Φιλοσοφία

Φιλοσοφία είναι η επιστήμη που ασχολείται με ερωτήματα, προβλήματα ή απορίες που μπορούμε να αποκαλέσουμε οριακά, θεμελιώδη, ή έσχατα, όπως αυτά της ύπαρξης, γνώσης, αξίας, αιτίας, γλώσσας και του νου. Ξεχωρίζει από άλλους τρόπους αντιμετώπισης των παραπάνω προβλημάτων, από την κριτική και γενικώς συστηματική προσέγγιση των θεμάτων και την οικοδόμησή της πάνω σε λογικές εξηγήσεις.

Η λέξη φιλοσοφία ετυμολογικώς είναι σύνθετη και προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό φιλείν (αγαπώ) και τη λέξη σοφία, δηλαδή αγάπη για τη σοφία. Τον όρο εισήγαγε ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος και μαθηματικός, Πυθαγόρας. Η φιλοσοφία μάς ανοίγει νέους δρόμους και αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που πιθανώς ξεπερνούν τις ανθρώπινες γνωστικές δυνατότητες, βοηθώντας στη διερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης σκέψης, ακόμα και όταν δεν φτάνει σε κάποιο αποτέλεσμα ο επαγωγικός της προβληματισμός. Δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι φιλοσοφία είναι σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη και τις δυνατότητες της.

Γενικώς θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς ότι φιλοσοφική σκέψη είναι η διανοητική διερεύνηση βαθέων ερωτημάτων για τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και τη θέση του σ’ αυτόν. Η φιλοσοφία δεν αρκείται στην ανάλυση της πραγματικότητας του εμπειρικού κόσμου, αλλά διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του. Ένας φιλόσοφος δεν αρκείται στο να διατυπώσει πώς έχουν τα πράγματα, αλλά προχωρά και σε συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να είναι. Οι εκάστοτε φιλόσοφοι, σύμφωνα με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσάπτουν στη φιλοσοφία, δημιουργούν και το ανάλογο φιλοσοφικό ρεύμα.

Φιλοσοφία είναι η νοητική αναζήτηση των πρώτων αρχών και των πρώτων αιτιών που συνιστούν την πραγματικότητα του νύν παρόντος κόσμου.

Εύρος της φιλοσοφίας

Ο Μπέρτραντ Ράσελ διατυπώνει τη θέση πως η φιλοσοφία είναι μια αστείρευτη δεξαμενή γνώσεων. Επομένως, όπως έχει αποδειχθεί άλλωστε ιστορικά, η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των επιστημών, o κορμός της διεπιστημονικής γνώσης, ο άσβεστος πόθος αναζήτησης της γνώσης και της σοφίας. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι σύγχρονες θετικές επιστήμες (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Ιατρική, Αστρονομία κ.α.) αλλά και μεταγενέστερες θεωρητικές (Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Κοινωνιολογία κ.α.) ξεπήδησαν από το φιλοσοφικό στοχασμό.

Παρόλο το εύρος της έννοιάς της δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι πρόκειται για επιστήμη (και μάλιστα τη "μητέρα" επιστήμη όπως είδαμε). Επομένως η μέθοδος ενός στοχασμού, ώστε αυτός να ονομασθεί φιλοσοφικός πρέπει να τηρεί συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και στάδια. Αυτά τα στάδια είναι εκείνα της Παρατηρήσεως, της Υποθέσεως, του Πειράματος, της Απόδειξης και της Επαναλήψεως. Ο φιλοσοφικός στοχασμός απαραίτητα πρέπει να εγκολπώνει την επιστημονική αποδεικτική διαδικασία.

Κλάδοι της φιλοσοφίας

Η Φιλοσοφία διαιρείται στους ως κάτωθι κλάδους:

  • Ηθική ονομάζεται ο τομέας της Φιλοσοφίας που διερευνά ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να ζει ο άνθρωπος, ενώ δευτερευόντως, διερευνά το κατά πόσον μια τέτοια ερώτηση μπορεί πράγματι να απαντηθεί. Οι κύριοι κλάδοι της Ηθικής Φιλοσοφίας είναι η Μετα-ηθική, η Φορμαλιστική Ηθική και η Εφαρμοσμένη Ηθική.
  • Αισθητική ονομάζεται ο τομέας που ασχολείται με τη μελέτη και αντίληψη της ομορφιάς, της Τέχνης, της αναψυχής, θεμάτων γούστου και αισθημάτων, γενικώς με τον ορισμό του ωραίου, του αρμονικού και των αντιστρόφων τους.
  • Γνωσιολογία ονομάζεται ο κλάδος που διερευνά τα όρια, την προέλευση και την ποιότητα της ανθρώπινης γνώσης.
  • Μεταφυσική ονομάζεται ο τομέας που ασχολείται με το επέκεινα, με εκείνο που η εμπειρία δεν μας αποκαλύπτει. (Δεν πρέπει να συγχέεται με εξωεπιστημονικούς κλάδους όπως η Παραφυσική). Μελετά τη φύση της πραγματικότητας, περιλαμβάνοντας τη σχέση μεταξύ νου και σώματος, ουσίας, γεγονότος και αιτίας. Παραδοσιακοί κλάδοι της είναι η Κοσμολογία και η Οντολογία.
  • Επιστημολογία ονομάζεται ο τομέας που ασχολείται με τη φύση και το σκοπό της γνώσης, καθώς και αν η γνώση είναι δυνατή. Μεταξύ των κεντρικών προβληματισμών της είναι οι φιλοσοφικές προκλήσεις που θέτει ο Σκεπτικισμός και οι σχέσεις μεταξύ αλήθειας, πίστης και αιτιολόγησης.
  • Πολιτική Φιλοσοφία είναι η μελέτη των θεσμών διακυβέρνησης και των σχέσεων ατόμων (ή οικογενειών και φατριών) με κοινότητες, όπως το κράτος. Περιλαμβάνει ερωτήματα για τη δικαιοσύνη, το νόμο, την περιουσία, καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών. Η Πολιτική Φιλοσοφία και η Ηθική αποτελούν παραδοσιακά αλληλένδετους τομείς, καθώς και οι δύο περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα τού τι είναι καλό και πώς πρέπει να διαβιούν οι άνθρωποι με σκοπό τη συνεχή προαγωγή των ανθρώπινων κοινωνιών.
  • Λογική είναι η μελέτη των έγκυρων διαλεκτικών φορμών. Ξεκινώντας στα τέλη του 19ου αιώνα, μαθηματικοί όπως ο Γκότλομπ Φρέγκε εστίασαν στη μαθηματική προσέγγιση της Λογικής, η οποία σήμερα χωρίζεται σε δύο ευρείς κλάδους: τη Μαθηματική Λογική και τη λεγόμενη Φιλοσοφική Λογική.
  • Φιλοσοφία της γλώσσας είναι αυτή που ερευνά θέματα της φύσης, καταγωγής και χρήσης της γλώσσας
  • Φιλοσοφία της Θρησκείας είναι ο κλάδος της Φιλοσοφίας που ασχολείται με τη μελέτη προβλημάτων της θρησκείας.

Όλοι οι παραπάνω κλάδοι διαιρούνται σε αρκετές υπο-ενότητες.

Φιλόσοφοι

Δυτική Φιλοσοφία

Αρχαίοι Έλληνες

Αρχαίοι Ρωμαίοι

Φιλόσοφοι στον Μεσαίωνα

Φιλόσοφοι της Αναγγένησης

Φιλόσοφοι του Διαφωτισμού

Φιλόσοφοι του 19ου αιώνα

Φιλόσοφοι του 20ού αιώνα

Sughrat
Αραβικό χειρόγραφο του 13ου αιώνα που απεικονίζει τον Σωκράτη σε διάλογο με τους μαθητές του.
Ασπασία

Η Ασπασία (περ. 470 – περ. 400 π.Χ. ) καταγόταν από τη Μίλητο και ήταν διάσημη για το δεσμό που διατηρούσε με τον επιφανή Αθηναίο πολιτικό Περικλή. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή της. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της στην Αθήνα και υπάρχει η πιθανότητα να επηρέασε, διαμέσου του Περικλή, την πολιτική του αθηναϊκού κράτους. Στο όνομά της αναφέρονται στα έργα τους οι Πλάτων, Αριστοφάνης, Ξενοφών και άλλοι συγγραφείς της εποχής.

Ορισμένοι από αυτούς υποστηρίζουν πως η Ασπασία διατηρούσε οίκο ανοχής, ενώ ήταν πόρνη και η ίδια. Ωστόσο οι σύγχρονοι μελετητές είναι επιφυλακτικοί ως προς αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι πρόκειται για ισχυρισμό συγγραφέων (μεταξύ αυτών και κωμικοί ποιητές) που ως στόχο είχαν τη δυσφήμιση του Περικλή. Ορισμένοι μελετητές αμφισβητούν ακόμη και την παράδοση βάσει της οποίας η Ασπασία ήταν εταίρα, θεωρώντας πως στην πραγματικότητα το ζεύγος ήταν παντρεμένο. Η Ασπασία απέκτησε με τον Περικλή ένα γιο, ο οποίος επίσης ονομάστηκε Περικλής. Ο τελευταίος αργότερα έγινε στρατηγός του αθηναϊκού στρατού και εκτελέστηκε μετά τη Ναυμαχία των Αργινουσών. Μετά το θάνατο του Περικλή του Πρεσβύτερου, πιστεύεται πως η Ασπασία έγινε εταίρα του Λυσικλή, ενός άλλου Αθηναίου πολιτικού και στρατιωτικού.

Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία

Ο όρος δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή των βυζαντινών χρόνων που είναι γραμμένη σε μη λόγια γλώσσα. Οι απαρχές της χρήσης στη λογοτεχνία μιας γλώσσας που πλησιάζει την κοινή εντοπίζονται στον 12ο αι., σε κείμενα όπως ο Διγενής Ακρίτας και τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα. Ο όρος «βυζαντινή» στα σχετικά εγχειρίδια χρησιμοποιείται συνήθως με μια σημασία κάπως ευρύτερη από τα αυστηρά χωρικά και χρονικά όρια της βυζαντινής αυτοκρατορίας και συμπεριλαμβάνει και έργα που γράφτηκαν σε περιοχές που είχαν περιέλθει σε δυτική κυριότητα (όπως το Χρονικό του Μορέως και την πρώιμη κρητική λογοτεχνία).

Το μεγαλύτερο τμήμα των λογοτεχνικών κειμένων που σώζονται είναι έμμετρα, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Τα δημοφιλέστερα είδη, με ποσοτικά κριτήρια, ήταν έμμετρες μυθοπλαστικές αφηγήσεις, ερωτικού ή αλληγορικού περιεχομένου.

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Ελευθεροτεκτονισμός

Ο ελευθεροτεκτονισμός (γνωστός και ως μασονία ή τεκτονισμός) είναι παγκόσμιο σύστημα αδελφοτήτων, που ξεκίνησε κατά τα τέλη του 16ου/αρχές του 17ου αιώνα και αριθμεί γύρω στα 5 εκατομμύρια μέλη. Οι επιμέρους αδελφότητες, των οποίων η σχέση και μεταξύ τους σύνδεση κυμαίνεται, έχουν ως κοινά στοιχεία κάποιες εθιμοτυπικές διαδικασίες (όπως τη χρήση ιεραρχίας και συγκεκριμένα σύμβολα) και την αναγκαιότητα κάθε μέλος να πιστεύει σε κάποια ανώτερη δύναμη ή Θεό.

Προσδιορίζεται, επίσης, ως το σώμα των διδασκαλιών και πρακτικών της μυστικής αδελφότητας των Αρχαίων και Αποδεδεγμένων Τεκτόνων, ένα «ιδιότυπο σύστημα ηθικής κεκαλυμμένο δια αλληγοριών και εικονιζόμενο δια συμβόλων». Άλλοι όροι που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της αδελφότητας, αλλά είναι ευρύτερη η έννοια τους, είναι Μασονία και Τεκτονισμός. Σύμφωνα με τη μυθολογία των Ελευθεροτεκτόνων, οι ρίζες της αδελφότητας τους ανάγονται στην εποχή της ανέγερσης του Ναού του Σολομώντος. Ο ελευθεροτεκτονισμός στη σύγχρονη εποχή υφίσταται ως παγκόσμια αδελφότητα με περίπου 5 εκατομμύρια μέλη ανά την υφήλιο. Μέλη της αδελφότητας μπορούν να γίνουν άνδρες ενήλικοι, με ορθή κρίση, έντιμοι και ελεύθεροι, υπό την προϋπόθεση ότι πιστεύουν σε ένα Υπέρτατο Ον και την αθανασία της ψυχής. Ο ελευθεροτεκτονισμός στις διάφορες μορφές του διατηρεί σταθερές τις θεμελιώδεις αξίες του και την πίστη στο Υπέρτατο Ον.

Η συντεχνία είναι οργανωμένη σε μεγάλες στοές - που σε κάποιες περιπτώσεις ονομάζονται και Μεγάλες Ανατολές- με διοικητική αυτοτέλεια και επιμεριζόμενες σε επαρχιακές στοές, η κάθε μία από τις οποίες με τη σειρά της χωρίζεται σε σεπτές στοές. Οι μεγάλες στοές αναγνωρίζουν η μία την άλλη ως Κανονικές ή μη και αντίστοιχα τα μέλη τους αναγνωρίζονται μεταξύ τους ως αποδεδεγμένα ή όχι. Τα παράλληλα Τεκτονικά Σώματα είναι ανεξάρτητα από τη μεγάλη στοά, αλλά μέλη τους γίνονται μόνο διδάσκαλοι ελευθεροτέκτονες.

Υπάρχουν, βεβαίως και τεκτονικές οργανώσεις οι οποίες έχουν διατηρήσει ακέραια την παραδοσιακότητα του αρχαίου τεκτονισμού, λειτουργούν με αυθεντικά τυπικά, και ενδιαφέρονται μόνον για τη βελτίωση του ανθρώπου και διαμέσου αυτής για τη βελτίωση της κοινωνίας. Αυτές οι τεκτονικές οργανώσεις, συνήθως λειτουργούν αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, δεν εμπλέκονται σε διαμάχες αφού ασχολούνται μόνον με την ονομαζόμενη "Λάξευση του ακατέργαστου λίθου της ύπαρξής μας".

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Ο Ερνέστο Γκεβάρα (Ernesto Guevara , Ροσάριο, Αργεντινή, 14 Ιουνίου 1928 – Λα Ιγκέρα, Βολιβία, 9 Οκτωβρίου 1967), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα (ισπανική προφορά: [ˈtʃe ɣeˈβaɾa]) ή απλά Τσε, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής Μαρξιστής-Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε.

Όπως και ο Μάο Τσε Τούνγκ, ο Ερνέστο Γκεβάρα ανέπτυξε θεωρίες πάνω στη στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου ανταρτοπολέμου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες στην πράξη.

Ιάννης Ξενάκης

Ο Ιάννης Ξενάκης (29 Μαΐου 1922 – 4 Φεβρουαρίου 2001) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Iannis Xenakis. Οι πρωτοποριακές συνθετικές μέθοδοι που ανέπτυξε συσχέτιζαν τη μουσική και την αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και τη φυσική, μέσω της χρήσης μοντέλων από τη θεωρία των συνόλων, τη θεωρία των πιθανοτήτων, τη θερμοδυναμική, τη Χρυσή Τομή, την ακολουθία Φιμπονάτσι κ.ά. Παράλληλα, οι φιλοσοφικές του ιδέες για τη μουσική έθεσαν καίρια το αίτημα για ενότητα φιλοσοφίας, επιστήμης και τέχνης, συμβάλλοντας στο γενικότερο προβληματισμό για την κρίση της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής των δεκαετιών του 1950 και 1960. Οι ιδέες του θεωρείται ότι υπήρξαν προσκείμενες με τα κομμουνιστικά ιδεώδη.

Ιδεολογία

Ιδεολογία είναι μια οργανωμένη συλλογή ιδεών. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Κόμη Antoine Destutt de Tracy στα τέλη του 18ου αιώνα για να ορίσει μια «επιστήμη των ιδεών». Ως ιδεολογία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένα συνολικό όραμα, ένας τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων (σύγκρινε με κοσμοθεωρία), στην κοινή λογική και σύμφωνα με διάφορες φιλοσοφικές τάσεις (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών ιδεολογιών), ή ένα σύνολο ιδεών που προτείνει μια κοινωνική τάξη για όλη την κοινωνία. Ο βασικός στόχος μιας ιδεολογίας είναι να φέρει αλλαγή στην κοινωνία μέσω μιας ρυθμιστικής διαδικασίας (πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος). Οι ιδεολογίες έχουν την τάση να περιλαμβάνουν αφηρημένες έννοιες προς εφαρμογή στον πραγματικό κόσμο και για τον λόγο αυτό συναντώνται πολύ συχνά στο πεδίο της πολιτικής.

Ιστορία της βιολογίας

Η ιστορία της βιολογίας αποτυπώνει τη μελέτη του έμβιου κόσμου από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια. Παρόλο που η έννοια της βιολογίας ως ένα ενιαίο συνεκτικό πεδίο αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες προέκυψαν από τις ιατρικές παραδόσεις και τη φυσική ιστορία που φτάνουν έως την αρχαία αιγυπτιακή ιατρική και τα έργα του Αριστοτέλη και του Γαληνού στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο. Περαιτέρω ανάπτυξη ήρθε στο μεσαίωνα από μουσουλμάνους γιατρούς και λόγιους όπως ο Αλ Γιασίζ, ο Αβικέννας, ο Ιμπν Ζουχρ, ο Ιμπν αλ Μπαϊτάρ και ο Ιμπν αλ Νάφις. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αναγέννησης και της πρώιμης σύγχρονης εποχής επήλθε επανάσταση στη βιολογική σκέψη από το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον εμπειρισμό και την ανακάλυψη πολλών νέων οργανισμών. Εξέχουσες μορφές ήταν ο Βεσάλιος και ο Ουίλιαμ Χάρβεϊ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον πειραματισμό και την προσεκτική παρατήρηση στην φυσιολογία, καθώς και φυσιοδίφες όπως ο Κάρολος Λινναίος και ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ οι οποίοι ξεκίνησαν τη συστηματική ταξινόμηση της ζωής και του αρχείου απολιθωμάτων, καθώς και της ανάπτυξης και συμπεριφοράς των οργανισμών. Η μικροσκοπία αποκάλυψε τον προηγουμένως άγνωστο κόσμο των μικροοργανισμών και έθεσε το υπόβαθρο για την κυτταρική θεωρία. Η αυξανόμενη σημασία της φυσικής θεολογίας, εν μέρει απήχηση του μηχανιστικού υλισμού, προήγαγε την ανάπτυξη της φυσικής ιστορίας (παρόλο που παραβίαζε το τελεολογικό επιχείρημα).

Το 18ο και 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες, όπως η βοτανική και η ζωολογία κατέστησαν αυξανόμενα επαγγελματικοί επιστημονικοί κλάδοι. Ο Λαβουαζιέ και άλλοι φυσικοί επιστήμονες άρχισαν να συνδέουν τον έμψυχο με του άψυχο κόσμο, μέσω της φυσικής και της χημείας. Εξερευνητές φυσιοδίφες όπως ο Αλεξάντερ φον Χούμπολντ ερεύνησαν την αλληλεπίδραση των οργανισμών με το περιβάλλον τους και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η σχέση εξαρτάται από την γεωγραφία, θέτοντας τα θεμέλια της βιογεωγραφίας, της οικολογίας και της ηθολογίας. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να απορρίπτουν την ουσιοκρατία και να εξετάζουν τη σημασία της εξαφάνισης και της μεταλλαξιμότητας των ειδών. Η κυτταρική θεωρία παρείχε νέα προοπτική στην θεμελιώδη βάση της ζωής. Αυτές οι εξελίξεις, καθώς και αποτελέσματα από την εμβρυολογία και την παλαιοντολογία συντέθηκαν στη θεωρία της Εξέλιξης δια της φυσικής επιλογής του Κάρολου Δαρβίνου. Το τέλος του 19ου αιώνα σήμανε το τέλος της θεωρίας της αυτόματης γένεσης και την ανάπτυξη της μικροβιακής θεωρίας, παρόλο που ο μηχανισμός της κληρονομικότητας παρέμενε άγνωστος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η επανανακάλυψη του έργου του Γκρέγκορ Μέντελ οδήγησε στη ραγδαία ανάπτυξη της γενετικής από τον Τόμας Χαντ Μόργκαν (Thomas Hunt Morgan) και τους φοιτητές του, και από τη δεκαετία του 1930 στο συνδυασμό της γενετικής των πληθυσμών και της φυσικής επιλογής στη «νεοδαρβινική σύνθεση». Εξελίχθηκαν ραγδαία νέοι τομείς, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της δομής του DNA από τους Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ. Μετά την καθιέρωση του κεντρικού δόγματος και την ανάγνωση του γενετικού κώδικα, η βιολογία χωρίστηκε σε δύο κύριες ομάδες πεδίων, την οργανική βιολογία — τα πεδία που μελετούν ολόκληρους οργανισμούς και ομάδες οργανισμών — και τα πεδία που σχετίζονται με την κυτταρική και μοριακή βιολογία. Στα τέλη του 20ού αιώνα, νέα πεδία, όπως η πρωτεωμική και η γενωμική, ανέστρεψαν αυτό το κλίμα, καθώς οι οργανικοί βιολόγοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τεχνικές της μοριακής βιολογίας, και μοριακοί και κυτταρικοί βιολόγοι να μελετούν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος, καθώς τη γενετική φυσικών πληθυσμών οργανισμών.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση, γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803 οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις Ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

Λουί Λαμπέρ

Ο Λουί Λαμπέρ (γαλλικά:Louis Lambert, προφορά:[lui lãber]) είναι μυθιστόρημα του Γάλλου μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ (1799-1850), το οποίο γράφτηκε το 1832. Ανήκει στην ενότητα των έργων του «Φιλοσοφικές σπουδές» (Études philosophiques) της σειράς μυθιστορημάτων του Η ανθρώπινη κωμωδία. Η πλοκή του μυθιστορήματος στο μεγαλύτερο μέρος της εκτυλίσσεται σε ένα σχολείο της γαλλικής κωμόπολης Βαντόμ (Vendôme) και αναφέρεται στη ζωή και τις θεωρίες ενός ιδιοφυούς παιδιού, που ενθουσιάζεται από τον Σουηδό φιλόσοφο Εμάνουελ Σβέντενμποργκ (1688-1772).

O Μπαλζάκ έγραψε το Λουί Λαμπέρ το καλοκαίρι του 1832, την περίοδο που έμεινε με τους φίλους του στον Πύργο του Σασσέ. Δημοσιεύτηκε σε τρεις συνολικά εκδόσεις με τρεις διαφορετικούς τίτλους. Το μυθιστόρημα περιέχει μια ελάχιστη μόνον πλοκή και στο μεγαλύτερο μέρος του δίνει έμφαση στις μεταφυσικές ιδέες του ιδιοφυούς του πρωταγωνιστή και του μοναδικού του φίλου (ο οποίος, τελικά, φαίνεται να είναι ο ίδιος ο Μπαλζάκ). Παρόλο που το μυθιστόρημα δεν είναι τυπικό παράδειγμα του ρεαλιστικού στυλ, για το οποίο ο Μπαλζάκ φημιζόταν, παρέχει ενδιαφέρουσα εικονογράφηση της προσωπικής του παιδικής ηλικίας. Ειδικές λεπτομέρειες και γεγονότα σχετιζόμενα με τη ζωή του συγγραφέα – που περιλαμβάνουν τιμωρίες και τον κοινωνικό του οστρακισμό – υποδηλώνουν ότι το βιβλίο, στην πραγματικότητα, είναι τόσο φαντασιούργημα όσο και αυτοβιογραφία.

Όταν ήταν φοιτητής στην Βαντόμ, ο Μπαλζάκ έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο Πραγματεία περί θέλησης, το οποίο περιγράφεται στο μυθιστόρημα ως έργο του Λουί Λαμπέρ. Το δοκίμιο αυτό σχολιάζει την φιλοσοφία του Σβέντενμποργκ και άλλων, αν και ο Μπαλζάκ στην πραγματικότητα δεν εξετάζει σοβαρά αυτές τις έννοιες πριν την ύστερη περίοδο της ζωής του. Μεταξύ των ιδεών που αναλύονται στο δοκίμιο και αλλού στο μυθιστόρημα είναι, για παράδειγμα, ο διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ύπαρξης, ο ρόλος των αγγέλων, η πνευματική μάθηση αλλά ακόμη και η σχέση μεταξύ της ιδιοφυΐας και της τρέλας.

Αν και οι κριτικοί υποδέχθηκαν με δυσμένεια το μυθιστόρημα, ο Μπαλζάκ διαρκώς είχε την γνώμη ότι προσέφερε μια αξιόλογη άποψη για την φιλοσοφία, κυρίως για την μεταφυσική. Καθώς αυτός σταθεροποιούσε τη βασική δομή του έργου Ανθρώπινη Κωμωδία, αποφάσισε να εντάξει τον Λουί Λαμπέρ στην ενότητα Φιλοσοφικές σπουδές. Ο συγγραφέας εκ νέου μεταχειρίστηκε τα ίδια θέματα στο μεταγενέστερο διήγημά του Σεραφίτα, σχετικά με ένα χωρίς φύλο αγγελικό πλάσμα.

Μπάουχαους

Το Μπαουχάους (γερμ. Staatliches Bauhaus ή Bauhaus) ήταν καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική σχολή που ιδρύθηκε από τον Βάλτερ Γκρόπιους και λειτούργησε κατά την περίοδο 1919-1933 στη Γερμανία, και έγινε διάσημη για την προσέγγιση του σχεδιασμού που δημοσιοποίησε και δίδασκε.

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών (πρωτότυπος τίτλος: The Lion King) είναι αμερικάνικη ταινία κινουμένων σχεδίων που κυκλοφόρησε το 1994, με εταιρεία παραγωγής την Walt Disney Animation Studios και διανομή από την Walt Disney Pictures. Αποτελεί την 32η ταινία μεγάλου μήκους της σειράς Disney. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα βασίλειο λιονταριών στην Αφρική και είναι επηρεασμένη από τον Άμλετ του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Η ταινία ανήκει στην περίοδο που είναι γνωστή ως Αναγέννηση της Disney. Ο Βασιλιάς των Λιονταριών σκηνοθετήθηκε από τους Ρότζερ Άλερς και Ρομπ Μίνκοφ, ενώ παραγωγός ήταν ο Ντον Χαν. Το σενάριο ανήκει στους Αϊρίν Μέκι, Τζόναθαν Ρόμπερτς και Λίντα Γούλβερτον. Τα τραγούδια της ταινίας συνέθεσε ο Έλτον Τζον σε στίχους του Τιμ Ράις, ενώ την μουσική έγραψε ο Χανς Ζίμερ. Τις φωνές τους στους χαρακτήρες έδωσαν οι Μάθιου Μπρόντερικ, Τζέιμς Ερλ Τζόουνς, Τζέρεμι Άιρονς, Τζόναθαν Τέιλορ Τόμας, Μόιρα Κέλι, Νέιθαν Λέιν, Έρνι Σαμπέλα, Ρόουαν Άτκινσον, Ρόμπερτ Γκιγιόμ, Ματζ Σίνκλερ, Γούπι Γκόλντμπεργκ, Τσιτς Μάριν και Τζιμ Κάμινγκς.

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών διηγείται την ιστορία του Σίμπα, ενός μικρού λιονταριού που θα διαδεχθεί τον πατέρα του, Μουφάσα, ως βασιλιάς της σαβάνας. Ωστόσο, μετά τη δολοφονία του Μουφάσα από τον θείο του Σίμπα, Σκαρ, ο Σίμπα χειραγωγείται στο να πιστεύει ότι είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα του και το σκάει εξόριστος από ντροπή και απόγνωση. Μετά την ωρίμανσή του και, μεγαλώνοντας με δύο αργόσχολους, ο Σίμπα βλέπει τα πράγματα με μια νέα ματιά, μετά και τις συζητήσεις με την παιδική του φίλη, Νάλα, και τον σαμάνο της σαβάνας, Ραφίκι, επιστρέφει στο Βασίλειό του για να προκαλέσει τον Σκαρ και να τελειώσει την τυραννία του.

Η δημιουργία του Βασιλιά των Λιονταριών ξεκίνησε το 1988 κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης μεταξύ των Τζέφρι Κάτζενμπεργκ, Ρόι Ε. Ντίσνεϋ και Πίτερ Σνάιντερ, ενώ προωθούσαν την ταινία Ο Όλιβερ και η παρέα του στην Ευρώπη. Ο Τόμας Ντις έγραψε ένα πρώτο δείγμα και η Γούλβερτον ανέπτυξε τα πρώτα σενάρια καθώς ο Τζόρτζ Σκρίμπνερ υπέγραψε ως σκηνοθέτης, με τον Άλερς να προστίθεται αργότερα. Η παραγωγή ξεκίνησε το 1991 ταυτόχρονα με την ταινία Ποκαχόντας. Λίγο καιρό αφότου το προσωπικό ταξίδεψε στο Εθνικό Πάρκο Hell's Gate στην Κένυα για να μαζέψει πληροφορίες για το σκηνικό της ταινίας και τα ζώα, ο Σκρίμπνερ αποχώρησε από την παραγωγή της ταινίας, διαφωνώντας με την απόφαση να μετατρέψουν την ταινία σε μιούζικαλ, και αντικαταστάθηκε από τον Μίνκοφ. Όταν ο Χαν εντάχθηκε στην ταινία, ήταν δυσαρεστημένος με το σενάριο και η ιστορία γρήγορα ξαναγράφτηκε. Περίπου 20 λεπτά ακολουθίας σχεδίων έγινε στα στούντιο της Disney στη Φλόριντα. Σε αρκετές σκηνές χρησιμοποιήθηκε επεξεργασία σε υπολογιστή, κυρίως στην άτακτη φυγή του κοπαδιού των γκνου.

Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 15 Ιουνίου 1994, αποσπώντας θετικές κριτικές, που επαινούσαν την ταινία για τη μουσική της, την ιστορία της και το σχεδιασμό της. Τελείωσε τις προβολές της ως η μεγαλύτερη σε εισπράξεις ταινία του 1994 και δεύτερη όλων των εποχών. Ο Βασιλιάς των Λιονταριών πήρε δύο βραβεία Όσκαρ για τη μουσική και μία Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία «Καλύτερη Ταινία - Μιούζικαλ ή Κωμωδία».

Η ταινία οδήγησε σε πολλές συμπληρωματικές δουλειές, όπως το μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ, δύο ταινίες που κυκλοφόρησαν απευθείας σε βίντεο — τη συνέχεια της πρώτης ταινίας το 1998 με τον τίτλο Ο Βασιλιάς των Λιονταριών II: Το Βασίλειο του Σίμπα και μια ταινία το 2004, που συγκεντρώνεται στους χαρακτήρες του Τιμόν και του Πούμπα και διαδραματίζεται πριν/παράλληλα/μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, με τίτλο Ο Βασιλιάς των Λιονταριών 3: Χακούνα Ματάτα — δύο σειρές στην τηλεόραση (Τιμόν & Πούμπα και Η Φρουρά των Λιονταριών) και μια επανακυκλοφορία σε 3D το 2011.

Το 2016, η ταινία επιλέχθηκε από τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου για διατήρηση στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου ως «πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντική». Μια live-action προσαρμογή της ταινίας με εικονογράφηση σε υπολογιστή (CGI) και σκηνοθεσία Τζον Φαβρό, είναι προγραμματισμένη να κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 19 Ιουλίου 2019.

Πληροφορική

Πληροφορική ονομάζεται η επιστήμη του επιτελεστικού λόγου, δηλαδή του λόγου (σε διάφορες μορφές) με τη βοήθεια του οποίου είναι εφικτή η επιτέλεση (εκτέλεση) ενεργειών που προκαλούν μεταβολές στον φυσικό κόσμο ή στον τρόπο λειτουργίας τεχνολογικών συσκευών διατάξεων και συστημάτων. Ειδικότερα, η Πληροφορική είναι θετική και εφαρμοσμένη επιστήμη και ερευνά τις τεχνολογικές εφαρμογές σε αυτοματοποιημένα υπολογιστικά συστήματα, από τη σκοπιά της σχεδίασης, της ανάπτυξης, της υλοποίησης, της διερεύνησης, της ανάλυσης και της προδιαγραφής τους. την απόκτηση, την εκπροσώπηση, την επεξεργασία, την αποθήκευση, την επικοινωνία και την πρόσβαση στις πληροφορίες.

Τα εν λόγω υπολογιστικά συστήματα συνήθως είναι ηλεκτρονικές και ψηφιακές συσκευές, όμως τυπικά αυτό δεν είναι απαραίτητο αφού έχουν υπάρξει και μηχανικοί ή κβαντικοί υπολογιστές. Καθώς τα δεδομένα εισόδου, τα οποία ένας αλγόριθμος επεξεργάζεται, και τα δεδομένα εξόδου, τα οποία παράγει μετά την επεξεργασία και τη λήξη των υπολογισμών, αποτελούν κωδικοποιημένες πληροφορίες, η πληροφορική μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή ως η επιστήμη που ερευνά θεωρητικές μεθόδους και πρακτικούς μηχανισμούς διαχείρισης πληροφοριών. Η τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνίας άρχισε να λαμβάνει χώρα ευρέως μετά το 1970, με αποτέλεσμα σημαντικές κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές σε διεθνές επίπεδο.

Η αυτοματοποιημένη υλοποίηση των μεθόδων της πληροφορικής βασίστηκε από την πρώτη στιγμή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Η/Υ). Ωστόσο, αυτή έχει έναν ευρύτερο σκοπό που δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες τεχνολογικές επιλογές. Για παράδειγμα, ο αλγόριθμος της δυαδικής αναζήτησης μπορεί να εφαρμοστεί και σε τηλεφωνικό κατάλογο «χειρωνακτικά», από έναν άνθρωπο χωρίς τη βοήθεια υπολογιστή ο οποίος εκτελεί τους σχετικούς υπολογισμούς με τον νου του, ενώ ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και σε σήματα καπνού - όχι μόνο σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Αναλόγως με το επίπεδο αφαίρεσης, μπορεί να μελετηθεί είτε ανεξάρτητα από τις τεχνολογικές της συνιστώσες, είτε ως ένα ενιαία με αυτές επιστήμη. Επίσης, με την πληροφορική σχετίζεται και η διερεύνηση φυσικών διεργασιών επεξεργασίας πληροφοριών (βλ. γνωσιακή επιστήμη).

Η πληροφορική δεν πρέπει να συγχέεται με τη θεωρία πληροφορίας, ένα πεδίο των εφαρμοσμένων μαθηματικών, ή τη βιβλιοθηκονομία και επιστήμη πληροφόρησης, έναν σύνθετο και πολύ διαφορετικό γνωστικό κλάδο που σχετίζεται με την οργάνωση και διαχείριση βιβλιοθηκών και αυτόματων συστημάτων πληροφόρησης, αξιοποιώντας ορισμένα από τα τεχνολογικά εργαλεία που παρέχει η πληροφορική.

Η αλληλεπίδραση ανθρώπου-υπολογιστή εξετάζει τις προκλήσεις στην κατασκευή των ηλεκτρονικών υπολογιστών, κάνοντας τους υπολογισμούς όσο το δυνατό πιο χρήσιμο, εύχρηστο, και καθολικά προσβάσιμο στους ανθρώπους.

Ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των έντεκα παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα μεταλλικό πλαίσιο στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές, το «τέρμα». Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει ενώ αν καμία ομάδα δεν σκοράρει ή και οι δύο ομάδες καταλήξουν στο τέλος του παιχνιδιού με την ίδια βαθμολογία σε σκορ τότε το παιχνίδι λήγει ισόπαλο.

Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη. Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.

Σίγκμουντ Φρόυντ

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud, Γερμανική προφορά: [ˈziːkmʊnt ˈfrɔʏt], γεννημένος ως Σίγκισμουντ Σλόμο Φρόυντ, 6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939) ήταν Αυστριακός ιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα που μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, την απώθηση και την παιδική σεξουαλικότητα.

Οι επιστημονικές θεωρίες του Φρόυντ και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα καινοτόμες και αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Ωστόσο και σήμερα συνεχίζουν να εγείρουν έντονο προβληματισμό και αντιπαραθέσεις. Η επίδραση του Φρόυντ δεν περιορίστηκε μόνο στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, αλλά ταυτόχρονα απλώθηκε σε πολλούς τομείς της επιστήμης (ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία) και της τέχνης.

Σαίρεν Κίρκεγκωρ

Ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ (δανικά: Søren Aabye Kierkegaard, Κοπεγχάγη, 5 Μαΐου 1813 – 11 Νοεμβρίου 1855) ήταν Δανός φιλόσοφος και θεολόγος, ποιητής, κοινωνικός κριτικός και θρησκευτικός συγγραφέας, που θεωρείται ευρέως ως ο πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος.

Στο έργο του ο Κίρκεγκωρ άσκησε έντονη κριτική τόσο στην εγελιανή φιλοσοφία της εποχής του όσο και σε πρακτικές της επίσημης Εκκλησίας τις οποίες θεωρούσε ανούσιες και τυπολατρικές. Πολλά από τα έργα του ασχολούνται με θρησκευτικά προβλήματα, όπως με τη φύση της πίστης, τον θεσμό της χριστιανικής Εκκλησίας, τη χριστιανική ηθική και θεολογία και τις απόψεις και τα συναισθήματα των ατόμων όταν αντιμετωπίζουν υπαρξιακές επιλογές. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, το έργο του Κίρκεγκωρ έχει καταταγεί στον χριστιανικό υπαρξισμό και την υπαρξιακή ψυχολογία. Οι ιδέες που έφερε στο φως ο Κίρκεγκωρ έγιναν αιτία έντονων συνειδησιακών διλημμάτων και αυτοκριτικής για τους αναγνώστες του. Στο έργο του Δανού θεολόγου υπογραμμίζεται μια επιτακτική ανάγκη: για να γίνουν γόνιμοι οι καιροί που ζούμε, οφείλουν να απολακτίσουν την πολλή και ποικίλη γνώση προς χάριν της αυτογνωσίας· η εποχή μας πρέπει να σπάσει τα δεσμά της αυθεντίας και του δογματισμού και να γίνει σωκρατική, δηλαδή διαλεκτική. Αυτό μπορεί να συμβεί εφόσον πάψει η αντικειμενικότητα να γίνεται το επίκεντρο στην αναζήτηση της αλήθειας. Η σωκρατική φιλοσοφική σκέψη επηρέασε βαθιά τις ιδέες και τα έργα του. Επίσης, η βασική έννοια της υπαρξιακής αγωνίας για την σωτηρία του ανθρώπου που ανέπτυξε ο Κίρκεγκωρ εμφανίστηκε και ορίστηκε αρχικά από τον Ιωάννη Δαμασκηνό.Τα πρώιμα έργα του τα έγραψε χρησιμοποιώντας διάφορους χαρακτήρες με ψευδώνυμα, οι οποίοι παρουσίαζαν τις διαφορετικές απόψεις τους μέσω πολύπλοκων διαλόγων. Ο Κίρκεγκωρ άφηνε στον κάθε αναγνώστη του να κατανοήσει τη σημασία των έργων του, διότι «το έργο [του αναγνώστη] θα πρέπει να καθίσταται δύσκολο, καθώς μόνο η δυσκολία εμπνέει εκείνον που έχει ευγενή κίνητρα». Ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν εξέφρασε την άποψη ότι ο Κίρκεγκωρ ήταν «με διαφορά, ο πιο εξέχων διανοητής του δέκατου ένατου αιώνα». Αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα που επηρέασε τη σύγχρονη διανόηση.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.