1906

◄◄ | | 19ος αιώνας | 20ος αιώνας | 21ος αιώνας    
◄◄◄ | ◄◄ | | 1902 | 1903 | 1904 | 1905 | 1906 | 1907 | 1908 | 1909 | 1910 | | ►► | ►►►

Almanacco.png
Το 1906 σε άλλα ημερολόγια
Γρηγοριανό ημερολόγιο1906
MCMVI
Ελληνικό αλφάβητο,ΑϠϚ´
Ab urbe condita2659
Αρμενικό ημερολόγιο1355
ԹՎ ՌՅԾԵ
Κινεζικό ημερολόγιο4602 – 4603
乙巳 – 丙午
Αιθιοπικό ημερολόγιο1898 – 1899
Εβραϊκό ημερολόγιο5666 – 5667
Περσικό ημερολόγιο1284 – 1285
Ισλαμικό ημερολόγιο1324 – 1325
Ινδουιστικά ημερολόγια
Βικράμ Σαμβάτ1961 – 1962
Σάκα Σαμβάτ1828 – 1829
Κάλι Γιούγκα5007 – 5008

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1906 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Γεγονότα

Γεννήσεις

Παγκόσμιος κατάλογος γεννήσεων το 1906 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)

Θάνατοι

Παγκόσμιος κατάλογος θανάτων το 1906 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

1904

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1904 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1907

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1907 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1908

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1908 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ

Τα αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ είναι ειδικά κέρματα που εκδίδονται από τις χώρες μέλη της ευρωζώνης με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου ή για τον εορτασμό ή προς τιμή κάποιου σύγχρονου γεγονότος. Έχουν νόμιμη ισχύ και χρησιμοποιούνται κανονικά στις συναλλαγές, όπως τα συνηθισμένα κέρματα ευρώ. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα συλλεκτικά κέρματα μεγαλύτερης αξίας από χρυσό ή ασήμι που εκδίδονται για συλλεκτικούς σκοπούς και δεν χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές.Η κάθε χώρα μέλος της ευρωζώνης είχε μέχρι το 2012 το δικαίωμα να εκδίδει το πολύ ένα αναμνηστικό κέρμα κάθε χρόνο. Από το 2012 κάθε χώρα μπορεί να εκδίδει δύο αναμνηστικά κέρματα. Τα κέρματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, καθώς και την ίδια κοινή όψη, με ένα κανονικό κέρμα των 2 ευρώ. Η άλλη όψη, που αντικαθιστά την εθνική όψη του συνηθισμένου κέρματος, έχει το σχέδιο επιλογής της χώρας με θέμα το γεγονός ή το πρόσωπο που τιμάται. Τα αναμνηστικά κέρματα απαντούν μόνο στην ονομαστική αξία των 2 ευρώ και έχουν ισχύ νόμιμου χρήματος σε όλη τη ζώνη του ευρώ, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιούνται –και πρέπει να γίνονται αποδεκτά– όπως οποιοδήποτε άλλο κέρμα ευρώ.

Εκτός των εθνικών εκδόσεων προβλέπεται και η δυνατότητα κοινής έκδοσης από όλες τις χώρες με το ίδιο θέμα και σχέδιο (με μικρές μόνο παραλλαγές για να προσδιορίζεται η χώρα έκδοσης). Η κοινή έκδοση δεν συνυπολογιζόταν στον περιορισμό του ενός κέρματος ανά έτος πριν το 2012 και δεν συνυπολογίζεται στον περιορισμό των δύο κερμάτων ανά έτος από το 2012 και μετά. Κοινή έκδοση έγινε το 2007 (από τις 13 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) με θέμα την 50ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, το 2009 (από τις 16 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για την επέτειο των 10 χρόνων του ευρώ (ως νομισματική μονάδα), το 2012 (από τις 17 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για να εορταστούν τα δέκα έτη κυκλοφορίας του ευρώ και το 2015 για την 30ή επέτειο καθιέρωσης της Ευρωπαϊκής Σημαίας (19 χώρες).

Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα τραπεζογραμμάτια, υπεύθυνες για την έκδοση των κερμάτων ευρώ είναι οι εθνικές αρχές και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν μια χώρα της ζώνης του ευρώ σκοπεύει να εκδώσει αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Επιτροπή ελέγχει ότι το νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο.

Η Επιτροπή είναι η έγκυρη πηγή στην οποία στηρίζεται η ΕΚΤ όταν ενημερώνει το δικό της δικτυακό τόπο. Αμέσως μόλις η Επιτροπή ανακοινώσει ένα νέο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, η ΕΚΤ ενημερώνει αντιστοίχως το δικτυακό της τόπο.

Το πρώτο εθνικό αναμνηστικό κέρμα εκδόθηκε το 2004 και μέχρι σήμερα (Μάρτιος 2016) έχουν εκδοθεί συνολικά 236 ως εξής: 6 το 2004, 8 το 2005, 7 το 2006, 20 το 2007 (συμπεριλαμβανομένων των 13 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 10 το 2008, 25 το 2009 (συμπεριλαμβανομένων των 16 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 12 το 2010 και 16 το 2011. Το 2012 έχουν εκδοθεί 30 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων των 17 νομισμάτων της κοινής έκδοσης) και το 2013 έχουν εκδοθεί 23 κέρματα, το 2014 έχουν εκδοθεί 27, το 2015 47 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων 19 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), το 2016 32 κέρματα,το 2017 32 κέρματα, και το 2018 36. Το 2019 έχουν ήδη εκδοθεί 27 κέρματα.

Το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωζώνης που έχουν εκδώσει εθνικά αναμνηστικά κέρματα κάθε χρονιά.

Δικαίωμα έκδοσης αναμνηστικών κερμάτων έχουν και ο Άγιος Μαρίνος, η Ανδόρρα, το Βατικανό και το Μονακό που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης αλλά έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες. Δεν εκδίδουν όμως αναμνηστικά κέρματα κοινής έκδοσης.

Τα κέρματα αυτά εκδίδονται στην πλειονότητά τους για τον εορτασμό ιστορικών επετείων ή για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον σε σύγχρονα γεγονότα ιστορικής σημασίας. Το πρώτο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ εκδόθηκε το 2004 από την Ελλάδα με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Η κάθε χώρα της ζώνης του ευρώ είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την έκδοση κερμάτων. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα αναμνηστικά, όπως και όλα τα άλλα κέρματα, είναι να εγκρίνει τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να εκδώσει η κάθε χώρα.

Ανατομική και φυσιολογία πτηνών

Η ανατομική και η φυσιολογία πτηνών είναι οι κλάδοι της ζωολογίας/ορνιθολογίας που μελετούν, αφ’ ενός την μορφή (sensu lato), την κατασκευή, και την συγγένεια των διαφόρων μερών και οργάνων του σώματος των πτηνών, αφ’ ετέρου την –από δυναμική άποψη– λειτουργία τους.

Είναι σαφές ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των δύο αυτών κλάδων, αλλά πρέπει να τονιστεί η –επίσης– στενή σχέση της ανατομικής με την οικολογία, αν και η πρώτη ασχολείται με τις δομές του σώματος και τις συγγένειες που εμφανίζουν αυτές με το εσωτερικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη εξετάζει κατά κύριο λόγο τη σχέση του εκάστοτε οργανισμού με το άμεσο εξωτερικό περιβάλλον. Ωστόσο, μερικές φορές, αυτές οι σχέσεις δεν είναι τόσο σαφείς, όπως και η διάκριση μεταξύ ανατομικής και φυσιολογίας, οπότε είναι αρκετά δύσκολο –ή και αδύνατο– να καθοριστεί το σημείο μετάβασης από τον έναν όρο στον άλλο.

Γάλλιο

Το χημικό στοιχείο γάλλιο (αγγλικά: gallium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, εύθρυπτο σε χαμηλές θερμοκρασίες, αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 31 και η σχετική ατομική μάζα του 69,723(1). Το χημικό του σύμβολο είναι "Ga" και ανήκει στην ομάδα 13 (ομάδα του βορίου, IIIA, με την παλαιότερη αρίθμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 4 και στον τομέα p. Έχει θερμοκρασία τήξης 29,7646 °C και θερμοκρασία βρασμού 2204 °C.

Ανακαλύφθηκε το 1875 από τον Γάλλο χημικό Πολ-Εμίλ (Φρανσουά) Λεκόκ ντε Μπουαμποντράν με φασματοσκοπική μελέτη και πήρε το όνομά του από την Gallia, παλιά λατινική ονομασία της Γαλλίας. Ανεπιβεβαίωτες φήμες εκείνης της εποχής λένε ότι το όνομα γάλλιο μπορεί να προέρχεται από το όνομά του "Λε Κοκ" (Le Coq) που στα λατινικά (γκάλιουμ) σημαίνει πετεινός, αρσενική γαλοπούλα, γάλος. Στην ελληνική γλώσσα η ονομασία "Γάλλιον" όπως αποδόθηκε το "Γκάλιουμ", ή "Γκάλιαμ", αναφέρεται από το 1885 από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστάσιο Δαμβέργη (1857-1920)Το γάλλιο δεν υπάρχει σε ελεύθερη μορφή στη φύση. Τα λίγα ορυκτά με υψηλή περιεκτικότητα σ' αυτό, όπως ο γαλλίτης, αφενός είναι πολύ σπάνια για να χρησιμεύσουν ως βασική πηγή του στοιχείου ή των ενώσεών του και αφετέρου χωρίς οικονομική σπουδαιότητα. Η περιεκτικότητα του μετάλλου στο στερεό φλοιό της γης κυμαίνεται από 15 ppm (ή 0,0015 %) έως και 19 ppm (ή 0,0019 %).

Το μεγαλύτερο μέρος του μετάλλου παράγεται σήμερα ως παραπροϊόν κατά την επεξεργασία της αλουμίνας που προέρχεται από το βωξίτη. Μικρό ποσοστό παράγεται από την επεξεργασία των καταλοίπων της εξαγωγής ψευδαργύρου από το σφαλερίτη αλλά και από την ιπτάμενη τέφρα. Κυριότερες χώρες παραγωγής καθαρού γαλλίου είναι η Κίνα, η Γερμανία, το Καζακστάν, η Ρωσία, η Ιαπωνία κ.ά.. Ένα σημαντικό ποσοστό του μετάλλου προκύπτει επίσης από τη δευτερογενή παραγωγή, κυρίως από ανακύκλωση ηλεκτρονικών συσκευών που περιέχουν ενώσεις όπως το αρσενικούχο γάλλιο (GaAs). Τα βασικά κέντρα για τη δευτερογενή αυτή παραγωγή είναι ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία και οι Η.Π.Α.Το γάλλιο υγροποιείται λίγο πάνω από τη θερμοκρασία δωματίου και λιώνει εύκολα στο χέρι. Διαλύεται αργά στο υδροχλωρικό οξύ και στο υδροξείδιο του καλίου. Είναι διαβρωτικό για διάφορα μέταλλα ειδικά όταν είναι ζεστό. Σχηματίζει ένα οξείδιο, το Ga2O3, ενώ είναι γνωστά επίσης διάφορα χλωρίδια, σουλφίδια και νιτρικά άλατά του. Από μια ένωσή του, το θειικό γάλλιο, μπορούμε να παρασκευάσουμε στυπτηρία.

Το γάλλιο χρησιμοποιείται σε θερμομετρικές εφαρμογές και το τριπλό σημείο του που είναι 29,767 °C εφαρμόζεται στην υλοποίηση της Διεθνούς Θερμοκρασιακής Κλίμακας του 1990 (ITS-90) από το N.I.S.T. (National Institute of Standards and Technology). Επίσης, το γάλλιο χρησιμοποιείται και για την παρασκευή μεταλλικών κραμάτων με ασυνήθιστες ιδιότητες σταθερότητας και ευκολίας τήξης. Για παράδειγμα, το κράμα galinstan που περιέχει μεταξύ άλλων και Ga έχει σημείο τήξης -19 °C. Ενώσεις, όπως το αρσενίδιο και το νιτρίδιο του γαλλίου, χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως ημιαγωγοί σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, σε υπέρυθρες εφαρμογές, σε διόδους λέιζερ και γενικά σε πολύ μεγάλη ποικιλία οπτικοηλεκτρονικών εφαρμογών. Σχεδόν το 95 % του παραγομένου παγκοσμίως γαλλίου διοχετεύεται σε εφαρμογές ημιαγωγών, παρόλο που ανακαλύπτονται συνεχώς καινούργιες χρήσεις του μετάλλου σε νέα κράματα και κυψέλες καυσίμων.

Το καθαρό γάλλιο δεν αποτελεί επιβλαβή ουσία για τους ανθρώπους κατά την επαφή, αν και αφήνει σημάδι στα χέρια. Πολλές φορές αγγίζεται μόνο και μόνο για την απλή ευχαρίστηση που προκαλεί η παρατήρησή του όταν λειώνει από τη θερμότητα που εκπέμπεται από το ανθρώπινο χέρι.

Το φυσικό γάλλιο βρίσκεται με τη μορφή δύο σταθερών ισοτόπων, το 69Ga και το 71Ga.

Γάτα

Η γάτα (Felis catus – Αίλουρος η γαλή ή Felis silvestris catus) είναι ζώο που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Πρόκειται για ένα απο τα δημοφιλέστερα κατοικίδια ζώα και ίσως το μοναδικό οικόσιτο αιλουροειδές. Ζει στο περιβάλλον του ανθρώπου εδώ και τουλάχιστον 9.500 χρόνια.Δεινός θηρευτής, η γάτα κυνηγά πάνω από 1.000 είδη ζώων για τροφή. Μπορεί να εκπαιδευτεί ώστε να υπακούει σε απλές διαταγές. Οι γάτες επίσης έχει διαπιστωθεί ότι μαθαίνουν να χειρίζονται απλούς μηχανισμούς, όπως πόμολα πόρτας. Τα ζώα χρησιμοποιούν μια ποικιλία φωνών και ένα είδος γλώσσας του σώματος που τους χρησιμεύει στη μεταξύ τους επικοινωνία. Τα νιαουρίσματα, τα γουργουρίσματα και τα μουγκρίσματα είναι από τους πιο γνωστούς τρόπους επικοινωνίας. Το 1906 ιδρύθηκε η Διεθνής Ένωση Φίλων της Γάτας (Cat Fancier's Association, αρκτικόλεξο CFA).Στην Κίνα οι γάτες εκτρέφονται με σκοπό το εμπόριο της γούνας τους. Το γεγονός ότι στοιβάζονται σε κλουβιά και θανατώνονται έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ζωοφιλικές οργανώσεις παγκοσμίως.

Μέχρι πρόσφατα, πιστευόταν ότι η γάτα εξημερώθηκε στην αρχαία Αίγυπτο, όπου θεωρούνταν ιερό ζώο. Ωστόσο, τα αποτελέσματα έρευνας του 2007 έδειξαν ότι η καταγωγή όλων των κατοικίδιων γατών πιθανώς ανάγεται σε πέντε αφρικανικές αγριόγατες (Felis silvestris lybica) που έζησαν στην Εγγύς Ανατολή γύρω στο 8000 π.Χ.Η γάτα διακρίνεται για την εξαιρετική της όραση στο σκοτάδι και για τις ικανότητές της στο σκαρφάλωμα.

Δημήτριος Γούναρης

Ο Δημήτριος Γούναρης (Πάτρα, 5 Ιανουαρίου 1867 – Γουδή, 15 Νοεμβρίου 1922) ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Καταγόμενος από οικογένεια εμπόρων της Πάτρας, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο εξωτερικό και άσκησε με μεγάλη επιτυχία την δικηγορία. Εξελέγη βουλευτής Πατρών, αναμείχθηκε στο σταφιδικό ζήτημα και εντάχθηκε σε μία ομάδα προοδευτικών βουλευτών αποκαλούμενη «Ομάδα των Ιαπώνων». Εν συνεχεία ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη ενώ μετά το Κίνημα στου Γουδή ίδρυσε το Κόμμα Εθνικοφρόνων, (το οποίο το 1920 μετονομάστηκε σε Λαϊκό Κόμμα) και αποτέλεσε τον βασικό φορέα του αντιβενιζελισμού. Διετέλεσε για ένα βραχύ διάστημα υπηρεσιακός πρωθυπουργός και υπουργός σε κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, μετά όμως την επιτυχή έκβαση του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας και την φυγή της βασιλικής οικογένειας εξορίστηκε στην Κορσική. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1919 για να συμμετάσχει ως ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές, στις οποίες και εξελέγη σχηματίζοντας λίγο αργότερα κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του αποφασίστηκε η συνέχιση της μικρασιατικής εκστρατείας, η οποία και οδήγησε στην οικονομική χρεοκοπία, στην ήττα από τον τουρκικό στρατό και την ανατροπή της κυβέρνησης. Μετά την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος, παραπέμφθηκε μαζί με άλλα κυβερνητικά στέλεχη σε έκτακτο στρατοδικείο και στις 15 Νοεμβρίου 1922 εκτελέστηκε. Ανηψιός του ήταν ο, μετέπειτα πρωθυπουργός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Ελληνικές βουλευτικές εκλογές 1906

Τις εκλογές στις 26 Μαρτίου 1906 διεξήγαγε η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη η οποία και αναδείχθηκε νικήτρια.

Θέογνις ο Μεγαρεύς

O Θέογνις ο Μεγαρεύς (ήκμασε ~ 548 - 544 π.Χ.) ήταν Έλληνας ελεγειακός ποιητής των αρχαίων χρόνων από τα Μέγαρα της Αττικής. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με το όνομά του να σημαίνει «απόγονος θεών», τάχθηκε υπέρ της ολιγαρχικής μερίδας των Μεγαρέων σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης πολιτικής ρευστότητας για την πόλη. Το έργο του αντανακλά τις πολιτικές του θέσεις σε συνδυασμό με απόψεις ηθικού χαρακτήρα για διάφορα θέματα, γεγονός που τον κατατάσσει στους γνωμικούς ποιητές. Απολάμβανε υψηλής δημοφιλίας στην αρχαιότητα, χάρη στην κομψότητα και το δυναμισμό που χαρακτήριζε την ποιητική του παραγωγή. Σχετικά με την προσωπική του ζωή οι γνώσεις μας είναι περιορισμένες. Ωστόσο, ξεχωρίζουν η σχέση του με μια ανώνυμη γυναίκα, την οποία σκόπευε να νυμφευθεί, και εκείνη με τον συμπολίτη του Κύρνο, ο οποίος αποτελεί πολλές φορές το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται με τους στίχους του. Σήμερα ο Θέογνις, πλάι στους υπολοίπους Έλληνες ποιητές της αρχαϊκής περιόδου, θεωρείται πρωτοπόρος της ανθρώπινης ποιητικής έκφρασης και είναι ο πρώτος δημιουργός τον οποίο απασχόλησε ρητά η υστεροφημία του.

Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 1906

Οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του 1906, γνωστοί ως Μεσοολυμπιακοί Αγώνες του 1906 ή Μεσολυμπιάδα του 1906, ήταν μία διεθνής αθλητική διοργάνωση, η οποία διεξήχθη από τις 22 Απριλίου έως τις 2 Μαΐου του 1906 στην Αθήνα. Οι αγώνες αυτοί δεν έχουν το τίτλο της Ολυμπιάδας, αφού το 1906 δεν ήταν επίσημη Ολυμπιακή χρονιά, παρά το γεγονός ότι στα περισσότερα έντυπα της εποχής αναφέρονταν ως Ολυμπιακοί Αγώνες. Στους νικητές δόθηκαν μετάλλια που όμως δεν καταμετρώνται επίσημα από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή.

Σε αντίθεση με τους αγώνες του 1900, 1904 και 1908, οι Μεσοολυμπιακοί αγώνες, στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία, γεγονός που αποδίδεται τόσο στη μικρή χρονική τους διάρκεια, όσο και στο ότι δεν οργανώθηκαν παράλληλα με κάποια από τις Παγκόσμιες Εκθέσεις.

Νικολάι Νικολάγεβιτς Ραγέφσκι

Ο Νικολάι Νικολάγεβιτς Ραγέφσκι (ρωσικά: Николай Николаевич Раевский, αγγ. Nikolay Raevsky, γαλλ. Nikolaï Raïevski, - Αγία Πετρούπολη, Ρωσική Αυτοκρατορία, 25 Σεπτεμβρίου 1771 - Κίεβο, Ρωσική Αυτοκρατορία, 28 Σεπτεμβρίου 1829) ήταν Ρώσος στρατηγός του ρωσικού ιππικού, που αναδείχθηκε ήρωας στον Πατριωτικό Πόλεμο του 1812, όταν ο στρατός του Ναπολέοντα Α΄ της Γαλλίας εισέβαλε στη Ρωσία. Στα τριάντα χρόνια της στρατιωτικής καριέρας του συμμετείχε σε πολλές μάχες. Μετά την νίκη στο Μογκιλιόφ, έγινε ένας από τους πιο γνωστούς στρατηγούς του ρωσικού στρατού. Συμμετείχε ενεργά στη Μάχη του Μποροντινό, όπου η σύγκρουση του σώματος του με το γαλλικό ισημαντικά το αποτέλεσμα της μάχης, στη «Μάχη των Εθνών» στην Λειψία και στην κατάληψη του Παρισιού το 1814. Ήταν μέλος του Κρατικού Συμβουλίου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ενώ για την φιλία μαζί του ήταν περήφανος ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν.

Νιόβιο

Το χημικό στοιχείο νιόβιο (niobium) είναι δύστηκτο, μαλακό, ελατό και όλκιμο, αργυρόλευκο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Έχει ατομικό αριθμό 41 και σχετική ατομική μάζα 92,90638(2). Το χημικό του σύμβολο είναι "Nb" και ανήκει στην ομάδα 5, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2477 °C και θερμοκρασία βρασμού 4744 °C.Το νιόβιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση αλλά μόνο μέσα σε ορυκτά κυριότερα των οποίων είναι το πυρόχλωρο και ο κολουμπίτης. Έχει μέση περιεκτικότητα στο στερεό φλοιό της Γης όση του λιθίου και του αζώτου: περίπου 20 γραμμάρια/τόνο ή 20 ppm (μέρη στο εκατομμύριο).Το καθαρό νιόβιο έχει την 7η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης και το 6ο μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία. Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα τα οποία είναι μια μικρή ομάδα μετάλλων εξαιρετικά ανθεκτικών στη θερμότητα και τη φθορά. Όταν ανοδιώνεται αποκτά διάφορα χρώματα. Απαντά στις ενώσεις του με πολλούς αριθμούς οξείδωσης, κυρίως όμως με +5. Όταν εκτίθεται στον αέρα παίρνει μια γαλαζωπή απόχρωση ενώ αρχίζει να οξειδώνεται σε υψηλές θερμοκρασίες καλυπτόμενο από λεπτό στρώμα οξειδίου. Αντιδρά με τα αλογόνα, διαλύεται στο υδροφθορικό οξύ ή σε μείγμα υδροφθορικού και νιτρικού οξέος, είναι σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικό στη διαβρωτική δράση λιωμένων αλκαλίων, διαλύεται όμως αργά σ´αυτά.

Η ύπαρξή του διαπιστώθηκε το 1801 από τον Άγγλο χημικό Χάτσετ και υπήρξε το πρώτο χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε το 19ο αιώνα. Αρχικά ονομάστηκε κολούμπιο και, όταν ένα χρόνο αργότερα ανακαλύφθηκε το στοιχείο ταντάλιο, επειδή παρουσίαζαν πολλές χημικές ομοιότητες, για πολλά χρόνια ταύτιζαν τα δύο στοιχεία. Το όνομα νιόβιο δόθηκε από το Γερμανό χημικό Ρόζε. Η οριστική απόδειξη ότι ταντάλιο και νιόβιο είναι δύο διαφορετικά στοιχεία έγινε το 1864. Το όνομα νιόβιο καθιερώθηκε το 1949.

Οι μεγαλύτεροι εμπορικοί παραγωγοί καθαρού νιοβίου και παραγώγων του είναι σήμερα η Βραζιλία και ο Καναδάς, ενώ η σημαντικότερη πηγή νιοβίου είναι τα ορυκτά της ομάδας του πυρόχλωρου και του κολουμπίτη. Άλλες χώρες που παράγουν λίγους τόνους νιοβίου το χρόνο είναι η Αυστραλία, η Αιθιοπία, η Μοζαμβίκη, η Τανζανία, η Ρουάντα και άλλες Αφρικανικές χώρες.

Το νιόβιο δεν είναι τοξικό μέταλλο και αξιοποιήθηκε εμπορικά μόλις στον 20ό αιώνα. Χρησιμοποιείται σε πάρα πολλές εφαρμογές, κυρίως όμως ως πρόσθετο στο ατσάλι για την αύξηση της αντοχής του, στην κατασκευή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και πυρίμαχων μεταλλικών κραμάτων υψηλής αντοχής. Κράματα με νιόβιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Χρησιμοποιείται επίσης στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, στην κατεργασία διαμαντιών, στην κατασκευή υψηλής αντοχής εξοπλισμού για χημικά εργαστήρια και αλλού. Όταν συνδυαστεί με σίδηρο, το νιόβιο δημιουργεί ένα υπερκράμα, το σιδηρονιόβιο, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στην κατασκευή των τουρμπίνων των αεροπλάνων, στους πυραύλους, στη κατασκευή τμημάτων αυτοκινήτων και αλλού. Το νιόβιο και οι διαμεταλλικές του ενώσεις με τον κασσίτερο, το αργίλιο και το ζιρκόνιο βρίσκουν εφαρμογή ως υπεραγωγοί. Χρησιμοποιείται επίσης σε διακοσμητικά αντικείμενα και σε συλλεκτικά νομίσματα ως κράμα με ασήμι.

Στη φύση βρίσκεται με τη μορφή ενός μόνο σταθερού ισοτόπου του 93Nb.

Ρήνιο

Το χημικό στοιχείο ρήνιο (rhenium) είναι βαρύ, δύστηκτο, αργυρόλευκο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 75 και σχετική ατομική μάζα 186,207. Το χημικό του σύμβολο είναι «Re» και ανήκει στην ομάδα 7 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 3186 °C και θερμοκρασία βρασμού 5596 °C.Με μια μέση περιεκτικότητα περίπου 1 ppb (μέρη στο δισεκατομμύριο) στο στερεό φλοιό της γης, το ρήνιο είναι από τα σπανιότερα μέταλλα.

Το καθαρό ρήνιο έχει την 3η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης, μετά το βολφράμιο και τον άνθρακα και το μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία.Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα μαζί με το μολυβδένιο, το ταντάλιο, το βολφράμιο και το νιόβιο.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1925 από στους Γερμανούς χημικούς Βάλτερ Νόντακ, Ίντα Τάκε-Νόντακ και Όττο Μπέργκ και είναι το τελευταίο, με φυσική παρουσία, σταθερό χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε. Το όνομά του το πήρε από τον ποταμό Ρήνο.

Το ρήνιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση. Εμφανίζεται σε μικρές ποσότητες μέσα στο ορυκτό μολυβδαινίτης που αποτελεί και τη μεγαλύτερη εμπορική του πηγή. Η Χιλή, οι Η.Π.Α., και χώρες της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) προμηθεύουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρηνίου παγκοσμίως. Είναι γνωστά μόνο δύο πολύ σπάνια ορυκτά του : ο ρηνιίτης που περιέχει θείο και ρήνιο και ο ταρκιανίτης που περιέχει πολλά συστατικά.

Το ρήνιο προσομοιάζει χημικά περισσότερο με το μολυβδαίνιο, που βρίσκεται στην προηγούμενη ομάδα και στην προηγούμενη περίοδο του περιοδικό πίνακα, παρά με το τεχνήτιο και το μαγγάνιο με τα οποία ανήκει στην ίδια ομάδα.

Παράγεται κυρίως από το ορυκτό μολυβδαινίτης ως παραπροϊόν του μολυβδαινίου και της επεξεργασίας του χαλκού.

Στις ενώσεις του έχει πολλούς αριθμούς οξείδωσης που κυμαίνονται από –3 έως και +7, ενώ τα σύμπλοκά του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας του μεγάλου αριθμού συναρμογής που έχουν και των παραβιάσεων κάποιων κανόνων μοριακής συμμετρίας που εμφανίζουν.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή υπερκραμάτων με το νικέλιο για χρήση σε κινητήρες αεροσκαφών και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων τις περισσότερες φορές ως κράμα με λευκόχρυσο.

Εξαιτίας της χαμηλής διαθεσιμότητάς του σε σχέση με τη ζήτηση, το ρήνιο είναι ένα από τα πιο ακριβά βιομηχανικά μέταλλα.

Το ρήνιο έχει ένα μόνο σταθερό ισότοπο το 185Re.

Σίγκμουντ Φρόυντ

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud, Γερμανική προφορά: [ˈziːkmʊnt ˈfrɔʏt], γεννημένος ως Σίγκισμουντ Σλόμο Φρόυντ, 6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939) ήταν Αυστριακός ιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα που μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, την απώθηση και την παιδική σεξουαλικότητα.

Οι επιστημονικές θεωρίες του Φρόυντ και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα καινοτόμες και αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Ωστόσο και σήμερα συνεχίζουν να εγείρουν έντονο προβληματισμό και αντιπαραθέσεις. Η επίδραση του Φρόυντ δεν περιορίστηκε μόνο στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, αλλά ταυτόχρονα απλώθηκε σε πολλούς τομείς της επιστήμης (ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία) και της τέχνης.

Σαν Φρανσίσκο

Το Σαν Φρανσίσκο (San Francisco) ή επίσημα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη στην Καλιφόρνια και η δέκατη τέταρτη μεγαλύτερη στις Η.Π.Α, με πληθυσμό 802.426 σύμφωνα με καταμέτρηση του 2010. Βρίσκεται στο άκρο της χερσονήσου του Σαν Φρανσίσκο και είναι το κεντρικό σημείο της περιοχής του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, που έχει πληθυσμό επτά εκατομμύρια. Το Σαν Φρανσίσκο είναι η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη πόλη της Αμερικής, μετά τη Νέα Υόρκη.

Το 1776, οι Ισπανοί ήταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι που εγκαταστάθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο, που το ονόμασαν έτσι από τον Άγιο Φραγκίσκο. Η πόλη πέρασε από την κατοχή των Ισπανών στο κράτος του Μεξικού και έπειτα στις ΗΠΑ το 1848. Με την ένταξη της Καλιφόρνιας στις ΗΠΑ ανακαλύφθηκαν παράληλλα σημαντικά κοιτάσματα χρυσού στο 1848 και τα αποθέματα ασημιού Comstock Lode το 1859, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα η πόλη να αναπτύχθεί ραγδαία. Μετά την μεγάλη πυρκαγιά της το 1906 η οποία προκλήθηκε από εναν μεγάλο σεισμό, επανοικοδομήθηκε γρήγορα και σήμερα είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι επίσης και από τις λίγες πόλεις παγκοσμίως που έχει λάβει αυξημένα αντισεισμικά μέτρα, με σκοπό την αποφυγή μιας δεύτερης πανωλεθρίας σαν αυτή του 1906.

Ως τουριστικός προορισμός, η πόλη είναι ιδιαίτερα γνωστή για τη Γέφυρα της Χρυσής Πύλης, την Τσάιναταουν, και την περιοχή Χέιτ-Άσμπουρι.

Σουηδική γλώσσα

Η Σουηδική γλώσσα ανήκει στην ομάδα των βόρειων γερμανικών γλωσσών (που περιλαμβάνει επίσης τα Δανέζικα, τα Νορβηγικά, τα Ισλανδικά και τη Φεροϊκή). Η σουηδική είναι επίσημη γλώσσα στην Φινλανδία (δίπλα στα φινλανδικά) και στη Σουηδία (η Σουηδία ως κράτος στερούνταν θεσμικώς επίσημης γλώσσας μέχρι το 2009).

Τα Σουηδικά μιλιούνται από περίπου 8,5 εκατομμύρια ανθρώπους ως μητρική γλώσσα, από τους οποίους οι 8 εκατομμύρια ζουν στην Σουηδία και σχεδόν 290.000 στην Φινλανδία. Επιπλέον 1 εκατομμύριο Σουηδοί μετανάστες σε όλο τον κόσμο μιλάνε σουηδικά.

Τα Σουηδικά στην Φινλανδία κατέχουν ισάξια θέση μαζί με τα Φινλανδικά. Οι Σουηδόφωνοι κάτοικοι της Φινλανδίας διδάσκονται στο σχολείο την μητρική τους γλώσσα, ενώ στα υπόλοιπα φινλανδικά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης τα σουηδικά διδάσκονται ως υποχρεωτική δεύτερη γλώσσα.

Σπείρα του Ούλαμ

Η σπείρα του Ούλαμ (αγγλικά: Ulam spiral) ή σπείρα πρώτων αριθμών αποτελεί γραφική αναπαράσταση ομάδων πρώτων αριθμών, η οποία αναπτύχθηκε από τον Πολωνό μαθηματικό Στάνισλαβ Ούλαμ το 1963. Κατασκευάζεται με τη διευθέτηση των θετικών ακεραίων αριθμών εντός μιας τετράγωνου σχήματος σπείρας και σημειώνοντας με ειδική σήμανση ή χρωματισμό τους πρώτους αριθμούς εντός της. Ένα από τα χαρακτηριστικά της σπείρας, είναι η θεσιακή κατανομή των πρώτων αριθμών ως προς τις διαγώνιες, οριζόντιες και κάθετες γραμμές που σχηματίζουν. Η εμφάνιση τέτοιων γραμμών δεν είναι κάτι αναπάντεχο, καθώς οι γραμμές πρώτων στην σπείρα αντιστοιχούν σε πολυώνυμα δευτεροβάθμιων εξισώσεων, και ορισμένα από αυτά τα πολυώνυμα όπως ο τύπος x2 − x + 41 του Λέοναρντ Όιλερ για την παραγωγή πρώτων αριθμών, παράγουν πρώτους με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στην σπείρα.Ωστόσο η σπείρα σχετίζεται και με άλλα σημαντικά ανεπίλυτα προβλήματα της θεωρίας αριθμών όπως τα προβλήματα του Λαντάου. Συγκεκριμένα, καμία δευτεροβάθμια εξίσωση δεν έχει αποδειχτεί πως μπορεί να παράγει πρώτους αριθμούς επ' άπειρον, και πολύ περισσότερο το να έχει ασυμπτωτική συχνότητα πρώτων αριθμών ώστε να σχηματίζει ομαδοποιήσεις σε γραμμές.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.