Πολιορκία

Με τον στρατιωτικό όρο πολιορκία[1] χαρακτηρίζεται γενικά ο οποιοσδήποτε επιχειρούμενος δια των όπλων αποκλεισμός περίτειχης πόλης, καστροπολιτείας, ακρόπολης, κάστρου ή φρουρίου, ή τέλος οχυρού ή οχυρωματικής θέσης. Αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ) της πολιορκίας, που αποτελεί ιδιαίτερη πολεμική επιχείρηση προσβολής, είναι ο εξαναγκασμός σε παράδοση, κατόπιν ανακωχής, ένεκα ελλείψεως τροφίμων και εφοδίων, ή η δι΄ εκπόρθησης κατάληψη με ιδιαίτερα καταλυτικές και δυσάρεστες συνέπειες[2].

La Rochelle during the 1628 siege
Μια τυπική πολιορκία κατά τον 17ο Αιώνα

Γενικοί όροι

Η πολιορκία επιχειρείται είτε με χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις, είτε με ναυτικές δυνάμεις, παρουσία στόλου, είτε με αμφότερες αυτές. Οι επιχειρούντες πολιορκία χαρακτηρίζονται γενικά πολιορκητές, οι δε αμυνόμενοι αυτής πολιορκούμενοι. ή υπερασπιστές. Τα δε μέσα που χρησιμοποιούνται στην πολιορκία καλούνται γενικά πολιορκητικά μέσα και στην αρχαιότητα πολιορκητικές μηχανές. Η εξ οποιασδήποτε αιτίας άρση του επιχειρούμενου αποκλεισμού χαρακτηρίζεται λύση πολιορκίας. Προκαταρκτικό στάδιο της πολιορκίας είναι η λεγόμενη περίσχεση που ακολουθεί κατ΄ έννοια γραμμής την εδαφική μορφολογία του ευρύτερου χώρου. Γενικά η τέχνη τόσο της άσκησης πολιορκίας, όσο και της άμυνας έναντι αυτής καλείται πολιορκητική, διακρινόμενη αντίστοιχα σε "επιθετική" και "αμυντική".

Στη σύγχρονη εποχή με την εξέλιξη των όπλων το είδος αυτό της πολεμικής επιχείρησης τείνει να εκλείψει. Σημειώνεται ότι από τον Α' Π.Π. καμία οχυρωματική θέση δεν μπόρεσε να διατηρηθεί σε παρατεινόμενη πολιορκία. Παρά ταύτα η λήψη απόφασης για οποιαδήποτε πολιορκία, στην οποία μπορεί να συμμετέχουν και αεροπορικές δυνάμεις αποτελεί πλέον αντικείμενο της στρατηγικής, και όχι της άλλοτε οχυρωτικής, ή δε εκτέλεσή της, της στρατιωτικής, ναυτικής ή αεροπορικής τακτικής. Τέλος σημειώνεται ότι ο όρος "πολιορκία" στο Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα στο Δίκαιο Πολέμου έχει ιδιαίτερη σημασία, διάφορης του αποκλεισμού, όπου φέρεται να συμπίπτει περισσότερο με την έννοια του βομβαρδισμού.

Ιστορία

Ιστορικά οι πολιορκίες κάνουν την εμφάνισή τους από την εποχή που εκδηλώθηκε η ανάγκη δημιουργίας οχυρωματικών έργων για την προστασία οικισμών και πόλεων έναντι επιδρομέων, δηλαδή από την απώτατη αρχαιότητα και που βεβαίως διαφέρει χρονολογικά από λαό σε λαό, ανάλογα με το στάδιο της ανάπτυξης και της μέγιστης ακμής του, αναπτύσσοντας αντίστοιχα και τα αναγκαία πολιορκητικά μέσα. Από τις αρχαιολογικές έρευνες, τα σχετικά ευρήματα και τις αναπαραστάσεις που έχουν εντοπιστεί τέτοιοι αρχαίοι, σαφώς καταδρομικοί, λαοί ήταν οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Πέρσες, οι Αιγύπτιοι καθώς και κάποιες κινεζικές δυναστείες. Πρώτα οχυρωματικά έργα έναντι επιδρομών αποκαλύφθηκαν κάποια αναχώματα από πηλό και πέτρες που όμως σε ορισμένες των περιπτώσεων, όπως στη Μεσοποταμία, Αίγυπτο ή ακόμα και σε ινδικές κοιλάδες παραμένει άγνωστη η σκοπιμότητά τους, αν δηλαδή ήταν μόνο οχυρωματικά ή μόνο αντιπλημμυρικά έργα, ή συνδύαζαν και τα δύο. Όπως και να έχει όμως με το πέρασμα των αιώνων άρχισε να γενικεύεται η περιτείχιση οικισμών και πόλεων με βασικό δομικό υλικό την πέτρα.
Στον ελλαδικό χώρο και κατ΄ ουσία στον ευρωπαϊκό, η περιτείχιση οικισμών και πόλεων εντοπίζεται λίγο πριν την ανάπτυξη του μυκηναϊκού πολιτισμού όπου και συνδυάζεται με την λεγόμενη κάθοδο των Δωριέων, ή επιστροφή των Ηρακλειδών δηλαδή πριν το 1800 π.Χ.. Στην περίοδο αυτή ανάγονται και τα περίφημα κυκλώπεια τείχη, Κατά το πρώτο αυτό στάδιο της περιτείχισης των πόλεων οι πολιορκίες περιορίζονταν σε απλές επισχέσεις στον πέριξ χώρο, η δε εκπόρθηση βασίζονταν κυρίως σε δόλο, (δόλιες υποσχέσεις, ή τεχνάσματα), ή σε προδοσία εκ χρηματισμού, ή σε ευκαιριακή κατάσταση αδυναμίας των υπερασπιστών, ή τέλος στις αντοχές αμφοτέρων των πλευρών (πολιορκητών, πολιορκημένων). Συνέπεια αυτών ήταν η χρονική διάρκεια των πολιορκιών αυτής της περιόδου να ποικίλει από μερικές ημέρες μέχρι και χρόνια.

Με το πέρασμα των χρόνων οι περιτειχίσεις γίνονταν ισχυρότερες. καθ΄ ύψος και κατ΄ εύρος, με πυργωτές ενισχύσεις εκατέρωθεν των πυλών και κυρίως των ακροπόλεων, εμφανιζόμενες έτσι πολύ σύντομα οι διπλές περιτειχίσεις. Στο στάδιο αυτό φυσικό επόμενο ήταν η αναζήτηση νέων μέσων προσβολής και μεθόδων εκπόρθησης εκ μέρους των πολιορκητών. Έτσι δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα πολιορκητικά μέσα και να αναδειχθούν στη συνέχεια σε ευφυέστατες κατασκευές - μηχανισμούς, ενώ παράλληλα κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα πολιορκητικά έργα, όπως η κατασκευή διορυγμάτων και υπονόμων. Πρώτοι που φέρονται να προέβησαν σε τέτοια έργα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ήταν οι Πέρσες, στην πολιορκία της Βάρκης. Σύμφωνα με τον Πολύβιο παρόμοια έργα κατασκεύαζαν και οι αρχαίοι Έλληνες όπως στις αρχαίες πόλεις της Κεφαληνίας και στην αρχαία Θήβα. Κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές των συγκεκριμένων περιοχών, που διενήργησαν σπουδαίοι αρχαιολόγοι Έλληνες και ξένοι αποκαλύφθηκε ότι οι περιτειχίσεις αυτών, πρώιμης πολυγωνικής μορφής και κατά Πολύβιο "δυσπολιόρκητα πολίσματα" ανάγονται στην τρίτη χιλιετία π.Χ., συνεπώς πολύ προγενέστερα της μυκηναϊκής περιόδου.

Κατά τους κλασικούς χρόνους η ισοδομική πολυγωνική περιτείχιση, με επαύξηση του αριθμού των πυλών, είναι πλέον διαδεδομένη. Το είδος αυτό της περιτείχισης επέφερε πρόσθετες δυσκολίες και βραδύτητα στους πολιορκητές αφού έπρεπε να κατανεμηθούν σε ισάριθμες πλευρές μετώπου που σε εγγύτατη απόσταση περιόριζε την ορατότητα των παρακείμενων πλευρών. Αντίθετα στους υπερασπιστές παρέχονταν δυνατότητες αντιπερισπασμών, ασφαλέστερων εξορμήσεων αλλά και τον αποσυνωστισμό τους από ένα σημείο άμυνας. Την ίδια ιστορική εποχή η περιτείχιση επεκτείνεται και σε λιμένες, σε μικρές χερσονήσους καθώς και σε ζωτικούς δρόμους όπως π.χ. τα Μακρά Τείχη, ενώ ακραία μικρά φρούρια κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση.
Υπό τις νέες αυτές εξελίξεις η αναζήτηση και ανάπτυξη πολιορκητικών μέσων που ήδη είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν ανατολικοί λαοί, όπως κλίμακες, ικριώματα, βαλλιστικοί γερανοί κ.ά. έγινε περισσότερο επιτακτική. Σημειώνεται ότι κατά τους Περσικούς πολέμους πουθενά δεν γίνεται αναφορά για χρήση πολιορκητικών μηχανών. Πρώτη χρήση τέτοιας μηχανής στον ελλαδικό χώρο αναφέρεται ο πολιορκητικός κριός που χρησιμοποίησε ο βασιλεύς των Σπαρτιατών Αρχίδαμος στην πολιορκία των Πλαταιών το 429 π.Χ.. Έκτοτε σπουδαίοι αρχαίοι Έλληνες μηχανικοί, φυσικοί και ναυπηγοί ανέδειξαν εκπληκτικές κατασκευές και μέσα όπως του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου, του Φιλίππου των Μακεδόνων καθώς και των υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του. Τις μηχανές αυτές τελειοποίησαν στη συνέχεια οι Ρωμαίοι από τους οποίους και παρέλαβαν στη συνέχεια οι μεσαιωνικοί λαοί της Ευρώπης καθώς και οι Βυζαντινοί. Σημαντικότεροι επινοητές - εφευρέτες τέτοιων μέσων ήταν ο Αρχιμήδης, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής και αργότερα ο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Παράλληλα όμως με τις πολιορκητικές μηχανές, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, αναπτύσσονται και τα πολιορκητικά έργα όπως η περιτάφρευση, η επιχωμάτωση, η κατασκευή κεκλιμένων επιπέδων κ.ά. ενώ εμφανίζονται νέες τακτικές, όπως η κατά πλάτος ανάπτυξη, (π.χ. η μακεδονική φάλαγγα), η εμπροσθοφυλακή ελεφάντων, και η καταδρομική τακτική του ιππικού, παρέχοντας έτσι δυνατότητες αιφνιδιασμού, αλλά και πανικού.
Έναντι αυτών των εξελίξεων οι περιτειχίσεις λαμβάνουν ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις ενισχυόμενες με μεσοπύργια, επάλξεις, προμαχώνες δημιουργώντας έτσι προμαχωνικά μέτωπα, για την πλάγια προσβολή των πολιορκητών από τους υπερασπιστές, ενώ γενικεύεται η οχύρωση των στενών διαβάσεων, όπως οι Κιλίκιες Πύλες, η ανέγερση ιδιαίτερων οχυρών - πύργων (καταφυγίων), που επεκτάθηκαν κατά τον μεσαίωνα σ΄ όλη την Ευρώπη, καθώς και οι μεγάλου μήκους οχυρώσεις της υπαίθρου, όπως το Μέγα Σινικό Τείχος, το Αλεξάνδρειο Τείχος κ.ά. Σπουδαίο αμυντικό, αλλά και επιθετικό όπλο κατά των πολιορκητών υπήρξε το υγρό πυρ που επινόησαν στη συνέχεια οι Βυζαντινοί.

Παραπομπές

  1. Ivy A. Corfis, Michael Wolfe (1995). The Medieval City Under Siege. Λονδίνο: The Boydell Press. σελ. 5-10.
  2. ΜΕΕ τ.Κ΄, σ.436

Πηγές

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τ.Κ΄, σ.436-437
  • Sellman, R. R. (1954). Castles and Fortresses. Methuen.
Άτταλος Α΄ της Περγάμου

Ο Άτταλος Α΄ ο Σωτήρ (269 π.Χ. – 197 π.Χ., Πέργαμος) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου, το πρώτο μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών που διεκδίκησε τον τίτλο του «βασιλέως». Ήταν κοντινός συγγενής και θετός γιος του προκατόχου του, Ευμένη Α΄ και βασίλεψε από το 241 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 197 π.Χ. Ήταν γιος του Αττάλου και της Αντιόχιδος, πριγκίπισσας από τον Οίκο των Σελευκιδών. Παντρεύτηκε την Απολλωνίδα από την Κύζικο με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους. Διάφοροι συγγραφείς της αρχαιότητας κάνουν αναφορά στο πόσο ευτυχισμένη και ενάρετη υπήρξε η συγκεκριμένη οικογένεια, με ιδιαίτερη έμφαση στην αρετή της Απολλωνίδας, αλλά και την καλή ανατροφή των παιδιών της, που είχε ως αποτέλεσμα την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στο διάδοχο του Αττάλου, Ευμένη Β΄, χωρίς αιματοχυσίες.Ο Άτταλος πέτυχε μια εξέχουσας σημασίας νίκη κατά των Γαλατών, κελτικών φύλων που μόλις είχαν φτάσει από τη Θράκη, οι οποίοι για πάνω από μια γενιά μάστιζαν τις μικρασιατικές πόλεις, καταστρέφοντας ή απαιτώντας και λαμβάνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς κάποιος να μπορεί πραγματικά να τους ελέγξει. Η νίκη του αυτή, την οποία μνημονεύει το θριαμβικό μνημείο της Περγάμου και η απελευθέρωση των πόλεων από τον γαλατική απειλή, του κέρδισε την επωνυμία «ο Σωτήρ».

Όντας πιστός σύμμαχος της Ρώμης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τους δύο πρώτους Μακεδονικούς Πολέμους, κατά του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Ε΄. Διεξήγαγε πολυάριθμες ναυτικές επιχειρήσεις, πλήττοντας τα μακεδονικά συμφέροντα στο Αιγαίο Πέλαγος, κερδίζοντας τιμές, συλλέγοντας λάφυρα και κερδίζοντας για την Πέργαμο τα νησιά της Αίγινας και της Άνδρου, κατά τον πρώτο και δεύτερο πόλεμο αντίστοιχα.

Ο Άτταλος θέλησε να υπογραμμίσει τους θριάμβους του τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο, αφιερώνοντας διάφορα επινίκια μνημεία στην Ακρόπολη της Περγάμου, που έφεραν την πόλη στην πρωτοπορία της καλλιτεχνικής παραγωγής στον ελληνικό κόσμο των τελευταίων δεκαετιών του 3ου αιώνα π.Χ. Απεβίωσε το 197 π.Χ. ελάχιστα πριν τη λήξη του δεύτερου πολέμου, σε ηλικία 72 ετών, πιθανότατα από εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο έπαθε τη στιγμή που του είχαν απευθύνει το λόγο σε πολεμικό συμβούλιο στη Βοιωτία.

Άτταλος Β΄ της Περγάμου

Ο Άτταλος Β΄ ο Φιλάδελφος (220 π.Χ. – 138 π.Χ.) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Ήταν γιος του Αττάλου Α΄ του Σωτήρος και της Απολλωνίδος.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του Ευμένη Β΄ του Σωτήρος, από το 197 π.Χ. έως το 158 π.Χ., ο Άτταλος υπήρξε σημαντικός του σύμβουλος και ουσιαστικά συνδιοικητής του σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Μαζί, ασκώντας έντονα φιλορωμαϊκή πολιτική, κατάφεραν να μετατρέψουν την πατρίδα τους σε ελάχιστο χρόνο από ένα σχετικά ασήμαντο βασίλειο σε μια ισχυρότατη μοναρχία. Ο Άτταλος έδωσε το παρόν σε αξιοσημείωτα πολλές από τις μάχες που διαμόρφωσαν το πρόσωπο της ελληνιστικής Ανατολής κατά το 2ο αιώνα π.Χ., ενώ διεξήγαγε πολυάριθμους πολέμους ως σύμμαχος ή εχθρός σχεδόν όλων των ελληνιστικών κρατών. Αξιοσημείωτα κατά τη διάρκεια της ζωής του έλαβαν χώρα και οι τέσσερις Μακεδονικοί Πόλεμοι, ενώ ο ίδιος έλαβε επίσης ενεργά μέρος στην καθοριστική Μάχη της Μαγνησίας το 190 π.Χ., στη ρωμαϊκή εκστρατεία κατά των Γαλατών το 189 π.Χ., καθώς και σε πολέμους ενάντια στη Βιθυνία, τους Σελευκίδες, τον Πόντο, την Καππαδοκία (επί του σφετεριστή Οροφέρνη) και τη Θράκη.

Διακρίθηκε επίσης ως διπλωμάτης πραγματοποιώντας συχνά ταξίδια στη Ρώμη, όπου και κέρδισε την εκτίμηση των ισχυρών ανδρών της εποχής. Κάποτε μάλιστα του προσφέρθηκε βοήθεια προκειμένου να ανέλθει στο θρόνο του αδελφού του, την οποία όμως και αρνήθηκε. Ο Άτταλος διαδέχτηκε τελικά ομαλά τον Ευμένη το 158 π.Χ. και κυβέρνησε για 21 έτη ακόμη, νυμφευόμενος τη χήρα βασίλισσα Στρατονίκη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνέχισε να επεμβαίνει ενεργά στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού της Ανατολής, εξακολουθώντας να απολαμβάνει την εύνοια των παλαιών του πολιτικών συμμάχων στη Ρώμη.

Όπως και οι προκάτοχοί του, άφησε επίσης αξιόλογο πολιτιστικό έργο, ανάμεσα στο οποίο ξεχωρίζει η Στοά του Αττάλου στην πόλη των Αθηνών. Απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών κληροδοτώντας το θρόνο του στον ανιψιό του, Άτταλο Γ΄ το Φιλομήτορα.

Έξοδος του Μεσολογγίου

Έξοδος του Μεσολογγίου ή κατά ορισμένους συγγραφείς Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου αναφέρεται στην έξοδο που πραγματοποίησαν οι πολιορκημένοι στρατιώτες και άμαχοι του Μεσολογγίου, όταν οι δυνατότητες συνέχισης της άμυνας απέναντι στα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα είχαν χαθεί, λόγω εξάντλησης των τροφίμων. Το γεγονός συνέβη την νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821

Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ

Ο Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ (ρωσ. Алекса́ндр Васи́льевич Суво́ров, λατ.: Aleksandr Vassilyevich Suvorov, 24 Νοεμβρίου 1730 – 18 Μαΐου 1800) ήταν Ρώσος στρατιωτικός. Συμμετείχε σε εξήντα μάχες κατά των Πολωνών, των Γάλλων και των Τούρκων, τις οποίες κέρδισε όλες. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος θεμελιωτής της ρωσικής πολεμικής τακτικής και είναι γνωστός για τα στρατιωτικά εγχειρίδια που συνέγραψε. Επί Αικατερίνης Β' είχε νικήσει πολλές φορές τους Τούρκους και τους Πολωνούς και διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με την Αυτοκράτειρα, η οποία λέγεται ότι τον έσωσε από την θανατική ποινή. Ωστόσο, με τον επόμενο Αυτοκράτορα, Παύλο Α', ο Σουβόροφ είχε κακές σχέσεις και έπεσε σε πρόσκαιρη δυσμένεια. Ύστερα όμως του ανατέθηκε να βοηθήσει τους Αυστριακούς στον πόλεμο κατά της Γαλλικής Επανάστασης και εξεστράτευσε στην Ιταλία και στην Ελβετία. Μετά τις εν λόγω εκστρατείες, επέστρεψε στην Ρωσία, όπου άφησε την τελευταία του πνοή έπειτα από λίγες ημέρες. Ο Σουβόροφ έφερε τον τίτλο του κόμη του Ρίμνικ και του απονεμήθηκαν ο ιταλικός τίτλος του πρίγκιπα του Οίκου της Σαβοΐας και ο γερμανικός του κόμη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ έφτασε στον βαθμό του Αρχιστράτηγου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (θεωρείται ο τέταρτος και τελευταίος, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο αυτοτιτλοδοτημένος Στάλιν).

Ανδρέας Μιαούλης

Ο Ανδρέας Μιαούλης - Βώκος (Ύδρα 20 Μαΐου 1769 – Πειραιάς 11 Ιουνίου 1835) ήταν Έλληνας καραβοκύρης, πολιτικός και ναύαρχος που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της επανάστασης του 1821 καθώς και στην μετέπειτα πολιτική ζωή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Ασχολήθηκε με την ναυτιλία αποκτώντας σημαντική περιουσία ενώ κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 ανέλαβε την αρχηγία του ελληνικού στόλου συμμετέχοντας με επιτυχία σε πλήθος ναυμαχιών. Αρχικά ανέλαβε την αρχηγία του στόλου της Ύδρας και εν συνεχεία την αρχηγία του ελληνικού στόλου. Υπό την διοίκησή του ο ελληνικός στόλος συμμετείχε νικηφόρα στις ναυμαχίες των Πατρών, των Σπετσών, της Σάμου, του Γέροντα, της Μεθώνης και του κάβο Μπαμπά ενώ ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η συμβολή του στον εφοδιασμό της πόλεως του Μεσολογγίου κατά την πολιορκία της τελευταίας. Το 1827, και με αφορμή την επικείμενη αντικατάστασή του από τον Βρετανό ναύαρχο Κόχραν, υπέβαλε την παραίτησή του από την αρχηγία του στόλου.

Με την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια ανέλαβε, για δεύτερη φορά, την αρχηγία του ελληνικού στόλου συνεισφέροντας σημαντικά στην πάταξη της πειρατείας στο Αιγαίο. Εν συνεχεία, όμως, ήρθε σε ρήξη με τον Καποδίστρια, παραιτήθηκε από την θέση του γερουσιαστή και προσχώρησε στην αντιπολίτευση, η οποία είχε συγκεντρωθεί στην Ύδρα. Στις 14 Ιουλίου 1831 επικεφαλής μικρού στρατιωτικού σώματος αποβιβάστηκε στον Πόρο καταλαμβάνοντας μέρος του μικρού ελληνικού στόλου και ανατινάζοντας, την 1η Αυγούστου 1831, και ύστερα από σύγκρουση με ρωσικές δυνάμεις, τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Για την αμφιλεγόμενη αυτή πράξη του έχει επικριθεί από συγχρόνους τους αλλά και από την ιστοριογραφία.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια επιλέχθηκε από τη Βαυαρική αυλή ως ένας από τους τρεις Έλληνες που θα παρέδιδαν το στέμμα και το σχετικό ψήφισμα στον νεαρό τότε Όθωνα μαζί με τους Δημήτριο Πλαπούτα και Κωνσταντίνο Μπότσαρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε διάφορα αξιώματα στην οθωνική κυβέρνηση (αρχηγός του ναυτικού διευθυντηρίου, γενικός επιθεωρητής του στόλου, σύμβουλος της επικρατείας).

Απεβίωσε στον Πειραιά, και ενταφιάστηκε στη σημερινή Ακτή Μιαούλη. Υπήρξε ο γενάρχης των Μιαούληδων, πολυάριθμα μέλη της οποίας διετέλεσαν αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού και πολιτικοί με σημαντικότερο τον γιο του, Αθανάσιο Μιαούλη, που διετέλεσε πρωθυπουργός του ελληνικού κράτους.

Η προσφορά του τιμάται κάθε χρόνο στα Μιαούλεια, φεστιβάλ το οποίο είναι αφιερωμένο στη στρατιωτική δράση του Ανδρέα Μιαούλη κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων (1821-1827).

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Διονύσιος Σολωμός

Ο Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 − 9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Έλληνας ποιητής, πιο πολύ γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου. Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και διότι αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της. Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα [...]είδος μικτό, αλλά νόμιμο[...]».Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».

Ιωνική Επανάσταση

Η Ιωνική Επανάσταση (500/499 π.Χ. - 494 π.Χ.), και οι σχετικές επαναστάσεις στην Αιολίδα, στη Δωρίδα, στην Κύπρο και στην Καρία ήταν στρατιωτικές εξεγέρσεις πολλών περιοχών της Μικράς Ασίας κατά της περσικής κυριαρχίας και έληξαν με την αποφασιστική νίκη των Περσών και την κατάπνιξη της εξέγερσης. Αιτία της επανάστασης ήταν η δυσαρέσκεια των κατοίκων των ιωνικών πόλεων εναντίον των τυράννων, τους οποίους οι Πέρσες διόριζαν κυβερνήτες στις ιωνικές πόλεις, και οι μεμονωμένες ενέργειες δύο τυράννων από την Μίλητο· του Ιστιαίου και του Αρισταγόρα. Οι πόλεις της Ιωνίας είχαν υποταχθεί στους Πέρσες το 547/6 π.Χ. και από τότε διοικούνταν από ντόπιους τυράννους διορισμένους από τον σατράπη στις Σάρδεις. Το 499 π.Χ. ο τότε τύραννος της Μιλήτου, Αρισταγόρας, με στόχο να ενισχύσει την θέση του, ξεκίνησε με την υποστήριξη του σατράπη Αρταφέρνη μια εκστρατεία εναντίον της Νάξου. Η πολιορκία της Νάξου απέτυχε και για να αποφύγει μια πιθανή απομάκρυνσή του από την ηγεσία της Μιλήτου, ο Αρισταγόρας κήρυξε στην πόλη του δημοκρατία, προκάλεσε την πτώση άλλων τυράννων σε πόλεις της Ιωνίας και υποκίνησε έναν γενικό ξεσηκωμό των Ιώνων εναντίον της περσικής κυριαρχίας.

Από τις ελληνικές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος, μονάχα η Αθήνα και η Ερέτρια δέχθηκαν να βοηθήσουν και έστειλαν 25 τριήρεις. Οι επαναστάτες έκαψαν τις Σάρδεις, ωστόσο υπέστησαν βαριά ήττα στην Έφεσο. Για τρία χρόνια, οι Πέρσες κατέπνιγαν την εξέγερση στην Καρία και το 494 π.Χ. ανασυντάχθηκαν, νίκησαν τους Ίωνες στη ναυμαχία της Λάδης - μετά την αποστασία των Σαμίων - και κατέστρεψαν την Μίλητο.

Η Ιωνική Επανάσταση αποτελεί την πρώτη μεγάλη πολεμική σύρραξη μεταξύ Ελλήνων και Περσών και την πρώτη φάση των Περσικών Πολέμων. Παρόλο που οι ιωνικές πόλεις επανακτήθηκαν, ο βασιλιάς Δαρείος ορκίστηκε να εκδικηθεί την Αθήνα και την Ερέτρια για την υποστήριξή τους. Καθώς, όμως, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είδε ότι οι πολυάριθμες ελληνικές πόλεις αποτελούσαν μία διαρκή απειλή για την σταθερότητα της αυτοκρατορίας του, ο Δαρείος αποφάσισε να κατακτήσει όλη την Ελλάδα. Το 492 π.Χ. η πρώτη περσική εισβολή στην Ελλάδα, η επόμενη φάση των Περσικών Πολέμων, είναι άμεσο αποτέλεσμα της Ιωνικής Επανάστασης.

Καταστροφή της Νάουσας

Η καταστροφή της Νάουσας (ή Ολοκαύτωμα της Νάουσας) ήταν αιματηρό επεισόδιο της επανάστασης του `21 που συνέβη στις 13 Απριλίου 1822.

Κρητική λογοτεχνία της Αναγέννησης

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης την εποχή της Αναγέννησης είναι πλούσια ποσοτικά και ποιοτικά και σημαντική για την μετέπειτα πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της λογοτεχνίας της ίδιας περιόδου στην υπόλοιπη Ελλάδα, είναι κυρίως έμμετρη, με την καλλιέργεια του πεζού λόγου να περιορίζεται στην εκκλησιαστική ρητορική και σε αφηγήσεις αγιολογικού περιεχομένου.

Η λογοτεχνική άνθηση οφείλεται στην οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στην Κρήτη κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας: η ειρηνική διαβίωση και η επαφή με έναν ανεπτυγμένο πνευματικά και πολιτιστικά λαό ήταν οι παράγοντες που συνετέλεσαν στην καλλιέργεια της παιδείας και των γραμμάτων και στην εμφάνιση αξιόλογης λογοτεχνικής παραγωγής.

Η λογοτεχνική παραγωγή χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ξεκινά από τα μέσα του 14ου αι. και καταλήγει στο 1580 περίπου. Ονομάζεται περίοδος της προετοιμασίας, γιατί η λογοτεχνία ακόμη δεν διαφοροποιείται αισθητά από τη βυζαντινή παράδοση και τη δυτική λογοτεχνία του Μεσαίωνα. Η δεύτερη, 1580-1669 (άλωση του Ηρακλείου (Χάνδακας ή Κάντια) από τους Οθωμανούς), είναι η περίοδος της ακμής, με φανερή την επίδραση της λογοτεχνίας της ιταλικής Αναγέννησης.

Μαξιμίλιαν φον Βάιχς

Ο Μαξιμίλιαν φον Βάιχς (12 Νοεμβρίου 1881 – 27 Σεπτεμβρίου 1954) ήταν Γερμανός στρατιωτικός, που κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έφτασε τον βαθμό του στρατάρχη. Ήταν γνωστός για τα βάρβαρα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού. Για παράδειγμα, για κάθε Γερμανό στρατιώτη ο οποίος τραυματιζόταν, είχε εκδόσει οδηγία να σκοτώνονται 100 ντόπιοι άντρες.Γόνος παλιάς γερμανικής αριστοκρατικής οικογένειας, Βαυαρός στην καταγωγή και πιστός καθολικός, ο Βάιχς γεννήθηκε στο Ντεσάου. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε νεαρή ηλικία και ακολούθησε τη σταδιοδρομία του αξιωματικού του Ιππικού. Ήταν από τους ελάχιστους που επελέγησαν για επιτελική εκπαίδευση στον Αυτοκρατορικό Γερμανικό Στρατό και από τους ακόμη λιγότερους που κατάφεραν να την ολοκληρώσουν επιτυχώς. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε νεαρή ηλικία και ακολούθησε τη σταδιοδρομία του αξιωματικού του Ιππικού. . Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβε μέρος υπηρετώντας σε επιτελικές θέσεις μεγάλων σχηματισμών, τελειώνοντας τον πόλεμο ως πολυπαρασημοφορημένος Λοχαγός του Γενικού Επιτελείου σε Σώμα Στρατού. Εξασφαλίζοντας την παραμονή του στον «Στρατό των 100.000 ανδρών» και των 4.000 αξιωματικών που επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών στην ηττημένη Γερμανία, κατά τη δεκαετία του 1920 έλαβε επιτελικές θέσεις σε διάφορους σχηματισμούς Ιππικού. Από το 1928 και έπειτα έλαβε διοικητικές θέσεις. Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία το 1933, ο Βάιχς ήταν ήδη Συνταγματάρχης. Τα επόμενα χρόνια διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη των τεθωρακισμένων σχηματισμών της Βέρμαχτ.

Διοικητής Σώματος Στρατού όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Βάιχς ηγήθηκε με του Σώματός του στην Πολωνική Εκστρατεία, καταλαμβάνοντας το Λβοφ και λαμβάνοντας μέρος στην πολιορκία της Βαρσοβίας. Ως διοικητής της 2ης Στρατιάς ξεχώρισε στην εισβολή στην Γαλλία το 1940 και κέρδισε τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού. Επικεφαλής της ίδιας Στρατιάς κατέλαβε τη Γιουγκοσλαβία σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τον Απρίλιο του 1941. Για την αντιμετώπιση των Γιουγκοσλάβων ανταρτών γρήγορα εξέδωσε σκληρές διαταγές αντιποίνων για εκτελέσεις αμάχων πολιτών. Κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση οι μονάδες του Βάιχς συνέλαβαν εκατοντάδες χιλιάδες αιχμαλώτους, πριν σταματήσουν μπροστά από τη Μόσχα. Ως διάδοχος του Στρατάρχη Φέντορ φον Μποκ ανέλαβε καθήκοντα διοικητή της Ομάδας Στρατιών «Β» τον Ιούλιο του 1942 και συνέδεσε το όνομά του με την καταστροφή της 6ης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ, λίγο μετά το πέρας της οποίας προήχθη σε στρατάρχη.

Μετά από ανενεργό παραμονή εβδομάδων στην εφεδρεία, ο Βάιχς ανέλαβε καθήκοντα Ανώτατου Διοικητή Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ομάδας Στρατιών «F» στα Βαλκάνια. Είχε μερική επιτυχία στον αφοπλισμό των ιταλικών στρατευμάτων όταν τα τελευταία αποχώρησαν από τον πόλεμο το 1943 και στην ανελέητη καταπολέμηση των Γιουγκοσλάβων και Ελλήνων ανταρτών, τόσο με στρατιωτικά όσο και με διπλωματικά μέσα. Το 1944/45 επέβλεψε τις σκληρές μάχες με τους Σοβιετικούς και τους αντάρτες του Τίτο την υποχώρηση των μονάδων του μέσω των Βαλκανίων πριν συνταξιοδοτηθεί τον Μάρτιο του 1945.

Στις 2 Μαΐου 1945 περιήλθε σε αμερικανική αιχμαλωσία. Επρόκειτο να προσαχθεί για εκτελέσεις αμάχων και άλλα εγκλήματα πολέμου στη Νυρεμβέργη, αλλά οι Σύμμαχοι για λόγους υγείας διέκοψαν τις ποινικές διαδικασίες εναντίον του και τον απελευθέρωσαν το καλοκαίρι του 1949. Έζησε τα τελευταία του χρόνια στην αφάνεια, πεθαίνοντας σε ηλικία 72 ετών το 1954, στην οικία των προγόνων του, στον Πύργο Ρέζμπεργκ στο Μπόρνχαϊμ–Ρέζμπεργκ κοντά στη Βόννη.

Ναυμαχία του Νείλου

Η Ναυμαχία του Νείλου (γνωστή και ως Ναυμαχία του Κόλπου του Αμπουκίρ, αγγλικά: Battle of Aboukir Bay‎, γαλλικά: Bataille d'Aboukir‎, αραβικά: معركة أبي قير البحرية‎) ήταν μία σημαντική ναυμαχία μεταξύ του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού και του Ναυτικού της Γαλλίας, η οποία έλαβε χώρα στη Μεσόγειο, στον Κόλπο του Αμπουκίρ κοντά στο Δέλτα του Νείλου, μεταξύ 1-3 Αυγούστου του 1798. Η ναυμαχία αποτέλεσε το αποκορύφωμα των ναυτικών επιχειρήσεων που κλιμακώθηκαν κατά μήκος της Μεσογείου κατά τους τρεις προηγούμενους μήνες, όταν μεγάλη γαλλική νηοπομπή έπλευσε από την Τουλόν στην Αλεξάνδρεια, μεταφέροντας εκστρατευτική δύναμη υπό τον στρατηγό Ναπολέοντα Α΄ Βοναπάρτη, ενώ ο βρετανικός στόλος τον αναζητούσε. Τελικά οι Βρετανοί, σε ναυμαχία υπό την ηγεσία του υποναυάρχου σερ Οράτιου Νέλσον, κατήγαγαν αποφασιστική νίκη κατά των Γάλλων του αντιναυάρχου Φρανσουά-Πωλ Μπρυαί ντ' Αιγκαλλιέ.

Ο Βοναπάρτης επιδίωξε να εισβάλει στην Αίγυπτο ως το πρώτο του βήμα για την εκστρατεία κατά της Βρετανικής Ινδίας, μέρος μιας μεγαλύτερης προσπάθειας απομάκρυνσης της Βρετανίας από την εμπλοκή στους Πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης. Καθώς ο στόλος του Βοναπάρτη διέσχιζε τη Μεσόγειο, καταδιώχθηκε από βρετανική δύναμη υπό τον Νέλσον, ο οποίος είχε σταλεί από το βρετανικό Ναυαρχείο στον ποταμό Τάγο (αποτελούσε και αγκυροβόλιο του Βασιλικού Ναυτικού), για να εξακριβώσει το σκοπό της γαλλικής εκστρατείας αλλά και για να την αντιμετωπίσει. Καταδίωξε τους Γάλλους για πάνω από δύο μήνες, στις περισσότερες περιπτώσεις χάνοντάς τους για λίγες μόλις ώρες. Ο Βοναπάρτης ήταν ενήμερος για την καταδίωξη του Νέλσον και επέβαλε πλήρη μυστικότητα σχετικά με τον προορισμό του. Μπόρεσε να καταλάβει τη Μάλτα και έπειτα να αποβιβαστεί στην Αίγυπτο χωρίς να εμποδιστεί από τις βρετανικές ναυτικές δυνάμεις.

Ενώ ο γαλλικός στρατός ήταν πλέον στην ξηρά, ο γαλλικός στόλος αγκυροβόλησε στον Κόλπο του Αμπουκίρ, 32 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αλεξάνδρειας. Ο διοικητής του, αντιναύαρχος Μπρυαί, θεωρούσε πως κατείχε μια εξαιρετική αμυντική θέση. Ο βρετανικός στόλος έφτασε στα ανοιχτά της Αιγύπτου την 1η Αυγούστου και όταν εντόπισε το γαλλικό του Μπρυαί, ο Νέλσον διέταξε άμεση επίθεση. Τα πλοία του πλησίασαν στη γαλλική γραμμή και διαχωρίστηκαν σε δύο τμήματα καθώς πλησίαζαν. Ένα από αυτά διέσπασε την κεφαλή της γραμμής των γαλλικών πολεμικών και πέρασε διαμέσου των αγκυροβολημένων γαλλικών πλοίων και της ακτής, ενώ τα υπόλοιπα ενεπλάκησαν με την προς το πέλαγος πλευρά του γαλλικού στόλου. Έχοντας παγιδευτεί σε διασταυρούμενα πυρά, τα πιο αξιόμαχα γαλλικά πολεμικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μετά από βίαιη τρίωρη ναυμαχία, ενώ το κεντρικό τμήμα κατάφερε να αποκρούσει την αρχική βρετανική επίθεση. Όταν έφτασαν βρετανικές ενισχύσεις, το κέντρο των Γάλλων βρέθηκε εν μέσω νέας επίθεσης και στις 22:00 η γαλλική ναυαρχίδα Orient εξερράγη. Το οπίσθιο τμήμα του γαλλικού στόλου προσπάθησε να διαφύγει από τον κόλπο, αλλά ο Μπρυαί σκοτώθηκε, η εμπροσθοφυλακή και το κέντρο ηττήθηκαν, και μόνο δύο πλοία γραμμής και δύο φρεγάτες από τα συνολικά 17 εμπλεκόμενα πλοία της Γαλλίας κατάφεραν να διαφύγουν.

Η ναυμαχία αντέστρεψε τη στρατηγική θέση των δύο κύριων αντιμαχόμενων δυνάμεων στη Μεσόγειο και εδραίωσε το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό σε κυρίαρχη θέση, την οποία και διατήρησε για το υπόλοιπο του πολέμου. Επίσης, ενθάρρυνε και άλλα ευρωπαϊκά έθνη να συνταχθούν εναντίον της Γαλλίας, και ήταν ένας από τους παράγοντες του σχηματισμού του Δεύτερου Συνασπισμού εναντίον της. Ο στρατός του Βοναπάρτη παγιδεύτηκε στην Αίγυπτο και η κυριαρχία του Βασιλικού Ναυτικού στα ανοικτά των συριακών ακτών συνέβαλε σημαντικά στην ήττα του στην Πολιορκία της Άκρας το 1799, η οποία προηγήθηκε της επιστροφής του Βοναπάρτη στην Ευρώπη. Ο Νέλσον τραυματίστηκε στη ναυμαχία, αλλά αναγορεύθηκε ήρωας σε όλη την Ευρώπη και στη συνέχεια ονομάστηκε Βαρόνος Νέλσον — αν και ο ίδιος δεν ήταν ικανοποιημένος με τις βραβεύσεις του. Οι πλοίαρχοι του έλαβαν, επίσης, εγκωμιαστικά σχόλια και συνέχισαν με τη δημιουργία του πυρήνα της θρυλικής Αδελφότητας του Νέλσον. Ο θρύλος της μάχης παρέμεινε σε εξέχουσα θέση στη λαϊκή συνείδηση, με πιθανώς πιο γνωστή αναπαράστασή της το ποίημα Casabianca, της Φελίσια Χέμανς, του 1826.

Νικολάι Νικολάγεβιτς Ραγέφσκι

Ο Νικολάι Νικολάγεβιτς Ραγέφσκι (ρωσικά: Николай Николаевич Раевский, αγγ. Nikolay Raevsky, γαλλ. Nikolaï Raïevski, - Αγία Πετρούπολη, Ρωσική Αυτοκρατορία, 25 Σεπτεμβρίου 1771 - Κίεβο, Ρωσική Αυτοκρατορία, 28 Σεπτεμβρίου 1829) ήταν Ρώσος στρατηγός του ρωσικού ιππικού, που αναδείχθηκε ήρωας στον Πατριωτικό Πόλεμο του 1812, όταν ο στρατός του Ναπολέοντα Α΄ της Γαλλίας εισέβαλε στη Ρωσία. Στα τριάντα χρόνια της στρατιωτικής καριέρας του συμμετείχε σε πολλές μάχες. Μετά την νίκη στο Μογκιλιόφ, έγινε ένας από τους πιο γνωστούς στρατηγούς του ρωσικού στρατού. Συμμετείχε ενεργά στη Μάχη του Μποροντινό, όπου η σύγκρουση του σώματος του με το γαλλικό ισημαντικά το αποτέλεσμα της μάχης, στη «Μάχη των Εθνών» στην Λειψία και στην κατάληψη του Παρισιού το 1814. Ήταν μέλος του Κρατικού Συμβουλίου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ενώ για την φιλία μαζί του ήταν περήφανος ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν.

Περικλής

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς (από τις λέξεις περί και κλέος δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα, περίδοξος, περίπου 495-429 π.Χ.) ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και πιο συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826)

Η Τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου (συχνά αναφέρεται και ως δεύτερη πολιορκία) ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ήταν το γεγονός που έδωσε έμπνευση στο Διονύσιο Σολωμό να γράψει τους "Ελεύθερους Πολιορκημένους". Έλαβε χώρα στο διάστημα από 25 Απριλίου του 1825 έως 10 Απριλίου του 1826 οπότε και τερματίστηκε με την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου. Η πολιορκία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη από τον Απρίλιο του 1825 μέχρι τον Οκτώβριο του 1825 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Κιουταχή και η δεύτερη από τον Δεκέμβριο του 1825 έως τον Απρίλιο του 1826 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή από κοινού.

Πολιορκία του Νεοκάστρου

Η πολιορκία του Νεοκάστρου ήταν μια από τις πολεμικές εμπλοκές της επανάστασης του 21 με σκοπό την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Άρχισε την 25 Μαρτίου και έληξε την 9 Αυγούστου 1821.

Πολιορκία των Αθηνών (1821)

Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας στις 28 Απριλίου του 1821, οι Τούρκοι κάτοικοι είχαν καταφύγει στην Ακρόπολη μαζί με τους ομήρους προεστούς και δέκα πολίτες. Οι Έλληνες συνέχισαν την πολιορκία για πολύ καιρό, χωρίς σημαντικές πολεμικές αψιμαχίες. Τελικά, στις 10 Ιουνίου, ο Ομέρ Βρυώνης έλυσε την πολιορκία, και ανακατέλαβε την Αθήνα.

Πρώτος Κρητικός Πόλεμος

Ο Πρώτος Κρητικός Πόλεμος (205 π.Χ. έως 200 π.Χ.) ήταν εμπόλεμη σύρραξη, που έφερε αντιμέτωπους τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε΄, την Αιτωλική Συμπολιτεία, πολυάριθμες πόλεις της Κρήτης (από τις οποίες οι πιο αξιόλογες ήταν οι πόλεις Ολούς και Ιεράπυτνα) και η Σπάρτη από τη μία πλευρά, με τις δυνάμεις της Ρόδου από την άλλη, με την οποία αργότερα συμμάχησε ο Άτταλος Α΄ της Περγάμου, το Βυζάντιο, η Κύζικος, η Αθήνα και η Κνωσός.

Το 205 π.Χ., ολοκληρώθηκε ο Πρώτος Μακεδονικός Πόλεμος ενάντια στη Ρώμη. Επιθυμώντας να πάρει τον έλεγχο του συνόλου του ελληνικού κόσμου και επωφελούμενος του γεγονότος ότι οι Ρωμαίοι ήταν απασχολημένοι σε πόλεμο κατά της Καρχηδόνας, ο Φίλιππος συμμάχησε με την Αιτωλική Συμπολιτεία και την Σπάρτη με στόχο την υποταγή της Ρόδου, της κυριότερης αντιπάλου του. Συμμάχησε επίσης και με αρκετές σημαντικές κρητικές πόλεις, ανάμεσα στις οποίες η Ιεράπυτνα και η Ολούς. Με τον στόλο και την οικονομία των Ροδίων κατεστραμμένα από την δραστηριότητα του σπαρτιατικού στόλου, ο Φίλιππος υπολόγιζε πως θα νικούσε εύκολα. Προκειμένου να επιτύχει ευκολότερα τους στόχους του, συμμάχησε επίσης με τον βασιλιά των Σελευκιδών, Αντίοχο Γ΄ τον Μέγα, ενάντια στον βασιλιά της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, Πτολεμαίο Ε΄. Έχοντας ολοκληρώσει τις προετοιμασίες αυτές, ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά πόλεων της Θράκης και της Προποντίδα που ήταν σύμμαχοι της Ρόδου και του Πτολεμαίου. Το 202 π.Χ., η Ρόδος και οι σύμμαχοί της, Πέργαμος, Κύζικος και Βυζάντιο, ένωσαν τους στόλους τους και νίκησαν τον Φίλιππο στη Ναυμαχία της Χίου. Λίγους μήνες μετά, ο μακεδονικός στόλος με τη σειρά του αναδείχτηκε νικητής στη Ναυμαχία της Λάδης. Όσο όμως ο Φίλιππος ήταν απασχολημένος με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα εδάφη της Περγάμου, ο βασιλιάς της, Άτταλος Α΄, μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να προκαλέσει αντιπερισπασμό. Πέτυχε να έρθει σε συμφωνία με τους Αθηναίους, οι οποίοι κήρυξαν αμέσως τον πόλεμο στον Φίλιππο, ο οποίος επιτέθηκε κατά της Αθήνας με τον στόλο και το πεζικό του. Στο μεταξύ, οι Ρωμαίοι τον προειδοποίησαν πως αν δεν απέσυρε τις δυνάμεις του θα εμπλέκονταν και πάλι στη διαμάχη. Ο Φίλιππος γνώρισε νέα ήττα από το συνασπισμένο στόλο των Ροδίων και της Περγάμου, αφού όμως πρώτα κατέλαβε την Άβυδο, πόλη του Ελλησπόντου. Η πόλη έπεσε μετά από μακρά πολιορκία και η πλειονότητα των κατοίκων της αυτοκτόνησε.

Επιτιθέμενος και πάλι κατά της Αθήνας το 200 π.Χ., ο Φίλιππος απέρριψε de facto το τελεσίγραφο των Ρωμαίων που τον προειδοποιούσε να σταματήσει να επιτίθεται κατά των πόλεων της νότιας Ελλάδας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο της Ρώμης στον πόλεμο την ίδια χρονιά. Με τον τρόπο αυτό ο Κρητικός Πόλεμος φτάνει στο τέλος του, παραχωρώντας τη θέση του στον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 197 π.Χ. με τη συντριπτική νίκη των Ρωμαίων στις Κυνός Κεφαλές. Οι όροι της Συνθήκης των Τεμπών ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, καθώς ο Φίλιππος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει όλες τις πόλεις της νότιας Ελλάδας που είχε υπό την κατοχή του, να παραδώσει ολόκληρο τον στόλο του, να αποστείλει τον γιο του, Δημήτριο, στη Ρώμη ως όμηρο και να πληρώσει μια τεράστια πολεμική αποζημίωση.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ηγεμόνας, ένας από τους σπουδαιότερους της πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου καθώς και βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου Γ΄ του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτωντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης.

Τάγμα του Αγίου Γεωργίου

Το Αυτοκρατορικό Στρατιωτικό Τάγμα του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου (ρωσ. Императорский Военный орден Святого Великомученика и Победоносца Георгия), συνηθέστερα απλώς το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου (ρωσ. Орден Святого Георгия), ήταν το ανώτερο σε αξία στρατιωτικό παράσημο - αριστείο που απονεμόταν για ηρωικές στρατιωτικές πράξεις στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, η οποία και κατέστη Αρχηγός του Τάγματος αυτού στις 26 Νοεμβρίου (7 Δεκεμβρίου) 1769 προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου για τα ανδραγαθήματα των στρατιωτών και αξιωματούχων στα πεδία των μαχών. Το παράσημο καταργήθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, όταν την κυβέρνηση ανέλαβαν οι Μπολσεβίκοι.

Το παράσημο διακρινόταν σε 4 τάξεις: Α΄ Τάξεως (ο μεγαλύτερος σε αξία, μεγαλόσταυρος μετά ταινίας και αστέρος), Β΄ Τάξεως, Γ΄ Τάξεως και Δ΄ Τάξεως (ο μικρότερος σε αξία, του αργυρού ιππότη). Με το παράσημο αυτό βραβεύτηκαν συνολικά 10.000 άνθρωποι. Μόνο 23 από αυτούς έλαβαν το παράσημο Α΄ Τάξεως, ενώ 4 απ' αυτούς κατάφεραν να λάβουν το παράσημο και των τεσσάρων τάξεων. Το παράσημο Α΄ Τάξεως του Τάγματος αυτού έφεραν στη συνέχεια, ως κληρονομικοί αρχηγοί, όλοι οι Τσάροι της Ρωσίας μετά την Αικατερίνη. Το παράσημο Α΄ Τάξεως δόθηκε για εορταστικούς λόγους 2 φορές, στην Αικατερίνη Β΄ ως Αρχηγό του Τάγματος και στον Αλέξανδρο Β΄ για την εκατονταετηρίδα του Τάγματος. Με τη Β΄ Τάξη βραβεύτηκαν 125 στρατιωτικοί. Από το 2000 το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου επανιδρύθηκε ως στρατιωτικό παράσημο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.