1754

◄◄ | | 17ος αιώνας | 18ος αιώνας | 19ος αιώνας | | ►►
◄◄◄ | ◄◄ | | 1750 | 1751 | 1752 | 1753 | 1754 | 1755 | 1756 | 1757 | 1758 | | ►► | ►►►

Almanacco.png
Το 1754 σε άλλα ημερολόγια
Γρηγοριανό ημερολόγιο1754
MDCCLIV
Ελληνικό αλφάβητο,ΑΨΝΔ´
Ab urbe condita2507
Αρμενικό ημερολόγιο1203
ԹՎ ՌՄԳ
Κινεζικό ημερολόγιο4450 – 4451
癸酉 – 甲戌
Αιθιοπικό ημερολόγιο1746 – 1747
Εβραϊκό ημερολόγιο5514 – 5515
Περσικό ημερολόγιο1132 – 1133
Ισλαμικό ημερολόγιο1167 – 1168
Ινδουιστικά ημερολόγια
Βικράμ Σαμβάτ1809 – 1810
Σάκα Σαμβάτ1676 – 1677
Κάλι Γιούγκα4855 – 4856

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1754 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Γεγονότα

Γεννήσεις

Παγκόσμιος κατάλογος γεννήσεων το 1754 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)

Θάνατοι

Παγκόσμιος κατάλογος θανάτων το 1754 (από τα Wikidata-logo.svg Wikidata)
1750

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1750 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1752

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1752 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1754 (αριθμός)

Το 1754 (χίλια επτακόσια πενήντα τέσσερα) είναι σύνθετος αριθμός μετά το 1753 και πριν το 1755.

1756

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1756 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1758

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1758 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

AIDS

To σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (αγγλικά: acquired immune deficiency syndrome‎, συντομογρ. AIDS) είναι νόσος του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος που προκαλείται από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (Human immunodeficiency virus, HIV). Η νόσος παρεμβαίνει στο ανοσοποιητικό σύστημα και παρεμποδίζει τη λειτουργία του, κάνοντας τα άτομα με AIDS περισσότερο πιθανά να αποκτήσουν λοιμώξεις, όπως ευκαιριακές λοιμώξεις και όγκους που συνήθως δεν προσβάλουν τα άτομα με λειτουργικά ανοσοποιητικά συστήματα. Αυτή η ευπάθεια χειροτερεύει με την εξέλιξη της νόσου.

Ο HIV μεταδίδεται πρωταρχικά με τη σεξουαλική επαφή, όπως με το πρωκτικό, κολπικό ή στοματικό σεξ, τη μετάγγιση αίματος, τις μολυσμένες υποδερμικές βελόνες, και από τη μητέρα στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και τον θηλασμό. Ορισμένα σωματικά υγρά όπως το σάλιο, τα δάκρυα, τα ούρα και ο ιδρώτας δεν μεταδίδουν τον HIV εκτός εάν περιέχουν μικροποσότητες αίματος. Ο ιός μπορεί να μεταδοθεί επίσης από επαφή ενός βλεννογόνου (δηλ. μιας βλεννώδους μεμβράνης που επικαλύπτει κάποιες κοιλότητες του σώματος, όπως ο βλεννογόνος του στόματος ή του εντέρου) με ένα σωματικό υγρό που περιέχει τον ιό, όπως αίμα, σπέρμα, κολπικά υγρά, προσπερματικά υγρά ή γάλα θηλασμού ενός μολυσμένου ατόμου.

Η προφύλαξη από την HIV λοίμωξη, πρωταρχικά μέσω του ασφαλούς σεξ και των προγραμμάτων ανταλλαγής συρίγγων και βελονών, αποτελεί στρατηγική κλειδί για τον έλεγχο της νόσου. Δεν υπάρχει θεραπεία ίασης ή προληπτικό εμβόλιο. Παρόλα αυτά η αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου και να οδηγήσει σε ένα προσδόκιμο ζωής κοντά στο φυσιολογικό. Παρότι η θεραπεία αυτή μειώνει τον κίνδυνο θανάτου και επιπλοκών από τη νόσο, τα φάρμακα αυτά είναι υψηλού κόστους και σχετίζονται με παρενέργειες οφειλόμενες αποκλειστικά σε αυτά (οι οποίες πολλές φορές συνδυάζονται με τις παρενέργειες που προκαλεί η χρόνια HIV λοίμωξη).

Ο ιός και η νόσος αναφέρονται συχνά μαζί ως HIV/AIDS. Η νόσος είναι τεράστιο πρόβλημα υγείας σε πολλά μέρη του κόσμου, και θεωρείται πανδημία, δηλαδή μία έκρηξη της ασθένειας που επηρεάζει μια ευρεία περιοχή και εξαπλώνεται ενεργά. Το 2010 περίπου 34 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν HIV λοίμωξη παγκοσμίως. Από αυτούς περίπου 16,8 εκατομμύρια είναι γυναίκες και 3,4 εκατομμύρια είναι κάτω από 15 ετών. Το αποτέλεσμα είναι περίπου 1,8 εκατομμύρια θάνατοι από AIDS το 2010, χαμηλότερα σε σχέση με τα 3,1 εκατομμύρια θανάτους του 2001. Από το 1981, που το AIDS αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά, έως το 2009 προκάλεσε σχεδόν 30 εκατομμύρια θανάτους.Η γενετική έρευνα δείχνει ότι ο HIV προήλθε από την Κεντροδυτική Αφρική κατά τη διάρκεια των αρχών του 20ού αιώνα. Το AIDS αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών το 1981 και η αιτία του, ο HIV, αναγνωρίστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του 1980.

Όσμιο

Το χημικό στοιχείο όσμιο (osmium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 76 και σχετική ατομική μάζα 190,23. Το χημικό του σύμβολο είναι «Os». Ανήκει στην ομάδα 8, στην περίοδο 6 και στον d-τομέα του περιοδικού πίνακα, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης..

Ανακαλύφθηκε στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ το 1803 και πήρε το όνομά του από την ελληνική λέξη «οσμή», την οποία αποκτά το μέταλλο επειδή, όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, επικαλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα οξειδίου, το οποίο έχει χαρακτηριστική μυρωδιά.

Το όσμιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το παλλάδιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά.Είναι σπάνιο ασημόχρωμο μέταλλο με πολύ αμυδρή γαλαζωπή απόχρωση και έντονη μεταλλική λάμψη. Έχει θερμοκρασία τήξης 3033 °C (4ο κατά σειρά χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο σημείο τήξης) και θερμοκρασία βρασμού 5012 °C (4ο κατά σειρά χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο σημείο βρασμού). Είναι το μέταλλο με τα υψηλότερα σημεία τήξης και βρασμού και τη χαμηλότερη τάση ατμών από όλα τα μέταλλα της οικογένειας του λευκόχρυσου. Είναι ακόμη το χημικό στοιχείο με τη μεγαλύτερη πυκνότητα από όλα: Ένα κυβικό μέτρο οσμίου έχει μάζα 22.590 κιλά (22,59 τόννοι).

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Η σημαντικότερη ένωση του είναι το οξείδιο του οσμίου (VIII), OsO4, που περιέχει το όσμιο στην ανώτερη βαθμίδα οξείδωσης και ως εκ τούτου είναι πολύ ισχυρό οξειδωτικό.

Το όσμιο βρίσκεται στη φύση μαζί με τα άλλα μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου. Κοιτάσματα έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Το σημαντικότερο ορυκτό του είναι ο ερλιχμανίτης (OsS2) ο οποίος περιέχει 74,78 % Os.Χρησιμοποιείται σε κράματα με λευκόχρυσο, ιρίδιο αλλά και με τα άλλα PGMs, σε πέννες, ηλεκτρικές επαφές και σε άλλες εφαρμογές, όπου απαιτείται εξαιρετική αντοχή, κυρίως στη θέρμανση και σκληρότητα.

Το όσμιο έχει επτά φυσικά ισότοπα, έξι από τα οποία είναι σταθερά: 184Οs, 187Os, 188Os, 189Os, 190Os και 192Os που είναι και το πιο άφθονο.

Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ

Ο Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ (ρωσ. Алекса́ндр Васи́льевич Суво́ров, λατ.: Aleksandr Vassilyevich Suvorov, 24 Νοεμβρίου 1730 – 18 Μαΐου 1800) ήταν Ρώσος στρατιωτικός. Συμμετείχε σε εξήντα μάχες κατά των Πολωνών, των Γάλλων και των Τούρκων, τις οποίες κέρδισε όλες. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος θεμελιωτής της ρωσικής πολεμικής τακτικής και είναι γνωστός για τα στρατιωτικά εγχειρίδια που συνέγραψε. Επί Αικατερίνης Β' είχε νικήσει πολλές φορές τους Τούρκους και τους Πολωνούς και διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με την Αυτοκράτειρα, η οποία λέγεται ότι τον έσωσε από την θανατική ποινή. Ωστόσο, με τον επόμενο Αυτοκράτορα, Παύλο Α', ο Σουβόροφ είχε κακές σχέσεις και έπεσε σε πρόσκαιρη δυσμένεια. Ύστερα όμως του ανατέθηκε να βοηθήσει τους Αυστριακούς στον πόλεμο κατά της Γαλλικής Επανάστασης και εξεστράτευσε στην Ιταλία και στην Ελβετία. Μετά τις εν λόγω εκστρατείες, επέστρεψε στην Ρωσία, όπου άφησε την τελευταία του πνοή έπειτα από λίγες ημέρες. Ο Σουβόροφ έφερε τον τίτλο του κόμη του Ρίμνικ και του απονεμήθηκαν ο ιταλικός τίτλος του πρίγκιπα του Οίκου της Σαβοΐας και ο γερμανικός του κόμη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ έφτασε στον βαθμό του Αρχιστράτηγου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (θεωρείται ο τέταρτος και τελευταίος, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο αυτοτιτλοδοτημένος Στάλιν).

Ελευθεροτεκτονισμός

Ο ελευθεροτεκτονισμός (γνωστός και ως μασονία ή τεκτονισμός) είναι παγκόσμιο σύστημα αδελφοτήτων, που ξεκίνησε κατά τα τέλη του 16ου/αρχές του 17ου αιώνα και αριθμεί γύρω στα 5 εκατομμύρια μέλη. Οι επιμέρους αδελφότητες, των οποίων η σχέση και μεταξύ τους σύνδεση κυμαίνεται, έχουν ως κοινά στοιχεία κάποιες εθιμοτυπικές διαδικασίες (όπως τη χρήση ιεραρχίας και συγκεκριμένα σύμβολα) και την αναγκαιότητα κάθε μέλος να πιστεύει σε κάποια ανώτερη δύναμη ή Θεό.

Προσδιορίζεται, επίσης, ως το σώμα των διδασκαλιών και πρακτικών της μυστικής αδελφότητας των Αρχαίων και Αποδεδεγμένων Τεκτόνων, ένα «ιδιότυπο σύστημα ηθικής κεκαλυμμένο δια αλληγοριών και εικονιζόμενο δια συμβόλων». Άλλοι όροι που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της αδελφότητας, αλλά είναι ευρύτερη η έννοια τους, είναι Μασονία και Τεκτονισμός. Σύμφωνα με τη μυθολογία των Ελευθεροτεκτόνων, οι ρίζες της αδελφότητας τους ανάγονται στην εποχή της ανέγερσης του Ναού του Σολομώντος. Ο ελευθεροτεκτονισμός στη σύγχρονη εποχή υφίσταται ως παγκόσμια αδελφότητα με περίπου 5 εκατομμύρια μέλη ανά την υφήλιο. Μέλη της αδελφότητας μπορούν να γίνουν άνδρες ενήλικοι, με ορθή κρίση, έντιμοι και ελεύθεροι, υπό την προϋπόθεση ότι πιστεύουν σε ένα Υπέρτατο Ον και την αθανασία της ψυχής. Ο ελευθεροτεκτονισμός στις διάφορες μορφές του διατηρεί σταθερές τις θεμελιώδεις αξίες του και την πίστη στο Υπέρτατο Ον.

Η συντεχνία είναι οργανωμένη σε μεγάλες στοές - που σε κάποιες περιπτώσεις ονομάζονται και Μεγάλες Ανατολές- με διοικητική αυτοτέλεια και επιμεριζόμενες σε επαρχιακές στοές, η κάθε μία από τις οποίες με τη σειρά της χωρίζεται σε σεπτές στοές. Οι μεγάλες στοές αναγνωρίζουν η μία την άλλη ως Κανονικές ή μη και αντίστοιχα τα μέλη τους αναγνωρίζονται μεταξύ τους ως αποδεδεγμένα ή όχι. Τα παράλληλα Τεκτονικά Σώματα είναι ανεξάρτητα από τη μεγάλη στοά, αλλά μέλη τους γίνονται μόνο διδάσκαλοι ελευθεροτέκτονες.

Υπάρχουν, βεβαίως και τεκτονικές οργανώσεις οι οποίες έχουν διατηρήσει ακέραια την παραδοσιακότητα του αρχαίου τεκτονισμού, λειτουργούν με αυθεντικά τυπικά, και ενδιαφέρονται μόνον για τη βελτίωση του ανθρώπου και διαμέσου αυτής για τη βελτίωση της κοινωνίας. Αυτές οι τεκτονικές οργανώσεις, συνήθως λειτουργούν αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, δεν εμπλέκονται σε διαμάχες αφού ασχολούνται μόνον με την ονομαζόμενη "Λάξευση του ακατέργαστου λίθου της ύπαρξής μας".

Ιρίδιο

Το χημικό στοιχείο ιρίδιο (iridium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 77 και σχετική ατομική μάζα 192,217. Το χημικό του σύμβολο είναι «Ir» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6, στον τομέα d, και στην 3η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2466 °C και θερμοκρασία βρασμού 4428 °C.

Πήρε το όνομά του από τα έντονα χρώματα που είχαν τα άλατά του, σε συνδυασμό και με την Ίριδα, τη θεά του ουράνιου τόξου των αρχαίων Ελλήνων.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Το ιρίδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ στα αδιάλυτα κατάλοιπα της κατεργασίας του λευκόχρυσου.

Τα μεγαλύτερα αποθέματά του βρίσκονται στη Νότια Αφρική, στη Ρωσία, και στον Καναδά. Μικρότερα αποθέματα βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αν και είναι ένα από τα σπανιότερα στοιχεία του φλοιού της Γης, με ετήσια παραγωγή και κατανάλωση μόνο τρεις τόνους, παρουσιάζει ως μέταλλο εξαιρετικό ενδιαφέρον εξαιτίας των μηχανικών ιδιοτήτων του. Έτσι, χρησιμοποιείται ευρύτατα στην κατασκευή σκευών ανθεκτικών στις ψηλές θερμοκρασίες και στη διάβρωση όπως είναι τα μπουζί, τα πρότυπα μέτρα και σταθμά, τα χωνευτήρια, τα ηλεκτρόδια και στις θερμοηλεκτρικές γεννήτριες ραδιοϊσοτόπων σε μη επανδρωμένα διαστημόπλοια.

Οι πιο σημαντικές ενώσεις του ιριδίου είναι τα άλατά του με χλώριο και οι οργανομεταλλικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στους καταλύτες των οργανικών αντιδράσεων.

Ιρίδιο έχει βρεθεί και σε μετεωρίτες και μάλιστα σε περιεκτικότητα πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της λιθόσφαιρας. Υπάρχει η σκέψη ότι το ποσό του ιριδίου σ' ολόκληρο τον πλανήτη είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται στη λιθόσφαιρα, αλλά λόγω της υψηλής πυκνότητας και του σιδηρόφιλου χαρακτήρα του, το περισσότερο ιρίδιο κατέβηκε κάτω από το φλοιό και μέσα στον πυρήνα της Γης, όταν ο πλανήτης ήταν ακόμη νεαρής ηλικίας και δεν είχε στερεοποιηθεί πλήρως.

Ασυνήθιστα μεγάλη περιεκτικότητα σε ιρίδιο έχει βρεθεί στο γεωλογικό «όριο Κ-Τ». Αυτή η ανακάλυψη αποτελεί ισχυρή ένδειξη της θεωρίας που υποστηρίζει ότι η εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν 65 εκατομμύρια χρόνια προκλήθηκε από την πτώση μεγάλου μετεωρίτη.

Το ιρίδιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 191Ir και το 193Ir.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Μαχμούτ Α΄

O Μαχμούτ Α΄ (I. Mahmud, 2 Αυγούστου 1696 - 13 Δεκεμβρίου 1754) ήταν σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο 1730-1754, μεγαλύτερος γιος του Μουσταφά Β΄, αδελφός του Οσμάν Γ΄ και διάδοχος του θείου του σουλτάνου Αχμέτ Γ΄.

Οσμάν Γ΄

Ο Οσμάν Γ΄ (III. Osman, 2 Ιανουαρίου 1699 - 30 Οκτωβρίου 1757) (τουρκ.: Osmān-i sālis, Οθ. τουρκ: عثمان ثالث) ήταν σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο 1754-1757.

Παλλάδιο

Το χημικό στοιχείο παλλάδιο (palladium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 46 και σχετική ατομική μάζα 106,42. Το χημικό του σύμβολο είναι «Pd». Ανήκει στην ομάδα 10, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης.

Είναι σπάνιο, ασημόγκριζο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη και με θερμοκρασία τήξης 1554,9 °C και θερμοκρασία βρασμού 2963 °C.

Ανακαλύφθηκε από τον Άγγλο χημικό Ουόλλαστον στο Λονδίνο το 1803 και πήρε το όνομά του από τον αστεροειδή «Παλλάς» που είχε ανακαλυφθεί δυο χρόνια νωρίτερα.

Το παλλάδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals.

Εκτεταμένα κοιτάσματα παλλαδίου και των συγγενών μετάλλων έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Η ανακύκλωση είναι επίσης μια πηγή παλλαδίου, ως επί το πλείστον από τους ανενεργούς καταλυτικούς μετατροπείς.

Το παλλάδιο και οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως καταλύτες σε οργανικές χημικές αντιδράσεις αλλά και στους καταλυτικούς μετατροπείς των αυτοκινήτων. Επίσης χρησιμοποιούνται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, στην οδοντιατρική, τον καθαρισμό του υδρογόνου, στην κατασκευή κοσμημάτων, ανθεκτικών εργαλείων και οργάνων ακριβείας.

Το παλλάδιο που υπάρχει στη φύση είναι μείγμα έξι ισοτόπων με ατομικούς αριθμούς 102, 104, 105, 106, 108 και 110.

Ρήνιο

Το χημικό στοιχείο ρήνιο (rhenium) είναι βαρύ, δύστηκτο, αργυρόλευκο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 75 και σχετική ατομική μάζα 186,207. Το χημικό του σύμβολο είναι «Re» και ανήκει στην ομάδα 7 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 3186 °C και θερμοκρασία βρασμού 5596 °C.Με μια μέση περιεκτικότητα περίπου 1 ppb (μέρη στο δισεκατομμύριο) στο στερεό φλοιό της γης, το ρήνιο είναι από τα σπανιότερα μέταλλα.

Το καθαρό ρήνιο έχει την 3η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης, μετά το βολφράμιο και τον άνθρακα και το μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία.Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα μαζί με το μολυβδένιο, το ταντάλιο, το βολφράμιο και το νιόβιο.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1925 από στους Γερμανούς χημικούς Βάλτερ Νόντακ, Ίντα Τάκε-Νόντακ και Όττο Μπέργκ και είναι το τελευταίο, με φυσική παρουσία, σταθερό χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε. Το όνομά του το πήρε από τον ποταμό Ρήνο.

Το ρήνιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση. Εμφανίζεται σε μικρές ποσότητες μέσα στο ορυκτό μολυβδαινίτης που αποτελεί και τη μεγαλύτερη εμπορική του πηγή. Η Χιλή, οι Η.Π.Α., και χώρες της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) προμηθεύουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρηνίου παγκοσμίως. Είναι γνωστά μόνο δύο πολύ σπάνια ορυκτά του : ο ρηνιίτης που περιέχει θείο και ρήνιο και ο ταρκιανίτης που περιέχει πολλά συστατικά.

Το ρήνιο προσομοιάζει χημικά περισσότερο με το μολυβδαίνιο, που βρίσκεται στην προηγούμενη ομάδα και στην προηγούμενη περίοδο του περιοδικό πίνακα, παρά με το τεχνήτιο και το μαγγάνιο με τα οποία ανήκει στην ίδια ομάδα.

Παράγεται κυρίως από το ορυκτό μολυβδαινίτης ως παραπροϊόν του μολυβδαινίου και της επεξεργασίας του χαλκού.

Στις ενώσεις του έχει πολλούς αριθμούς οξείδωσης που κυμαίνονται από –3 έως και +7, ενώ τα σύμπλοκά του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας του μεγάλου αριθμού συναρμογής που έχουν και των παραβιάσεων κάποιων κανόνων μοριακής συμμετρίας που εμφανίζουν.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή υπερκραμάτων με το νικέλιο για χρήση σε κινητήρες αεροσκαφών και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων τις περισσότερες φορές ως κράμα με λευκόχρυσο.

Εξαιτίας της χαμηλής διαθεσιμότητάς του σε σχέση με τη ζήτηση, το ρήνιο είναι ένα από τα πιο ακριβά βιομηχανικά μέταλλα.

Το ρήνιο έχει ένα μόνο σταθερό ισότοπο το 185Re.

Ρόδιο

Το χημικό στοιχείο ρόδιο (αγγλικά: Rhοdium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 45 και σχετική ατομική μάζα 102,9055. Το χημικό του σύμβολο είναι «Rh» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1964 °C και θερμοκρασία βρασμού 3695 °C.

Το όνομα «ρόδιο» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ρόδο» που σημαίνει τριαντάφυλλο, επειδή ορισμένα υδατικά διαλύματα αλάτων του έχουν ροζ χρώμα.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Το ρόδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 από τον Άγγλο χημικό Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι το σπανιότερο μη-ραδιενεργό χημικό στοιχείο στη γη και αυτό με τη μεγαλύτερη αξία από όλα τα ευγενή μέταλλα: η τιμή του 1 Kg ήταν πάνω από 80.000 δολάρια στις αρχές του 2010.

Το ρόδιο χρησιμοποιείται κυρίως ως καταλύτης ενώ, εξαιτίας της σπανιότητάς του, κατεργάζεται συνήθως με τη μορφή κραμάτων με λευκόχρυσο ή παλλάδιο σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη αντοχή στη διάβρωση. Ανιχνευτές ροδίου χρησιμοποιούνται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη μέτρηση της ροής νετρονίων.

Το ρόδιο έχει μόνο ένα σταθερό ισότοπο, το 103Rh.

Σπείρα του Ούλαμ

Η σπείρα του Ούλαμ (αγγλικά: Ulam spiral) ή σπείρα πρώτων αριθμών αποτελεί γραφική αναπαράσταση ομάδων πρώτων αριθμών, η οποία αναπτύχθηκε από τον Πολωνό μαθηματικό Στάνισλαβ Ούλαμ το 1963. Κατασκευάζεται με τη διευθέτηση των θετικών ακεραίων αριθμών εντός μιας τετράγωνου σχήματος σπείρας και σημειώνοντας με ειδική σήμανση ή χρωματισμό τους πρώτους αριθμούς εντός της. Ένα από τα χαρακτηριστικά της σπείρας, είναι η θεσιακή κατανομή των πρώτων αριθμών ως προς τις διαγώνιες, οριζόντιες και κάθετες γραμμές που σχηματίζουν. Η εμφάνιση τέτοιων γραμμών δεν είναι κάτι αναπάντεχο, καθώς οι γραμμές πρώτων στην σπείρα αντιστοιχούν σε πολυώνυμα δευτεροβάθμιων εξισώσεων, και ορισμένα από αυτά τα πολυώνυμα όπως ο τύπος x2 − x + 41 του Λέοναρντ Όιλερ για την παραγωγή πρώτων αριθμών, παράγουν πρώτους με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στην σπείρα.Ωστόσο η σπείρα σχετίζεται και με άλλα σημαντικά ανεπίλυτα προβλήματα της θεωρίας αριθμών όπως τα προβλήματα του Λαντάου. Συγκεκριμένα, καμία δευτεροβάθμια εξίσωση δεν έχει αποδειχτεί πως μπορεί να παράγει πρώτους αριθμούς επ' άπειρον, και πολύ περισσότερο το να έχει ασυμπτωτική συχνότητα πρώτων αριθμών ώστε να σχηματίζει ομαδοποιήσεις σε γραμμές.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.