Χρυσός

Ο χρυσός (στα λατινικά Aurum και στα αγγλικά Gold) είναι χημικό στοιχείο, με χημικό σύμβολο Au, ατομικό αριθμό 79, σχετική ατομική μάζα 196,966569, (κανονική) θερμοκρασία τήξης 1.064,43 °C και (κανονικές) θερμοκρασία βρασμού 2.807 °C Ο χημικά καθαρός χρυσός, στις κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος, δηλαδή σε θερμοκρασία 25 °C και υπό πίεση 1 atm, είναι πυκνό, μαλακό, αστραφτερό, ελατό και όλκιμο κίτρινο στερεό[1] μέταλλο. Ο χρυσός και ο χαλκός είναι τα δυο μοναδικά «έγχρωμα μέταλλα». Οι παραπάνω αναφερόμενες ιδιότητες παραμένουν ίδιες και όταν ο χρυσός εκτεθεί στον ατμοσφαιρικό αέρα ή σε νερό. Χημικά, ο χρυσός είναι μέταλλο μετάπτωσης. Πιο συγκεκριμένα, ο χρυσός ανήκει στην ομάδα 11 (πρώην IB) του περιοδικού συστήματος. Είναι ένα από τα λιγότερο δραστικά χημικά στοιχεία. Για το λόγο αυτό βρίσκεται συχνά στην ελεύθερη στοιχειακή μορφή, συνήθως στη μορφή σβώλων ή κόκκων, ανάμεσα σε πετρώματα, σε «φλέβες» ή και σε προσχωσιγενή κοιτάσματα. Έχει βρεθεί, επίσης, σε μορφή διαφόρων στερεών διαλυμάτων με επίσης στοιχειακό άργυρο (Ag), καθώς και σε φυσικά κράματα με χαλκό (Cu) και παλλάδιο (Pd). Λιγότερο συχνά, βρίσκεται σε ορυκτά που περιέχουν χημικές ενώσεις, συχνά με το χημικό στοιχείο τελλούριο (Te).

Ο χρυσός στο σύμπαν θεωρείται παραδοσιακά ότι προήλθε από πυρηνοσύνθεση σε υπερκαινοφανείς αστέρες, που τροφοδοτούν τους δίσκους σκόνης από τους οποίους σχηματίζονται τα διάφορα αστρικά συστήματα. Επειδή η Γη είχε λιώσει, κατά το σχηματισμό της, θεωρείται ότι σχεδόν όλος ο αρχικός χρυσός που περιείχε βυθίστηκε στον πυρήνα της. Ο δε χρυσός που βρίσκεται στις μέρες μας στο φλοιό της και στο μανδύα της, θεωρείται ότι έπεσε αργότερα από τον αρχικό σχηματισμό του πλανήτη μας, κατά το σταδιακό μεταγενέστερο βαρύ βομβαρδισμό του από αστεροειδείς και κομήτες, εδώ και περίπου 4 δισεκατομμύρια χρόνια[2][3][4][5][6].

Ο χρυσός αντιστέκεται στην προσβολή από μεμονωμένα οξέα, αλλά μπορεί να διαβρωθεί από το αποκαλούμενο βασιλικό ύδωρ (ή νιτροϋδροχλωρικό οξύ), που είναι μείγμα πυκνού υδροχλωρικού οξέος (HCl) και πυκνού νιτρικού οξέος (HNO3), σε αναλογία μίξης 3:1. Το συγκεκριμένο μείγμα ονομάστηκε «βασιλικό ύδωρ» ακριβώς επειδή μπορεί να διαβρώσει και το χρυσό, το «βασιλιά των μετάλλων», δηλαδή το κατ' εξοχήν «ευγενές» μέταλλο. Με την επίδραση του βασιλικού ύδατος στο χρυσό παράγεται διαλυτό στο νερό τετραχλωροχρυσικό ιόν ([AuCl]-). Ο χρυσός διαλύεται, επίσης, σε αλκαλικά διαλύματα ανιόντων κυανίου (CN-), ιδιότητα που αξιοποιείται συνήθως ευρύτατα κατά την εξόρυξη του μετάλλου από τα κοιτάσματά του. Ακόμη, ο χρυσός διαλύεται (ακόμη) σε υδράργυρο (Hg), με τον οποίο σχηματίζει αμαγάλματα. Πάντως, ο χρυσός είναι αδιάλυτος στο νιτρικό οξύ, που όμως διαλύει τον άργυρο (Ag) και τα υπόλοιπα βασικά μέταλλα, μια ιδιότητα που χρησιμοποιείται για να επιβεβαιωθεί η παρουσία χρυσού σε αντικείμενα. Η συγκεκριμένη διεργασία ονομάζεται «δοκιμασία οξέος» (acid test).

Ο χρυσός έχει μεγάλη οικονομική αξία, ως πολύτιμο μέταλλο για νομίσματα, κοσμήματα και άλλα τεχνουργήματα, τουλάχιστον από την αρχή της γνωστής Ιστορίας. Τα αποθέματα χρυσού είχαν γίνει η πιο συνηθισμένη βάση της νομισματικής πολιτικής, από τα βάθη της γνωστής ιστορίας της πολιτικής και της οικονομίας, αν και σ' αυτόν τον ρόλο έχει αρχίσει σταδιακά να υποκαθίσταται από τα αποθέματα σκληρών νομισμάτων, από τη δεκαετία του '30. Το τελευταίο πιστοποιητικό χρυσού, καθώς και τα τελευταία χρυσά νομίσματα (των 100$) εκδόθηκαν από τις ΗΠΑ το 1932. Στην Ευρώπη, οι περισσότερες χώρες άφησαν το χρυσό οικονομικό αξιακό πρότυπο με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, γιατί με τα τεράστια έξοδα και χρέη του μεγάλου αυτού πολέμου, ο χρυσός απέτυχε να παίξει πια το ρόλο του ως κυρίαρχο οικονομικό πρότυπο. Μεταπολεμικά, επίσης απέτυχε να επιστρέψει ο χρυσός ως κυρίαρχο μέσο σύγκρισης αξίας και συναλλαγής.

Υπολογίζεται ότι, από την αρχή της γνωστής ανθρώπινης ιστορίας μέχρι και το 2010, (υπολογίστηκε ότι) εξορύχτηκαν συνολικά 168.300 τόννοι ή περίπου 8.740 χρυσού.[7] Η παγκόσμια κατανάλωση του εξορυσσόμενου χρυσού είναι περίπου 50% σε κοσμήματα, 40% σε επενδυτικά αποθέματα, και 10% σε βιομηχανικές εφαρμογές[8].

Εκτός από τις ευρύτατα διαδεδομένες νομισματικές και συμβολικές λειτουργίες, ο χρυσός έχει και πολλές πρακτικές εφαρμογές, στην οδοντιατρική, στην ηλεκτρονική και σε άλλα πεδία. Τα πλεονεκτήματά χρήσης του είναι ότι έχει μεγάλη ελατότητα, ολκιμότητα, αντίσταση στην επίδραση των περισσοτέρων χημικών ουσιών, αλλά και μεγάλη ηλεκτρική αγωγιμότητα. Οι εφαρμογές του χρυσού περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ηλεκτρικά καλώδια, παραγωγή χρωματιστού γυαλιού, χρυσά ή επιχρυσωμένα σερβίτσια φαγητού και (παλαιότερα) στην κατασκευή CD-ROM και φωτοβολταϊκών.

Χρυσός
ΛευκόχρυσοςΧρυσόςΥδράργυρος
Άργυρος

Au

Ρεντγκένιο
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif

Gold-crystals

Καθαρός, λαμπερός χρυσός

Native gold nuggets

Ψήγματα χρυσού.
Άνω: Ουάσιγκτον, Καλιφόρνια
Κάτω: Βικτόρια (Αυστραλία)

Ιστορία
Ταυτότητα του στοιχείου
Όνομα, σύμβολο Χρυσός (Au)
Ατομικός αριθμός (Ζ) 79
Κατηγορία Στοιχεία μετάπτωσης
ομάδα, περίοδος,
τομέας
11 (IB) ,6, d
Σχετική ατομική
μάζα (Ar)
196,966569
Ηλεκτρονική
διαμόρφωση
[Xe] 4f14 5d10 6s1
Αριθμός CAS 7440-57-5
Ατομικές ιδιότητες
Ατομική ακτίνα 144 pm
Ομοιοπολική ακτίνα 136±6 pm
Ακτίνα van der Waals 166 pm
Ηλεκτραρνητικότητα 2,54 (κλίμακα Pauling)
Κυριότεροι αριθμοί
οξείδωσης
-1, 1, 2, 3, 4, 5
Ενέργειες ιονισμού 1η: 890,1 kJ / mol

2η: 1980 kJ / mol

Φυσικά χαρακτηριστικά
Κρυσταλλικό πλέγμα κυβικό επικεντρικό
Σημείο τήξης 1064,18 ° C
Σημείο βρασμού 2856 ° C
Πυκνότητα 19,30 g/cm3
Ειδική θερμοχωρητικότητα (25 °C) 25,418 J/mol
Μαγνητική συμπεριφορά διαμαγνητικό
Ειδική ηλεκτρική
αντίσταση
(20 °C) 22,14 nΩ/m
Ειδική θερμική
αγωγιμότητα
(300 K) 318 W/m
Σκληρότητα Mohs 2,5
Σκληρότητα Vickers 216 MPa
Σκληρότητα Brinell 25 HB MPa
Μέτρο ελαστικότητας όγκου
(Bulk modulus)
180GPa
Λόγος Poison 0.44
Ταχύτητα του ήχου (λεπτή βέργα) 2030 m/s
Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm)
εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά
Electron shell 079 Gold
Απλοποιημένη απεικόνιση της ηλεκτρονιακής δόμησης του ατόμου του χρυσού (Μοντέλο κατά Bohr)

Ετυμολογία και προέλευση

Η λέξη χρυσός απαντάται στην ελληνική γλώσσα από τα αρχαία χρόνια. Εικάζεται, όμως, πως έχει χετιτική και κατά δεύτερο λόγο σημιτική προέλευση[9].

Η αγγλόφωνη λέξη gold είναι ανάλογη με παρόμοιες λέξεις σε πολλές γερμανικές γλώσσες, προερχόμενη από την πρωτογερμανική gulþ η οποία με τη σειρά της προήλθε από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ghel, λέξη από την οποία προήλθε και η λέξη yellow, που σημαίνει κίτρινο χρώμα, στα ελληνικά[10][11].

Το διεθνές χημικό σύμβολο Au προέρχεται από τη λατινική λέξη aurum, που σύμφωνα με κάποιες πηγές σημαίνει «λαμπερή αυγή»[12], από την σαμπινική λέξη ausum, που κι αυτή σημαίνει «λαμπερή αυγή»[13] . Σύμφωνα με κάποιους προσδιορισμούς σε λατινικά λεξικά, όμως, η έννοια της λέξης aurum επεκτείνεται στη σημερινή σημασία της λεξης μέταλλο[14]. Οι διαφωνίες μεταξύ των ετυμολογιών είναι πιθανό να υφίσταται εξαιτίας της συσσώρευσης των αποδείξεων από την αρχαιολογία για τη μεγάλη αρχαιότητα της χρήσης του πολύτιμου αυτού μετάλλου στον πολιτισμό, σύμφωνα και με την έκφραση «γνωστό από την αυγή του πολιτισμού»[15]. Και με αυτόν το σεβασμό έχει υιοθετηθεί η σημερινή σημασία της λέξης aurum, άσχετα με την αρχική ετυμολογική σημασία που είχε στη λατινική γλώσσα[16].

Tο αποθεματικό δυναμικό κοιτασμάτων χρυσού στην Ελλάδα

Στην ανατολική Χαλκιδική και συγκεκριμένα στην περιοχή Ολυμπιάδας, βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πολυμεταλλικά μεταλλεύματα χρυσού παγκοσμίως, το οποίο περιλαμβάνει αποθέματα (βέβαια και πιθανά) 14,53 εκατ. τόνων με περιεκτικότητες 9,31g/t Au, 128,59g/t Ag, 4,18% Pb, 5,57% Zn. Στην ίδια περιοχή έχει ανακαλυφθεί και το κοίτασμα πορφυρικού χρυσού των «Σκουριών» με εκτίμηση των εκμεταλλεύσιμων μεταλλευτικών αποθεμάτων σε 153,6 εκ. τόνους με μέση περιεκτικότητα 0,89 g/t Au, 0,56% Cu [17]. Επί του παρόντος[18] η παραγωγική εκμετάλλευση περιορίζεται στο κοίτασμα των Μαύρων Πετρών στην περιοχή Στρατονίκης με διαθέσιμο αποθεματικό δυναμικό 2,12 εκατ. τόννων μικτού θειούχου μεταλλεύματος και περιεκτικότητες 7,62% Pb, 10,25% Zn, 179g/t Ag. Η εξορυκτική παραγωγή του μεταλλείου ανέρχεται περίπου σε 200.000 τόννους ενώ στο εργοστάσιο εμπλουτισμού Στρατωνίου, παράγονται ετησίως 25.300 τόννοι αργυρούχου συμπυκνώματος μολύβδου (γαληνίτη) και 42.100 τόννοι συμπυκνώματος ψευδαργύρου (σφαλερίτη) οι οποίοι στο σύνολό τους πωλούνται σε μεταλλουργίες του εξωτερικού[19]. Επίσης στην περιοχή του Κιλκίς (Ποντοκερασιά, Γερακαριό, Βάθη) υπάρχουν κοιτάσματα πορφυριτικού χαλκού-χρυσού, πέραν του προσχωματικού χρυσού, που σχετίζεται με αλλουβιακές αποθέσεις και προσχώσεις των χειμάρρων Αξιού και Γαλλικού ποταμού[20]. Στην Θράκη υφίστανται επίσης σημαντικά κοιτάσματα επιθερμικού χρυσού α) στην περιοχή Περάματος & Πετρωτών Νομών Ροδόπης και Έβρου με  εκμεταλλεύσιμα αποθέματα 11 εκατομμυρίων τόννων με μέση περιεκτικότητα σε χρυσό 3,8 g/tn και β) στην περιοχή Σαπών, Νομού Ροδόπης με αποθέματα 1,5 εκατ. τόννων εκμεταλλεύσιμου χρυσοφόρου μεταλλεύματος[21][22] Αν προστεθεί ο χρυσός από τα συνολικά βεβαιωμένα αποθέματα όλων των ανωτέρω μεταλλογενετικών τύπων, ανέρχεται -σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ)- περίπου σε 450 τόννους ανακτήσιμου χρυσού, γεγονός που σε περίπτωση μεταλλουργικής παραγωγής, θα καθιστούσε την Ελλάδα σημαντική παραγωγό χρυσού[23][24]

Εκτός από τις μεθόδους βιομηχανικής κλίμακας για την εξόρυξη του χρυσού, τελευταία κερδίζει έδαφος και η μικρής κλίμακας συλλογή του χρυσού, δηλαδή η χρήση "κοσκίνων", το γνωστό gold panning, η αρχαιότερη μέθοδος εξαγωγής χρυσού από προσχωσιγενή κοιτάσματα. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για ερασιτεχνικούς λόγους συνδυαζόμενη με την φυσιολατρία και τον γεωτουρισμό[25]

Χρήσεις

Κοσμηματοποιία

Μεγάλη είναι η αξία του χρυσού στην κατασκευή κοσμημάτων. Εκεί ελάχιστα χρησιμοποιείται καθαρός αλλά με προσμείξεις. Η καθαρότητά του μετράται είτε με καράτια (24 καράτια είναι ο καθαρός χρυσός) είτε με χιλιοστά (1000 χιλιοστά ο καθαρός χρυσός). Στα κοσμήματα χρησιμοποιείται η ποιότητα των 14 καρατιών (585 χιλιοστά) και η ποιότητα 18 καρατιών (750 χιλιοστά). Συνήθως είναι αποδεκτή μία φύρα 10% χρυσού για την επεξεργασία και το γυάλισμα των κοσμημάτων. Η αξία ενός κοσμήματος συνήθως καθορίζεται από το βάρος του καθαρού χρυσού, την εργασία του και την αξία των πολύτιμων λίθων που περιέχει. Πολλές φορές η αξία των λίθων αυτών είναι πολλαπλάσια του χρυσού.

Ιατρική

  • ιστορικά στην λεγόμενη «χρυσοθεραπεία», όπου ο χρυσός και οι ενώσεις του αποτελούν συστατικά φαρμάκων για πολλές παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, αλλά, και πρόσφατα, κάποιες μορφές καρκίνου,
  • στα stents για την απόφραξη αρτηριών,κλπ.,
  • σε εμφυτευμένες ιατρικές συσκευές όπως βηματοδότες και αντλίες ινσουλίνης,
  • στην «Βιο-βαλλιστική», δηλαδή την επακριβώς ελεγχόμενη έγχυση κλώνων DNA αναμεμιγμένων σε χρυσόσκονη επί συγκεκριμένων κυττάρων για διερεύνηση των σχετικών αντιδράσεων),
  • σε εφαρμογές microchip drug delivery, όπου μικροσκοπικές δόσεις φαρμάκων τοποθετούνται εντός χρυσού περιβλήματος και εισάγονται στο σώμα του ασθενούς, εκλύοντας ηλεκτρονικά ελεγχόμενες, δόσεις του φαρμάκου.

Παραπομπές και σημειώσεις

  1. Εννοείται στις συνηθισμένες συνθήκες, δηλαδή σε θερμοκρασία 25°C και υπό πίεση 1 atm
  2. Meteorites delivered gold to Earth - BBC News
  3. Where does all Earth's gold come from? Precious metals the result of meteorite bombardment, rock analysis finds - ScienceDaily
  4. http://www.ees.rochester.edu/ees119/reading2.pdf
  5. Meteor Shower Rained Gold On Ancient Earth
  6. http://www.nature.com/nature/journal/v477/n7363/full/nature10399.html#/access
  7. «Liquidity in the global gold market» (PDF). World Gold Council. Απρίλιος 2011. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2015.
  8. Soos, Andy (2011-01-06). «Gold Mining Boom Increasing Mercury Pollution Risk». Advanced Media Solutions, Inc. (Oilprice.com). http://oilprice.com/Metals/Gold/Gold-Mining-Boom-Increasing-Mercury-Pollution-Risk.html. Ανακτήθηκε στις 2011-03-26.
  9. Χρ. Γ. Ντούμας, «Η προέλευση του ονόματος του χρυσού» Αρχειοθετήθηκε 2011-07-22 στο Wayback Machine., εφημ. Η Καθημερινή, 2 Μαΐου 2010.
  10. Oxford English Dictionary
  11. Hesse, R W. Jewelrymaking Through History: An Encyclopedia, Greenwood Publishing Group, 2007 ISBN 0-313-33507-9
  12. Supporting references – "shining dawn" Google-scholar & Google-books Retrieved 2012-06-07
  13. Christie, A and Brathwaite, R. Mineral Commodity Report, Institute of geological and Nuclear sciences Ltd – Retrieved 2012-06-07
  14. Notre Dame University Latin Dictionary Retrieved 2012-06-07
  15. Maspero, G and Sayce, A H (1910) The Dawn of Civilization: Egypt and Chaldæa
  16. Crooks, G R; Ingersley, C F and Schem, A J. A new Latin-English school-lexicon: on the basis of the Latin-German lexicon of Dr. C. F. Ingerslev, J.B. Lippincott, 1861 Retrieved 2012-06-07
  17. «Ο τομέας μικτών θειούχων κοιτασμάτων (χρυσού, αργύρου, μολύβδου, ψευδαργύρου, χαλκού)».
  18. «Ο απολογισμός του 2013 για την ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ».
  19. «Ο Ελληνικός Χρυσός. Το αποθεματικό δυναμικό του χρυσού στην Ελλάδα».
  20. «Το μεταλλείο Αβρέτ Χισάρ, ο Κασβίνσκυ και ο χρυσός του Μακεδονικού Κιλκίς».
  21. «Ο τομέας ευκατέργαστου χρυσού».
  22. «"Χρυσωρυχείο" η Θράκη: το Έργο Χρυσού Περάματος στη Θράκη».
  23. «Ο χρυσός στην Ελλάδα και αλλού!».
  24. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων χρυσού στην Ελλάδα. Νομικό Καθεστώς και προοπτικές ανάπτυξης
  25. «Ερασιτεχνικό Gold panning και γεωτουρισμός».
Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Όσμιο

Το χημικό στοιχείο όσμιο (osmium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 76 και σχετική ατομική μάζα 190,23. Το χημικό του σύμβολο είναι «Os». Ανήκει στην ομάδα 8, στην περίοδο 6 και στον d-τομέα του περιοδικού πίνακα, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης..

Ανακαλύφθηκε στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ το 1803 και πήρε το όνομά του από την ελληνική λέξη «οσμή», την οποία αποκτά το μέταλλο επειδή, όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, επικαλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα οξειδίου, το οποίο έχει χαρακτηριστική μυρωδιά.

Το όσμιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το παλλάδιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά.Είναι σπάνιο ασημόχρωμο μέταλλο με πολύ αμυδρή γαλαζωπή απόχρωση και έντονη μεταλλική λάμψη. Έχει θερμοκρασία τήξης 3033 °C (4ο κατά σειρά χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο σημείο τήξης) και θερμοκρασία βρασμού 5012 °C (4ο κατά σειρά χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο σημείο βρασμού). Είναι το μέταλλο με τα υψηλότερα σημεία τήξης και βρασμού και τη χαμηλότερη τάση ατμών από όλα τα μέταλλα της οικογένειας του λευκόχρυσου. Είναι ακόμη το χημικό στοιχείο με τη μεγαλύτερη πυκνότητα από όλα: Ένα κυβικό μέτρο οσμίου έχει μάζα 22.590 κιλά (22,59 τόννοι).

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Η σημαντικότερη ένωση του είναι το οξείδιο του οσμίου (VIII), OsO4, που περιέχει το όσμιο στην ανώτερη βαθμίδα οξείδωσης και ως εκ τούτου είναι πολύ ισχυρό οξειδωτικό.

Το όσμιο βρίσκεται στη φύση μαζί με τα άλλα μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου. Κοιτάσματα έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Το σημαντικότερο ορυκτό του είναι ο ερλιχμανίτης (OsS2) ο οποίος περιέχει 74,78 % Os.Χρησιμοποιείται σε κράματα με λευκόχρυσο, ιρίδιο αλλά και με τα άλλα PGMs, σε πέννες, ηλεκτρικές επαφές και σε άλλες εφαρμογές, όπου απαιτείται εξαιρετική αντοχή, κυρίως στη θέρμανση και σκληρότητα.

Το όσμιο έχει επτά φυσικά ισότοπα, έξι από τα οποία είναι σταθερά: 184Οs, 187Os, 188Os, 189Os, 190Os και 192Os που είναι και το πιο άφθονο.

Ανταρκτική

Η Ανταρκτική είναι η νοτιότερη ήπειρος της Γης στην οποία βρίσκεται ο γεωγραφικός Νότιος Πόλος. Βρίσκεται στην Ανταρκτική περιοχή του Νοτίου Ημισφαιρίου, σχεδόν εξ ολοκλήρου νοτίως του Ανταρκτικού Κύκλου, και περιβάλλεται από τον Νότιο ωκεανό. Με έκταση 14,0 εκατομμύρια τ. χλμ., είναι η πέμπτη μεγαλύτερη ήπειρος του πλανήτη μετά την Ασία, την Αφρική, τη Βόρεια Αμερική και τη Νότια Αμερική. Για σύγκριση, η Ανταρκτική έχει το διπλάσιο μέγεθος της Αυστραλίας. Περίπου το 98% της επιφάνειας της Ανταρκτικής είναι καλυμμένη από πάγο με μέσο πάχος τουλάχιστον 1,9 χιλιόμετρα.

Η Ανταρκτική είναι, κατά μέσο όρο, η πιο κρύα, η ξηρότερη, και η πιο ανεμώδης ήπειρος, ενώ έχει και το υψηλότερο μέσο υψόμετρο από όλες τις άλλες ηπείρους. Η Ανταρκτική θεωρείται έρημος, με ετήσιες κατακρημνίσεις μόλις 200 mm κατά μήκος των ακτών, και πολύ λιγότερο στην ενδοχώρα. Η θερμοκρασία στην Ανταρκτική έχει φτάσει και -93 °C. Δεν υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι, κατοικούν όμως από 1.000 έως 5.000 άνθρωποι σε όλη τη διάρκεια του χρόνου σε ερευνητικούς σταθμούς που υπάρχουν διάσπαρτοι στην ήπειρο. Μόνο προσαρμοσμένοι στο κρύο οργανισμοί μπορούν να ζήσουν στην Ανταρκτική, μεταξύ των οποίων πολλά είδη φυκών, ζώων (για παράδειγμα ακάρεα, νηματώδη, πιγκουίνοι, φώκιες και βραδύπορα), βακτήρια, μύκητες, φυτά και πρώτιστα. Η βλάστηση, όπου εμφανίζεται, είναι τύπου τούνδρας.

Η πρώτη επιβεβαιωμένη θέαση της ηπείρου είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνέβη το 1820 από τη ρωσική αποστολή του Φάμπιαν Γκότλιμπ φον Μπέλινγκσχαουζεν και του Μιχαήλ Λαζάρεφ στο Βοστόκ και το Μίρνι, αν και υπήρχαν μύθοι και υποθέσεις για μία Terra Australis («Νότια Γη») από την αρχαιότητα. Η ήπειρος ωστόσο έμεινε εν γένει παραμελημένη για το υπόλοιπο του 19ου αιώνα εξαιτίας του εχθρικού περιβάλλοντος, της έλλειψης πόρων και της απομόνωσης. Η Συνθήκη της Ανταρκτικής υπογράφηκε το 1959 από 12 κράτη, και μέχρι τώρα την έχουν υπογράψει 53. Η συνθήκη απαγορεύει στρατιωτικές δραστηριότητες και εξόρυξη ορυκτών, πυρηνικές εκρήξεις και διάθεση πυρηνικών αποβλήτων, ενώ υποστηρίζει την επιστημονική έρευνα και προστατεύει την οικοζώνη της ηπείρου. Συνεχιζόμενα πειράματα διεξάγονται από πάνω από 4.000 επιστήμονες από διάφορες χώρες.

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Ηθοποιός

Ο ηθοποιός είναι ο καλλιτέχνης που συμμετέχει σε θεατρική παράσταση ή σε κινηματογραφικό, τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό έργο και ερμηνεύει ρόλο. Η λέξη ηθοποιός είναι σύνθετη και αποτελείται από το ουσιαστικό ήθος (αρχ. ελλ.: χαρακτήρας) και το ρήμα ποιώ (αρχ. ελλ.: φτιάχνω, δημιουργώ). Ηθοποιός σημαίνει αυτός που φτιάχνει -υποδύεται- κάποιον χαρακτήρα.

Θάλλιο

Το χημικό στοιχείο θάλλιο (thallium) είναι πολύ μαλακό, εύπλαστο, αργυρόλευκο μέταλλο. Ο ατομικός αριθμός του είναι 81 και η σχετική ατομική μάζα του 204,3833. Το χημικό του σύμβολο είναι «Tl» και ανήκει στην ομάδα 13 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο p-block. Έχει θερμοκρασία τήξης 304 °C και θερμοκρασία βρασμού 1473 °C.

Η μέση περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της γης σε θάλλιο είναι περίπου 0,7 ppm. Το στοιχείο είναι πάρα πολύ διεσπαρμένο. Είναι περισσότερο διεσπαρμένο από το γάλλιο και το ίνδιο. Συγκριτικά αναφέρεται ότι στη λιθόσφαιρα, το ασήμι είναι 7 φορές σπανιότερο ενώ ο χρυσός 170 φορές σπανιότερος από το θάλλιο.Στη φύση απαντά με μορφή σπάνιων ορυκτών τα οποία όμως δεν είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα. Τέτοια ορυκτά είναι ο αβικεννίτης, ο κρουκσίτης, ο ουρμπαΐτης και ο χατσινσονίτης. Το θάλλιο συνοδεύει κυρίως θειούχα ορυκτά βασικών μετάλλων, όπως ο σφαλερίτης, ο σιδηροπυρίτης και ο γαληνίτης ενώ αναφέρονται και εμφανίσεις του σε κονδύλους μαγγανίου στους βυθούς των ωκεανών. Κοιτάσματα που περιέχουν το θάλλιο ως βασικό μέταλλο είναι πολύ λίγα. Τέτοια κοιτάσματα έχουν εντοπιστεί και μελετηθεί κυρίως στην Κίνα και στη Βόρεια Μακεδονία χωρίς όμως να παράγεται από αυτά θάλλιο. Τα παγκόσμια αποθέματα θαλλίου που περιέχονται σε ορυκτά του ψευδαργύρου εκτιμώνται σε 17.000 τόννους, ενώ στα κοιτάσματα λιθάνθρακα εκτιμάται ότι υπάρχουν άλλοι 630.000 τόννοι θαλλίου.

Το θάλλιο μαυρίζει στον αέρα και επικαλύπτεται από οξείδιο παίρνοντας γκρι-μπλε χρώμα που μοιάζει με του μολύβδου, διαλύεται στα οξέα και παρουσία υγρασίας μετατρέπεται στο δηλητηριώδες οξείδιο του θαλλίου (Ι), TlOH. Οι ράβδοι θαλλίου αποθηκεύονται τυλιγμένες σε χαρτί εμποτισμένο με υγρά αλκάνια (παραφίνες).

Το στοιχείο ανακαλύφτηκε από τον Άγγλο φυσικό Ουίλιαμ Κρουκς το 1861 ενώ η απομόνωση και η εμπεριστατωμένη μελέτη του μεταλλικού θαλλίου αποδίδεται στο Γάλλο χημικό Λαμύ το 1862. Το όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη θαλλός που σημαίνει νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι.Tο θάλλιο παράγεται από τα κατάλοιπα που προκύπτουν από τη φρύξη θειούχων ορυκτών του μολύβδου, του χαλκού ή του ψευδαργύρου, δηλαδή από τα κατάλοιπα της επεξεργασίας θειούχων μεταλλευμάτων.Εμφανίζεται σε δύο κυρίως αλλοτροπικές μορφές την α- και τη β- με θερμοκρασία μετατροπής τους 230 °C. Υπάρχει και μια τρίτη αλλοτροπική μορφή, η γ-, που εμφανίζεται σε υψηλές πιέσεις.Στις ενώσεις του παρουσιάζεται με δύο αριθμούς οξείδωσης, +1 και +3.

Τόσο το στοιχείο όσο και οι ενώσεις του είναι πολύ τοξικές και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή. Η χρήση του σε πολλές χώρες έχει απαγορευθεί λόγω της τοξικότητάς του ενώ η ανακύκλωσή του από εμπορικά προϊόντα δεν είναι ακόμη οικονομικά συμφέρουσα. Αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την αυξανόμενη χρήση σε τεχνολογικές εφαρμογές ενός τόσο τοξικού μετάλλου.Περίπου το 60 % με 70 % της παραγωγής θαλλίου χρησιμοποιείται στη βιομηχανία ηλεκτρονικών και το υπόλοιπο στη φαρμακοβιομηχανία και στην υαλουργία. Επίσης χρησιμοποιείται στους υπέρυθρους ανιχνευτές ενώ εξαιτίας της μεγάλης του τοξικότητας χρησιμοποιήθηκε παλιότερα ως ποντικοφάρμακο και εντομοκτόνο. Το κόστος του μετάλλου ανερχόταν το 2009 σε 5.700 δολάρια/Kg.Το θάλλιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 203Tl και το 205Tl.

Ιρίδιο

Το χημικό στοιχείο ιρίδιο (iridium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 77 και σχετική ατομική μάζα 192,217. Το χημικό του σύμβολο είναι «Ir» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6, στον τομέα d, και στην 3η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2466 °C και θερμοκρασία βρασμού 4428 °C.

Πήρε το όνομά του από τα έντονα χρώματα που είχαν τα άλατά του, σε συνδυασμό και με την Ίριδα, τη θεά του ουράνιου τόξου των αρχαίων Ελλήνων.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Το ιρίδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ στα αδιάλυτα κατάλοιπα της κατεργασίας του λευκόχρυσου.

Τα μεγαλύτερα αποθέματά του βρίσκονται στη Νότια Αφρική, στη Ρωσία, και στον Καναδά. Μικρότερα αποθέματα βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αν και είναι ένα από τα σπανιότερα στοιχεία του φλοιού της Γης, με ετήσια παραγωγή και κατανάλωση μόνο τρεις τόνους, παρουσιάζει ως μέταλλο εξαιρετικό ενδιαφέρον εξαιτίας των μηχανικών ιδιοτήτων του. Έτσι, χρησιμοποιείται ευρύτατα στην κατασκευή σκευών ανθεκτικών στις ψηλές θερμοκρασίες και στη διάβρωση όπως είναι τα μπουζί, τα πρότυπα μέτρα και σταθμά, τα χωνευτήρια, τα ηλεκτρόδια και στις θερμοηλεκτρικές γεννήτριες ραδιοϊσοτόπων σε μη επανδρωμένα διαστημόπλοια.

Οι πιο σημαντικές ενώσεις του ιριδίου είναι τα άλατά του με χλώριο και οι οργανομεταλλικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στους καταλύτες των οργανικών αντιδράσεων.

Ιρίδιο έχει βρεθεί και σε μετεωρίτες και μάλιστα σε περιεκτικότητα πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της λιθόσφαιρας. Υπάρχει η σκέψη ότι το ποσό του ιριδίου σ' ολόκληρο τον πλανήτη είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται στη λιθόσφαιρα, αλλά λόγω της υψηλής πυκνότητας και του σιδηρόφιλου χαρακτήρα του, το περισσότερο ιρίδιο κατέβηκε κάτω από το φλοιό και μέσα στον πυρήνα της Γης, όταν ο πλανήτης ήταν ακόμη νεαρής ηλικίας και δεν είχε στερεοποιηθεί πλήρως.

Ασυνήθιστα μεγάλη περιεκτικότητα σε ιρίδιο έχει βρεθεί στο γεωλογικό «όριο Κ-Τ». Αυτή η ανακάλυψη αποτελεί ισχυρή ένδειξη της θεωρίας που υποστηρίζει ότι η εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν 65 εκατομμύρια χρόνια προκλήθηκε από την πτώση μεγάλου μετεωρίτη.

Το ιρίδιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 191Ir και το 193Ir.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Νιόβιο

Το χημικό στοιχείο νιόβιο (niobium) είναι δύστηκτο, μαλακό, ελατό και όλκιμο, αργυρόλευκο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Έχει ατομικό αριθμό 41 και σχετική ατομική μάζα 92,90638(2). Το χημικό του σύμβολο είναι "Nb" και ανήκει στην ομάδα 5, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2477 °C και θερμοκρασία βρασμού 4744 °C.Το νιόβιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση αλλά μόνο μέσα σε ορυκτά κυριότερα των οποίων είναι το πυρόχλωρο και ο κολουμπίτης. Έχει μέση περιεκτικότητα στο στερεό φλοιό της Γης όση του λιθίου και του αζώτου: περίπου 20 γραμμάρια/τόνο ή 20 ppm (μέρη στο εκατομμύριο).Το καθαρό νιόβιο έχει την 7η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης και το 6ο μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία. Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα τα οποία είναι μια μικρή ομάδα μετάλλων εξαιρετικά ανθεκτικών στη θερμότητα και τη φθορά. Όταν ανοδιώνεται αποκτά διάφορα χρώματα. Απαντά στις ενώσεις του με πολλούς αριθμούς οξείδωσης, κυρίως όμως με +5. Όταν εκτίθεται στον αέρα παίρνει μια γαλαζωπή απόχρωση ενώ αρχίζει να οξειδώνεται σε υψηλές θερμοκρασίες καλυπτόμενο από λεπτό στρώμα οξειδίου. Αντιδρά με τα αλογόνα, διαλύεται στο υδροφθορικό οξύ ή σε μείγμα υδροφθορικού και νιτρικού οξέος, είναι σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικό στη διαβρωτική δράση λιωμένων αλκαλίων, διαλύεται όμως αργά σ´αυτά.

Η ύπαρξή του διαπιστώθηκε το 1801 από τον Άγγλο χημικό Χάτσετ και υπήρξε το πρώτο χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε το 19ο αιώνα. Αρχικά ονομάστηκε κολούμπιο και, όταν ένα χρόνο αργότερα ανακαλύφθηκε το στοιχείο ταντάλιο, επειδή παρουσίαζαν πολλές χημικές ομοιότητες, για πολλά χρόνια ταύτιζαν τα δύο στοιχεία. Το όνομα νιόβιο δόθηκε από το Γερμανό χημικό Ρόζε. Η οριστική απόδειξη ότι ταντάλιο και νιόβιο είναι δύο διαφορετικά στοιχεία έγινε το 1864. Το όνομα νιόβιο καθιερώθηκε το 1949.

Οι μεγαλύτεροι εμπορικοί παραγωγοί καθαρού νιοβίου και παραγώγων του είναι σήμερα η Βραζιλία και ο Καναδάς, ενώ η σημαντικότερη πηγή νιοβίου είναι τα ορυκτά της ομάδας του πυρόχλωρου και του κολουμπίτη. Άλλες χώρες που παράγουν λίγους τόνους νιοβίου το χρόνο είναι η Αυστραλία, η Αιθιοπία, η Μοζαμβίκη, η Τανζανία, η Ρουάντα και άλλες Αφρικανικές χώρες.

Το νιόβιο δεν είναι τοξικό μέταλλο και αξιοποιήθηκε εμπορικά μόλις στον 20ό αιώνα. Χρησιμοποιείται σε πάρα πολλές εφαρμογές, κυρίως όμως ως πρόσθετο στο ατσάλι για την αύξηση της αντοχής του, στην κατασκευή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και πυρίμαχων μεταλλικών κραμάτων υψηλής αντοχής. Κράματα με νιόβιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Χρησιμοποιείται επίσης στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, στην κατεργασία διαμαντιών, στην κατασκευή υψηλής αντοχής εξοπλισμού για χημικά εργαστήρια και αλλού. Όταν συνδυαστεί με σίδηρο, το νιόβιο δημιουργεί ένα υπερκράμα, το σιδηρονιόβιο, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στην κατασκευή των τουρμπίνων των αεροπλάνων, στους πυραύλους, στη κατασκευή τμημάτων αυτοκινήτων και αλλού. Το νιόβιο και οι διαμεταλλικές του ενώσεις με τον κασσίτερο, το αργίλιο και το ζιρκόνιο βρίσκουν εφαρμογή ως υπεραγωγοί. Χρησιμοποιείται επίσης σε διακοσμητικά αντικείμενα και σε συλλεκτικά νομίσματα ως κράμα με ασήμι.

Στη φύση βρίσκεται με τη μορφή ενός μόνο σταθερού ισοτόπου του 93Nb.

Παλλάδιο

Το χημικό στοιχείο παλλάδιο (palladium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 46 και σχετική ατομική μάζα 106,42. Το χημικό του σύμβολο είναι «Pd». Ανήκει στην ομάδα 10, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης.

Είναι σπάνιο, ασημόγκριζο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη και με θερμοκρασία τήξης 1554,9 °C και θερμοκρασία βρασμού 2963 °C.

Ανακαλύφθηκε από τον Άγγλο χημικό Ουόλλαστον στο Λονδίνο το 1803 και πήρε το όνομά του από τον αστεροειδή «Παλλάς» που είχε ανακαλυφθεί δυο χρόνια νωρίτερα.

Το παλλάδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals.

Εκτεταμένα κοιτάσματα παλλαδίου και των συγγενών μετάλλων έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Η ανακύκλωση είναι επίσης μια πηγή παλλαδίου, ως επί το πλείστον από τους ανενεργούς καταλυτικούς μετατροπείς.

Το παλλάδιο και οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως καταλύτες σε οργανικές χημικές αντιδράσεις αλλά και στους καταλυτικούς μετατροπείς των αυτοκινήτων. Επίσης χρησιμοποιούνται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, στην οδοντιατρική, τον καθαρισμό του υδρογόνου, στην κατασκευή κοσμημάτων, ανθεκτικών εργαλείων και οργάνων ακριβείας.

Το παλλάδιο που υπάρχει στη φύση είναι μείγμα έξι ισοτόπων με ατομικούς αριθμούς 102, 104, 105, 106, 108 και 110.

Πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική

Ο όρος πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική ή πρώιμη ζωγραφική των Κάτω Χωρών αναφέρεται στο σύνολο των έργων καλλιτεχνών που δραστηριοποιήθηκαν κατά τον 15ο και 16ο αιώνα στην περιοχή της Φλάνδρας, δηλαδή στις σημερινές περιοχές του βορείου Βελγίου και της Νότιας Ολλανδίας και, ιδιαίτερα, στις ακμάζουσες πόλεις της περιοχής Μπρυζ, Γάνδη, Τουρναί, Αμβέρσα και Βρυξέλλες. Το ύφος τους ακολουθεί την τεχνοτροπία του Διεθνούς γοτθικού στυλ. Ξεκινά από τους Ρομπέρ Καμπέν και Γιαν βαν Άικ στις αρχές της δεκαετίας του 1420. Εκτείνεται τουλάχιστον ως τον θάνατο του Γκέραρντ Ντάβιντ το 1523, αν και πολλοί λόγιοι επεκτείνουν τη διάρκειά της ως την Ολλανδική Επανάσταση το 1566 ή 1568. Η πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική συμπίπτει με την πρώιμη και ύστερη Αναγέννηση στην Ιταλία, αλλά θεωρείται ανεξάρτητη καλλιτεχνική κουλτούρα, διαφορετική από τον αναγεννησιακό ανθρωπισμό που χαρακτήριζε τις ιταλικές εξελίξεις. Καθώς αυτοί οι ζωγράφοι αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα της βορειοευρωπαϊκής μεσαιωνικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς και ενσωματώνουν τα ιδεώδη της Αναγέννησης, μερικές φορές κατηγοριοποιούνται σαν να ανήκουν τόσο στην αναγεννησιακή περίοδο όσο και στην ύστερη εποχή του μπαρόκ.

Στους κορυφαίους πρώιμους Φλαμανδούς ζωγράφους – που είναι γνωστοί και ως Φλαμανδοί «Πριμιτίφ» (Vlaamse Primitieven) - συγκαταλέγονται οι Ρομπέρ Καμπέν, οι αδελφοί βαν Άικ, ο Ρόχιερ φαν ντερ Βάιντεν, ο Πέτρους Κρίστους, ο Χανς Μέμλινγκ, ο Χούγκο φαν ντερ Χους και ο Ιερώνυμος Μπος. Σημείωσαν σημαντική πρόοδο τόσο στη φυσική αναπαράσταση όσο και στον ιλλουζιονισμό και τα έργα τους συνήθως έχουν πολύπλοκη εικονογραφία. Τα θέματά τους είναι κυρίως θρησκευτικές σκηνές ή μικρά πορτρέτα, με την αφηγηματική ζωγραφική ή τις μυθολογικές αναπαραστάσεις να είναι σχετικά σπάνιες. Τα τοπία που απεικονίζονται είναι πλούσια και πολύ προσεγμένα, αλλά αποτελούν κατά κύριο λόγο το υπόβαθρο της όλης εικόνας, μέχρι τις αρχές του 16ου αιώνα. Οι πίνακες συνήθως κατασκευάζονται με ελαιοχρώματα πάνω σε πάνελ, είτε αυτοτελείς είτε σε πιο σύνθετες μορφές, όπως δίπτυχα, τρίπτυχα και πολύπτυχα. Η περίοδος αυτή είναι, επίσης, αξιοσημείωτη για τη γλυπτική της, την ανάπτυξη της τέχνης των ταπήτων (ταπισερί), των εικονογραφημένων χειρογράφων, της υαλογραφίας και των χαρακτικών ρετάμπλ.

Η πρώτη γενεά ζωγράφων δραστηριοποιήθηκε κατά την περίοδο της βουργουνδιανής επιρροής στην Ευρώπη, όταν οι Κάτω Χώρες έγιναν το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της βόρειας Ευρώπης, αξιοσημείωτες για τα τεχνήματά τους και τα προϊόντα πολυτελείας τους. Υποβοηθούμενα από το σύστημα εργαστηρίων, τα πάνελς και μια ποικιλία χειροτεχνημάτων πωλούνταν σε ξένους πρίγκηπες και εμπόρους, είτε μέσω συμμετοχής ιδιωτών είτε μέσω περιπτέρων σε αγορές. Η πλειονότητα αυτών των έργων καταστράφηκε κατά την περίοδο της εικονοκλασίας του 16ου και 17ου αιώνα. Σήμερα έχουν διασωθεί μόνο μερικές χιλιάδες δειγμάτων τους. Η πρώιμη βόρεια τέχνη, εν γένει, δεν έχαιρε εκτίμησης από τις αρχές του 17ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και οι ζωγράφοι, όπως και τα έργα τους, δεν είχαν επαρκή τεκμηρίωση, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι ιστορικοί τέχνης χρειάστηκαν σχεδόν έναν ακόμη αιώνα ερευνών για να εντοπίσουν ποια έργα ανήκουν σε ποιον, για να μελετήσουν την εικονογραφία και να εγκαθιδρύσουν, έστω και χονδροειδή, περιγράμματα του βίου ακόμη και των μεγάλων ζωγράφων. Η απόδοση μερικών από τα πλέον σπουδαία έργα στους δημιουργούς τους αποτελεί, ακόμη και σήμερα, αντικείμενο διαμάχης.

Ρήνιο

Το χημικό στοιχείο ρήνιο (rhenium) είναι βαρύ, δύστηκτο, αργυρόλευκο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 75 και σχετική ατομική μάζα 186,207. Το χημικό του σύμβολο είναι «Re» και ανήκει στην ομάδα 7 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 3186 °C και θερμοκρασία βρασμού 5596 °C.Με μια μέση περιεκτικότητα περίπου 1 ppb (μέρη στο δισεκατομμύριο) στο στερεό φλοιό της γης, το ρήνιο είναι από τα σπανιότερα μέταλλα.

Το καθαρό ρήνιο έχει την 3η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης, μετά το βολφράμιο και τον άνθρακα και το μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία.Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα μαζί με το μολυβδένιο, το ταντάλιο, το βολφράμιο και το νιόβιο.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1925 από στους Γερμανούς χημικούς Βάλτερ Νόντακ, Ίντα Τάκε-Νόντακ και Όττο Μπέργκ και είναι το τελευταίο, με φυσική παρουσία, σταθερό χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε. Το όνομά του το πήρε από τον ποταμό Ρήνο.

Το ρήνιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση. Εμφανίζεται σε μικρές ποσότητες μέσα στο ορυκτό μολυβδαινίτης που αποτελεί και τη μεγαλύτερη εμπορική του πηγή. Η Χιλή, οι Η.Π.Α., και χώρες της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) προμηθεύουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρηνίου παγκοσμίως. Είναι γνωστά μόνο δύο πολύ σπάνια ορυκτά του : ο ρηνιίτης που περιέχει θείο και ρήνιο και ο ταρκιανίτης που περιέχει πολλά συστατικά.

Το ρήνιο προσομοιάζει χημικά περισσότερο με το μολυβδαίνιο, που βρίσκεται στην προηγούμενη ομάδα και στην προηγούμενη περίοδο του περιοδικό πίνακα, παρά με το τεχνήτιο και το μαγγάνιο με τα οποία ανήκει στην ίδια ομάδα.

Παράγεται κυρίως από το ορυκτό μολυβδαινίτης ως παραπροϊόν του μολυβδαινίου και της επεξεργασίας του χαλκού.

Στις ενώσεις του έχει πολλούς αριθμούς οξείδωσης που κυμαίνονται από –3 έως και +7, ενώ τα σύμπλοκά του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας του μεγάλου αριθμού συναρμογής που έχουν και των παραβιάσεων κάποιων κανόνων μοριακής συμμετρίας που εμφανίζουν.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή υπερκραμάτων με το νικέλιο για χρήση σε κινητήρες αεροσκαφών και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων τις περισσότερες φορές ως κράμα με λευκόχρυσο.

Εξαιτίας της χαμηλής διαθεσιμότητάς του σε σχέση με τη ζήτηση, το ρήνιο είναι ένα από τα πιο ακριβά βιομηχανικά μέταλλα.

Το ρήνιο έχει ένα μόνο σταθερό ισότοπο το 185Re.

Ρουθήνιο

Το χημικό στοιχείο ρουθήνιο (ruthenium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 44 και σχετική ατομική μάζα 101,07. Το χημικό του σύμβολο είναι «Ru» και ανήκει στην ομάδα 8 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2334 °C και θερμοκρασία βρασμού 4150 °C.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals.

Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ιρίδιο, το ρόδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Είναι εξαιρετικά σπάνιο μέταλλο και βρίσκεται σε κοιτάσματα μαζί με τα άλλα PGM με τα οποία και εξάγεται ως δευτερεύον προϊόν.

Είναι το μέταλλο των PGM που ανακαλύφθηκε τελευταίο, το 1844 από το Ρώσο επιστήμονα Καρλ Κλάους (Karl Claus) και πήρε το όνομά του προς τιμή της γενέτειράς του, τη Ρουθηνία (Ruthenia), τη μεσαιωνική λατινική λέξη για τη Ρωσία. Κατ΄ άλλους ο Κλάους επιβεβαίωσε την ύπαρξη του στοιχείου υιοθετώντας το όνομα που είχε δώσει ο συμπατριώτης του Γκότφρηντ Όζαν που είχε προτείνει από το 1828 πλην όμως η ύπαρξή του δεν είχε τότε αποδειχθεί

Το ρουθήνιο χρησιμοποιείται περισσότερο στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία για κατασκευή, ανθεκτικών στη φθορά, ηλεκτρικών επαφών και ηλεκτρικών αντιστάσεων. Μικρή ποσότητά του χρησιμοποιείται και σε ορισμένα κράματα πλατίνας.

Το ρουθήνιο έχει επτά σταθερά ισότοπα : 96Ru, 98Ru, 99Ru, 100Ru, 101Ru, 102Ru και 104Ru.

Ρόδιο

Το χημικό στοιχείο ρόδιο (αγγλικά: Rhοdium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 45 και σχετική ατομική μάζα 102,9055. Το χημικό του σύμβολο είναι «Rh» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1964 °C και θερμοκρασία βρασμού 3695 °C.

Το όνομα «ρόδιο» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ρόδο» που σημαίνει τριαντάφυλλο, επειδή ορισμένα υδατικά διαλύματα αλάτων του έχουν ροζ χρώμα.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Το ρόδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 από τον Άγγλο χημικό Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι το σπανιότερο μη-ραδιενεργό χημικό στοιχείο στη γη και αυτό με τη μεγαλύτερη αξία από όλα τα ευγενή μέταλλα: η τιμή του 1 Kg ήταν πάνω από 80.000 δολάρια στις αρχές του 2010.

Το ρόδιο χρησιμοποιείται κυρίως ως καταλύτης ενώ, εξαιτίας της σπανιότητάς του, κατεργάζεται συνήθως με τη μορφή κραμάτων με λευκόχρυσο ή παλλάδιο σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη αντοχή στη διάβρωση. Ανιχνευτές ροδίου χρησιμοποιούνται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη μέτρηση της ροής νετρονίων.

Το ρόδιο έχει μόνο ένα σταθερό ισότοπο, το 103Rh.

Τάγμα του Αγίου Γεωργίου

Το Αυτοκρατορικό Στρατιωτικό Τάγμα του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου (ρωσ. Императорский Военный орден Святого Великомученика и Победоносца Георгия), συνηθέστερα απλώς το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου (ρωσ. Орден Святого Георгия), ήταν το ανώτερο σε αξία στρατιωτικό παράσημο - αριστείο που απονεμόταν για ηρωικές στρατιωτικές πράξεις στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, η οποία και κατέστη Αρχηγός του Τάγματος αυτού στις 26 Νοεμβρίου (7 Δεκεμβρίου) 1769 προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου για τα ανδραγαθήματα των στρατιωτών και αξιωματούχων στα πεδία των μαχών. Το παράσημο καταργήθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, όταν την κυβέρνηση ανέλαβαν οι Μπολσεβίκοι.

Το παράσημο διακρινόταν σε 4 τάξεις: Α΄ Τάξεως (ο μεγαλύτερος σε αξία, μεγαλόσταυρος μετά ταινίας και αστέρος), Β΄ Τάξεως, Γ΄ Τάξεως και Δ΄ Τάξεως (ο μικρότερος σε αξία, του αργυρού ιππότη). Με το παράσημο αυτό βραβεύτηκαν συνολικά 10.000 άνθρωποι. Μόνο 23 από αυτούς έλαβαν το παράσημο Α΄ Τάξεως, ενώ 4 απ' αυτούς κατάφεραν να λάβουν το παράσημο και των τεσσάρων τάξεων. Το παράσημο Α΄ Τάξεως του Τάγματος αυτού έφεραν στη συνέχεια, ως κληρονομικοί αρχηγοί, όλοι οι Τσάροι της Ρωσίας μετά την Αικατερίνη. Το παράσημο Α΄ Τάξεως δόθηκε για εορταστικούς λόγους 2 φορές, στην Αικατερίνη Β΄ ως Αρχηγό του Τάγματος και στον Αλέξανδρο Β΄ για την εκατονταετηρίδα του Τάγματος. Με τη Β΄ Τάξη βραβεύτηκαν 125 στρατιωτικοί. Από το 2000 το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου επανιδρύθηκε ως στρατιωτικό παράσημο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τρικάρηνος Όφις

Ο Τρικάρηνος Όφις (πολυτονικό: Τρικάρηνος Ὄφις, τουρκικά: Yılanlı Sütun / Γιλάνλι Σουτούν) , επίσης γνωστός ως και η στήλη των όφεων, ο τρίποδας των Δελφών, τρικέφαλο φίδι, οφιόσχημη στήλη, ή ο τρίποδας των Πλαταιών, είναι αρχαία ορειχάλκινη στήλη στην περιοχή του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης. Αποτελούσε τη στήριξη ενός αρχαίου ελληνικού χρυσού τρίποδα των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. ο οποίος αρχικά βρισκόταν στους Δελφούς, και αργότερα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α´ το 324. Ο τρίποδας κατασκευάστηκε προς ανάμνηση των Ελλήνων οι οποίοι σκοτώθηκαν πολεμώντας στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) εναντίον των Αχαιμενιδών Περσών κατά τους Περσικούς πολέμους, και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο το μέταλλο που χρησιμοποιήθηκε προήλθε από το λιώσιμο των Περσικών όπλων και λαφύρων. Ο τρίποδας είχε ύψος 8 μέτρα και οι κεφαλές των φιδιών παρέμεναν ακέραιες επάνω στη στήλη ως και τα τέλη του 17ου αιώνα.Τον Δεκέμβριο του 2015 τοποθετήθηκε αντίγραφο της στήλης στην αρχική τοποθεσία στους Δελφούς.

Φέγενορντ

Η Φέγενορντ (ολλανδικά: Feyenoord, ολλανδική προφορά: ˈfɛi̯əˌnɔːrt) είναι ποδοσφαιρικός σύλλογος της Ολλανδίας από την πόλη του Ρότερνταμ. Ιδρύθηκε το 1908 ως Βίλχελμινα, ενώ το 1912 υιοθέτησε το σημερινό όνομα. Έδρα της από το 1937 είναι το Ντε Κάιπ, ενώ ο ύμνος του συλλόγου λέγεται "Χέρι με χέρι".

Είναι μία από τις επιτυχημένες ομάδες της Ολλανδίας, έχοντας κατακτήσει 15 Πρωταθλήματα Ολλανδίας, 13 Κύπελλα και 4 Σούπερ Καπ, ενώ στην Ευρώπη έχει κατακτήσει ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, 2 Κύπελλα ΟΥΕΦΑ καθώς και ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο. Παράλληλα, είναι μία από τις τέσσερις ομάδες που δεν έχουν υποβιβαστεί ποτέ από την Ερεντιβίζιε, μαζί με τον Άγιαξ, την Αϊντχόφεν και την Ουτρέχτη.

Η Φέγενορντ έχει έντονη και μακροχρόνια αντιπαλότητα με τον Άγιαξ, το De Klassieker όπως είναι γνωστό το ντέρμπι στην Ολλανδία. Παράλληλα, έχει αντιπαλότητα και με τις άλλες δύο ομάδες του Ρότερνταμ, την Εξέλσιορ και τη Σπάρτα.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Χρυσός Φοίνικας

Ο Χρυσός Φοίνικας (γαλλικά : Palme d'or) είναι το υψηλότερο βραβείο που απονέμεται σε ταινίες που διαγωνίζονται στο Φεστιβάλ των Καννών. Παρουσιάστηκε το 1955 από την οργανωτική επιτροπή.

Από το 1939 ως το 1954, το υψηλότερο βραβείο ήταν το Μεγάλο Βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών.Την περίοδο από το 1964 έως το 1974 είχε και πάλι μετονομαστεί σε Γκραν Πρι (Μεγάλο Βραβείο) του Διεθνούς Φεστιβάλ Καννών, για να του ξαναδοθεί η ονομασία Χρυσός Φοίνικας από το 1975 και μέχρι σήμερα.

Περιοδικός πίνακας
H   He
Li Be   B C N O F Ne
Na Mg   Al Si P S Cl Ar
K Ca   Sc Ti V Cr Mn Fe Co Ni Cu Zn Ga Ge As Se Br Kr
Rb Sr   Y Zr Nb Mo Tc Ru Rh Pd Ag Cd In Sn Sb Te I Xe
Cs Ba La Ce Pr Nd Pm Sm Eu Gd Tb Dy Ho Er Tm Yb Lu Hf Ta W Re Os Ir Pt Au Hg Tl Pb Bi Po At Rn
Fr Ra Ac Th Pa U Np Pu Am Cm Bk Cf Es Fm Md No Lr Rf Db Sg Bh Hs Mt Ds Rg Cn Nh Fl Mc Lv Ts Og
Αλκαλιμέταλλα Αλκαλικές γαίες Λανθανίδες Ακτινίδες Στοιχεία μετάπτωσης Άλλα μέταλλα Μεταλλοειδή Άλλα αμέταλλα Αλογόνα Ευγενή Αέρια
Ενώσεις χρυσού

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.