Υπέρυθρη ακτινοβολία

Η υπέρυθρη ακτινοβολία ή υπέρυθρες ακτίνες είναι τμήμα του φάσματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Στο φάσμα τοποθετούνται ως μικρότερη συχνότητα στην προέκταση της κόκκινης ορατής ακτινοβολίας, εξ ου και το όνομα «υπέρυθρες» (υπό του ερυθρού).[Σημ. 1] Το μήκος κύματός τους κυμαίνεται από το 1 χιλιοστό έως τα 700 νανόμετρα, όπου ξεκινά το ορατό φάσμα. Συνήθως εκπέμπονται από όλα τα σώματα που έχουν κάποια θερμοκρασία. Τα σώματα με τη μεγαλύτερη θερμοκρασία εκπέμπουν περισσότερες υπέρυθρες και αντίστροφα τα σώματα που απορροφούν περισσότερες υπέρυθρες αυξάνεται η θερμοκρασία τους. Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται με την ταλάντωση των σωματιδίων από τα οποία αποτελείται, η οποία αφορά τη θερμική ενέργεια του σώματος.

Οι υπέρυθρες ακτίνες μπορούν να γίνουν αντιληπτές από ορισμένους οργανισμούς, όπως οι σκύλοι και τεχνητά με κάμερες, Για το λόγο αυτό υπάρχουν θερμικές κάμερες συμβολίζουν με μπλε και άσπρο θερμό σημείο, ενώ με πράσινο και κόκκινο ψυχρό σημείο. Αυτές οι κάμερες χρησιμοποιούνται και για τον εντοπισμό εμπύρετων ατόμων στα αεροδρόμια, όπως στην πανδημία γρίπης του 2009.

Spectre visible light el
Το φάσμα της ορατής ακτινοβολίας.
Blue infrared light
Οι υπέρυθρες από τη δίοδο led του τηλεκοντρόλ φαίνονται μέσω ψηφιακής κάμερας.

Χρήσεις

Υπέρυθρες ακτίνες χρησιμοποιούνταν για μεταφορά δεδομένων από τα κινητά τηλέφωνα πριν την κυκλοφορία του Bluetooth.

Τηλεκοντρόλ / Τηλεχειριστήριο

Κόλλημα και αφαίρεση αέρα σε προστατευτικα τζαμακια για τηλέφωνα

Σημειώσεις

  1. Αναφέρεται λανθασμένα και ως υπερέρυθρη, ακολουθώντας κατά μία λογική την ορολογία «υπεριώδης». Ενδέχεται όσοι χρησιμοποιούν την ορολογία με το υπέρ να εννοούν με αυτό το «πέραν του» και όχι το μικρότερο ή μεγαλύτερο σε σχέση με τις συχνότητες του ερυθρού και του ιώδους.
1,1,1-τριφθοραιθάνιο

To 1,1,1-τριφθοραιθάνιο είναι οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, υδρογόνο και φθόριο, με χημικό τύπο C2H3F3, αλλά συχνά αποδίδεται με το σύντομο συντακτικό τύπο CH3CF3. Ανήκει στα τριαλαλκάνια. Το καθαρό 1,1,1-τριφθοραιθάνιο, στις «συνηθισμένες συνθήκες», δηλαδή θερμοκρασία 25 °C και πίεση 1 atm, είναι άχρωμο αέριο. Με βάση το χημικό τύπο του έχει ένα (1) ισομερές θέσης, το 1,1,2-τριφθοραιθάνιο. Χρησιμοποιήθηκε ως ψυκτικό, με τους κωδικούς R-143a ή HFC-143a, όταν είναι μόνο του, αλλά πιο συχνά χρησιμοποιήθηκε ως συστατικό σε μίγματα. Αντίθετα με τους φθοροχλωράνθρακες, το 1,1,1-τριφθοραιθάνιο δεν περιέχει άτομα χλωρίου και γι' αυτό δεν καταστρέφει το στρατοσφαιρικό όζον. Έχει, όμως, υψηλή χημική σταθερότητα και η ικανότητά του να απορροφά υπέρυθρη ακτινοβολία το καθιστά ένα ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου. Το 1,1,1-τριφθοραιθάνιο χρησιμοποιήθηκε επίσης ως ένα προωθητικό, σε προϊόντα εμφυαλωμένων αερίων, για τον καθαρισμό ηλεκτρονικού εξοπλισμού.

1800

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1800 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Airbus A310 MRTT

Το Airbus A310 MRTT (αγγλικά: Multi Role Tanker Transport, Μεταφορικό Τάνκερ Πολλαπλών Ρόλων) αποτελεί έκδοση εναέριου ανεφοδιασμού βασισμένη στο Airbus A310, το οποίο προσφερόταν ως στρατιωτικό αεροσκάφος μεταφοράς διακεκριμένων προσώπων (VIP). Η παραλλαγή αυτή έγινε διαμέσου της εγκατάστασης σωλήνα εναέριου ανεφοδιασμού.

Το αεροσκάφος κατασκευάζεται και τροποποιείται από την EADS/Airbus. Η παραλλαγή περιλαμβάνει:

Εγκατάσταση δύο βάσεων AAR, μία κάτω από κάθε φτερό.

Τέσσερις επιπλέον δεξαμενές καυσίμου όπου προσφέρουν 28,000 kg καυσίμου, ανεβάζοντας την συνολική χωρητικότητα του αεροσκάφους σε καύσιμο στα -σχεδόν- 78,000 kg.

Σταθμός Χειρισμού Καυσίμου (FOS-Fuel Operator Station) για τη διαχείριση παροχής καυσίμου, στρατιωτικών επικοινωνιών και εξωτερικού φωτισμού. Για το ρόλο ΜΤΠΡ αναπτύχθηκε σύστημα-βίντεο νυχτερινής όρασης απομακρυσμένης παρακολούθησης για την προσέγγιση και τον εναέριο ανεφοδιασμό. Το σύστημα αυτό αναπτύχθηκε από την εταιρεία VIDAIR, και παρέχει τη δυνατότητα χρήσης τόσο σε συνθήκες ορατού φωτός όσο και στην κοντά-υπέρυθρη ακτινοβολία.

Ενισχυμένα πτερύγια και πάτωμα καμπίνας.

Μικρές τροποποιήσεις θαλάμου διακυβέρνησης.Η Γερμανική Πολεμική Αεροπορία (Luftwaffe) έγινε ο πρώτος πελάτης για το Α310 MRTT με την τροποποίηση των τεσσάρων από τα επτά Α310 που διέθετε. Οι Καναδικές Δυνάμεις παράγγειλαν δύο, μετατρέποντας δύο από τα πέντε Α310. Τα Καναδικά Α310 αποκαλούνται CC-150 Polaris.

Καθώς τα τωρινά MRTT βασίζονται στον εναέριο ανεφοδιασμό κάθετου σωλήνα, η EADS, προκειμένου να συμβαδίζει με τον σωλήνα ανεφοδιασμού τύπου "φράκτη" της Αμερικανικής USAF, επένδυσε $90 εκ. δολάρια ΗΠΑ στην ανάπτυξη νέου σωλήνα ανεφοδιασμού. Πλέον προσφέρουν το A330 MRTT με τον σωλήνα ανεφοδιασμού τύπου "φράκτη".

Ο Ευρωπαϊκός οργανισμός EADS εκμεταλλεύτηκε τις δυσκολίες που συνάντησε η Αμερικανική Boeing με το KC-767 για την USAF. Έτσι έκανε νέα κατάθεση της προσφοράς της, παρόλο που πολλοί ερευνητές αμφισβητούσαν τις δυνατότητες του Α310 MRTT. Ο EADS κέρδισε τις πρόσφατες προκηρύξεις της Βρετανικής RAF και της Αυστραλιανής Πολεμικής Αεροπορίας με το AAR/AT Airbus A330 MRTT.

Το A310 MRTT είναι σημαντικά μικρότερο από το A330 MRTT. Καθώς η παραγωγή του βασίζεται κυρίως σε τροποποιημένα επιβατικά Airbus A310 τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη από διάφορες Πολεμικές Αεροπορίες (επιλογή που ήδη χρησιμοποιήθηκε από την Γερμανία και τον Καναδά). Ως τάνκερ έχει ίδια χωρητικότητα με το KC-135R, αλλά λόγω της φαρδύτερης ατράκτου του είναι πιο ευέλικτο, προσφέροντας σημαντική χωρητικότητα για μεταφορά εξοπλισμού, στρατευμάτων, σημαντικών προσώπων. Το μόνο σημείο στο οποίο υστερεί είναι η αδυναμία του να προσγειωθεί σε μη προετοιμασμένους τροχοδιαδρόμους, κάτι που θα του έδινε τη δυνατότητα να δράσει ως στρατηγικό μεταφορικό αεροσκάφος. H Airbus ελπίζει να πουλήσει Α310 MRTT στις χώρες που χρειάζεται να αντικαταστήσουν τα Boeing 707 που χρησιμοποιούνται ως τάνκερ.

NGC 4945

Ο NGC 4945 ή Caldwell 83 είναι σπειροειδής γαλαξίας στον αστερισμό Κένταυρος. Το ανακάλυψε ο αστρονόμος James Dunlop το 1826. Παρόλο που θεωρούνταν παρόμοιος με τον Γαλαξία μας, η παρατήρησή του με ακτίνες Χ έδειξε πως έχει ασυνήθιστα ενεργό πυρήνα Σίφερτ 2, στον οποίο ενδέχεται να υπάρχει πολύ μεγάλη μαύρη τρύπα. Είναι μια από τις τέσσερις λαμπρότερες πηγές στην άπω υπέρυθρη ακτινοβολία έξω από την τοπική ομάδα γαλαξιών (μαζί με τους Μεσιέ 82, Μεσιέ 83 και τον γαλαξία του Γλύπτη). Στον γαλαξία παρατηρείται επίσης μεγάλος ρυθμός δημιουργίας νέων άστρων.

Έρημος

Η έρημος είναι γεωλογικός σχηματισμός και οικοσύστημα που δέχεται πολύ λίγες βροχοπτώσεις (υετούς). Ως έρημοι ορίζονται οι περιοχές που δέχονται κατά μέσο όρο λιγότερα από 250 χιλιοστά υετού ετησίως, ή περιοχές όπου το νερό που χάνεται στο έδαφος είναι περισσότερο από το νερό που πέφτει από τους υετούς. Στην κλιματική ταξινόμηση Κέππεν (Köppen climate classification system) οι έρημοι κατατάσσονται ως BWh (θερμές έρημοι) ή BWk (ήπιες έρημοι). Στην κλιματική κατάταξη Θορνθγουάιτ (Thornthwaite climate classification system) οι έρημοι κατατάσσονται ως ξηρά μεγαθερμικά κλίματα.

Ίνδιο

Το χημικό στοιχείο ίνδιο (indium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, πτητικό, ελατό και όλκιμο αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 49 και η σχετική ατομική μάζα του 114,818. Το χημικό του σύμβολο είναι «In» και ανήκει στην ομάδα 13 (IIIA, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο p-block. Έχει θερμοκρασία τήξης 156,6 °C και θερμοκρασία βρασμού 2072 °C.

Η μέση περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της γης σε ίνδιο είναι περίπου 0,05 ppm. Το ίνδιο είναι πενήντα φορές αφθονότερο από το χρυσό στη λιθόσφαιρα.

Όταν είναι σε στερεή μορφή και καμφθεί ή τεντωθεί απότομα παράγει χαρακτηριστικό τρίξιμο. Διατηρείται υγρό σε ένα μεγάλο εύρος θερμοκρασιών. Είναι σταθερό στον αέρα και στο νερό, αλλά διαλύεται στα οξέα. Όταν θερμανθεί πάνω από το σημείο τήξης του αναφλέγεται παράγοντας χαρακτηριστική ιώδη φλόγα.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1863 από τους Γερμανούς χημικούς Φέρντιναντ Ράιχ και Ιερώνυμο Τέοντορ Ρίχτερ και ήταν το 49ο χημικό στοιχείο που τοποθετήθηκε στον περιοδικό πίνακα. Πήρε το όνομά του από τη φωτεινή μπλε (indigo blue, ινδικό μπλε, λουλακί) γραμμή στο ατομικό του φάσμα και η οποία ήταν η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξή σε μεταλλεύματα, ενός νέου και άγνωστου μέχρι τότε στοιχείου.

Στη φύση το ίνδιο απαντά σε μορφή σπάνιων ορυκτών, όπως ο ινδίτης (Fe++In2S4) και ο τζαλινδίτης (dzhalindite, In(OH)3). Ανευρίσκεται, επίσης, σε ορισμένα ιδιαίτερα σπάνια ορυκτά, όπως ο σακουραΐτης και ο πετρουκίτης. Είναι ευρέως διεσπαρμένο σε μικρές ποσότητες σε κοιτάσματα ορυκτών άλλων μετάλλων με τα οποία προσομοιάζει κρυσταλλογραφικά. Οι οικονομικά εκμεταλλεύσιμες εμφανίσεις του σχετίζονται με θειούχα ορυκτά κυρίως του ψευδαργύρου σφαλερίτη αλλά και χαλκοπυρίτη. Βρίσκεται όμως και σε κοιτάσματα κασσιτέρου, μαγγανίου, βολφραμίου, χαλκού, σιδήρου, μολύβδου, κοβαλτίου και βισμούθιου αλλά σε ποσότητες μικρότερες από 0,1 %. Εξάγεται ως παραπροϊόν της παραγωγής ψευδαργύρου και μολύβδου. Παλιότερα ο Καναδάς παρήγαγε τη μεγαλύτερη ποσότητα πρωτογενούς ινδίου από τα ορυχεία. Σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός κατεργασμένου και εξευγενισμένου ινδίου είναι η Κίνα. Ίνδιο παράγεται επίσης στη Νότια Κορέα, στην Ιαπωνία, σε Ευρωπαϊκές χώρες κ.ά. Μέχρι το 1982 παράγονταν λιγότεροι από 50 τόνοι ινδίου το χρόνο. Tο 2009 η παγκόσμια παραγωγή ινδίου εκτιμάται πάνω από 600 τόνους ετησίως.

Το ίνδιο προσομοιάζει στις χημικές και φυσικές του ιδιότητες με το αργίλιο, το γάλλιο και το θάλλιο με τα οποία βρίσκεται στην ίδια ομάδα του περιοδικού πίνακα αλλά και με τον κασσίτερο που βρίσκεται στην επόμενη ομάδα. Δε μοιάζει με το βόριο που βρίσκεται στην κορυφή της ομάδας.

Στις ενώσεις του παρουσιάζεται με δύο κυρίως αριθμούς οξείδωσης, +1 και +3. Υπάρχουν όμως και ενώσεις του όπου έχει αριθμό οξείδωσης +2.

Η κυριότερη χρήση του ινδίου είναι με μορφή στερεού διαλύματος οξειδίων ινδίου-κασσιτέρου (Indium Tin Oxide, ITO) που είναι άχρωμο και διαφανές και χρησιμοποιείται στην παραγωγή λεπτών υμενίων και ηλεκτροδίων για οθόνες υγρών κρυστάλλων (LCD) και οθόνες αφής. Το In επίσης χρησιμοποιείται ως επίστρωση σε ρουλεμάν μεγάλης περιστροφικής ταχύτητας, σε καθρέπτες, σε τρανζίστορ, σε φωτοδιόδους, στην παραγωγή κραμάτων χαμηλού σημείου τήξης, σε συγκολλήσεις μετάλλων, στην πυρηνική ιατρική κ.ά.

Η μονάδα εμπορικών συναλλαγών για το ίνδιο είναι η ράβδος του ενός χιλιογράμμου. Η τιμή του ινδίου δεν είναι σταθερή, εξαρτώμενη έντονα από την προσφορά και τη ζήτηση.Δεν υπάρχουν συστηματικές τοξικολογικές μελέτες για την επίδραση του ινδίου στον ανθρώπινο οργανισμό.

Το ίνδιο έχει ένα σταθερό ισότοπο, το 113In και ένα που θεωρείται σταθερό αφού έχει πολύ μεγάλο χρόνο ημιζωής, το 115In.

Ακτινοβολία

Ακτινοβολία είναι το προϊόν της εκπομπής μιας πηγής, όπως σωματίδια ύλης ή ηλεκτρομαγνητικά κύματα που έχουν την τάση να απομακρύνονται από την πηγή, καθώς βάλλονται από αυτήν. Ενώ όλα τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα είναι ξεκάθαρα ακτινοβολία, η εκπομπή σωματιδίων ύλης θεωρείται ακτινοβολία όταν τα σωματίδια είναι μικρά, ξεκινώντας από νετρίνα, ηλεκτρόνια κλπ και φτάνοντας, το πιο μεγάλο σε μέγεθος, ως τον πυρήνα του ατομικού στοιχείου ηλίου. Στην κλίμακα αυτή, η ύλη εμφανίζει κυματικές ιδιότητες. Στη σωματιδιακή ακτινοβολία περιλαμβάνεται και η εκπομπή αντιύλης.

Αστρονομία υπέρυθρης ακτινοβολίας

Η Αστρονομία υπέρυθρης ακτινοβολίας είναι η μελέτη αστρονομικών αντικειμένων μέσω παρατηρήσεων της υπέρυθρης ακτινοβολίας που αυτά εκπέμπουν.

Διάφοροι τύποι ουράνιων αντικειμένων - όπως οι πλανήτες του ηλιακού συστήματος, αστέρες, νεφελώματα και γαλαξίες - εκλύουν ενέργεια σε μήκη κύματος της υπέρυθρης περιοχής του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος (δηλαδή, από περίπου ένα μικρόμετρο μέχρι ένα χιλιοστόμετρο). Οι τεχνικές της υπέρυθρης αστρονομίας επιτρέπουν στους ερευνητές να εξετάζουν πολλά αντικείμενα τα οποία δεν μπορούν διαφορετικά να παρατηρηθούν από τη Γη επειδή το φως που εκπέμπουν στα ορατά μήκη κύματος αναχαιτίζεται από παρεμβαλλόμενα σωματίδια σκόνης.

Ασύρματο δίκτυο

Ως ασύρματο δίκτυο χαρακτηρίζεται το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, συνήθως τηλεφωνικό ή δίκτυο υπολογιστών, το οποίο χρησιμοποιεί, ραδιοκύματα ως φορείς πληροφορίας. Τα δεδομένα μεταφέρονται μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, με συχνότητα φέροντος η οποία εξαρτάται κάθε φορά από τον ρυθμό μετάδοσης δεδομένων που απαιτείται να υποστηρίζει το δίκτυο. Η ασύρματη επικοινωνία, σε αντίθεση με την ενσύρματη, δεν χρησιμοποιεί ως μέσο μετάδοσης κάποιον τύπο καλωδίου. Σε παλαιότερες εποχές τα τηλεφωνικά δίκτυα ήταν αναλογικά, αλλά σήμερα όλα τα ασύρματα δίκτυα βασίζονται σε ψηφιακή τεχνολογία και, επομένως, κατά μία έννοια, είναι ουσιαστικώς δίκτυα υπολογιστών.

Στα ασύρματα δίκτυα εντάσσονται τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, οι δορυφορικές επικοινωνίες, τα ασύρματα δίκτυα ευρείας περιοχής (WWAN), τα ασύρματα μητροπολιτικά δίκτυα (WMAN), τα ασύρματα τοπικά δίκτυα (WLAN) και τα ασύρματα προσωπικά δίκτυα (WPAN). Τα τέσσερα τελευταία εξετάζονται σε αυτό το άρθρο. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, αν και ως τηλεπικοινωνιακά μέσα είναι εκ φύσεως ασύρματα στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν συμπεριλαμβάνονται στα ασύρματα δίκτυα, καθώς η μετάδοση γίνεται προς πάσα κατεύθυνση χωρίς να υπάρχει κάποιο δομημένο «δίκτυο» τηλεπικοινωνιακών κόμβων (συσκευών) με τη συνήθη έννοια. Επιπλέον, τα μεταφερόμενα δεδομένα συνήθως είναι αναλογικά και, επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν δίκτυα υπολογιστών.

Αυτόματη αναγνώριση πινακίδας κυκλοφορίας οχήματος

Η αυτόματη αναγνώριση πινακίδας κυκλοφορίας οχήματος (αγγλικά: Automatic number-plate recognition, ANPR) είναι μια τεχνολογία που χρησιμοποιεί την οπτική αναγνώριση χαρακτήρων στις εικόνες για να "διαβάσει" πινακίδες κυκλοφορίας οχημάτων και να καταγράψει δεδομένα σχετικά με τη θέση του οχήματος. Μπορεί να χρησιμοποιήσει υπάρχοντα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας ή κάμερες που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για αυτό το έργο. Η τεχνολογία ANPR χρησιμοποιείται από τις αστυνομικές δυνάμεις σε ολόκληρο τον κόσμο με σκοπό την τήρηση του νόμου, καθώς επίσης και για να ελεγχθεί εάν ένα όχημα είναι καταχωρημένο και φέρει άδεια κυκλοφορίας. Επίσης, χρησιμοποιείται για την ηλεκτρονική είσπραξη διοδίων σε δρόμους με διόδια και ως μέθοδος για την καταγραφή των κινήσεων της κυκλοφορίας, για παράδειγμα από υπηρεσίες αυτοκινητοδρόμων.

Η αυτόματη αναγνώριση πινακίδων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποθηκεύσει τις εικόνες που λαμβάνονται από τις κάμερες, καθώς και το κείμενο από την πινακίδα, με ορισμένα συστήματα να έχουν και τη δυνατότητα αποθήκευσης φωτογραφίας του οδηγού. Τα συστήματα συνήθως χρησιμοποιούν υπέρυθρη ακτινοβολία που επιτρέπει στην κάμερα να λαμβάνει φωτογραφίες σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας. Η τεχνολογία ANPR πρέπει να λαμβάνει υπ'όψιν τις παραλλαγές στις πινακίδες των οχημάτων από χώρα σε χώρα.

Οι ανησυχίες σχετικά με αυτά τα συστήματα επικεντρώνονται στην προστασία της ιδιωτικότητας λόγω της καταγραφής από την πολιτεία των κινήσεων των πολιτών, στην εσφαλμένη ταυτοποίηση, στα υψηλά ποσοστά σφάλματος, και στην αύξηση των κρατικών δαπανών. Οι επικριτές έχουν περιγράψει τέτοια συστήματα ως μια μορφή μαζικής παρακολούθησης.

Δακτύλιοι του Κρόνου

Οι εντυπωσιακοί δακτύλιοι γύρω από τον Κρόνο, τον κάνουν έναν από τους ομορφότερους πλανήτες. Παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά από τον Γαλιλαίο, ο οποίος, μη μπορώντας να εξηγήσει αυτό που έβλεπε, καθώς και το φαινόμενο της "εξαφάνισης" των δακτυλίων ανά περιόδους, νόμισε ότι επρόκειτο για τρία σώματα. Το φαινόμενο της "εξαφάνισης" εξήγησε το 1666 ο Ολλανδός αστρονόμος Κρίστιαν Χόυχενς, που εξήγησε ότι οι δακτύλιοι έμοιαζαν να εξαφανίζονται κάθε φορά που το επίπεδο πάνω στο οποίο βρίσκονται συνέπιπτε με το επίπεδο της παρατήρησής τους από τη Γη. Ο Χόυχενς ήταν επίσης ο πρώτος που εισήγαγε την υπόθεση πως οι δακτύλιοι δεν ήταν όλα στερεά σώματα αλλά αποτελούνταν από μικρότερα σώματα σε περιστροφή γύρω από τον πλανήτη.

Οι δακτύλιοι χωρίζονται σε πολλές περιοχές με κενά ανάμεσά τους λαμβάνοντας ονόματα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου ξεκινώντας με τον εγγύτερο Α. Οι πιο εμφανείς (σε πλάτος) εξ αυτών είναι οι δακτύλιοι Α και Β που είναι οι πιο φωτεινοί και ο δακτύλιος C που είναι πιο αχνός. Το γνωστότερο κενό μεταξύ των δακτυλίων είναι το χάσμα Κασσίνι που χωρίζει τον Α από τον Β δακτύλιο. Το ανακάλυψε ο Τζιοβάννι Κασσίνι τo 1675 από τον οποίο και έλαβε το όνομά του. Το 1837 ο αστρονόμος Γιόχαν Ένκε, παρατήρησε ένα μικρότερο κενό στη μέση περίπου του δακτυλίου A όπου και αυτό πήρε το όνομά του (χάσμα Ένκε).

Ο "Ε" δακτύλιος του Κρόνου αποτελείται από υλικό -πάγο νερού και οργανικές ενώσεις- που εκτινάσσεται από τον δορυφόρο Εγκέλαδο με τη μορφή πιδάκων.

Ο μεγαλύτερος δακτύλιος του Κρόνου ανακαλύφθηκε το 2009 από το τηλεσκόπιο Spitzer της NASA. Η μέγιστη διάμετρός του είναι 20 φορές η διάμετρος του Κρόνου. Απέχει από τον πλανήτη σχεδόν 6 εκατομμύρια χιλιόμετρα ενώ εκτείνεται προς τα έξω άλλα 12 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Είναι διάχυτος, καθώς αποτελείται κατά κύριο λόγο από σωματίδια σκόνης και πάγου, και δεν διακρίνεται στο ορατό φως, εκπέμπει όμως υπέρυθρη ακτινοβολία. Ο δακτύλιος βρίσκεται στην περιοχή που κινείται ένας από τους πιο απομακρυσμένους δορυφόρους του Κρόνου, η Φοίβη. Ο δακτύλιος δημιουργήθηκε από υλικό του δορυφόρου, ενώ θεωρείται υπεύθυνος και για την μαύρη κηλίδα του δορυφόρου Ιαπετού.Η προέλευση των δακτυλίων δεν είναι πλήρως γνωστή. Πιστεύεται ότι δημιουργήθηκαν από μεγάλους δορυφόρους (φεγγάρια) που περιστρέφονταν γύρω από τον πλανήτη και θρυμματίστηκαν από την πρόσκρουσή τους με κομήτες και μετεωροειδείς. Η σύνθεση των δακτυλίων αφορά κυρίως σημαντικές ποσότητες πάγου νερού. Κομμάτια πάγου δείχνουν να περιστρέφονται μαζί με θραύσματα μετάλλων, κόκκους σκόνης και κομμάτια βράχων.

Τελευταία έχει παρατηρηθεί ότι οι δακτύλιοι είναι σχετικά ασταθείς στην πυκνότητα και την περιστροφή τους, κι αυτό σημαίνει αφενός ότι δημιουργήθηκαν σχετικά «πρόσφατα» (μιλώντας με αστρονομικές χρονικές κλίμακες) και αφετέρου ότι κάποια στιγμή θα διαλυθούν.

Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα

Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα ονομάζεται το εύρος της περιοχής συχνοτήτων που καλύπτουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα. Το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα εκτείνεται θεωρητικά από σχεδόν μηδενικές συχνότητες έως το άπειρο. Με βάση κάποιες χαρακτηριστικές ιδιότητες των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα χωρίζεται σε επιμέρους ζώνες. Αυτές είναι τα ραδιοκύματα , τα μικροκύματα, η υπέρυθρη ακτινοβολία, η ορατή ακτινοβολία (φως), η υπεριώδης ακτινοβολία, οι ακτίνες Χ και οι ακτίνες γ.

Θερμική ακτινοβολία

Θερμική ακτινοβολία ονομάζεται η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται από την επιφάνεια ενός σώματος λόγω της θερμοκρασίας του. Γενικά, η θερμική ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα αντιστοιχεί σε συχνότητες ολόκληρου του φάσματος ακτινοβολίας αφού προέρχεται από τη θερμική, «τυχαία», κίνηση των συστατικών της ύλης. Μερικά παραδείγματα είναι η υπέρυθρη ακτινοβολία (μη ορατή) που εκπέμπεται από ένα καλοριφέρ καθώς και η ακτινοβολία που εκπέμπεται από μία εστία φωτιάς (μέρος της οποίας, όπως γνωρίζουμε, ανήκει στο ορατό φάσμα). Αν και οι συσκευές αυτές ή η φωτιά ζεσταίνουν τον χώρο επίσης λόγω της δημιουργίας θερμών ρευμάτων αέρα, μέρος της θερμότητας που απελευθερώνουν είναι υπό την μορφή ακτινοβολίας. Ως αποτέλεσμα, αισθανόμαστε την θερμότητα που εκπέμπεται από την φωτιά ακόμα και αν ο περιβάλλον αέρας είναι πολύ κρύος.

Γενικά όλα τα σώματα στη Φύση χάνουν ή αποκτούν θερμότητα εκπέμποντας ή απορροφώντας ακτινοβολία. Καθώς κινούνται αδιάκοπα, τα σωματίδια που συγκροτούν ένα σώμα εκπέμπουν ακτινοβολία, χάνοντας έτσι ένα μέρος της κινητικής τους ενέργειας με συνέπεια να αρχίζουν να επιβραδύνονται και έτσι τα σώματα που συγκροτούν να ψύχονται. Η ποσότητα της ενέργειας που αντιστοιχεί σε κάθε περιοχή συχνότητας εξαρτάται από τον συντελεστή εκπομπής του σώματος, ο οποίος καθορίζεται από το υλικό και την θερμοκρασία του σώματος καθώς και από την γωνία υπό την οποία γίνεται η εκπομπή ή η απορρόφηση. Ένα ιδανικό σώμα του οποίου ο συντελεστής εκπομπής είναι σταθερός ονομάζεται φαιό σώμα ενώ αν ο συντελεστής είναι σταθερός και ίσος με την μονάδα τότε καλείται μέλαν σώμα. Όταν το μέλαν σώμα βρίσκεται σε θερμική ισορροπία η ακτινοβολία που εκπέμπει ονομάζεται "ακτινοβολία μέλανος σώματος". Η κατανομή της ενέργειας στις διάφορες συχνότητες για το μέλαν σώμα καθορίζεται από τον Νόμο του Πλανκ. Ο νόμος του Βιέν μας δίνει την συχνότητα της μέγιστης εκπομπής και ο νόμος των Στέφαν - Μπόλτζμαν δίνει την συνολική ενέργεια που εκπέμπεται ανά μονάδα επιφάνειας.

Χάρη στη θερμική ακτινοβολία η Γη θερμαίνεται από τον Ήλιο. Ειδικότερα, το μέτρο της ηλιακής θερμικής ακτινοβολίας λέγεται Ηλιακή σταθερά.

Μεσιέ 77

Ο γαλαξίας Μεσσιέ 77 (Μ 77) ή και Κήτος Α είναι ένας ενεργός γαλαξίας Σίφερτ τύπου 2 στον αστερισμό του Κήτους. Απέχει περίπου 47 εκατομμύρια έτη φωτός. Αποτελεί τον πρότυπο ενεργό γαλαξία. Η διάμετρός του είναι περίπου 170.000 έτη φωτός κάνοντάς τον ένα από τα μεγαλύτερα αντικείμενα του Μεσιέ. Έχει λαμπρό πυρήνα, εμφανείς σπείρες και εκπέμπει υπέρυθρη ακτινοβολία και ακτίνες Χ. Είναι ο μεγαλύτερος μίας ομάδας γαλαξιών που περιλαμβάνει επίσης τον NGC 1055 και τον NGC 1073.

Ορατό φάσμα

Ως ορατό φάσμα χαρακτηρίζεται το τμήμα εκείνο της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που μπορεί να αντιληφθεί ο άνθρωπος με το αισθητήριο της όρασης. Το φάσμα αυτό εκτείνεται σε ακτινοβολίες με μήκος κύματος από 4000 Å (400 nm) μέχρι περίπου 7000 Å (700 nm). Οι συχνότητες με μήκος κύματος κάτω από 4000 Å αποτελούν την υπεριώδη ακτινοβολία (Ultra Violet ή UV), ενώ οι συχνότητες με μήκος κύματος πάνω από τα 7000 Å αποτελούν την υπέρυθρη ακτινοβολία (Infrared).

Ουίλιαμ Χέρσελ

Ο σερ Ουίλιαμ Χέρσελ (Sir Frederick William Herschel, 15 Νοεμβρίου 1738 – 25 Αυγούστου 1822) ήταν Βρετανός αστρονόμος και μουσικός, γερμανικής καταγωγής. Υπήρξε Ιππότης του Βασιλικού Γκελφικού Τάγματος του Ανόβερου και εταίρος της Βασιλικής Εταιρείας.

Γεννήθηκε στο Αννόβερο και ήταν γιος μουσικού. Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και αφοσιώθηκε στη μελέτη των μαθηματικών και της αστρονομίας.

Το 1774 κατασκεύασε ένα κατοπτρικό τηλεσκόπιο και το 1781 ανακάλυψε τον πλανήτη Ουρανό, ανακάλυψη χάρη στην οποία έγινε διάσημος. Την επόμενη χρονιά διορίστηκε προσωπικός αστρονόμος του Βασιλιά Γεωργίου του Γ΄. Το 1789 κατασκεύασε, υπό την αιγίδα του βασιλιά, ένα ισχυρότερο τηλεσκόπιο, με το οποίο ανακάλυψε δύο δορυφόρους του Κρόνου, το Μίμα και τον Εγκέλαδο. Ο Χέρσελ μελέτησε τα νεφελώματα και συνέταξε σχετικό κατάλογο που περιείχε 2.500 νεφελώματα, έργο το οποίο συνεχίστηκε από τον γιο του, Τζον Χέρσελ, ο οποίος έγινε κι αυτός διάσημος αστρονόμος.

Έκανε ταξινόμηση των αστέρων, διπλών και περιοδικών, και έδωσε μια γενική εικόνα του Σύμπαντος. Ανακάλυψε πως ο Ήλιος δεν μένει ακίνητος, αλλά κινείται, με κατεύθυνση ένα σημείο στον αστερισμό Ηρακλή, γύρω από το κέντρο του Γαλαξία, παρασύροντας μαζί του ολόκληρο το Ηλιακό Σύστημα. Ανακάλυψε επίσης την υπέρυθρη ακτινοβολία το 1800, χρησιμοποιώντας θερμόμετρο και πρίσματα. Για την προσφορά του στην επιστήμη του χρίστηκε ιππότης το 1792.

Πλανητική κατοικησιμότητα

Πλανητική κατοικησιμότητα ή κατοικησιμότητα πλανητών, ονομάζεται ο βαθμός υποστήριξης ενός πλανήτη ή φυσικού δορυφόρου για την ανάπτυξη και διατήρηση της ζωής. Η ζωή μπορεί να αναπτυχθεί απευθείας στον πλανήτη ή στον δορυφόρο του, ή να μεταδοθεί εκεί από ένα άλλο ουράνιο σώμα, σύμφωνα με τη θεωρία της πανσπερμίας. Καθώς δεν είναι γνωστή μέχρι στιγμής η ύπαρξη ζωής εκτός του πλανήτη Γη, η πλανητική κατοικησιμότητα είναι κυρίως μια παρέκταση των συνθηκών της ζωής στη Γη και των χαρακτηριστικών του Ήλιου και του Ηλιακού συστήματος με τον τρόπο που ευνοούν την ανάπτυξη ζωής, και συγκεκριμένα των χαρακτηριστικών που ευνοούν την διατήρηση σύνθετης, πολυκύτταρης ζωής και όχι απλά την ανάπτυξη μονοκύτταρων οργανισμών. Η έρευνα και θεωρία σχετικά με το θέμα αυτό, αποτελεί συστατικό στοιχείο της πλανητικής επιστήμης και του αναδυόμενου κλάδου της αστροβιολογίας.

Η ύπαρξη μιας πηγής ενέργειας για την διατήρηση και τροφοδότηση της ζωής αποτελεί μια απόλυτη προϋπόθεση, και η έννοια της κατοικησιμότητας συνεπάγεται και την ύπαρξη των κατάλληλων γεωφυσικών, γεωχημικών, και αστροφυσικών συνθηκών έτσι ώστε ένα πλανητικό σώμα να μπορεί να υποστηρίξει τη ζωή. Σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει ορίσει η ΝΑΣΑ, τα κύρια χαρακτηριστικά κατοικησιμότητας είναι, η παρουσία εκτεταμένων περιοχών με νερό σε υγρή μορφή, η ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών για τον σχηματισμό σύνθετων οργανικών μορίων, και η διαθεσιμότητα πηγών ενέργειας οι οποίες θα συντηρούν τον μεταβολισμό των οργανισμών.Για την εξακρίβωση της υποστήριξης ζωής σε ένα πλανητικό σώμα, οι μελέτες επικεντρώνονται στη συνολική σύνθεση του, τις ιδιότητες της τροχιάς του, την ατμόσφαιρα του, και πιθανές χημικές αλληλεπιδράσεις. Τα σημαντικά αστρικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν τη μάζα και τη φωτεινότητα, σταθερή μεταβλητότητα, και υψηλή μεταλλικότητα. Οι βραχώδεις πλανήτες με στερεό έδαφος και οι φυσικοί δορυφόροι με πιθανή υποστήριξη χημείας εφάμιλλης της γήινης, είναι το επίκεντρο της αστροβιολογικής έρευνας, αν και υπάρχουν και εναλλακτικές θεωρίες κατοικησιμότητας οι οποίες ασχολούνται με υποθέσεις που βασίζονται σε εναλλακτικές βιοχημείες και άλλους τύπους αστρονομικών σωμάτων.

Σηθ Μπαρνς Νίκολσον

Ο Σηθ Μπαρνς Νίκολσον (αγγλικά: Seth Barnes Nicholson) (12 Νοεμβρίου 1891 - 2 Ιουλίου 1963) ήταν Αμερικανός αστρονόμος.Ο Νίκολσον γεννήθηκε στο Σπρίνγκφιλντ του Ιλινόι και μεγάλωσε σε φάρμα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Drake, όπου άρχισε να ενδιαφέρεται για την Αστρονομία.

Το 1914, στο Αστεροσκοπείο Λικ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, ενώ παρατηρούσε τον δορυφόρο Πασιφάη του Δία που είχε ανακαλυφθεί πρόσφατα, ανακάλυψε ένα νέο δορυφόρο, τη Σινώπη, του οποίου ο υπολογισμός της τροχιάς του ήταν η διδακτορική του διατριβή το 1915.

Πέρασε ολόκληρο τον εργασιακό του βίο στο Αστεροσκοπείο του όρους Γουίλσον, όπου ανακάλυψε τρεις δορυφόρους του Δία: τη Λυσιθέα και την Κάρμη το 1938 και την Ανάγκη το 1951, καθώς και ένα Τρωικό αστεροειδή, τον 1647 Μενέλαο, και υπολόγισε τις τροχιές πολλών κομητών, καθώς και του Πλούτωνα. Οι δορυφόροι που ανακάλυψε είχαν τις ονομασίες «Δίας ΙΧ», «Δίας Χ», «Δίας ΧΙ» και «Δίας ΧΙΙ» μέχρι το 1975, οπότε και πήραν τα σημερινά τους ονόματα. Ο ίδιος ο Νίκολσον αρνήθηκε να προτείνει ονόματα.Η κύρια δουλειά του στο Αστεροσκοπείο του όρους Γουίλσον ήταν η παρακολούθηση της ηλιακής δραστηριότητας με αποτέλεσμα να γράψει, επί δεκαετίες, ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητα των ηλιακών κηλίδων. Επίσης παρακολουθούσε τις Ηλιακές εκλείψεις για να μπορέσει να μετρήσει τη φωτεινότητα και τη θερμοκρασία του στέμματος του Ήλιου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Νίκολσον και ο Edison Pettit έκαναν τις πρώτες συστηματικές υπέρυθρες παρατηρήσεις ουράνιων αντικειμένων. Χρησιμοποίησαν ένα θερμοηλεκτρικό κενό για να μετρήσουν την υπέρυθρη ακτινοβολία και έτσι τη θερμοκρασία της Σελήνης, η οποία τους οδήγησε στη θεωρία ότι η Σελήνη ήταν καλυμμένη με ένα λεπτό στρώμα σκόνης που ενεργεί ως μονωτικό υλικό, καθώς επίσης και τη θερμοκρασία πλανητών, ηλιακών κηλίδων και αστέρων. Οι μετρήσεις θερμοκρασίας κοντινών αστέρων γιγάντων οδήγησε σε μερικούς αρχικούς προσδιορισμούς της διαμέτρου των αστέρων.

Ο Νίκολσον, μαζί με τον αστρονόμο Τζορτζ Χέιλ, έδωσαν το όνομά τους στο "Νόμο Χέιλ-Νίκολσον» σχετικά με την μαγνητική πολικότητα των ηλιακών κηλίδων.

Υδράργυρος

Το χημικό στοιχείο υδράργυρος είναι ένα μέταλλο με ατομικό αριθμό 80 και ατομικό βάρος 200,59. Το σύμβολό του είναι Hg. Έχει θερμοκρασία τήξης -38,87 °C και θερμοκρασία βρασμού 356,58 °C. Είναι ένα βαρύ μέταλλο, ανήκει στον τομέα d του περιοδικού πίνακα και είναι το μοναδικό μέταλλο που απαντά σε υγρή κατάσταση σε θερμοκρασία δωματίου και κανονικές συνθήκες πίεσης. Το μόνο άλλο στοιχείο που είναι υγρό σε αυτές τις συνθήκες είναι το βρώμιο, παρ' όλο που μέταλλα όπως το καίσιο, το γάλλιο και το ρουβίδιο λιώνουν μόλις πιο πάνω από την θερμοκρασία δωματίου.

Ο υδράργυρος απαντά στην φύση σε κοιτάσματα κινναβαρίτη (θειούχος υδράργυρος). Η κόκκινη χρωστική ουσία που προέρχεται από τον κινναβαρίτη, καθαρής μορφής θειούχου υδραργύρου, λαμβάνεται ως επί το πλείστον από αντίδραση του υδραργύρου με θείο. Ο κινναβαρίτης είναι άκρως τοξικός εάν καταποθεί ή εισπνευθεί η σκόνη του. Δηλητηρίαση από υδράργυρο μπορεί επίσης να προκύψει με έκθεση σε υδατοδιαλυτές μορφές υδραργύρου (διχλωριούχο υδράργυρο ή μεθυλυδράργυρο), εισπνοή υδρατμών υδραργύρου ή κατανάλωση θαλασσινής τροφής μολυσμένης από υδράργυρο.

Ο υδράργυρος χρησιμοποιείται στα θερμόμετρα, στα βαρόμετρα, στα μανόμετρα, στα σφυγμομανόμετρα, στις βαλβίδες επίπλευσης, στους διακόπτες, στους επιβραδυντές, στους λαμπτήρες φθορισμού και σε άλλες συσκευές, αν και ανησυχίες σχετικά με την τοξικότητα του στοιχείου έχουν οδηγήσει τα θερμόμετρα υδραργύρου και τα σφυγμομανόμετρα να καταργηθούν σταδιακά σε μεγάλο βαθμό σε κλινικά περιβάλλοντα που είναι υπέρ εναλλακτικών λύσεων όπως θερμόμετρα με αλκοόλ και με galinstan (κράμα γαλλίου), θερμίστορ ή ηλεκτρονικά μέσα που βασίζονται στην υπέρυθρη ακτινοβολία. Με παρόμοιο τρόπο τα μηχανικά μανόμετρα και οι ηλεκτρονικοί αισθητήρες τάσεως έχουν αντικαταστήσει τα σφυγμομανόμετρα υδραργύρου. Παραμένει σε χρήση σε εφαρμογές στην επιστημονική έρευνα και ως υλικό αμαλγάματος για οδοντιατρική αποκατάσταση σε ορισμένες περιοχές. Χρησιμοποιείται στον φωτισμό: ηλεκτρικό ρεύμα διέρχεται μέσω ατμών υδραργύρου σε ένα λαμπτήρα φθορισμού παράγοντας υπεριώδες φως βραχέων κυμάτων το οποίο προκαλεί στη συνέχεια το φώσφορο στο σωλήνα να φθορίσει, δημιουργώντας ορατό φως.

Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.