Τανάκ

Τανάκ, στα Εβρ. תנ״ך‎, ονομάζονται σύμφωνα με τον Ιουδαϊσμό οι Άγιες Γραφές, δηλαδή η Εβραϊκή Βίβλος. Το Τανάκ περιλαμβάνει τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (Εβραϊκές Γραφές) σύμφωνα με τον εβραϊκό (αλεξανδρινό) κανόνα των θεόπνευστων βιβλίων, δηλαδή χωρίς τα Απόκρυφα και τα Δευτεροκανονικά βιβλία.

Ο όρος Τανάκ αποτελεί ακρωνύμιο (σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα των λέξεων) των τμημάτων από τα οποία αποτελείται:

  • Τορά (ο Νόμος, στα Εβρ. תורה‎)
  • Νεβιείμ (οι Προφήτες, στα Εβρ. נביאים‎)
  • Κετουβείμ (τα Αγιόγραφα ή Γραπτά, στα Εβρ. כתובים‎).

Εναλλακτικώς αποκαλούνται επίσης Μίκρα (Mikra/Miqra, מקרא‎ «αυτά που διαβάζονται, αναγιγνωσκόμενα»), ονομασία που κυριαρχούσε κατά τη ραββινική περίοδο. Δεν είναι γνωστή η αφετηρία τής τριμερούς αυτής διαίρεσης, αν και ορισμένοι θεωρούν ότι βασίστηκε στο στάδιο εισόδου τους στον Βιβλικό κανόνα[1]. Τόσο εβραϊκές όσο και χριστιανικές πηγές συμφωνούν ότι η εν λόγω διαίρεση ήταν καλά εδραιωμένη τον 1ο αιώνα μ.Χ., πράγμα που υποδηλώνει ότι είχε σταθεροποιηθεί πολύ νωρίτερα [2].

Τανάκ
Entire Tanakh scroll set
ΓλώσσαΕβραϊκά
Αραμαϊκή γλώσσα
ΕίδοςΙερό σύγγραμμα
Targum
Ταργκούμ, αραμαϊκή μεσαιωνική μετάφραση του Τανάκ, 11ος αιώνας

Τορά

Η Τορά περιλαμβάνει τον Μωσαϊκό Νόμο, ο οποίος περιέχεται στην Πεντάτευχο[3], δηλαδή στα εξής πέντε βιβλία:

Η πρώτη αναφορά στην Πεντάτευχο ως Τορά, δηλαδή ως το σύνολο των βιβλίων τού Νόμου στην Εβραϊκή Βίβλο, φαίνεται ότι ανάγεται στην εποχή τού βασιλιά Ιωσία (7ος αι. π.Χ.), κατά την οποία η Βιβλική αφήγηση αναφέρεται στην ανακάλυψη του πλήρους χειρογράφου της (2 Βασιλέων 22:8-13, 2 Χρονικών 34:14,15), αν και υπάρχει επίσης η εκδοχή ότι αναφερόταν μόνο στο βιβλίο τού Δευτερονομίου[4].

Νεβιείμ

Οι Νεβιείμ υποδιαιρούνται σε δύο τμήματα: Το πρώτο περιλαμβάνει τους πρώιμους προφήτες και μερικά ιστορικά-αφηγηματικά βιβλία, ενώ το δεύτερο τους ύστερους προφήτες και τους δώδεκα ελάσσονες προφήτες. Συγκεκριμένα:

1) Πρώιμοι προφήτες (Νεβιείμ ρισονίμ)

2) Ύστεροι προφήτες (Νεβιείμ αχαρονίμ)

  • Ησαΐας (יְשַׁעְיָהוּ / Yĕsha‘ăyāhû)
  • Ιερεμίας (יִרְמְיָהוּ / Yirmyāhû)
  • Ιεζεκιήλ (יְחֶזְקֵאל / Yĕkhezqiēl)
  • Ωσηέ (הוֹשֵׁעַ / Hôshēa‘)
  • Ιωήλ (יוֹאֵל / Yô’ēl)
  • Αμώς (עָמוֹס / ‘Āmôs)
  • Αβδιού (עֹבַדְיָה / ‘Ōvadhyāh)
  • Ιωνάς (יוֹנָה / Yônāh)
  • Μιχαίας (מִיכָה / Mîkhāh)
  • Ναούμ (נַחוּם / Nakḥûm)
  • Αββακούμ (חֲבַקּוּק /Khăvhakûk)
  • Σοφονίας (צְפַנְיָה / Tsĕphanyāh)
  • Αγγαίος (חַגַּי / Khaggai)
  • Ζαχαρίας (זְכַרְיָה / Zkharyāh)
  • Μαλαχίας (מַלְאָכִי / Mal’ākhî)

Κετουβείμ

Τα Κετουβείμ υποδιαιρούνται σε τρία τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τρία ποιητικά βιβλία, το δεύτερο πέντε αφηγηματικά (που αποκαλούνται Πέντε ρόλοι) και το τρίτο τα υπόλοιπα τρία (χωρίς διακριτική ονομασία). Συγκεκριμένα:

1) Τα τρία ποιητικά βιβλία (Sifrei Emet):

  • Ψαλμοί (Tehillim / תְהִלִּים)
  • Παροιμίαι (Mishlei / מִשְׁלֵי)
  • Ιώβ (Iyyôbh / אִיּוֹב)

2) Οι Πέντε ρόλοι (Hamesh Megillot), που αναγιγνώσκονται δημόσια στη συναγωγή σε συγκεκριμένες περιστάσεις:

3) Λοιπά βιβλία:

  • Δανιήλ (Dānî'ēl / דָּנִיֵּאל)
  • Έσδρας και Νεεμίας (ως ένα βιβλίο· ‘Ezrā / עֶזְרָא)
  • Α' Χρονικών και Β' Χρονικών (ως ένα βιβλίο· Divrei ha-Yamim / דִּבְרֵי הַיָּמִים)

Παραπομπές

  1. J.D. Douglas (ed.), 1962: The New Bible Dictionary. Leicester: Inter-Varsity Press, σελ. 149.
  2. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βασικά μέρη τής τριμερούς διάκρισης συναντώνται σε κείμενα των Ταναΐμ, τα οποία έγιναν κατόπιν μέρος τού Μισνά (μέχρι το 200 μ.Χ.). Επιπλέον, στην Καινή Διαθήκη γίνεται σε ορισμένα σημεία λόγος για τα τρία μέρη τού Τανάκ, όπως η αναφορά στο Κατά Λουκάν 24.44, όπου αναφέρονται χωριστά ο νόμος του Μωυσή, οι προφήτες και οι Ψαλμοί. Βλ. B. Metzger & M. Cogan (eds.) 1993: The Oxford Companion to the Bible. Oxford: Oxford University Press, σελ. 98-99.
  3. Στην Εβραϊκή τα πέντε αυτά βιβλία αποκαλούνται επίσης Chumash, από την εβραϊκή λέξη chamesh «πέντε» (חֲמִשָּׁה).
  4. O. Eißfeldt, 19562: Einleitung in das Alte Testament, Tübingen: Mohr Siebeck, p. 700 κ.εξ.

Δείτε επίσης

Πρόσθετες πηγές

  • Το Τανάκ στην εβραϊκή γλώσσα (Κώδικας του Λένινγκραντ) μπορεί να βρεθεί εδώ (J. Alan Groves Center for Advanced Biblical Research).
Novum Testamentum Graece

Το Novum Testamentum Graece (ή κείμενο Νέστλε-Άλαντ) είναι το λατινικό όνομα της ελληνόγλωσσης έκδοσης της Καινής Διαθήκης. Είναι μια κριτική έκδοση του αρχαίου ελληνικού κειμένου. Η πρώτη τυπωμένη έκδοση ήταν η Complutensian Polyglot Bible από τον καρδινάλιο Francisco Jiménez de Cisneros, που εκδόθηκε το 1514, αλλά δεν δημοσιεύτηκε μέχρι το 1520. Η πρώτη δημοσιευμένη έκδοση της Ελληνικής Καινής Διαθήκης παρήχθη από τον Έρασμο το 1516. Σήμερα θεωρείται η πιο αξιόπιστη έκδοση για το αρχαίο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Οι περισσότερες Θεολογικές σχολές διεθνώς καθώς επίσης και οι περισσότεροι μελετητές της Αγίας Γραφής παραπέμπουν στο κείμενο των Νέστλε-Άλαντ για μελέτη της Καινής Διαθήκης.

Αγία Γραφή

Αγία Γραφή, Άγιες Γραφές, Θεία Γραφή, Γραφή, Γραφές, Iερά Γράμματα ή Βίβλος, χαρακτηρίζεται το σύνολο ή «βιβλιοθήκη» κειμένων θρησκευτικού χαρακτήρα. Με τον όρο αυτό βασικά περιγράφεται η Εβραϊκή Βίβλος του Ιουδαϊσμού αλλά και ο συνδυασμός αυτής, δηλαδή της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στη πρό Χριστού περίοδο, και της Καινής Διαθήκης, που αναφέρεται στην παρουσία του Χριστού, τη διδασκαλία του και στις επιστολές και Πράξεις των Αποστόλων, του Χριστιανισμού.

Το όνομα «Βίβλος» ως δήλωση της Αγίας Γραφής οφείλεται περισσότερο στην επίδραση των αντίστοιχων λέξεων των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών Bible, Bibel κ.λπ. Αυτές δε προήλθαν εκ του biblia -orum και ειδικότερα από το μεσαιωνικό Biblia -ae που και αυτά έχουν προέλευση στην Παλαιά Διαθήκη όπου αναφέρονται "οι βίβλοι" (Δανιήλ θ:2), "τα βιβλία τα άγια" (Α΄ Μακκαβαίων ιβ΄:9), "η ιερά βίβλος" (Β΄ Μακκαβαίων η΄:23).

Το σύνολο των βιβλίων που συγκροτεί τον "χριστιανικό κανόνα" της Παλαιάς Διαθήκης (1ο μέρος της Αγίας Γραφής) και Καινής Διαθήκης (2ο μέρος της Αγίας Γραφής), προέκυψε από την ανάγκη να καθοριστούν τα βιβλία εκείνα που εκφράζουν αυθεντικά την πίστη της Εκκλησίας, ώστε να αποκλειστούν μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα έργα, που περιείχαν μη αποδεκτές ή και αιρετικές διδασκαλίες.

Παρ' όλα αυτά όμως, οι διάφορες τοπικές Εκκλησίες, ενώ δέχθηκαν όλες την Καινή Διαθήκη, περίπου στο σύνολό της, ακολούθησαν διαφορετικές πρακτικές στην αναγνώριση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ένας ενιαίος κανόνας ολόκληρης της χριστιανικής Εκκλησίας.

Βιβλικές σπουδές

Οι βιβλικές σπουδές αφορούν στην ακαδημαϊκή αξιοποίηση των πορισμάτων μιας σειράς διαφόρων επιστημονικών κλάδων για τη μελέτη της Βίβλου (της Παλαιάς Διαθήκης/του Τανάκ ή/και της Καινής Διαθήκης ). Η θεωρητική και μεθοδολογική τεκμηρίωση αυτού του επιστημονικού πεδίου εδράζεται σε ένα εύρος επιστημονικών κλάδων όπως η αρχαιολογία, η αρχαία ιστορία, το πολιτισμικό υπόβαθρο, η κριτική του κειμένου, η λογοτεχνική κριτική, το ιστορικό υπόβαθρο, η φιλολογία και η κοινωνικές επιστήμες.Πολλά μη θρησκευτικά (κοσμικά) καθώς και θρησκευτικά πανεπιστήμια και κολέγια προσφέρουν μαθήματα βιβλικών σπουδών, συνήθως σε τμήματα θρησκευτικών σπουδών, θεολογίας, ιουδαϊκών σπουδών, ιστορίας ή συγκριτικής λογοτεχνίας. Οι βιβλικοί λόγιοι δεν έχουν απαραιτήτως θρησκευτική πίστη στα ιερά κείμενα που μελετούν.

Δευτεροκανονικά Βιβλία

Με τον όρο Δευτεροκανονικά ή Αναγινωσκόμενα, προσδιορίζουμε δέκα από τα σαράντα εννέα «κανονικά βιβλία» της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία «περιέλαβε ως ιερά...η Αλεξανδρινή ευρύτερη ελληνική Βίβλος των Ο'», όχι όμως και η «Εβραϊκή Βίβλος».Για τις εκκλησίες που τα ενσωματώνουν στον κανόνα τους, τα βιβλία αυτά δεν αποτελούν «δευτερεύουσας αξίας βιβλία, που υπολείπονται ως προς τη θεοπνευστία και την αυθεντία τους έναντι των λοιπών κανονικών βιβλίων», αλλά «τοποθετούνται αδιακρίτως μεταξύ των πρωτοκανονικών...ως ισότιμα και ισόκυρα με τα πρωτοκανονικά, των οποίων τις θειες αλήθειες συμπληρώνουν». Κατ' αυτή την έννοια επομένως «καταχρηστική είναι και η χρήσις των όρων 'πρωτοκανονικός' και 'δευτεροκανονικός'...καίτοι δ' όμως οι όροι...έχουσι την ρίζαν αυτών εν τη γνωστή φράσει του αγ. Κυρίλλου του Ιεροσολύμων...δεν δηλούσι...ότι τα εν λόγω βιβλία είναι ήσσονος κύρους των πρωτοκανονικών».Τα βιβλία αυτά είναι:

Α' Έσδρας ή Ιερεύς

Τωβίτ

Ιουδίθ

Α' Μακκαβαίων

Β' Μακκαβαίων

Γ' Μακκαβαίων

Σοφία Σολομώντος

Σοφία Σειράχ

Βαρούχ

Επιστολή Ιερεμίου.Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ως προς την «αξίαν των δευτεροκανονικών βιβλίων ως ισοκύρων προς τα πρωτοκανονικά», σημαντική είναι η «μαρτυρία της αρχαιότατης Εκκλησίας, η οποία παρεδέχθη απ' αρχής ως θεόπνευστα και τα 49 βιβλία» της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα.

Δώδεκα φυλές του Ισραήλ

Οι λεγόμενες Δώδεκα Φυλές του Ισραήλ ήταν σύμφωνα με την Εβραϊκή βίβλο Τανάκ και την Παλαιά Διαθήκη, το έθνος του Ισραήλ που είχε επιλέξει ο Γιαχβέ, ως "περιούσιο λαό" δηλαδή οι Ισραηλίτες. Στην πραγματικότητα δεν ήταν φυλές αλλά ομόφυλες οικογένειες, φάρες, των δώδεκα παιδιών του Ιακώβ, που ήταν και οι γενάρχες αυτών, συμπεριλαμβανομένων των δούλων και βοσκών της καθεμιάς.

Η ιστορία των δώδεκα αυτών φυλών προσδιορίζεται την περίοδο 1200 - 1000 π.Χ.

Σύμφωνα με την Παλαιά διαθήκη ο Ιακώβ αφού εξαπάτησε τόσο τον πατέρα του Ισαάκ όσο και τον αδελφό του Ησαύ, κατόπιν προτροπής της μητέρας του Ρεβέκκας και υπό την ανοχή του Γιαχβέ, προκειμένου να πάρει τα πρωτοτόκια κατέφυγε στη συνέχεια στο θείο του Λάβαν. Κατά την εκεί παραμονή του ο Ιακώβ παντρεύτηκε και τις δύο κόρες του Λάβαν την Λεία και την Ραχήλ, αφού προηγουμένως εγκατέλειψε εν ζωή την πρώτη, κατά παράβαση του νόμου. Από τις δύο αυτές συζύγους απέκτησε οκτώ γιους. Εκτός όμως αυτών τεκνοποίησε και με τις υπηρέτριες των συζύγων του τη Βαλλά και Ζελφά αποκτώντας και άλλους τέσσερις γιους, συνολικά δώδεκα γιους.

Στην Γένεση βρίσκουμε τις εξής αναφορές:

Γεν 29,31-30,24:γιοί Ιακώβ εκ της Λείας: Ρουβήν, Συμεών, Λευί, Ιούδας, Ισσάχαρ, Ζαβουλών.

γιοί Ιακώβ εκ της Βαλλά (υπηρέτριας της Ραχήλ): Δαν, Νεφθαλί.

γιοί Ιακώβ εκ της Ζελφά (υπηρέτριας της Λείας): Γαδ, Ασήρ.

γιοί Ιακώβ εκ της Ραχήλ: Ιωσήφ, ΒενιαμίνΓεν 35,23-26:γιοί Ιακώβ εκ της Λείας: Ρουβήν, Συμεών, Λευί, Ιούδας, Ισσάχαρ, Ζαβουλών.

γιοί Ιακώβ εκ της Ραχήλ: Ιωσήφ, Βενιαμίν.

γιοί Ιακώβ εκ της Βαλλά (υπηρέτριας της Ραχήλ): Δαν, Νεφθαλί.

γιοί Ιακώβ εκ της Ζελφά (υπηρέτριας της Λείας): Γαδ, Ασήρ

Εβραίοι

Εβραίοι (εβραϊκά: עברים, μεταγραφή: ivri/hever, ελληνικά: περνάω πέρα) ή Ισραηλίτες ονομάζονται τα μέλη του εβραϊκού λαού, επίσης γνωστού ως Ιουδαϊκό έθνος ή γιοι του Ισραήλ, μιας εθνικοθρησκευτικής ομάδας που κατάγεται από τους αρχαίους Ισραηλίτες και τα μέλη της οποίας ασκούν κατά παράδοση τον Ιουδαϊσμό. Η Βίβλος, η οποία γράφτηκε από Εβραίους, καταγράφει κατά κύριο λόγο την εθνική και θρησκευτική τους ιστορία. Ο εβραϊκός πληθυσμός σήμερα αριθμεί περισσότερο από 14,5 εκατομμύρια άτομα παγκόσμια, η πλειοψηφία των οποίων ζουν στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ως Ιουδαίοι (εβραϊκά: יְהוּדִים, μεταγραφή: Yehudim, ελληνικά: παιδιά του Ισραήλ) περιγράφονται είτε οι ακόλουθοι της θρησκείας του Ιουδαϊσμού ή που μεταστράφηκαν σε αυτήν, είτε εκείνοι που έχουν εβραϊκή καταγωγή.

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Εκκλησιαστής

Ο Εκκλησιαστής (Ἐκκλησιαστής, εβρ. קֹהֶלֶת) είναι ένα από τα 24 βιβλία της Τανάκ (της ιουδαϊκής Βίβλου), και το εικοστό έβδομο από τα 49 της ορθόδοξης χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης, γραμμένο κατά την περίοδο από το 450 ως το 180 π.Χ..

Στην Εβραϊκή Βίβλο κατατάσσεται στα λεγόμενα Κεθουβείμ (στην ελλην.: «Αγιόγραφα»), ενώ στη χριστιανική Αγία Γραφή συγκαταλέγεται στα πρωτοκανονικά «διδακτικά» («Βιβλία της Σοφίας»). Ο τίτλος «Εκκλησιαστής» (που μεταγράφηκε αμετάφραστος στη λατινική, και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, ως Ecclesiastes) είναι η ελληνική απόδοση του εβραϊκού Κοχελέτ ή Κοχελέθ (Kohelet ή Qoheleth), που σημαίνει αυτόν που συγκαλεί συνέλευση (πρβλ. «εκκλησία του δήμου»), αλλά παραδοσιακά μεταφράζεται ως «Διδάσκαλος» ή «Κήρυκας», το ψευδώνυμο που μεταχειρίζεται ο συγγραφέας του βιβλίου.

Το βιβλίο αποτελεί περιγραφή εμπειριών και συναγωγή διδαγμάτων από αυτές, συχνά αυτοκριτικών. Ο συγγραφέας, που μας συστήνεται ως «υιός Δαβίδ» και βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ, εξετάζει το νόημα της ζωής και το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να ζει κάποιος. Διακηρύσσει ότι όλες οι πράξεις του ανθρώπου είναι ενδογενώς הבל (χεβέλ), «ανάσα του ανέμου», δηλαδή μάταιες, καθώς τόσο ο πλέον σώφρονας, όσο και ο πλέον άφρονας καταλήγουν στον θάνατο. Ο Εκκλησιαστής ωστόσο σαφώς υιοθετεί τη σωφροσύνη ως μέσο για μια καλή επίγεια ζωή. Στο φως της ματαιότητας αυτής της ζωής, ο άνθρωπος πρέπει να απολαμβάνει τις απλές χαρές της καθημερινής ζωής, οι οποίες είναι δώρα από το χέρι του Θεού. Το βιβλίο καταλήγει με την παραίνεση: «τὸν Θεὸν φοβοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦτο πᾶς ὁ ἄνθρωπος." (κεφ. ιβ΄, στ. 13).

Ο Εκκλησιαστής άσκησε βαθιά επίδραση στη λογοτεχνία και γενικότερα στη σκέψη του δυτικού κόσμου. Περιέχει τις πολύ γνωστές φράσεις «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης» (κεφ. α΄, στ. 2) και «ουδέν καινόν υπό τον ήλιον» (α΄ 9).

Ιησούς του Ναυή (βιβλίο)

Με το όνομα Ιησούς του Ναυή φέρεται το έκτο βιβλίο, τόσο του εβραϊκού Τανάκ, όσο και της Παλαιάς διαθήκης. Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν το βιβλίο αυτό ως συνέχεια της Πεντατεύχου, έτσι ώστε να ομιλούν για Εξάτευχο.

Ιουδαϊσμός

Το λήμμα σχετίζεται με την Ιουδαϊκή θρησκεία. Ζητήματα σχετικά με εθνικές, ιστορικές και πολιτισμικές όψεις της Ιουδαϊκής ταυτότητας αναφέρονται στο λήμμα Εβραίοι.Ο Ιουδαϊσμός είναι η παραδοσιακή θρησκεία των Εβραίων ανά τον κόσμο με περίπου 15 εκατομμύρια πιστούς το 2006, γεγονός που τον κατατάσσει ως δωδέκατη σε τάξη μεγέθους οργανωμένη τηρούμενη μονοθεϊστική θρησκεία και μία από τις αρχαιότερες θρησκευτικές παραδόσεις που τελούνται στον σύγχρονο κόσμο. Οι αξίες και η ιστορία του εβραϊκού λαού συνιστούν μείζον θεμέλιο άλλων θρησκειών όπως είναι ο Χριστιανισμός, το Ισλάμ, οι Σαμαρίτες και η Πίστη Μπαχάι οι οποίες μαζί με τον Ιουδαϊσμό ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των Αβρααμικών θρησκειών.

Ο Ιουδαϊσμός σπανίως υπήρξε ενιαίος στην έκφραση και την άσκησή του (αν και ήταν πάντα μονοθεϊστικός ως προς τη θεολογία του) και διαφέρει από πολλές θρησκείες ως προς το γεγονός ότι η κεντρική αυθεντία δεν αποδίδεται σε κάποιο άτομο αλλά μάλλον στις ιερές Γραφές (Τανάκ) και στις μακραίωνες παραδόσεις (Χαλακά). Βέβαια, ο Ιουδαϊσμός σε όλες τις παραλλαγές του παρέμεινε προσδεδεμένος σε έναν αριθμό θρησκευτικών αρχών, η σημαντικότερη εκ των οποίων είναι η πίστη ότι υπάρχει ένας μοναδικός, παντογνώστης, παντοδύναμος, πανάγαθος, υπερβατικός Θεός, יהוה (ΓΧΒΧ), που αποδίδεται στα ελληνικά ως Ιεχωβά ή Γιαχβέ, ο οποίος δημιούργησε το σύμπαν και συνεχίζει να το κυβερνά. Σύμφωνα με την παραδοσιακή εβραϊκή πίστη, ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο, εγκαθίδρυσε μια διαθήκη με τον εβραϊκό λαό, και τού αποκάλυψε τους νόμους Του και τις εντολές Του με τη μορφή της Τορά (συνήθως αναφέρεται και ως "Μωσαϊκός Νόμος").

Εντός του Ιουδαϊσμού υπάρχουν διάφορα ρεύματα, τα περισσότερα εκ των οποίων προέρχονται από τον Ραββινικό Ιουδαϊσμό, ο οποίος δέχεται πως o Θεός αποκάλυψε τους νόμους και τις εντολές του στον Μωϋσή στο Όρος Σινά υπό την μορφή της Γραπτής και της Προφορικής Τορά.

Από ιστορικής πλευράς, αυτός ο ισχυρισμός έχει αμφισβητηθεί εν μέρει ή συνολικά από διάφορες ομάδες όπως οι Σαδδουκαιοι και τον Ελληνιστικό Ιουδαϊσμό κατά την περίοδο του Δεύτερου Ναού, από τους Καραΐτες και Σαββαταίους κατά τον πρώιμο και ύστερο μεσαίωνα

και από τμήματα σύγχρονων μη-Ορθόδοξων ομολογιών. Σύχγρονοι κλάδοι του Ιουδαϊσμού όπως ο Ουμανιστικός Ιουδαϊσμός μπορεί να είναι μη-θεϊστικοί.

Σήμερα, τα μεγαλύτερα ρεύματα της Εβραϊκής θρησκείας είναι ο Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός (Ιουδαϊσμός Χαρεδί και Σύγχρονος Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός), ο Συντηρητικός Ιουδαϊσμός και ο Μεταρυθμιστικός Ιουδαϊσμός. Κύριες πηγές διαφοροποίησης μεταξύ αυτών των ομάδων είναι οι προσεγγίσεις τους στον Εβραϊκό νόμο, η αυθεντία της Ραββινικής παράδοσης και η σημασία του Κράτους του Ισραήλ.

Κριτές (βιβλίο)

Οι Κριτές , (ή Κριταί) είναι το έβδομο βιβλίο, τόσο του εβραϊκού Τανάκ, όσο και της Παλαιάς διαθήκης.

Μαλαχίας (προφήτης)

Ο Προφήτης Μαλαχίας είναι βιβλικό πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης που φέρεται να συνέγραψε και το ομώνυμο βιβλίο, το τελευταίο των κανονικών της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και της Εβραϊκής Βίβλου (Τανάκ).

Μετάφραση των Εβδομήκοντα

Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα αποτελεί τη σπουδαιότερη από τις πρώτες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης και την πρώτη, στην ουσία, γραπτή μετάφραση από την εβραϊκή στην ελληνιστική κοινή γλώσσα. Η μετάφραση έγινε τον 3ο αιώνα π.Χ. από 72 διγλωσσους Ιουδαίους και μεταγενέστερα περιέλαβε επιπλέον βιβλία, πέρα από αυτά που ανήκουν στον Ιουδαϊκό Βιβλικό κανόνα (Τανάκ). Μερικά ταργκούμ που αποτελούσαν μεταφράσεις ή παραφράσεις των Εβραϊκών Γραφών στην αραμαϊκή έγιναν επίσης εκείνη την εποχή.

Συμβολίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία ως Ο' (ο αριθμός εβδομήντα στον αλφαβητικό τρόπο αρίθμησης, δηλαδή «κατά τους εβδομήκοντα» απλοποιηση για να ειναι ευμνημονευτος ο αριθμος, αντι Οβ) και στην αγγλική βιβλιογραφία ως LXX (ο αριθμός εβδομήντα στον λατινικό τρόπο αρίθμησης, ή αλλιώς Septuaginta).

Μπίμπλια Χεμπράικα

Η Μπίμπλια Χεμπράικα ή Biblia Hebraica είναι λατινική ονομασία που σημαίνει "Εβραϊκή Βίβλος" και αναφέρεται στην έκδοση του επεξεργασμένου εβραϊκού κειμένου της Εβραϊκής Βίβλου (δηλαδή, του Τανάκ κατά την Ιουδαϊκή ορολογία ή της Παλαιάς Διαθήκης κατά την Χριστιανική ορολογία) που εκδόθηκε από τον Εβραίο λόγιο Ρούντολφ Κίτελ (Rudolf Kittel) στη Γερμανία.

Η ονομασία αυτή έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά στις επικεφαλίδες των σελίδων των εκδόσεων

της Εβραϊκής Βίβλου.

Οι εκδόσεις της Μπίμπλια Χεμπράικα συντομογραφούνται ως BH ή BHK (K για τον Κίτελ) ή BH1, BH2 και BH3, ανάλογα με την αναφερόμενη έκδοση.

Μπίμπλια Χεμπράικα Στουτγκαρτένσια

Η Μπίμπλια Χεμπράικα Στουτγκαρτένσια (Εβραϊκή Βίβλος της Στουτγκάρδης) ή Biblia Hebraica Stuttgartensia, συντομογραφικά BHS, αποτελεί έκδοση της Εβραϊκής Βίβλου που εκδόθηκε από τη Γερμανική Βιβλική Εταιρία (Deutsche Bibelgesellschaft) στην Στουτγκάρδη. Θεωρείται ευρέως, τόσο από τους Ιουδαίους όσο και τους Χριστιανούς, ως η πιο αξιόπιστη έκδοση των εβραϊκών και των αραμαϊκών γραφών (δηλαδή, του Τανάκ κατά την Ιουδαϊκή ορολογία ή της Παλαιάς Διαθήκης κατά την Χριστιανική ορολογία) και είναι ουσιαστικά η πλέον χρησιμοποιούμενη έκδοση του πρωτότυπου κειμένου μεταξύ των λογίων.

Αποτελεί αναθεώρηση της τρίτης έκδοσης της Μπίμπλια Χεμπράικα που εξέδωσε ο Ρούντολφ Κίτελ (Rudolf Kittel), η οποία ήταν η πρώτη που βασίστηκε στον Κώδικα του Λένινγκραντ. Οι υποσημειώσεις της αναθεωρήθηκαν πλήρως. Κυκλοφόρησε τμηματικά από το 1968 ως το 1976, ενώ η μονότομη έκδοση παρουσιάστηκε το 1977. Από τότε έχει ανατυπωθεί πολλές φορές.

Το κείμενό της είναι ακριβές αντίγραφο (αφαιρέθηκαν ελάχιστα λάθη) του Μασοριτικού Κειμένου όπως καταγράφεται στον Κώδικα του Λένινγκραντ. Η μόνη σημαντική διαφορά είναι ότι τα Βιβλία των Χρονικών, ενώ στον Κώδικα προηγούνται του βιβλίου των Ψαλμών, μετακινήθηκαν στο τέλος, όπου βρίσκονται και σε άλλες Εβραϊκές Βίβλους. Το βιβλίο του Ιώβ προηγείται των Παροιμιών, όπως συμβαίνει με τον Κώδικα αλλά ανόμοια με άλλες Εβραϊκές Βίβλους.

Στα περιθώρια υπάρχουν οι Μασοριτικές περιθωρειακές σημειώσεις, οι οποίες βασίζονται σε εκείνες του Κώδικα οι οποίες όμως προσαρμόστηκαν ώστε να είναι πιο συνεπείς και ευανάγνωστες. Οι υποσημειώσεις καταγράφουν πιθανές διορθώσεις στο εβραϊκό κείμενο. Πολλές από αυτές βασίζονται στην Σαμαριτική Πεντάτευχο, στους Ρόλους της Νεκράς Θαλάσσης και σε άλλες αρχαίες μεταφράσεις όπως η Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η Βουλγάτα και η Πεσίτα.

Συνεχίζονται η εργασίες για τη δημιουργία μια αναθεωρημένης έκδοσης, η οποία πρόκειται να γίνει γνωστή ως Μπίμπλια Χεμπράικα Κουίντα (Biblia Hebraica Quinta) ή Πέμπτη Εβραϊκή Βίβλος, καθώς η BHS θεωρείται ως τέταρτη έκδοση της Μπίμπλια Χεμπράικα.

Παλαιά Διαθήκη

Ο όρος Παλαιά Διαθήκη δηλώνει την αρχαιότερη από τις δύο συλλογές βιβλίων που αποτελούν την χριστιανική Αγία Γραφή, η οποία και αναφέρεται ειδικότερα στην αποκάλυψη του Θεού (Γιαχβέ), και στην αρχική συνδιαλλαγή του με το "περιούσιο" έθνος Ισραήλ, με σκοπό να ευλογηθεί πρώτα αυτό και στη συνέχεια όλη η ανθρωπότητα. Τα βιβλία που συγκροτούν την Παλαιά Διαθήκη, γράφτηκαν από διάφορους συγγραφείς σε διάστημα αρκετών εκατονταετηρίδων. Συνώνυμες ονομασίες είναι επίσης οι όροι Εβραϊκές Γραφές, Εβραϊκή Βίβλος —με βάση την προέλευση των συγγραφέων— και Δεύτερη Διαθήκη. Η Τορά αποτελεί την βάση της Παλαιάς Διαθήκης (βλέπε Πεντάτευχος).

Ο εβραϊκός Βιβλικός όρος ברית (brit) που αποδίδεται διαθήκη σημαίνει «συνθήκη, συμμαχία, σύμβαση ή συμφωνία». Έτσι, στη Βίβλο ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την συμφωνία που συνάπτει ο Θεός είτε με μεμονωμένα άτομα είτε συλλογικά το λαό Ισραήλ και στοχεύει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης αποτέλεσαν τις μοναδικές Ιερές Γραφές που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ιησού Χριστό, τους αποστόλους και την πρωτοχριστιανική κοινότητα. Η πρώτη χριστιανική εκκλησία αποκαλούσε αυτό το σύνολο των προγενέστερων βιβλίων «ο Νόμος και οι Προφήτες» ή απλά «οι Γραφές». Περίπου από τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο όρος «Παλαιά Διαθήκη» άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα για τις Γραφές που είχαν ολοκληρωθεί πριν τον Χριστό. Αυτός ο όρος χρησιμοποιήθηκε σε αντιδιαστολή προς τη χρονικά μεταγενέστερη Καινή Διαθήκη, τη συλλογή των βιβλίων που αναφέρονται στην εκπλήρωση των επαγγελιών της παλαιάς και τη σύναψη της νέας διαθήκης δια του Ιησού Χριστού, μιας συμφωνίας μεταξύ Θεού και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Η αρχαιότερη μετάφραση του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης έγινε στην ελληνική γλώσσα και έχει επικρατήσει να ονομάζεται Μετάφραση των Εβδομήκοντα.

Πεντάτευχος

Τόσο ο ελληνικός όρος Πεντάτευχος όσο και ο εβραϊκός όρος Τορά (תּוֹרָה‎), που σημαίνει «Νόμος», αναφέρονται στα πέντε πρώτα βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου ή αλλιώς Τανάκ και της χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης που περιέχεται στην Αγία Γραφή. Για πρακτικούς λόγους το έργο χωρίστηκε, πιθανότατα κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., σε πέντε σχεδόν ισομεγέθη βιβλία και έτσι προέκυψε η «Πεντάτευχος».

Από την αρχαιότητα ήταν αποδεκτό ότι συγγραφέας των πέντε βιβλίων υπήρξε ο Μωυσής, αν και ειδικά η Γένεση φαίνεται να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό συρραφή του υλικού που είχε ο Μωυσής στη διάθεσή του από τους προγόνους του. Τα αυτόγραφα κείμενα του Μωυσή, που ανάγονται στον καιρό της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, φαίνεται να διατηρήθηκαν τουλάχιστον μέχρι την εποχή του βασιλιά Ιωσία στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ..

Στον εβραϊκό Βιβλικό κανόνα τα ονόματα αυτών των πέντε βιβλίων είναι:

«Στην αρχή», εβρ. Μπερεσίθ (בראשית‎)

«Και αυτά τα ονόματα», εβρ. Σεμώθ (שמות‎)

«Και εκάλεσε», εβρ. Βαγικρά (ויקרא‎)

«Και είπε», εβρ. Μπεμιδμπάρ (במדבר‎)

«Αυτοί οι λόγοι», εβρ. Ντεβαρίμ (דברים‎)Όταν πραγματοποιήθηκε η μετάφραση των Ο' (εβδομήκοντα), τα πέντε βιβλία του Νόμου ονομάστηκαν με βάση το περιεχόμενο τους ως εξής:

Γένεσις (εξιστορεί τα γεγονότα από τη γένεση του κόσμου)

Έξοδος (εξιστορεί τα γεγονότα της εξόδου από την Αίγυπτο)

Λευιτικόν (περιέχει τη νομοθεσία των ιερέων της φυλής Λευί)

Αριθμοί (ονομασία που προέκυψε από την απαρίθμηση των Ισραηλιτών που βλέπουμε στα κεφάλαια 1—4)

Δευτερονόμιον («δεύτερος νόμος» ο οποίος δόθηκε στον Μωυσή λίγο πριν το θάνατο του)

Σοφερείμ

Σοφερείμ ονομάζονται οι Ιουδαίοι επαγγελματίες αντιγραφείς των Εβραϊκών Γραφών (Τανάκ) από τις ημέρες του Έσδρα (5ος αιώνας Π.Κ.Χ.) και μετά για μια περίοδο χιλίων ετών περίπου. Επίσης αναφέρονται και ως «γραμματείς».

Μια πολύ αρχαία ραββινική παράδοση, το Ταλμούδ, συνδέει αυτό τον όρο με το εβραϊκό ρήμα σαφάρ που σημαίνει «καταμετρώ», αναφέροντας: «Οι αρχαίοι λόγιοι ονομάζονταν Σοφερείμ διότι μετρούσαν όλα τα γράμματα της Τορά», δηλαδή της Πεντατεύχου (των πέντε πρώτων βιβλίων των Εβραϊκών Γραφών). Μετρούσαν όλα τα γράμματα των λέξεων που αντέγραφαν με σκοπό να ελέγξουν αν τα αντίγραφα που επιμελούνταν ήταν εντελώς όμοια με τα πρωτότυπα. Οι 815.140 χαρακτήρες της εβραϊκής γλώσσας από τους οποίους αποτελείται το κείμενο των Εβραϊκών Γραφών καθιστούσαν το έργο τους ιδιαίτερα κοπιαστικό. Οι φιλόπονες προσπάθειες αυτών των αντιγραφέων του Βιβλικού κειμένου εξασφάλισαν αναμφίβολα τον μεγάλο βαθμό ακρίβειας με το οποίο μεταδόθηκε στο πέρασμα των αιώνων το κείμενο των Εβραϊκών Γραφών. Τους διαδέχτηκαν οι Μασορίτες.

Σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση, ο όρος Σοφερείμ εφαρμόζεται πιο συγκεκριμένα στην αρχαιότερη ομάδα γραμματέων από τον 5ο έως τον 3ο αιώνα Π.Κ.Χ., δηλαδή από τον Έσδρα μέχρι τον Αντίγονο του Σόχο. Μετά από εκείνους εμφανίστηκαν οι Ζουγώθ, τα ζεύγη λογίων του κειμένου, κατά τη διάρκεια του 2ου και του 1ου αιώνα Π.Κ.Χ., δηλαδή από τον Ιωσή μπεν Ιωεζέρ μέχρι τον Χιλλέλ. Η τρίτη ομάδα γραμματέων ήταν οι Ταναΐμ (οι «αναμεταδότες» ή «δάσκαλοι» του προφορικού νόμου), από τον καιρό του θανάτου του Χιλλέλ έως το θάνατο του Ιούδα Ανασί μετά το 200 Κ.Χ.. Πέρα από τη μετάδοση και την αναπαραγωγή του Βιβλικού κειμένου, οι διδασκαλίες που ανέπτυξαν αυτές οι τρεις ομάδες γραμματέων, οι οποίοι είχαν τον τίτλο είτε του Ραββί είτε του Ραββάν (ανώτερος του Ραββί) δηλαδή του «δασκάλου», καταγράφηκαν στη Μισνά, την Τοσεφτά, τη Μπαραϊθόθ και τη Μιδράς.

Τορά

Τορά (Εβραϊκή γλώσσα: תּוֹרָה, δηλαδή ο Νόμος) ονομάζεται στον Ιουδαϊσμό ο Νόμος, οι διδασκαλίες που έδωσε ο Μωυσής στους Εβραίους στην Πεντάτευχο (που και αυτή ονομάζεται Τορά), αλλά και στις προφορικές παραδόσεις που αργότερα καταγράφηκαν στο Ταλμούδ και στο Μιδρά που είναι μέρος του Εβραϊκού Νόμου.

Η Πεντάτευχος ή και απλά Τορά, αναφέρεται ως Τορά Σεμπιχτάβ (תורה שבכתב, «Νόμος που έχει γραφεί»), ενώ οι προφορικές παραδόσεις αναφέρονται ως Τορά Σεμπέ'αλ Πεχ (תורה שבעל פה, «Νόμος που είναι προφορικός»).

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.