Συρία

Η Συρία (αραβικά: سوريا‎ ή από το 2005: سورية) είναι μια χώρα της Μέσης Ανατολής που εκτείνεται μεταξύ του Ευφράτη ποταμού, της Αραβικής ερήμου και της Μεσόγειου θάλασσας. Η έκτασή της είναι 185.180 τ.χλμ. και έχει πληθυσμό 17.070.135 κατοίκους, σύμφωνα με τη μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2019.[1][4] Συνορεύει στα Βόρεια με την Τουρκία, στα Ανατολικά με το Ιράκ, στα Νότια με την Ιορδανία, στα Νοτιοδυτικά με το Ισραήλ και το Λίβανο και στα Βορειοδυτικά βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Πρωτεύουσα της είναι η Δαμασκός.

Συντεταγμένες: 35°13′00″N 38°35′00″E / 35.2167°N 38.5833°E

Αραβική Δημοκρατία της Συρίας
الجمهورية العربية السورية
Σημαία
Σημαία
Έμβλημα
Εθνόσημο
Εθνικός ύμνος: Homat el Diyar (Φρουροί της Πατρίδας)
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
και μεγαλύτερη πόληΔαμασκός
33°30′35″N 36°18′33″E / 33.5097°N 36.3092°E
Αραβικά
Μονοκομματική
Προεδρική Δημοκρατία
Μπασάρ αλ Άσαντ
Ιμάντ Χαμίς
Νομοθετικό σώμα
Λαϊκό Συμβούλιο
Ανεξαρτησία
Από τη Γαλλία
Ισχύον Σύνταγμα

17 Απριλίου 1946
13 Μαρτίου 1973
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

185.1801 km2 (89η)
0,6
2.253 km
193 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2019 
 • Πυκνότητα 

17.070.135[1] (68η) 
92,2 κατ./km2 (120η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2010)
 • Κατά κεφαλή 

136,377 δισ. $[2] (66η)  
6.374 $[2] (111η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2010)
 • Κατά κεφαλή 

60,043 δισ. $[2] (67η)  
2.806 $[2] (107η) 
ΔΑΑ (2017)Decrease 0,536 [3] (155η) – χαμηλός
ΝόμισμαΛίρα Συρίας 1€ = 91,77 £S (SYP) & 1$ (USD) = 71,00 £S (SYP) (SYP)
 • Θερινή ώραEET (UTC +2)
(UTC +3)
Internet TLD.sy
Οδηγούν απόδεξιά
Κωδικός κλήσης+963
1 Περιλαμβάνονται 1.295 τετρ. χλμ. που είναι υπό την κατοχή του Ισραήλ.

Ιστορία

Η Συρία, που υπήρξε χώρα κάτω από τη γαλλική κυριαρχία, έγινε ανεξάρτητη το 1946.[5] Το 1958 σχημάτισε μαζί με την Αίγυπτο την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, από την οποία αποχώρησε το 1961 κι έγινε ανεξάρτητο κράτος. Το 1967 ηττήθηκε στον Πόλεμο των έξι ημερών και το Ισραήλ κατέλαβε τα Υψίπεδα του Γκολάν.

Η Συρία κυβερνάται από το 1963 από το Αραβικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Μπάαθ. Η ηγετική θέση του στην πολιτική ζωή της χώρας προβλέπεται από το Σύνταγμα. Στις 23 Φεβρουαρίου του 1966, με πραξικόπημα του υποστράτηγου Σαλάχ Τζεντίντ, η αριστερή πτέρυγα του σοσιαλιστικού κόμματος του Μπάαθ ανέτρεψε τον μετριοπαθή μπααθιστή Αμίν αλ Χαφίς, που βρισκόταν στην εξουσία από το 1964, και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Συρίας. Πρόεδρος ορίστηκε ο Νουρ αντ Ντιν αλ Ατασί και τέσσερις ημέρες αργότερα συγκροτήθηκε κυβέρνηση από μαρξιστές γνωστούς ως «Κινέζους», λόγω φιλομαοϊκής απόκλισης. Το πραξικόπημα σηματοδότησε σκλήρυνση της συριακής φράξιας στους κόλπους του παναραβικού μπααθικού κόμματος, με παρακλάδια στο Ιράν, το Λίβανο και την Ιορδανία. Το υπουργείο Άμυνας στη νέα κυβέρνηση ανέλαβε ο Χαφέζ αλ Άσαντ, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα συγκέντρωσε όλη την εξουσία στα χέρια του[6].

Το 1969, το συριακό καθεστώς συγκλονίστηκε από τη διαμάχη των "εθνικιστών" με τους "προοδευτικούς" για τον έλεγχο της εξουσίας. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκε η προτεινόμενη από τους εθνικιστές συγχώνευση των ενόπλων δυνάμεων Συρίας, Ιράκ και Ιορδανίας[7].

Η κρίση ξέσπασε ανοικτά στις 24 Φεβρουαρίου του 1969 όταν το Ισραήλ πραγματοποίησε αεροπορική επιδρομή κατά στρατοπέδων της Φατάχ στα περίχωρα της Δαμασκού, στην οποία η συριακή πολεμική αεροπορία δεν προέβαλε ουσιαστικά καμία αντίσταση.

Η διαφορά δυναμικότητας δεν ήταν η μόνη εξήγηση: στις κατηγορίες των αντιπάλων του, ο υπουργός Άμυνας και αρχηγός των εθνικιστών, στρατηγός (της Αεροπορίας) Χαφέζ αλ Άσαντ, απάντησε ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη δημιουργία κοινής ανώτατης διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων των τριών γειτονικών αραβικών κρατών. Για να γίνει πιο πειστικός, ο Άσαντ διέταξε τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις να περικυκλώσουν τα κυβερνητικά και κομματικά κτίρια, κατηγορώντας παράλληλα τους προοδευτικούς ότι δεν είναι παρά ενεργούμενα της Μόσχας. Οι γραμμές της αντιπαράθεσης ήταν πλέον καθαρές: στο πλευρό των προοδευτικών συντάχθηκε ολόκληρος ο κομματικός μηχανισμός και σε εκείνο των εθνικιστών οι ένοπλες δυνάμεις. Μέχρι το τέλος Μαρτίου ο Άσαντ έδιωξε τους πλέον ευάλωτους από τους αντιπάλους του από τον κομματικό μηχανισμό και, κυρίως, από τον πιστό στους προοδευτικούς Τύπο. Ωστόσο, καμία από τις δύο φατρίες δεν υπερίσχυσε απόλυτα. Παράλληλα, στο γειτονικό Ιράκ το κλυδωνιζόμενο καθεστώς προώθησε τη δική του λύση για "ένωση" των δύο κρατών, προκαλώντας διεθνώς φόβους για ενδοαραβικό πόλεμο. Μοιραία, η μόνη διέξοδος για τους Σύρους ήταν μία συμβιβαστική λύση, στην οποία περιλήφθηκαν σχεδόν όλες οι θέσεις του Άααντ πλην της προσέγγισης με τη Δύση[8]. Ο Χαφέζ αλ Άσαντ έγινε τελικά πρόεδρος από το 1971 μέχρι και το θάνατό του το 2000. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Μπασάρ αλ Άσαντ.

Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 22 Απριλίου του 2007 το Εθνικό Προοδευτικό Μέτωπο κέρδισε 172 έδρες, ενώ οι ανεξάρτητοι κέρδισαν τις υπόλοιπες 78. Η συμμετοχή ήταν της τάξεως του 56,12% και εξελέγησαν 30 γυναίκες υποψήφιες, όσες ακριβώς και στις εκλογές του 2003. Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης και οι ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα έκαναν λόγο για νοθεία και για συμμετοχή μόλις 10%.

Από το 2011 διεξάγεται εμφύλιος πόλεμος. Ξεκίνησε ως σειρά διαδηλώσεων, μέρος της Αραβικής Άνοιξης, που μετά την βίαιη καταστολή τους εξελίχθηκαν σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ πάνω από 100.000 είναι οι νεκροί, μισοί από τους οποίους είναι πολίτες. Δεκάδες χιλιάδες είναι και οι πρόσφυγες εντός και εκτός της χώρας. Εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου η πόλη Χομς σήμερα είναι σχεδόν ολοσχερώς κατεστραμμένη.

Περίπου 290 χώροι ή μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς στη Συρία έχουν καταστραφεί από τον συνεχιζόμενο εμφύλιο πόλεμο όπως προκύπτει από δορυφορικές φωτογραφίες, ανακοίνωσε, την Τρίτη, το Ινστιτούτο των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση και την Έρευνα (UNITAR).[9]

Γεωγραφία

Μορφολογία

SatSyria
Δορυφορική φωτογραφία της Συρίας (με προσθήκη των συνόρων).

Προς την πλευρά της Μεσόγειου και αμέσως μετά την παραλία, αρχίζουν τα όρη των Ανσαριτών (1.500 μ.), που νοτιότερα συνεχίζονται ως το Λίβανο (3.097 μ.). Τα παραπάνω όρη διαρρέονται από μικρούς παραποτάμους που ποτίζουν τα δάση και τους αγρούς.

Ανατολικά εκτείνεται η οροσειρά Αντιλίβανος με ψηλότερη κορυφή 2.814 μ. στο όρος Ερμών. Ανάμεσα στα όρη των Ανσαριτών, στο Λίβανο και τον Αντιλίβανο, απλώνεται η λεγόμενη "Συριακή Τάφρος" ή "Κοίλη Συρία". Στο τμήμα της Τάφρου που διέρχεται από τη χώρα σχηματίζεται η γόνιμη επιμήκης πεδιάδα Γκαμπ.

Άλλο σημαντικό όρος της Συρίας είναι επίσης το Τζεμπέλ - εντ - Ντρουζ (όρος των Δρούσων), προς τα νοτιοανατολικά του όρους Ερμών. Η ψηλότερη κορυφή του φτάνει τα 1.749 μ. και η οροσειρά συνεχίζεται μέσα στο έδαφος της Ιορδανίας.

Το όρος των Δρούσων είναι ηφαιστειογενές με πολλούς κρατήρες.

Κλίμα

Στα παράλια της χώρας το κλίμα είναι μεσογειακό, αλλά με πολύ θερμά και ξηρά καλοκαίρια. Πάντως το κλίμα στα παράλια είναι ευνοϊκότερο για τη διαβίωση των ανθρώπων και την ανάπτυξη της γεωργίας.

Στο εσωτερικό της χώρας το κλίμα γίνεται στεπώδες και ερημικό. Στη Μεγάλη Έρημο της Συρίας, όταν κατά την άνοιξη βρέξει, σκεπάζονται οι εκτάσεις της από διάφορα φυτά.

Ποταμοί

Ο μεγαλύτερος από όλους τους ποταμούς της Συρίας είναι ο Ευφράτης. Πηγάζει από το οροπέδιο της Αρμενίας, διέρχεται από τη Συρία, δεχόμενος πολλούς παραποτάμους και στη συνέχεια εισέρχεται στο Ιράκ.

Κατά την περίοδο της αύξησης του νερού, ολόκληρο το τμήμα του ποταμού, που διέρχεται από τη Συρία είναι πλωτό. Όταν όμως μειώνονται τα νερά του, μόνο στις εκβολές του μπορούν να εισέλθουν τα ποταμόπλοια.

Άλλος μεγάλος ποταμός της χώρας είναι ο Τίγρης, που διέρχεται από το βορειανατολικό άκρο της. Ο πιο σημαντικός ποταμός της Συρίας, από οικονομική άποψη, είναι ο Ορόντης, που πηγάζει μεταξύ Λιβάνου και Αντιλίβανου και δημιουργείται από την τήξη των χιονιών των δύο αυτών οροσειρών. Είναι ο μόνος ποταμός που προχωρεί από νότο προς βορρά και διέρχεται από τη γόνιμη περιοχή της δυτικής Συρίας, επιδρώντας θετικά στην οικονομική ζωή της χώρας. Για την καλύτερη άρδευση της περιοχής, έχουν καταρτιστεί σχέδια που ρυθμίζουν τα νερά του.

Σημαντικός επίσης είναι και ο μικρός ποταμός Χρυσορόας, που δημιουργείται από τα νερά του Αντιλίβανου και ποτίζει ολόκληρη την περιοχή της Δαμασκού.

Άλλοι σημαντικοί ποταμοί είναι: ο Κουβέικ που στις δύο όχθες του υπάρχει ανεπτυγμένη καλλιέργεια και ο Ιερομύαξ.

Διοικητική διαίρεση

Syria districts
Κυβερνεία και επαρχίες της Συρίας

Η Συρία διαιρείται σε 14 κυβερνεία και επιπλέον σε επαρχίες. Τα κυβερνεία:

Κυβερνείο Πρωτεύουσα Έκταση km² Πληθυσμός Πυκνότητα/km² Κωδικός
  Αλ Χασακά Αλ Χασακά 23.334 1.477.000 63 SY-HA
Αλέππο Αλέππο 18.482 4.744.000 260 SY-HL
Αρ Ρακκά Αρ Ρακκά 19.616 921.000 47 SY-RA
Ας Σουγουαΰντα Ας Σουγουαΰντα 5.550 417.000 75 SY-SU
Δαμασκός Δαμασκός 1.599 2.211.042 18.273,07 SY-DI
Ιντλίμπ Ιντλίμπ 6.097 1.464.000 240 SY-ID
Κουνέιτρα Κουνέιτρα 1.200 87.000 73 SY-QU
Λατάκεια Λατάκεια 2.297 991.000 430 SY-LA
Νταράα Νταράα 3.730 998.000 [10] 270 SY-DR
Ντέιρ αλ Ζορ Ντέιρ αλ-Ζορ 33.060 1.202.000 36 SY-DY
Ριφ Ντιμάσκ Δαμασκός 18.032 2.744.000 150 SY-RD
Ταρτούς Ταρτούς 1.892 785.000 410 SY-TA
Χάμα Χάμα 8.883 1.593.000 180 SY-HM
Χομς Χομς 42.223 1.763.000 42 SY-HO

Δημογραφία

Syria-demography
Η ανάπτυξη του πληθυσμού (1961-2003) από στοιχεία του FAOSTAT (πληθυσμός σε χιλιάδες)

Ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 17.070.135 κατοίκους το 2019 (69η στον κόσμο). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού της Συρίας είναι -0,16% (εκτίμηση 2015). Ο ρυθμός γεννήσεων είναι 22,17 γεννήσεις ανά 1000 άτομα του πληθυσμού (εκτ. 2015) και ο ρυθμός θανάτου είναι 4 θάνατοι ανά 1000 άτομα πληθυσμού (εκτίμηση 2015).[11]

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2016 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 63,8 χρόνια (59,4 χρόνια οι άνδρες και 68,9 οι γυναίκες).[12]

Πόλεις

Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Δαμασκός (1.711.000 κ). Είναι κτισμένη στους πρόποδες του Αντιλίβανου, σε ύψος 700 μ. Έχει περίφημα μνημεία αραβικής τεχνοτροπίας. Άλλες πόλεις είναι: Χαλέπιο (2.301.570 κατ.), κόμβος συγκοινωνιών, η παλιότερη πόλη της Συρίας και εμπορικό κέντρο. Χάμα (325.000 κατ.) και Χομς (1.500.000 κατ.) που βρίσκονται σε γεωργική περιοχή και η Λαττάκεια (ή Λαοδίκεια 650.558 κατ.), το κυριότερο λιμάνι της Συρίας.

Θρησκεία

Omayad Mosque of Aleppo Syria
Μεγάλο Τζαμί του Χαλεπίου, Χαλέπι

Οι Σουνίτες Μουσουλμάνοι αποτελούν το 69 με 74% του πληθυσμού της Συρίας[13] και οι Σουνίτες Άραβες αποτελούν το 59–60% του πληθυσμού. Οι περισσότεροι Κούρδοι (8.5%)[14] και οι περισσότεροι Τουρκομάνοι (3%)[14] είναι Σουνίτες και ευθύνονται για τη διαφορά μεταξύ των Σουνιτών και των Σουνιτών Αράβων, ενώ το 13% των Σύρων είναι Σιίτες (ιδιαίτερα οι Αλαουίτες, οι Twelver -ο μεγαλύτερος κλάδος του Σιιτικού Ισλάμ και οι Ισμαηλίτες αλλά υπάρχουν επίσης Άραβες, Κούρδοι και Τουρκομάνοι), 10% Χριστιανοί[13] (η πλειοψηφία είναι Αντιόχειοι Ελληνορθόδοξοι, ενώ οι υπόλοιποι είναι Σύροι Ορθόδοξοι, Ελληνοκαθολικοί ή ανήκουν σε άλλες καθολικές ιεροτελεστίες, ανήκουν στην Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, Αρμένιοι Ορθόδοξοι, Προτεστάντες και άλλα δόγματα) και ένα 3% είναι Δρούζοι.[13] Οι Δρούζοι αριθμούν περίπου 500.000 άτομα, και είναι συγκεντρωμένοι κυρίως στην νότια περιοχή του Τζαμπάλ αλ-Ντρούζε.[15]

Η οικογένεια του Προέδρου Μπασάρ Αλ-Άσαντ είναι Αλαουίτες και οι Αλαουίτες κυριαρχούν στην κυβέρνηση της Συρίας και κατέχουν βασικές στρατιωτικές θέσεις.[16] Τον Μάιο του 2013, το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δήλωσε ότι από τα 94.000 άτομα που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του Συριακού Εμφύλιου Πολέμου, τουλάχιστον 41.000 από αυτούς ήταν Αλαουίτες.[17]

Οι Χριστιανοί (2,5 εκατομμύρια), από τους οποίους ένας σημαντικός αριθμός βρίσκεται στους πληθυσμούς των Παλαιστινίων προσφύγων της Συρίας, χωρίζονται σε διάφορα δόγματα: οι Χαλκηδόνιοι Αντιόχειοι Ορθόδοξοι αποτελούν το 45.7% του χριστιανικού πληθυσμού, οι Καθολικοί (Μελκίτες, Αρμένιοι Καθολικοί, Συριακοί Καθολικοί, Μαρωνίτες, Χαλδαίοι Καθολικοί και Λατίνοι) αποτελούν το 16.2%. η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία το 10.9% ενώ οι Σύροι Ορθόδοξοι αποτελούν το 22.4%. Η Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής και αρκετές μικρότερες χριστιανικές εκκλησίες καταλαμβάνουν το υπόλοιπο ποσοστό. Η χώρα έχει επίσης πολλά μοναστήρια. Πολλοί Χριστιανοί Σύροι ανήκουν σε υψηλή κοινωνικοοικονομική τάξη.[18]

Διακυβέρνηση

Την εξουσία μέχρι πρόσφατα ασκούσε ουσιαστικά το κόμμα Μπάαθ. Τα άλλα κόμματα αναγνώριζαν την ηγετική θέση του Μπάαθ, μαζί με το οποίο συναποτελούν το «Εθνικό Προοδευτικό Μέτωπο». Πρόεδρος από το 2000 είναι ο Μπασάρ αλ Άσαντ, γιος του επί πολλά χρόνια ηγέτη, Χαφέζ αλ Άσαντ. Από το 2012 πρωθυπουργός είναι ο Γουαέλ Ναντέρ αλ Χαλκί. Το Μάρτιο του 2011 ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος, οπότε οι ηγέτες τέθηκαν υπό αμφισβήτηση.

Εκλογές

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.[11]. Ο Πρόεδρος Άσαντ επανεξελέγη το Μάιο του 2007 σε δημοψήφισμα. Το 97,6% των ψηφισάντων στήριξε τον ηγέτη. Ο Άσαντ επανεξελέγη το 2014.

Οικονομία

Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Η γεωργία κύρια είναι αναπτυγμένη στα δυτικά μέρη και στις περιοχές του εσωτερικού που αρδεύονται. Παράγονται δημητριακά, κηπευτικά, καπνός, πατάτες, σταφύλια, βαμβάκι, ελιές, εσπεριδοειδή κ.ά. Η εκμετάλλευση των δασών και η αλιεία δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Στη βιομηχανία, τη μεγαλύτερη οικονομική σπουδαιότητα, παρουσιάζει ο τομέας ειδών διατροφής (με τη μεγαλύτερη οικονομική σημασία) ο τομέας υφαντουργίας, υαλουργίας, βυρσοδεψίας, η διύλιση πετρελαίου κ.ά.

Η Συρία εξάγει κυρίως βαμβάκι, σιτάρι, υφάσματα μεταξωτά, κριθάρι, δέρματα και καπνό, από τα λιμάνια της Λαοδικείας και Βηρυτού.

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 52,76 δισ. δολάρια ΗΠΑ (66η στον κόσμο, σε ονομαστικές τιμές, εκτίμηση 2009[2]). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 2.590 $.

Η οικονομία κατά την διάρκεια του εμφύλιου πολέμου

Η οικονομία της Συρίας κατά τον εμφύλιο πόλεμο έχει συρρικνωθεί, η βιομηχανική και η αγροτική της παραγωγή έχει κατακρημνιστεί, ενώ σχεδόν τα δύο τρίτα του πληθυσμού ζουν πλέον υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας, σύμφωνα με μια έκθεση η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα.[19] Tο Συριακό Κέντρο Πολιτικής Έρευνας, ο ΟΗΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), υπολογίζoυν ότι το συριακό Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) έχει συρρικνωθεί κατά 40% σε σχέση με την περίοδο πριν ξεσπάσει η σύρραξη, το 2011. Η ανεργία ανέρχεται σε 5 εκ. και η ζημία από τον πόλεμο υπολογίζονται σε 143,8 δισεκ. δολάρια, αλλά το ποσό αυτό αφορά κατά κύριο λόγο κτιριακές υποδομές, δηλ. κατοικίες και δημόσια κτίρια έως το 2014.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο εμφύλιος έχει κοστίσει στην οικονομία της διαφυγόντα έσοδα της τάξης των 226 δισεκατομμυρίων δολαρίων εώς το 2017. Πάνω από τους τρεις στους τέσσερις Σύρους που είναι σε θέση να εργαστούν —δηλαδή περίπου 9 εκατομμύρια άνθρωποι— δεν δουλεύουν, δεν είναι εγγεγραμμένοι σε κάποιο σχολικό ή πανεπιστημιακό ίδρυμα, ούτε σε κάποιο κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης ή επιμόρφωσης.[20]

Σημειώσεις και παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2019
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 «Συρία». ΔΝΤ. Απρίλιος 2017. Ανακτήθηκε στις 09-05-2017. Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  3. «Human Development Report 2018». HDRO (Human Development Report Office). Ανακτήθηκε στις 10-2-2019. Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  4. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι 40.000 άνθρωποι ζουν στα Υψώματα του Γκολάν (κατεχόμενα εδάφη από το Ισραήλ) - εξ αυτών οι 20.000 Άραβες (18.000 Δρούζοι και 2.000 Aλεβίτες) και γύρω στους 20.000 Ισραηλινούς εποίκους, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2009 (CIA World Factbook).
  5. «Report of the Commission Entrusted by the Council with the Study of the Frontier between Syria and Iraq». World Digital Library. 1932. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουλίου 2013.
  6. Χορός πραξικοπημάτων, Ιστορικό Λεύκωμα 1966, σελ. 115, Καθημερινή (1997)
  7. Patrick Seale, Asad: The Struggle for the Middle East, University of California Press (1990) ISBN 978-0-520-06976-3
  8. Ιστορικό Λεύκωμα 1969, σελ. 122-123, Καθημερινή (1998)
  9. Συρία: Καταστράφηκαν 290 μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς
  10. Population of Daraa Governorate
  11. 11,0 11,1 Συρία CIA World Factbook
  12. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Προσδόκιμο ζωής και υγιές προσδόκιμο ζωής, Δεδομένα ανά χώρα
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 «Syria – International Religious Freedom Report 2006». U.S. Department of State. 2006. Ανακτήθηκε στις 28 Ιουνίου 2009.
  14. 14,0 14,1 Drysdale, Alasdair; Hinnebusch, Raymond A. (1991), Syria and the Middle East Peace Process, Council on Foreign Relations, σελ. 222, ISBN 0876091052, https://archive.org/details/syriamiddleeast00alas/page/222
  15. Danna, Nissim (Δεκεμβρίου 2003). The Druze in the Middle East: Their Faith, Leadership, Identity and Status. Brighton: Sussex Academic Press. σελ. 227. ISBN 978-1-903900-36-9.
  16. Pipes, Daniel (1 January 1989). «The Alawi Capture of Power in Syria». Middle Eastern Studies 25 (4): 429–450.
  17. «Death toll in Syria likely as high as 120,000: group». Reuters. 14 May 2013. https://www.reuters.com/article/2013/05/14/us-syria-crisis-deaths-idUSBRE94D0L420130514.
  18. Tomader Fateh (25 Οκτωβρίου 2008). «Patriarch of Antioch: I will be judged if I do not carry the Church and each one of you in my heart». Forward Magazine. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Μαρτίου 2010. Ανακτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2013.
  19. Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΤΗ ΣΥΡΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΡΕΥΝΑ
  20. Παγκόσμια Τράπεζα: Ο πόλεμος έχει στοιχίσει 226 δισεκατομμύρια δολάρια στη συριακή οικονομία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

.sy

.sy είναι ο top-level domain κωδικός για τη Συρία στο Διαδίκτυο.

Δείτε επίσης: Κατάλογος top-level domains.

Αρχαία Ρώμη

Η αρχαία Ρώμη ήταν αρχικά ένας ιταλικός οικισμός, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και αναπτύχθηκε στην πόλη της Ρώμης και στη συνέχεια έδωσε το όνομά του στην αυτοκρατορία, της οποίας αποτέλεσε την έδρα, καθώς και στον εκτεταμένο πολιτισμό που ανέπτυξε η αυτοκρατορία. Ανήκοντας γεωγραφικά στον χώρο της Μεσογείου Θάλασσας και με επίκεντρο την πόλη της Ρώμης, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου με πληθυσμό περίπου 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ.Στους περίπου 12 αιώνες ύπαρξής του, ο Ρωμαϊκός πολιτισμός μετατοπίστηκε από τη μοναρχία στην κλασική δημοκρατία και, στη συνέχεια, σε μία ολοένα και πιο αυταρχική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης, του πολέμου, και της αφομοίωσης. Το 330 ο Κωνσταντίνος Α΄ μετακίνησε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη, που θα μετονομαστεί σε Κωνσταντινούπολη.

Η παρακμή του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα τη Ραβέννα επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενο από πολιτική αστάθεια, και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις κατά την διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που περιελάμβαναν την Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα. Η υπόλοιπη αυτοκρατορία, της οποίας η κυβέρνηση είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Δαμασκός

Η Δαμασκός είναι η πρωτεύουσα της Συρίας με πληθυσμό 1.7 εκατομμύρια κατοίκους. Είναι χτισμένη στην όαση Γκούτα, που βρίσκεται στην όχθη του ποταμού Μπαρόντα, (του Χρυσορρόα, όπως τον ονομάζουν οι αρχαίοι Έλληνες) σε υψόμετρο 600-700 μέτρα στις αρχές της ερήμου και στους πρόποδες του Αντιλίβανου.

Η Δαμασκός χαρακτηρίζεται από το ηπειρωτικό της κλίμα. Η πεδιάδα Ελ Γούτα (που βρίσκεται γύρω από την πόλη) παρόλο ότι δέχεται ελάχιστες βροχές είναι πολύ εύφορη χάρη στο ποτάμι Μπαράντα. Άλλωστε η πεδιάδα αυτή τροφοδοτεί την πρωτεύουσα με λαχανικά και άλλα γεωργικά προϊόντα που έχει ανάγκη η πόλη. Η Δαμασκός είναι το βασικότερο εμπορικό, βιομηχανικό και πολιτιστικό κέντρο της Συρίας. Αποτελεί ακόμη βασικό συγκοινωνιακό κόμβο διεθνών σιδηροδρομικών γραμμών, αυτοκινητόδρομων και αεροπορικών επικοινωνιών. Απ' αυτήν περνάει η μεγάλη σιδηροδρομική γραμμή που ενώνει τη Συρία με τη Βηρυτό και το Αμμάν. Ακόμη βρίσκεται πάνω στο μοναδικό αυτοκινητόδρομο που συνδέει την Τουρκία με το Ιράκ, καθώς και το Λίβανο με την Ιορδανία και το Ιράκ.

Στη Δαμασκό και στην περιοχή γύρω από την πόλη υπάρχουν εργοστάσια τσιμέντων, υφαντουργίας, υαλουργίας, διυλιστήρια πετρελαίου, ενώ έχουν παραμείνει και οι παλιές βιοτεχνίες παραγωγής βαμβακερών υφασμάτων που είναι πασίγνωστα σε ολόκληρο τον κόσμο σαν «δαμασκηνά». Ακόμη βρίσκεται και το Πανεπιστήμιο της Συρίας, καθώς και άλλα πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα, όπως η Ακαδημία Επιστημών κλπ.

Η πόλη, παρόλο ότι είναι από τις πιο παλιές, ελάχιστα έχει χάσει από το παλιό της χρώμα και ελάχιστα έχει αλλοιωθεί η πολεοδομία και η αρχιτεκτονική της. Έχει πολλά αξιόλογα κτήρια, μεταξύ των οποίων και το περίφημο Τζαμί των Ομεϋαδών. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη της Δαμασκού αναφέρονται στο 16ο αιώνα π.Χ., όταν ακόμη βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Φαραώ της Αιγύπτου. Αργότερα, τον 10ο αιώνα περίπου π.Χ. έγινε το κέντρο του βασιλείου της Δαμασκού. Κατά την εποχή των Σελευκιδών, η πόλη -ή μέρος της- μετονομάστηκε σε Δημητριάδα. Την εποχή του Χριστού αναφέρεται σαν μεγάλο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο, γνωστή άλλωστε και από την ιστορία του Απόστολου Παύλου. Μετά την επικράτηση της ισλαμικής θρησκείας, η Δαμασκός γίνεται πρωτεύουσα του Χαλιφάτου των Ομμεϋαδών. Στην εποχή του χαλιφάτου των Αββασιδών η Δαμασκός παρέμεινε εμπορικό κέντρο, ενώ άρχισε να παρακμάζει σημαντικά στη διάρκεια της τούρκικης κατοχής. Το 1920, όταν η Συρία βρισκόταν κάτω από τη γαλλική κατοχή, έγινε πρωτεύουσα του κράτους και παρέμεινε και μετά την απελευθέρωση της Συρίας από τους Γάλλους.

Στη Δαμασκό βρίσκεται από το 1343 η έδρα του Πατριαρχείου Αντιοχείας.

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Διγενής Ακρίτας

Το αρχαιότερο μνημείο της λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι το Έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα. Σύμφωνα με την άποψη του Ν. Πολίτη, που την ακολουθούν πολλοί μελετητές, το Έπος τον Διγενή Ακρίτα εκφράζει τα ιδεώδη και τους πόθους του ελληνικού γένους.

Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγηματικού βιβλίου του 9ου-10ου αι., το οποίο είναι γνωστό ως Διγενής Ακρίτης ή Έπος του Διγενή Ακρίτη. Σύμφωνα με τον μύθο ήταν ένας από τους Ακρίτες, τους φρουρούς των Βυζαντινών συνόρων και απέκτησε το προσωνύμιο Διγενής εξαιτίας της εθνικής καταγωγής του: η μητέρα του, Ειρήνη ήταν κόρη βυζαντινού στρατηγού και ο πατέρας του Μουσούρ Άραβας εμίρης από την Συρία. Σε μία από τις διασκευές του έπους αναφέρεται ότι ήταν σύγχρονός του Αυτοκράτορα Βασίλειου, αλλά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν πρόκειται για τον Βασίλειο Α΄ ή τον Βασίλειο Β΄, γνωστό ως Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Πρόσωπα και τόποι που αναφέρονται στο έπος μπορούν να ταυτιστούν με ιστορικά στοιχεία του 9ου και του 10ου αι., όπως οι πρόγονοι του εμίρη, πατέρα του Διγενή, που ενδέχεται να ταυτίζονται με προσωπικότητες του παυλικιανισμού, αλλά αυτά τα ιστορικά στοιχεία μέσα στο έπος δεν συνδέονται μεταξύ τους με αλληλουχία που να συμβαδίζει με τα ιστορικά γεγονότα, και επιπλέον το ιστορικό υπόβαθρο του 9-10ου αι. έχει εμπλουτιστεί με στοιχεία των επόμενων αιώνων (11ου και 12ου), επομένως δεν είναι εύκολο να εξαχθούν συγκεκριμένες πληροφορίες για το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο τοποθετείται η ζωή και η δράση του Διγενή.

Δουλεία στην αρχαία Ελλάδα

Η μελέτη του φαινομένου της δουλείας στην αρχαία Ελλάδα παρουσιάζει πλήθος σημαντικών μεθοδολογικών προβλημάτων. Οι γραπτές μαρτυρίες είναι ασύνδετες και αποσπασματικές, επικεντρωμένες κυρίως στην πόλη των Αθηνών. Καμία πραγματεία δεν είναι ειδικά αφιερωμένη στο ζήτημα. Η κωμωδία και η τραγωδία εμπεριέχουν στερεότυπα, ενώ η εικονογραφία δεν διαχωρίζει με σαφή τρόπο τους δούλους από τους τεχνίτες και εργάτες.

«[…]ἐπεὶ δὲ τυγχάνομεν σκοποῦντες περὶ τῆς ἀρίστης πολιτείας, αὕτη δ' ἐστὶ καθ' ἣν ἡ πόλις ἂν εἴη μάλιστ' εὐδαίμων, τὴν δ' εὐδαιμονίαν ὅτι χωρὶς ἀρετῆς ἀδύνατον ὑπάρχειν εἴρηται πρότερον, φανερὸν ἐκ τούτων ὡς ἐν τῇ κάλλιστα πολιτευομένῃ πόλει καὶ τῇ κεκτημένῃ δικαίους ἄνδρας ἁπλῶς, ἀλλὰ μὴ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε βάναυσον βίον οὔτ' ἀγοραῖον δεῖ ζῆν τοὺς πολίτας (ἀγεννὴς γὰρ ὁ τοιοῦτος βίος καὶ πρὸς ἀρετὴν ὑπεναντίος), οὐδὲ δὴ γεωργοὺς εἶναι τοὺς μέλλοντας ἔσεσθαι (δεῖ γὰρ σχολῆς καὶ πρὸς τὴν γένεσιν τῆς ἀρετῆς καὶ πρὸς τὰς πράξεις τὰς πολιτικάς). »

Αριστοτέλης, «Πολιτικά», 7, 1328 b, 35 -1329 a, 1.

Οι απόψεις του φιλοσόφου Αριστοτέλη, έτσι όπως εκφράζονται στο παραπάνω απόσπασμα, υποδηλώνουν, αν μη τι άλλο, την ευδαιμονιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία είναι αγενής η ζωή των χειρωνακτών, των εμπόρων της αγοράς ή των γεωργών και δεν επιτρέπει την απόκτηση της αρετής ή την ενασχόληση με τα πολιτικά στο άριστο πολίτευμά του. Αν προχωρήσουμε λίγο πιο κάτω στο 1329 a, 25, θα δούμε και ποιοι είναι οι κατάλληλοι για τέτοιου είδους εργασίες, οι γεωργοί, οι δούλοι και οι βάρβαροι περίοικοι, τις οποίες ωστόσο θεωρεί απαραίτητες για την ευδαιμονία της πόλης. «δεῖ τὰς κτήσεις εἶναι τούτων, εἴπερ ἀναγκαῖον εἶναι τοὺς γεωργοὺς δούλους ἢ βαρβάρους περιοίκους...»Κύρια πηγή μας για την δουλεία στους αποκαλούμενους σκοτεινούς αιώνες είναι η ποίηση του Ομήρου και του Ησίοδου, που αποκαλύπτει σύνθετες σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα σε ελεύθερους και δούλους. Μεταγενέστερες αναφορές του Αριστοτέλη, του Πλούταρχου, του Αισχίνη, του Διόδωρου κ.ά. είναι αρκετές για να μας βοηθήσουν να σχηματίσουμε μια εικόνα του θέματος σε ό,τι αφορά στην αρχαία ελληνική κοινωνία. Ορισμένοι δούλοι είναι αιχμάλωτοι πολέμου, υποταγμένοι πλήρως στη θέληση ατόμων που κερδίζουν από το μόχθο τους. Άλλοι ζουν σχεδόν κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τον κύριό τους, μέσα στα όρια του οίκου. Άλλοι είναι δημόσιοι δούλοι, άλλοι εργάζονται στα ορυχεία, ενώ από τον Δημοσθένη έχουμε αναφορά για τη σωματική τιμωρία τους.

Είναι γεγονός πως η ύπαρξη δούλων στην αρχαιοελληνική κοινωνία προκάλεσε αμηχανία σε αρκετούς θαυμαστές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που προσπάθησαν απεγνωσμένα να δείξουν πως η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα ήταν θεσμός περισσότερο ανθρώπινος απ' ό,τι φαίνεται βάσει των πηγών που διαθέτουμε, αλλά σε γενικές γραμμές η μαρξιστική άποψη για τη δουλεία ως βάση του συγκεκριμένου πολιτισμού είναι περισσότερο ρεαλιστική και αιτιολογεί εν μέρει γιατί ο ελληνικός πολιτισμός δεν προχώρησε σε μια «βιομηχανική επανάσταση» -σύμφωνα πάντα με τα δεδομένα της εποχής του- ή στην ανάπτυξη εκείνης της τεχνολογίας που θα μπορούσε να ανεξαρτητοποιήσει τους πολίτες από το μόχθο.

Δυναστεία των Σελευκιδών

Αυτή η σελίδα εμφανίζει την γενεαλογία της δυναστείας των Σελευκιδών, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε τη Συρία, καθώς και άλλα μέρη της Ασίας, 305 έως 64 π.Χ..

Ιορδανία

Το Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας ή απλά Ιορδανία (αραβ.: أردنّ , προφορά: Ουρντούν, προηγουμένως Τρανσιορδανία) είναι ένα κράτος της Μέσης Ανατολής. Συνορεύει με τη Συρία στα βόρεια, με το Ιράκ βορειοανατολικά, με τη Σαουδική Αραβία ανατολικά και νότια, και το Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη (του Ιορδάνη, έκταση που κατείχε πριν το 1967 και την κατέλαβε το Ισραήλ) στα δυτικά. Μοιράζεται με το Ισραήλ τις ακτογραμμές του Κόλπου της Άκαμπα και της Νεκρής Θάλασσας. Η κύρια θρησκεία της Ιορδανίας είναι το Ισλάμ και η κύρια (επίσημη) γλώσσα η αραβική.

Καππαδοκία

Η Καππαδοκία (λατινικά Cappadocia· τουρκικά Kapadokya· μάλλον από το περσικό Κατπατούκα που σημαίνει «η χώρα των όμορφων αλόγων»), είναι μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας. Σήμερα το έδαφός της ανήκει σε πέντε τουρκικές επαρχίες: Καισάρειας, Νίγδης, Κιρσεχίρ, Ακσαράι, Νεβσεχίρ.

Οι κάτοικοι της Καππαδοκίας λέγονται Καππαδόκες (εν. Καππαδόκης -κη· καθ. Καππαδόκης -ου, αλλά και Καππάδοξ -κος).

Μέχρι το 1922 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε και η ανταλλαγή πληθυσμών, οι κάτοικοι της Καππαδοκίας κατά θρήσκευμα και εθνικότητα ήταν:

Μουσουλμάνοι: Τούρκοι, Κούρδοι, Αφσάροι, λαός ληστρικός, και Κιρκάσιοι (Τσερκέζοι) που μετανάστευσαν περί τον 19ο αιώνα από τη Ρωσία·

Χριστιανοί Ορθόδοξοι Έλληνες·

Αρμένιοι που μετανάστευσαν τον Μεσαίωνα από την Αρμενία.Ομιλούμενες γλώσσες ήταν η ελληνική με πολλές παραφθορές, η τουρκική, η αρμενική και η κουρδική. Μετά το 1922, οι κάτοικοι της περιοχής μετρούσαν 700.000.

Φυσικά όρια της Καππαδοκίας είναι προς Β. ο Εύξεινος Πόντος, προς Α. ο ποταμός Ευφράτης, προς Ν. το όρος Ταύρος και προς Δ. ο ποταμός Άλυς (τουρκ. Κιζίλ Ιρμάκ). Χώρες παλαιότερες που συνόρευαν με την Καππαδοκία ήταν προς Δ. η Παφλαγονία, η Λυκαονία και η Γαλατία, προς Ν. η Κιλικία και η Συρία και προς Α. η Αρμενία και επίσης η Συρία.

Ψηλότερο βουνό είναι ο Αργαίος (τουρκ. Erciyes) (4.000 μ.) κοντά στην Καισάρεια, παλιό ηφαίστειο συνεχώς χιονοσκεπές, και η μεγάλη οροσειρά του Ταύρου, κοντά στην Θάλασσα της Λεβαντίνης. Κύριοι ποταμοί είναι ο Άλυς (από το ορυκτό αλάτι στις όχθες του), ο Ευφράτης, ο Γεσίλ Ιρμάκ (Ίρις) και ο Σάρος (Σεϊχάν). Το έδαφος στα υψίπεδα σχηματίζει κυρίως βοσκοτόπους, είναι εύφορο προς τον Πόντο και τον Ευφράτη και δασώδες προς την οροσειρά του Ταύρου.

Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Ζ΄ Φιλοπάτωρ (Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου 30 π.Χ.), γνωστή στην ιστορία απλώς ως Κλεοπάτρα, ήταν αρχαία Ελληνίδα βασίλισσα και η τελευταία ενεργή βασίλισσα της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Μετά τη βασιλεία της, η Αίγυπτος έγινε επαρχία της νεοϊδρυθείσας τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κλεοπάτρα ήταν αρχαία Ελληνίδα και όχι Αιγύπτια όπως πολλοί νομίζουν. Ήταν μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο γιος της Πτολεμαίος ΙΕ΄ Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί. Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ΄ σηματοδοτεί το τέλος της ελληνιστικής και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρόλο που ήταν ικανή και δαιμόνια μονάρχης, έμεινε διάσημη κυρίως γιατί κατόρθωσε να γοητεύσει δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής της, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και για την ομορφιά και το τραγικό της τέλος. Χάρη στη φιλοδοξία και την προσωπική της γοητεία επηρέασε καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας.

Κύμινο

Το κύμινο είναι η κοινή ονομασία του φυτού Κούμινον το κύμινον ή Κύμινον το ήμερον (Cuminum cyminum). Είναι επίσης γνωστό και ως λευκό κύμινο, αρτυσία ή αρτυσιά, καμούν και ως τζίρα, ή τζήρα (jeera ή zeera). Είναι ανθοφόρο φυτό της οικογένειας των Απιίδων (Apiaceae), ιθαγενές από την ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Ινδία, ενώ πλέον καλλιεργείται στην Κίνα και το Μεξικό. Οι σπόροι του (ο καθένας περιέχεται μέσα σε έναν καρπό, ο οποίος ξηραίνεται), χρησιμοποιούνται για να δώσουν άρωμα στις κουζίνες πολλών διαφορετικών πολιτισμών, κυκλοφορούν δε, τόσο ολόκληροι όσο και αλεσμένοι. Επιπροσθέτως, το κύμινο χρησιμοποιείται και ως φαρμακευτικό φυτό, ως χωνευτικό, καθώς επίσης και για την αύξηση του σιδήρου στο αίμα στην αναιμία και τη μείωση των συμπτωμάτων στο κοινό κρυολόγημα.

Μέση Ανατολή

Η Μέση Ανατολή είναι γεωγραφικός όρος που αναφέρεται σε περιοχές της δυτικής Ασίας και της βόρειας Αφρικής. Τα όρια της Μέσης Ανατολής δεν είναι αυστηρώς καθορισμένα, διαφέρουν ανά ιστορική περίοδο και ποικίλουν ανάλογα την εθνολογική, πολιτισμική, ή γεωπολιτική σκοπιά. Κατά κανόνα όμως περικλείουν την αραβική χερσόνησο και χώρες γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο.

Πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί αποκαλούσαν «Εγγύς Ανατολή» (Near East) τον χώρο που περιελάμβανε πρώην κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με τον όρο «Άπω Ανατολή» (Far East) που ήταν συνεπέστερος και περιελάμβανε την Κίνα, την Ινδοκίνα και την Ιαπωνία. Κατά τη διάρκεια όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων, με την εγκατάσταση του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής στην Αίγυπτο, ο όρος Μέση Ανατολή (Middle East) ενώ χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τη Συρία και το Ιράκ, άρχισε να επεκτείνεται σ' όλα τα εδάφη όπου εκτείνονταν βαθμιαία και η δράση των βρετανικών δυνάμεων, συμπεριλαμβάνοντας έτσι τελικά από μεν την Ευρώπη τη Δωδεκάνησο, τις χώρες, πρώην κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Γαλλίας, (Λίβανο, Παλαιστίνη), χώρες της Αφρικής όπως Σουδάν,Σομαλία μέχρι και τη Λιβύη.

Σήμερα στον όρο αυτό θεωρείται ότι ανήκουν οι χώρες: Συρία, Λίβανος, Κύπρος, Ιορδανία, Παλαιστινιακά Εδάφη, Ισραήλ, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, Υεμένη, Κατάρ, Ομάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Ιράκ, Ιράν, Αρμενία και Τουρκία.

Μικρά Ασία

Η Μικρά Ασία (στα σύγχρονα τουρκικά: Αναντολού, Anadolu), γνωστή και ως Ανατολία, χερσόνησος της Ανατολίας, οροπέδιο της Ανατολίας ή Ασιατική Τουρκία, είναι η δυτικότερη προεξοχή της Ασίας και αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης Τουρκίας. Η περιοχή ορίζεται από τη Μαύρη Θάλασσα στα βόρεια, τη Μεσόγειο Θάλασσα στα νότια και το Αιγαίο Πέλαγος στα δυτικά. Η θάλασσα του Μαρμαρά συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με το Αιγαίο Πέλαγος, μέσω των στενών του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου και χωρίζει τη Μικρά Ασία από την περιοχή της Θράκης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Παραδοσιακά, θεωρείται ότι η Μικρά Ασία εκτείνεται στα ανατολικά σε μία γραμμή μεταξύ του κόλπου της Αλεξανδρέττας και της Μαύρης Θάλασσας μέχρι τα αρμενικά υψίπεδα. Το ανατολικό κομμάτι της Μικράς Ασίας βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην περιοχή της Ανατολικής Ανατολίας στη βορειοανατολική πλευρά της Τουρκίας και συγκλίνει με τον Μικρό Καύκασο -μία έκταση που τον 19ο αιώνα ενσωματώθηκε στην περιοχή του Νότιου Καυκάσου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, παραδοσιακά, η Μικρά Ασία είναι το έδαφος που περιλαμβάνει περίπου τα δυτικά δύο τρίτα του ασιατικού τμήματος της Τουρκίας.

Η Μικρά Ασία θεωρείται συχνά συνώνυμη της Ασιατικής Τουρκίας, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη τη χώρα. Τα ανατολικά και νοτιοανατολικά της σύνορα θεωρούνται ευρέως εκείνα της Τουρκίας με τις γειτονικές χώρες Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Ιράν, Ιράκ και Συρία (δεξιόστροφα).

Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της είναι 36°-42° βόρειο πλάτος και 26°-40° ανατολικό μήκος. Το μέγιστο μήκος είναι 1044 χλμ. και το μέγιστο πλάτος 509 χλμ. αντίστοιχα.

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Ουγκαριτικά θρησκευτικά κείμενα

Με την ονομασία Ουγκαριτικά κείμενα, χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους οι γραπτές μαρτυρίες που ήρθαν στο φως από Γάλλους αρχαιολόγους, με ανασκαφές που ξεκίνησαν το 1929 επάνω στο λόφο Ρας Σάμρα (=κεφαλή μαράθου) (Ra’s Shamrah ή Ras Shamra) στη βόρεια Συρία. Όπως αποδείχτηκε, ο λόφος αυτός περιέκλειε τα ερείπια της αρχαίας πόλης Ουγκαρίτ (Ugarit), που βρισκόταν σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βόρεια της αλ Λαντικίγια (Λατάκιας ή Λαοδίκειας).

Στα ερείπια της πόλης αυτής, που ήταν ένα σημαντικό εμπορικό και κοσμοπολίτικο κέντρο, κρύβονταν εκτός άλλων, ένας σημαντικός αριθμός κειμένων θρησκευτικών και μη, που χρονολογούνται από το 14ο έως το 12ο αι. π.Χ. και η μελέτη τους μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη θρησκευτικότητα της Χαναάν καθώς και για το μυθολογικό και ιστορικό πλαίσιο της περιοχής. Είναι βέβαιο ότι ειδικά τα ουγκαριτικά θρησκευτικά κείμενα, μαζί με εκείνα του Ναγκ Χαμαντί και τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, άνοιξαν νέους ορίζοντες στην επιστήμη της Βιβλικής Αρχαιολογίας.

Ασφαλώς, τα ουγκαριτικά κείμενα, δεν ήταν τα μόνα ευρήματα στην περιοχή, καθώς οι επιστήμονες διέκριναν εκεί πέντε διαφορετικά αρχαιολογικά στρώματα, το τελευταίο από τα οποία βρισκόταν σε βάθος 18 περίπου μέτρων και μαρτυρεί την ύπαρξη νεολιθικού πολιτισμού στην περιοχή με βάση τα πέτρινα και οστέινα εργαλεία που βρέθηκαν.

Σαλαντίν

Ο Σαλάχ αντ-Ντιν Γιούσουφ ιμπν Αγιούμπ (1138 - 4 Μαρτίου 1193), γνωστός ως Σαλαντίν, Σαλαδίνος ή Κάσαντιν, ήταν ο πρώτος σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας και ο ιδρυτής της δυναστείας των Αγιουβιδών. Σουνίτης μουσουλμάνος κουρδικής καταγωγής, ο Σαλαντίν ηγήθηκε της μουσουλμανικής στρατιωτικής εκστρατείας εναντίον των σταυροφόρων στο Λεβάντε. Στο απόγειο της εξουσίας του, το σουλτανάτο του περιελάμβανε την Αίγυπτο, τη Συρία, τη Χετζάζ, την Υεμένη και άλλα μέρη της Βόρειας Αφρικής.

Μέχρι το 1182, είχε ολοκληρώσει την κατάκτηση της μουσουλμανικής Συρίας αφού κατέλαβε το Χαλέπι, αλλά τελικά απέτυχε να καταλάβει το οχυρό της Μοσούλης.

Συριακός Εμφύλιος Πόλεμος

Ο Συριακός εμφύλιος πόλεμος (αραβικά: الحرب الأهلية السورية) είναι μια εμφύλια διαμάχη σε εξέλιξη από τον Μάρτιο του 2011 στη Συρία. Ο πόλεμος έχει τις απαρχές του στην εξέγερση που ξέσπασε στη Συρία στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης. Η συριακή κυβέρνηση ανέπτυξε τον στρατό για να καταστείλει την εξέγερση και αρκετές πόλεις πολιορκήθηκαν. Σύμφωνα με μάρτυρες, στρατιώτες που αρνήθηκαν να ανοίξουν πυρ εναντίον αμάχων εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από το στρατό της Συρίας. Η κυβέρνηση της Συρίας αρνήθηκε τη φημολογία για αποστασίες και κατηγόρησε "ένοπλες συμμορίες" για την πρόκληση ταραχών.

Σύρος

Η Σύρος είναι νησί των Κυκλάδων και οι κάτοικοί της επίσημα λέγονται Σύριοι/Σύριες (ή και Συριανοί/Συριανές στην καθομιλουμένη). Πρωτεύουσά της είναι η Ερμούπολη, η οποία είναι πρωτεύουσα και του Νομού Κυκλάδων καθώς και έδρα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Η Σύρος αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά το 1826, όταν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τα Ψαρά, τη Χίο, την Κρήτη και τη Μικρά Ασία. Υπήρξε ναυτικό, βιομηχανικό και πολιτιστικό κέντρο του νέου ελληνικού κράτους.

Χαλέπι

Το Χαλέπι (σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες Aleppo) (Αραβικά: حلب, Χάλαμπ, Τουρκικά: Χάλεπ, Αρχαία Ελληνικά: Βέροια) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Συρίας και πρωτεύουσα του ομώνυμου διαμερίσματος, το οποίο είναι το πολυπληθέστερο της χώρας. Έχει πληθυσμό 2.132.100 κατοίκους και έκταση 190 τετρ. χλμ. βρίσκεται στις πεδιάδες της βόρειας Συρίας ανάμεσα στους ποταμούς Ευφράτη και Ορόντη (σημ. Ναχρ-αλ-Ααζί) είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Συρίας ακόμα και από την πρωτεύουσα Δαμασκό, μια από τις μεγαλύτερες και ιστορικότερες πόλεις της Ανατολής. Αρχικά ήταν χτισμένη σε μικρή ομάδα λόφων γύρω από τον κεντρικό λόφο στα όρη του Αγίου Συμεών, που πήραν το όνομα τους από τον άγιο Συμεών τον ερημίτη, έναν χριστιανό μοναχό του 5ου αιώνα μ.Χ. που μόναζε στην περιοχή εκεί που βρισκόταν η ακρόπολη της πόλης. Διαρρέεται από τον μικρό ποταμό Κουέικ (αραβικά قويق, αρχαίος Χάλος).

Χώρες της Μέσης Ανατολής
Χώρες της Ασίας
Cartography of Asia
Χώρες μέλη του Αραβικού Συνδέσμου
Arab League (orthographic projection) updated

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.