγω της τοξικότητάς του ενώ η ανακύκλωσή του από εμπορικά προϊόντα δεν είναι ακόμη οικονομικά συμφέρουσα. Αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την αυξανόμενη χρήση σε τεχνολογικές εφαρμογές ενός τόσο τοξικού μετάλλου.Περίπου το 60 % με 70 % της παραγωγής θαλλίου χρησιμοποιείται στη βιομηχανία ηλεκτρονικών και το υπόλοιπο στη φαρμακοβιομηχανία και στην υαλουργία. Επίσης χρησιμοποιείται στους υπέρυθρους ανιχνευτές ενώ εξαιτίας της μεγάλης του τοξικότητας χρησιμοποιήθηκε παλιότερα ως ποντικοφάρμακο και εντομοκτόνο. Το κόστος του μετάλλου ανερχόταν το 2009 σε 5.700 δολάρια/Kg.Το θάλλιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 203Tl και το 205Tl.

Ιστορία της Βόρειας Ηπείρου την περίοδο 1913-1921

Η ιστορία της Βόρειας Ηπείρου την περίοδο 1913-1921 σημαδεύτηκε από την επιθυμία του τοπικού ελληνικού στοιχείου για ένωση με το Βασίλειο της Ελλάδας, καθώς και την αλυτρωτική επιθυμία της ελληνικής πολιτικής για προσάρτηση της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία τελικά επιδικάστηκε στο Πριγκιπάτο της Αλβανίας.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, η Βόρεια Ήπειρος, η οποία φιλοξενούσε μια σημαντική μειονότητα Ορθοδόξων που μιλούσαν είτε ελληνικά είτε αλβανικά, βρέθηκε, ταυτόχρονα με τη Νότια Ήπειρο, υπό τον έλεγχο του ελληνικού στρατού, ο οποίος είχε προηγουμένως απωθήσει τις οθωμανικές δυνάμεις. Η Αθήνα επιθυμούσε την προσάρτηση αυτών των εδαφών. Όμως, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία ήταν αντίθετες σε αυτό το ενδεχόμενο, ενώ το Σύμφωνο της Φλωρεντίας του 1913 παραχωρούσε την Βόρεια Ήπειρο στο νεοσυσταθέν Πριγκιπάτο της Αλβανίας, η πλειοψηφία των κατοίκων του οποίου ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Έτσι, ο ελληνικός στρατός αποχώρησε από την περιοχή, όμως οι Χριστιανοί Ηπειρώτες, αρνούμενοι τη διεθνή συγκυρία, αποφασίζουν, με την κρυφή στήριξη του ελληνικού κράτους, τη δημιουργία ενός αυτόνομου καθεστώτος, με έδρα το Αργυρόκαστρο (αλβανικά: Gjirokastër).

Με δεδομένη την πολιτική αστάθεια της Αλβανίας, η αυτονομία της Βόρειας Ηπείρου επικυρώθηκε τελικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, στις 17 Μαΐου 1914. Η συμφωνία αναγνώριζε, πράγματι, το ειδικό καθεστώς των Ηπειρωτών και το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση, υπό τη νομική εξουσία της Αλβανίας. Εν τούτοις, η συμφωνία αυτή ποτέ δεν υλοποιήθηκε πραγματικά, καθώς η αλβανική κυβέρνηση κατέρρευσε εντός του Αυγούστου, ενώ ο Πρίγκιπας Γουλιέλμος του Βιντ, ο οποίος είχε οριστεί ηγέτης της χώρας τον Φεβρουάριο, επέστρεψε στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο.

Λίγο μετά την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Οκτώβριο του 1914, το Βασίλειο της Ελλάδας ανακατέλαβε την περιοχή. Όμως, η διφορούμενη στάση των Κεντρικών Δυνάμεων στα ελληνικά ζητήματα κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, οδήγησε τη Γαλλία και την Ιταλία στην από κοινού κατάληψη της Ηπείρου τον Σεπτέμβριο του 1916. Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως, η συμφωνία Τιτόνι - Βενιζέλου προέβλεπε την προσάρτηση της περιοχής στην Ελλάδα. Τελικά, η στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ λειτούργησαν προς το συμφέρον της Αλβανίας, η οποία προσάρτησε οριστικά την περιοχή, στις 9 Νοεμβρίου 1920.

Μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης 1917

Η πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης το Σάββατο στις 17:00 η ώρα στις 18 Αυγούστου του 1917 ήταν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία της πόλης. Η πυρκαγιά μέσα σε 32 ώρες έκαψε 9.500 σπίτια σε έκταση 1.000.000 m² και άφησε άστεγα πάνω από 70.000 άτομα. Οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες, χώροι αναψυχής και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, μαζί με τα αρχεία τους καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι ανθρώπινες απώλειες της πυρκαγιάς ήταν ελάχιστες, με μοναδικούς νεκρούς λίγους Γάλλους στρατιώτες. Το μέρος της πόλης που κάηκε ανοικοδομήθηκε με νέο οργανωμένο σχέδιο, δημιουργώντας μια σύγχρονη πόλη.

Μικρασιατική εκστρατεία

Η Μικρασιατική Εκστρατεία, γνωστή διεθνώς ως Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1919–1922 και στην Τουρκία ως το İzmir'in Yunanlar tarafından işgali (Ελληνική εισβολή της Σμύρνης) ή Kurtuluş Savaşı Batı Cephesi (Δυτικό Μέτωπο του τουρκικού πολέμου της Ανεξαρτησίας) ήταν μια σειρά στρατιωτικών γεγονότων, που συνέβησαν κατά το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταξύ Μαΐου 1919 και Οκτωβρίου 1922. Ο πόλεμος διεξήχθη μεταξύ της Ελλάδας και του Τουρκικού Εθνικού Κινήματος, που θα ίδρυε αργότερα τη Δημοκρατία της Τουρκίας.

Μπάουχαους

Το Μπαουχάους (γερμ. Staatliches Bauhaus ή Bauhaus) ήταν καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική σχολή που ιδρύθηκε από τον Βάλτερ Γκρόπιους και λειτούργησε κατά την περίοδο 1919-1933 στη Γερμανία, και έγινε διάσημη για την προσέγγιση του σχεδιασμού που δημοσιοποίησε και δίδασκε.

Ολοκαύτωμα

Με τον όρο Ολοκαύτωμα περιγράφεται ο υποκινούμενος από το κράτος συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία διαφόρων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών ομάδων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από τη Ναζιστική Γερμανία και τους συνεργάτες της. Στα αρχικά στοιχεία που συνθέτουν το Ολοκαύτωμα είναι το πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων και το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξόντωση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί. Η ίδια λέξη, συνήθως με μικρό αρχικό και συνοδευόμενη από κάποιο προσδιοριστικό, χρησιμοποιείται και για άλλες γενοκτονίες ή μαζικούς διωγμούς όπως π.χ. για τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Οι Εβραίοι της Ευρώπης ήταν τα κύρια θύματα του Ολοκαυτώματος, μέσω αυτού που οι Ναζί ονόμαζαν «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος». Ο αριθμός των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού συνήθως προσδιορίζεται στα έξι εκατομμύρια, αν και οι τυπικές εκτιμήσεις από τους ιστορικούς για το εύρος των θυμάτων κυμαίνονται από πέντε εκατομμύρια ως και πάνω από έξι εκατομμύρια. Εκτός από τους Εβραίους, περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα (μερικές εκτιμήσεις φτάνουν ως και τις 800.000), δηλαδή το 25-50% του ευρωπαϊκού τους πληθυσμού. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες» ήταν οι εξής: Σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι σε κατεχόμενες περιοχές (περιλαμβανομένων των Ρώσων και άλλων Σλάβων), Πολωνοί μη Εβραίοι (3 εκατομμύρια Πολωνοί Εβραίοι και 2 εκατομμύρια Πολωνοί μη Εβραίοι), διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και κάποιοι Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Κάποιες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος στα 26 εκατομμύρια ανθρώπους, όμως τα 9 έως 11 εκατομμύρια θύματα συνήθως θεωρείται η πιο αξιόπιστη εκτίμηση.

Ορκάδες

Οι Ορκάδες (αγγλικά: Orkney IPA [ ['ɔːkni]], σκωτικά γαελικά: Arcaibh) είναι αρχιπέλαγος το οποίο βρίσκεται κοντά στις βόρειες ακτές της Σκωτίας, από τις οποίες απέχει μόλις 16 χιλιόμετρα, και νότια από τα νησιά Σέτλαντ. Το αρχιπέλαγος αποτελείται από περίπου 70 νησιά, από τα οποία κατοικούνται τα 19. Η συνολική έκταση των νησιών είναι περίπου 990 τ. χλμ. και ο πληθυσμός τους ανέρχεται στους 21.349 κατοίκους. Το μεγαλύτερο νησί είναι το Μέινλαντ (The Mainland), το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του συμπλέγματος και χωρίζει τα υπόλοιπα σε δύο ομάδες, τα βόρεια και τα νότια νησιά. Οι Ορκάδες ανήκουν πολιτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ διοικητικά αποτελούν την ομώνυμη περιφέρεια (Orkney Islands). Το Κέρκγουολ (Kirkwall) (9.293 κάτοικοι το 2011), η μεγαλύτερη πόλη και διοικητικό κέντρο, βρίσκεται στο νησί Μέινλαντ.

Το αρχαίο όνομα Ορκάδες μαρτυρείται από τον 1ο π.Χ. αιώνα ή και νωρίτερα, ενώ τα νησιά κατοικούνται εδώ και τουλάχιστον 8.500 χρόνια. Αρχικά κατοικήθηκαν από φυλές της Μεσολιθικής και της Νεολιθικής περιόδου και στη συνέχεια από τους Πίκτους. Το 875 οι Ορκάδες καταλήφθηκαν και προσαρτήθηκαν στη Νορβηγία και εποικίστηκαν από Σκανδιναβούς. Το 1472 εξαιτίας της αδυναμίας εκπλήρωσης της προικώας συμφωνίας της Μαργαρίτας της Δανίας προς τον σύζυγό της Ιάκωβο Γ' της Σκωτίας, οι Ορκάδες προσαρτήθηκαν στο Βασίλειο της Σκωτίας. Στις Ορκάδες βρίσκονται μερικοί από τους παλαιότερους και καλύτερα διατηρημένους αρχαιολογικούς χώρους της Ευρώπης. Η Καρδιά του Νεολιθικού Όρκνεϊ (Heart of Neolithic Orkney) στο νησί Μέινλαντ έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Η υποκείμενη γεωλογική βάση όλων των νησιών αποτελείται από βραχώδεις σχηματισμούς από ερυθρό ψαμμίτη. Το κλίμα είναι ήπιο και η εύφορη γη καλλιεργείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Η γεωργία αποτελεί τον σημαντικότερο τομέα της οικονομίας, ενώ η αξιοποίηση της αιολικής και της υδάτινης ενέργειας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Οι κάτοικοι των νησιών χρησιμοποιούν μια ιδιαίτερη διάλεκτο και διατηρούν την πλούσια λαογραφική τους παράδοση. Στα νησιά υπάρχει αφθονία άγριας πανίδας, πλούσιας σε θαλάσσια είδη και πτηνά.

Προφορά της κλασικής αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Η προφορά τής κλασικής αρχαίας ελληνικής γλώσσας του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. διέφερε αξιοσημείωτα από τη σημερινή προφορά τής Νέας Ελληνικής, καθώς και από την προφορά τής ελληνιστικής και μεσαιωνικής Ελληνικής.

Το ζήτημα της προφοράς της κλασικής Αρχαίας Ελληνικής άρχισε να μελετάται κατά τα τέλη του 15ου αιώνα από λόγιους της Αναγέννησης. Αυτοί, αλλά και μεταγενέστεροι ερευνητές, βρήκαν στοιχεία που έδειχναν ότι η αρχαία ελληνική προφορά διέφερε ουσιωδώς από την υστεροβυζαντινή/νεοελληνική. Ο ρόλος του Ολλανδού λόγιου Εράσμου, ο οποίος πρότεινε έναν τύπο προφοράς της Αρχαίας Ελληνικής που έγινε ευρύτερα γνωστός στην Ευρώπη ως ερασμική ή ερασμιακή προφορά, υπήρξε καθοριστικός, ώστε να επικρατήσει βαθμηδόν η επανασυντεθειμένη αρχαία προφορά, η οποία διδάσκεται μετά τον 16ο αιώνα στα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο.

Οι ιστορικοσυγκριτικές μελέτες τής σύγχρονης γλωσσολογίας επιβεβαίωσαν όσα ο Έρασμος και άλλοι είχαν από τον 16ο αιώνα τονίσει. Έχοντας τώρα πληρέστερη εικόνα τής δομής τής γλώσσας και ευρύτερη εποπτεία των λογοτεχνικών και μη πηγών, μπορούμε να αποκαταστήσουμε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό την προφορά τής κλασικής Αρχαίας Ελληνικής. Για τον σκοπό αυτόν, όπως καταδεικνύεται αναλυτικότερα παρακάτω, η γλωσσολογία αντλεί τεκμήρια από τη φωνολογική δομή τής Αρχαίας Ελληνικής, από γραφές σε αρχαϊκά ελληνικά αλφάβητα, από τις νεοελληνικές διαλέκτους, από μαρτυρίες των αρχαίων γραμματικών και σχολιαστών, από αντίστοιχες λέξεις-δάνεια άλλων γλωσσών, καθώς και από τη μετρική των κειμένων.

Στην Ελλάδα, κατά τη διδασκαλία τής ανάγνωσης των κλασικών κειμένων, ακολουθούνται για πρακτικούς λόγους οι κανόνες τής σύγχρονης προφοράς τής νέας ελληνικής γλώσσας. Παρ' ότι η επανασυντεθειμένη προφορά είναι κοινώς αποδεκτή στα ελληνικά πανεπιστήμια, ελάχιστες μόνο νύξεις της συναντώνται σε διδακτικά βιβλία. Η νεοελληνική κοινή γνώμη εν γένει δεν έχει σαφή γνώση τής διαφοράς μεταξύ αρχαιοελληνικής και νεοελληνικής προφοράς.

Πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική

Ο όρος πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική ή πρώιμη ζωγραφική των Κάτω Χωρών αναφέρεται στο σύνολο των έργων καλλιτεχνών που δραστηριοποιήθηκαν κατά τον 15ο και 16ο αιώνα στην περιοχή της Φλάνδρας, δηλαδή στις σημερινές περιοχές του βορείου Βελγίου και της Νότιας Ολλανδίας και, ιδιαίτερα, στις ακμάζουσες πόλεις της περιοχής Μπρυζ, Γάνδη, Τουρναί, Αμβέρσα και Βρυξέλλες. Το ύφος τους ακολουθεί την τεχνοτροπία του Διεθνούς γοτθικού στυλ. Ξεκινά από τους Ρομπέρ Καμπέν και Γιαν βαν Άικ στις αρχές της δεκαετίας του 1420. Εκτείνεται τουλάχιστον ως τον θάνατο του Γκέραρντ Ντάβιντ το 1523, αν και πολλοί λόγιοι επεκτείνουν τη διάρκειά της ως την Ολλανδική Επανάσταση το 1566 ή 1568. Η πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική συμπίπτει με την πρώιμη και ύστερη Αναγέννηση στην Ιταλία, αλλά θεωρείται ανεξάρτητη καλλιτεχνική κουλτούρα, διαφορετική από τον αναγεννησιακό ανθρωπισμό που χαρακτήριζε τις ιταλικές εξελίξεις. Καθώς αυτοί οι ζωγράφοι αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα της βορειοευρωπαϊκής μεσαιωνικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς και ενσωματώνουν τα ιδεώδη της Αναγέννησης, μερικές φορές κατηγοριοποιούνται σαν να ανήκουν τόσο στην αναγεννησιακή περίοδο όσο και στην ύστερη εποχή του μπαρόκ.

Στους κορυφαίους πρώιμους Φλαμανδούς ζωγράφους – που είναι γνωστοί και ως Φλαμανδοί «Πριμιτίφ» (Vlaamse Primitieven) - συγκαταλέγονται οι Ρομπέρ Καμπέν, οι αδελφοί βαν Άικ, ο Ρόχιερ φαν ντερ Βάιντεν, ο Πέτρους Κρίστους, ο Χανς Μέμλινγκ, ο Χούγκο φαν ντερ Χους και ο Ιερώνυμος Μπος. Σημείωσαν σημαντική πρόοδο τόσο στη φυσική αναπαράσταση όσο και στον ιλλουζιονισμό και τα έργα τους συνήθως έχουν πολύπλοκη εικονογραφία. Τα θέματά τους είναι κυρίως θρησκευτικές σκηνές ή μικρά πορτρέτα, με την αφηγηματική ζωγραφική ή τις μυθολογικές αναπαραστάσεις να είναι σχετικά σπάνιες. Τα τοπία που απεικονίζονται είναι πλούσια και πολύ προσεγμένα, αλλά αποτελούν κατά κύριο λόγο το υπόβαθρο της όλης εικόνας, μέχρι τις αρχές του 16ου αιώνα. Οι πίνακες συνήθως κατασκευάζονται με ελαιοχρώματα πάνω σε πάνελ, είτε αυτοτελείς είτε σε πιο σύνθετες μορφές, όπως δίπτυχα, τρίπτυχα και πολύπτυχα. Η περίοδος αυτή είναι, επίσης, αξιοσημείωτη για τη γλυπτική της, την ανάπτυξη της τέχνης των ταπήτων (ταπισερί), των εικονογραφημένων χειρογράφων, της υαλογραφίας και των χαρακτικών ρετάμπλ.

Η πρώτη γενεά ζωγράφων δραστηριοποιήθηκε κατά την περίοδο της βουργουνδιανής επιρροής στην Ευρώπη, όταν οι Κάτω Χώρες έγιναν το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της βόρειας Ευρώπης, αξιοσημείωτες για τα τεχνήματά τους και τα προϊόντα πολυτελείας τους. Υποβοηθούμενα από το σύστημα εργαστηρίων, τα πάνελς και μια ποικιλία χειροτεχνημάτων πωλούνταν σε ξένους πρίγκηπες και εμπόρους, είτε μέσω συμμετοχής ιδιωτών είτε μέσω περιπτέρων σε αγορές. Η πλειονότητα αυτών των έργων καταστράφηκε κατά την περίοδο της εικονοκλασίας του 16ου και 17ου αιώνα. Σήμερα έχουν διασωθεί μόνο μερικές χιλιάδες δειγμάτων τους. Η πρώιμη βόρεια τέχνη, εν γένει, δεν έχαιρε εκτίμησης από τις αρχές του 17ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και οι ζωγράφοι, όπως και τα έργα τους, δεν είχαν επαρκή τεκμηρίωση, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι ιστορικοί τέχνης χρειάστηκαν σχεδόν έναν ακόμη αιώνα ερευνών για να εντοπίσουν ποια έργα ανήκουν σε ποιον, για να μελετήσουν την εικονογραφία και να εγκαθιδρύσουν, έστω και χονδροειδή, περιγράμματα του βίου ακόμη και των μεγάλων ζωγράφων. Η απόδοση μερικών από τα πλέον σπουδαία έργα στους δημιουργούς τους αποτελεί, ακόμη και σήμερα, αντικείμενο διαμάχης.

Σπείρα του Ούλαμ

Η σπείρα του Ούλαμ (αγγλικά: Ulam spiral) ή σπείρα πρώτων αριθμών αποτελεί γραφική αναπαράσταση ομάδων πρώτων αριθμών, η οποία αναπτύχθηκε από τον Πολωνό μαθηματικό Στάνισλαβ Ούλαμ το 1963. Κατασκευάζεται με τη διευθέτηση των θετικών ακεραίων αριθμών εντός μιας τετράγωνου σχήματος σπείρας και σημειώνοντας με ειδική σήμανση ή χρωματισμό τους πρώτους αριθμούς εντός της. Ένα από τα χαρακτηριστικά της σπείρας, είναι η θεσιακή κατανομή των πρώτων αριθμών ως προς τις διαγώνιες, οριζόντιες και κάθετες γραμμές που σχηματίζουν. Η εμφάνιση τέτοιων γραμμών δεν είναι κάτι αναπάντεχο, καθώς οι γραμμές πρώτων στην σπείρα αντιστοιχούν σε πολυώνυμα δευτεροβάθμιων εξισώσεων, και ορισμένα από αυτά τα πολυώνυμα όπως ο τύπος x2 − x + 41 του Λέοναρντ Όιλερ για την παραγωγή πρώτων αριθμών, παράγουν πρώτους με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στην σπείρα.Ωστόσο η σπείρα σχετίζεται και με άλλα σημαντικά ανεπίλυτα προβλήματα της θεωρίας αριθμών όπως τα προβλήματα του Λαντάου. Συγκεκριμένα, καμία δευτεροβάθμια εξίσωση δεν έχει αποδειχτεί πως μπορεί να παράγει πρώτους αριθμούς επ' άπειρον, και πολύ περισσότερο το να έχει ασυμπτωτική συχνότητα πρώτων αριθμών ώστε να σχηματίζει ομαδοποιήσεις σε γραμμές.

Τάγμα του Αγίου Γεωργίου

Το Αυτοκρατορικό Στρατιωτικό Τάγμα του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου (ρωσ. Императорский Военный орден Святого Великомученика и Победоносца Георгия), συνηθέστερα απλώς το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου (ρωσ. Орден Святого Георгия), ήταν το ανώτερο σε αξία στρατιωτικό παράσημο - αριστείο που απονεμόταν για ηρωικές στρατιωτικές πράξεις στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, η οποία και κατέστη Αρχηγός του Τάγματος αυτού στις 26 Νοεμβρίου (7 Δεκεμβρίου) 1769 προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου για τα ανδραγαθήματα των στρατιωτών και αξιωματούχων στα πεδία των μαχών. Το παράσημο καταργήθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, όταν την κυβέρνηση ανέλαβαν οι Μπολσεβίκοι.

Το παράσημο διακρινόταν σε 4 τάξεις: Α΄ Τάξεως (ο μεγαλύτερος σε αξία, μεγαλόσταυρος μετά ταινίας και αστέρος), Β΄ Τάξεως, Γ΄ Τάξεως και Δ΄ Τάξεως (ο μικρότερος σε αξία, του αργυρού ιππότη). Με το παράσημο αυτό βραβεύτηκαν συνολικά 10.000 άνθρωποι. Μόνο 23 από αυτούς έλαβαν το παράσημο Α΄ Τάξεως, ενώ 4 απ' αυτούς κατάφεραν να λάβουν το παράσημο και των τεσσάρων τάξεων. Το παράσημο Α΄ Τάξεως του Τάγματος αυτού έφεραν στη συνέχεια, ως κληρονομικοί αρχηγοί, όλοι οι Τσάροι της Ρωσίας μετά την Αικατερίνη. Το παράσημο Α΄ Τάξεως δόθηκε για εορταστικούς λόγους 2 φορές, στην Αικατερίνη Β΄ ως Αρχηγό του Τάγματος και στον Αλέξανδρο Β΄ για την εκατονταετηρίδα του Τάγματος. Με τη Β΄ Τάξη βραβεύτηκαν 125 στρατιωτικοί. Από το 2000 το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου επανιδρύθηκε ως στρατιωτικό παράσημο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Φέγενορντ

Η Φέγενορντ (ολλανδικά: Feyenoord, ολλανδική προφορά: ˈfɛi̯əˌnɔːrt) είναι ποδοσφαιρικός σύλλογος της Ολλανδίας από την πόλη του Ρότερνταμ. Ιδρύθηκε το 1908 ως Βίλχελμινα, ενώ το 1912 υιοθέτησε το σημερινό όνομα. Έδρα της από το 1937 είναι το Ντε Κάιπ, ενώ ο ύμνος του συλλόγου λέγεται "Χέρι με χέρι".

Είναι μία από τις επιτυχημένες ομάδες της Ολλανδίας, έχοντας κατακτήσει 15 Πρωταθλήματα Ολλανδίας, 13 Κύπελλα και 4 Σούπερ Καπ, ενώ στην Ευρώπη έχει κατακτήσει ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, 2 Κύπελλα ΟΥΕΦΑ καθώς και ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο. Παράλληλα, είναι μία από τις τέσσερις ομάδες που δεν έχουν υποβιβαστεί ποτέ από την Ερεντιβίζιε, μαζί με τον Άγιαξ, την Αϊντχόφεν και την Ουτρέχτη.

Η Φέγενορντ έχει έντονη και μακροχρόνια αντιπαλότητα με τον Άγιαξ, το De Klassieker όπως είναι γνωστό το ντέρμπι στην Ολλανδία. Παράλληλα, έχει αντιπαλότητα και με τις άλλες δύο ομάδες του Ρότερνταμ, την Εξέλσιορ και τη Σπάρτα.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.