Οικονομικά

Ορισμός 2 Ο κλάδος των "οικονομικών" μελετά τη κατανομή σπάνιων παραγωγικών πόρων (εργασία, μηχανήματα,γη)μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (εργοστάσια, γραφεία,αγροκτήματα) σκοπός των οποίων είναι η δημιουργία εμπορευμάτων τα οποία θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες των καταναλωτών [1]

Ορισμός 3 Η "οικονομία" είναι το μεγάλο σύνολο των αλληλένδετων δραστηριοτήτων παραγωγής και κατανάλωσης ότι οι ενισχύσεις για τον προσδιορισμό πώς κατανέμονται περιορισμένων πόρων. Αυτό είναι επίσης γνωστό ως ένα οικονομικό σύστημα[2].

Ορισμός 4 Η οικονομία περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών σε μια περιοχή. Η οικονομία ισχύει για όλους από ιδιώτες σε φορείς όπως εταιρείες και κυβερνήσεις. Η οικονομία μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρας διέπεται από τον πολιτισμό της, τους νόμους, την ιστορία, τη γεωγραφία και, μεταξύ άλλων παραγόντων, και εξελίσσεται λόγω της αναγκαιότητας. Για το λόγο αυτό, δεν υπάρχουν δύο οικονομίες είναι τα ίδια[3].

Ορισμός 5 Ιδιαίτερα, η Πολιτική Οικονομία αναχωρεί από την προϋπόθεση, πως η παραγωγή εμπορευμάτων είναι πριν απ' όλα παραγωγή αντικειμένων χρησίμων στον άνθρωπο. Μα εκείνο που εξετάζει δεν είναι η χρησιμότητα τους, είναι η αξία τους. Με το είδος και τη χρησιμότητα του κάθε εμπορεύματος χωριστά ή και όλων μαζί, ασχολούνται ένα σωρό επιστήμες, ιδιαίτερα δε η Εμπορευματολογία. Η Πολιτική Οικονομία όμως δεν καταπιάνεται μ' αυτό. Αυτή εξετάζει την κοινωνική ιδιότητα που έχουνε τα εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται μεταξύ τους σε ορισμένες ποσότητες, σα να είναι όλα τους προϊόντα μιας και της αυτής ανθρώπινης εργασίας.[4]

Η ειδικευμένη εργασία βρίσκεται στη βάση της χρησιμότητας, παράγει το εμπόρευμα σαν αντικείμενο που ικανοποιεί μιαν ορισμένη ανάγκη. Η εργασία όμως γενικά, η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, σαν παραγωγική ανάλωση εργατικής δύναμης, περιέχεται σ' όλα τα εμπορεύματα και δίνει σ' αυτά τη δυνατότητα ν' ανταλλάσσονται μεταξύ τους, παράγει δηλαδή την ανταλλακτική τους αξία. Πάνω στην πρώτη ιδιότητα των αντικειμένων της εργασίας, τη χρησιμότητα τους, οικοδομείται κάθε παραγωγή. Πάνω στη δεύτερη όμως ιδιότητα τους, την ανταλλακτική τους αξία, στηρίζεται ορισμένης κοινωνικής μορφής παραγωγή. Λοιπόν, αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας δεν είναι η παραγωγή «γενικά», η παραγωγή που αποβλέπει στην πλήρωση αναγκών είναι η παραγωγή ανταλλακτικών αξιών, η παραγωγή για την ανταλλαγή. Μέσα σε μια τέτοια παραγωγή, η εργασία αποτελεί κι αυτή ένα εμπόρευμα, με ορισμένη ανταλλακτική αξία.Οι τιμές, λέει ο κ. Ζολώτας, έχουνε το καθήκον να ισορροπούνε την οικονομία, να ρυθμίζουνε τις σχέσεις των συντελεστών της. Αυτό είναι πλάνη. Οι τιμές μπορεί άθελα τους, μέσα στην αέναη αλληλεπίδραση, να παίζουν έναν τέτοιο ρόλο, συμπτωματικά όμως. Εκείνο που κάνουν οι τιμές είναι, πραγματοποιούμενες στην πράξη της αγοράς και της πώλησης, να καθιστούνε τα αρχικά μεγέθη των κεφαλαίων που μπήκανε στις επιχειρήσεις μεγαλύτερα. Αν τα αρχικά αυτά μεγέθη είναι Α, στο τέλος της διαδικασίας, όταν ο κύκλος ξαναρχίσει, θα είναι Α'. Τη σχηματική παράσταση αυτού του είδους μας τη δίνει το χρηματιστικό κεφάλαιο, που φαίνεται σα να πηδά νοερά τις φάσεις που διανύει το παραγωγικό κεφάλαιο, να τις υπερπηδά και να εκφράζεται κατ' ευθείαν στο Α - Α'. Μονάχα όταν δούμε την ανταλλακτική οικονομία σα μια οικονομία όπου παράγεται κέρδος, θα κατανοήσουμε τον πραγματικό ρόλο της[5]

Ορισμός 6. Η Πολιτική Οικονομία δεν ανήκει σε κάποιο χώρο, κράτος, ή έθνος Αφορά όλο το πλανήτη : είναι η επιστήμη των κανόνων για την παραγωγή, τη συσσώρευση, τη διανομή και την κατανάλωση του πλούτου. Θα επιβληθεί εάν τα άτομα (παραγωγοί και καταναλωτές) το επιθυμούν ή όχι. Το σύστημα αυτό βασίζεται στις ιδιότητες του ανθρώπινου μυαλού, και καμία δύναμη να το αλλάξει.[5] Ορισμός 8.Η πολιτική οικονομία-η τομή της οικονομίας και της πολιτικής, είναι το θεμέλιο των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών και το επίκεντρο του ιδρυτικού κοινωνιολογικών θεωρητικών, κυρίως Max Weber, ο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Αναμφισβήτητα, με την εκτεταμένη ανησυχία του για τον καταμερισμό της εργασίας, ακόμα και ο Emile Durkheim ήταν ανήσυχος με τη μορφή και εξέλιξη της οικονομίας . Ωσόσο,, η έννοια της πολιτικής οικονομίας ήταν αρκετά συνεπής στην κοινωνιολογία. Δηλαδή, η κοινωνιολογική εξέταση της πολιτικής οικονομίας έχει διατηρήσει μια εστίαση στη διασταύρωση μεταξύ του πολιτικού και του οικονομικού. Η Θεωρητική έμφαση έχει μετατοπιστεί κατά τη διάρκεια της ζωντανής και εκτεταμένης συζήτησης πάνω στην έννοια του κράτους, των αγορών, την κοινωνική τάξη, τον πολιτισμό, τους πολίτες, και την παγκοσμιοποίηση. Παρ 'όλα αυτά, το επίκεντρο της πολιτικής οικονομίας συνεχίζει να έχει τη σημασία του για την κοινωνιολογική θεωρία.[6]

Πολιτική οικονομία, κλάδος της κοινωνικής επιστήμης που μελετά τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και της κοινωνίας και μεταξύ των αγορών και του κράτους, χρησιμοποιώντας ένα διαφορετικό σύνολο εργαλείων και μεθόδων που σε μεγάλο βαθμό από την οικονομία, την πολιτική επιστήμη και την κοινωνιολογία. Ο όρος πολιτική οικονομία προέρχεται από την ελληνική πόλη, που σημαίνει "πόλη" ή "κράτος" και οικονόμου, που σημαίνει «αυτός που διαχειρίζεται ένα νοικοκυριό ή περιουσία." Η πολιτική οικονομία ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ως η μελέτη του πώς μια χώρα-το κοινό οικιακών διοικείται ή διέπονται, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την πολιτική όσο και οικονομικούς παράγοντες: David N. Balaam Political Economy [7]

7. Iστορική εξέλιξη :H Πολιτική οικονομία είναι ένα πολύ παλιό θέμα της διανοητικής έρευνας, αλλά μια σχετικά νέα ακαδημαϊκή πειθαρχία. Η ανάλυση της πολιτικής οικονομίας (από την άποψη του χαρακτήρα του κράτους και των σχέσεων της αγοράς), τόσο σε πρακτικό όσο και ως ηθική φιλοσοφία, έχει εντοπιστεί σε Έλληνες φιλόσοφους, όπως ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, Μια κρίσιμη εξέλιξη στην πνευματική έρευνα της πολιτικής οικονομίας ήταν η εξέχουσα θέση στον 16ο έως 18ου αιώνα του μερκαντιλισμού, μια Σχολή Σκέψης που εγκαλούσε τη πνευματική ελίτ της εποχής για έναν ενεργότερο ρόλο του Κράτους στην Οικονομία και την οικονομική ρύθμιση. Τα γραπτά του Σκωτσέζου οικονομολόγου Sir James Steuart, 4ου(1767) θεωρείται η πρώτη συστηματική δουλειά στην αγγλική γλώσσα για την οικονομία, Τα γραπτά αυτά, καθώς επίσης και οι πολιτικές του Jean-Baptiste Colbert (1619-1683), γενικού ελεγκτή του Louis XIV της Γαλλίας, αποτελούν την επιτομή μερκαντιλισμού (εμποροκρατίας) στη θεωρία όσο και στην πράξη, αντίστοιχα.-

8. ο Adam Smith στο έργο του “An introduction to the Principles of Moral and Legislation “ (1780/89) εστιάζει στις «αρχές» της χρησιμότητας, και πώς αυτή η άποψη της ηθικής δένει με νομοθετικές πρακτικές.  Η βασική Αρχή  της χρησιμότητας αφορά την "καλή", όπως αυτή που παράγει το μεγαλύτερο ποσό της ευχαρίστησης και το ελάχιστο ποσό του πόνου και "κακή, αυτή δηλαδή που παράγει περισσότερο πόνο και καθόλου ευχαρίστηση. Αυτή η έννοια της ευχαρίστησης και του πόνου ορίζεται από Bentham  ως σωματική όσο και πνευματική. Ο Bentham γράφει για την αρχή αυτή, όπως εκδηλώνεται μέσα από τη νομοθεσία της κοινωνίας. Αυτός καθορίζει ένα σύνολο κριτηρίων για τη μέτρηση του βαθμού του πόνου ή ευχαρίστησης που η συγκεκριμένη απόφαση θα δημιουργήσει….[6]

9. Τα Οικονομικά θεωρούνται ως «η Επιστήμη της Ορθολογικής Επιλογής, κάτω από συνθήκες σπανιότητας» Αυτό συνδυάζεται με το "κριτήριο αποτελεσματικότητας Παρέτο : το κατά Παρέτο κριτήριο (ή κατά Παρέτο βέλτιστο) είναι εκείνο κατά το οποίο, μία μεταβολή στην τιμή ή στην ποσότητα βελτιώνει τη θέση κάποιου χωρίς όμως παράλληλα να χειροτερεύει τη θέση κάποιου άλλου. Με λίγα λόγια το κατά Παρέτο κριτήριο μας βεβαιώνει ότι έχουμε βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας στο σύνολό της αφού έχουμε την καλυτέρευση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων χωρίς να χειροτερεύει η θέση κανενός άλλου. Ο όρος δημιουργήθηκε από τον Ιταλό  οικονομολόγο Vilfredo Pareto (1848-1923) και χρησιμοποιείται συστηματικά από τότε. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι σήμερα όταν λένε αποτελεσματικός εννοούν κατά Παρέτο ; Έτσι, συνδυάζοντας τα 2 μεταξύ τους ήτοι (1, ορθολογική επιλογή κάτω από συνθήκες σπανιότητας και 2. την κατά ΠΑΡΕΤΟ αποτελεσματικότητα έχουμε έναν ακόμα πιο έμμεσο, βέβαια ορισμό της "Οικονομίας-με έμφαση στη Πολιτική Οικονομία Πολιτική Οικονομία είναι εκείνη η επιστήμη της ορθολογικής επιλογής σε συνθήκες σπανιότητας που "τείνουν" (χωρίς να φτάνουν ποτέ) σε μια βελτίωση της θέσης κάποιων, χωρίς να χειροτερεύει η θέση των υπόλοιπων (αριστοποίηση-βελτιστοποίηση της κοινωνίας (είτε μιας win-win-win κατάστασης) [8]

.

ΠΗΓΕΣ [2] (Σεραφείμ Μάξιμος"Η οικονομική επιστήμη και ο Ξ. Ζολώτας" ΘΕΣΕΙΣ- Τεύχος 30, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1990 [1] Βαρουφάκης (2007) Πολιτική Οικονομία, [4] (INVESTOPEDIA, 2016), (5) T. E. Cliffe Leslie (1870) "THE POLITICAL ECONOMY OF ADAM SMITH" Fortnightly Review, November 1, 1870.[6] David N. Balaam Encyclopedia Britannica, [7] Gregory Hooks, Andrew Crookston (2013) Political Economy (the Oxford Bibliographies) [8] Papakonstantinidis L.A (2012) THE INTERMEDIATE COMMUNITY: A BEHAVIORAL/BARGAINING APPROACH FOR CONFLICT RESOLUTION AT THE LOCAL LEVEL IJCM -4 VOL-2 ISSUE-1

Τα Οικονομικά είναι η κοινωνική επιστήμη που μελετά την παραγωγή, διανομή και κατανάλωση των αγαθών και υπηρεσιών. Περιγράφει τη διαδικασία σε όρους ανταλλαγής μεταξύ ανταγωνιστικών επιλογών, όπως παρατηρείται μέσω μετρήσιμων ποσοτήτων όπως είναι οι εισροές, οι τιμές και οι εκροές.

Εισροές και Εκροές

Ως εισροές εννοούμε τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή περαιτέρω αγαθών ή υπηρεσιών (πρώτες ύλες, μηχανήματα, κεφάλαιο, εργασία, γνώσεις, ενέργεια). Οι εισροές αναφέρονται και ως συντελεστές παραγωγής και δύνανται να ταξινομηθούν σε τρεις γενικές κατηγορίες: τη γη (φυσικοί πόροι), την εργασία και το κεφάλαιο. Ως εκροές εννοούμε τα παραγόμενα αγαθά ή υπηρεσίες τα οποία είτε καταναλώνονται από τον τελικό χρήστη, είτε επαναχρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία.

Έχοντας ως δεδομένα ότι 1) οι πόροι δεν είναι απεριόριστοι (άρα είναι σπανίζοντες), 2) οι επιθυμίες των ανθρώπων για αγαθά και υπηρεσίες είναι απεριόριστες και 3) οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι, ως επί το πλείστον, αντικρουόμενες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους, συνεπάγεται ότι κάθε κοινωνία ανθρώπων θα πρέπει να δώσει λύση, σε τέσσερις κατηγορίες προβλημάτων που μπορούν να εκφραστούν υπό την μορφή ερωτημάτων ως εξής:

  • Ποια αγαθά και υπηρεσίες θα παραχθούν και σε τι ποσότητες
  • Πώς θα παραχθούν αυτά τα αγαθά (δηλαδή τι τεχνολογία παραγωγής θα χρησιμοποιηθεί)
  • Πώς θα γίνει η διανομή των προϊόντων στα άτομα μέλη της κοινωνίας
  • Πώς μπορεί να αυξηθεί η ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων (δηλαδή πως αναπτύσσεται οικονομικά μια κοινωνία)

Απαντώντας στα ερωτήματα για το τι, πώς και για ποιόν θα παραχθούν τα αγαθά, η οικονομική επιστήμη εξηγεί πώς κατανέμονται οι περιορισμένοι πόροι μεταξύ ανταγωνιστικών χρήσεων.

Βεβαίως, τίθεται και ένα επιπλέον ερώτημα: ποιος θα είναι ο αρμόδιος να δώσει απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα. Υπενθυμίζουμε ότι αναφερόμαστε σε κοινωνία ανθρώπων κι αυτό διότι, ένας πλήρως απομονωμένος άνθρωπος (π.χ., ο Ροβινσώνας Κρούσος), ναι μεν έχει να αντιμετωπίσει τα δύο πρώτα ερωτήματα -ποια αγαθά θα παραγάγει και με ποιόν τρόπο θα τα παραγάγει-, αλλά μόνο μετά την άφιξη ενός επιπλέον ατόμου (του Παρασκευά εν προκειμένω) προκύπτει το πρόβλημα του για ποιόν θα παραχθούν τα αγαθά και το ερώτημα ποιος θα αποφασίζει για τα προηγούμενα ζητούμενα.

Οι απαντήσεις

Στο ερώτημα ποιος θα είναι ο αρμόδιος να δίδει την απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματα της Οικονομικής, οι κοινωνίες έδωσαν δύο, πλήρως αντιμαχόμενες μεταξύ τους, απαντήσεις:

Την Οικονομία της αγοράς, όπου τα άτομα και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις λαμβάνουν τις περισσότερες και σημαντικότερες αποφάσεις σχετικά με την παραγωγή και την κατανάλωση. Ένα σύστημα τιμών, αγορών, κερδών, ζημιών, κινήτρων και αντικινήτρων καθορίζει το τι, πώς και για ποιόν. Η περίπτωση οικονομίας της αγοράς, όπου το κράτος δεν παρεμβαίνει στις οικονομικές αποφάσεις, είναι η οικονομία laissez-faire.

Την Οικονομία των εντολών (κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία), όπου το κράτος λαμβάνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις σχετικά με την παραγωγή και κατανάλωση. Συνήθως το κράτος είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής (γη και κεφάλαιο). Στην κυριότητά του, επίσης, υπάγονται και οι επιχειρήσεις και είναι ο εργοδότης των περισσοτέρων εργαζομένων. Επίσης, αποφασίζει πώς θα κατανεμηθεί η παραγωγή μεταξύ των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο θεωρίες, υπάρχει η μικτή οικονομία, όπου το κράτος ελέγχει σημαντικό μέρος του προϊόντος με την φορολογία, τις μεταβιβαστικές πληρωμές και την παροχή δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών (άμυνα, αστυνόμευση). Επίσης, ρυθμίζει το βαθμό στον οποίο τα άτομα ικανοποιούν τα συμφέροντά τους. Στην πλειοψηφία σήμερα, υπάρχουν μικτές οικονομίες, με στοιχεία αγοράς και εντολών.

Βεβαίως, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, το τι θεωρείται δημόσιο αγαθό δεν καθορίζεται απόλυτα και διαχρονικά, αλλά έγκειται σε συνεχείς αλλαγές, ανάλογα με τις ανάγκες, τις προτεραιότητες και τις επιθυμίες τις εκάστοτε κοινωνίας.

Τα οικονομικά μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και ευημερία σαν μια σχέση μεταξύ σπάνιων πόρων (που έχουν και άλλες χρήσεις) και κοινωνικών επιδιώξεων (Lionel Robbins, 1935). Η επιστήμη αποτελείται από διάφορες (δυνητικά ασύμβατες) θεωρίες για τα συστήματα παραγωγής και διανομής. Τα θέματα για τα οποία υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα οικονομικά είναι η κατανομή των πόρων, η παραγωγή, η διανομή ή ανταλλαγή, και ο ανταγωνισμός.

Η κατανόηση των επιλογών των ατόμων και των ομάδων κατέχει κεντρική θέση. Με τη σπανιότητα, η κατάληξη σε μια επιλογή υπονοεί την παραίτηση από μια άλλη (κόστος ευκαιρίας). Για παράδειγμα, η απόκτηση μιας δεξιότητας υπονοεί ότι δεν θα διατεθεί χρόνος για την απόκτηση μιας διαφορετικής δεξιότητας. Σε όρους αγοράς, η κυρίαρχη θεωρία λέει πως η σπανιότητα ποσοτικοποιείται μέσω των τιμών.

Οι οικονομολόγοι πιστεύουν πως τα κίνητρα και οι επιθυμίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποφάσεων. Έννοιες από το Ωφελιμιστικό φιλοσοφικό ρεύμα σκέψης χρησιμοποιούνται σαν αναλυτικά εργαλεία στα οικονομικά, παρόλο που οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονται πως η κοινωνία μπορεί να μην υιοθετεί τους στόχους του ωφελιμισμού. Ένα παράδειγμα είναι η έννοια της συνάρτησης χρησιμότητας που υποτίθεται πως είναι το μέσο με το οποίο τα οικονομικώς ενεργά άτομα αποφασίζουν τι τα κάνει "ευτυχισμένα" και και τι αποφάσεις πρέπει να πάρουν κατά την επιδίωξη αυτής της ευτυχίας.

Τα οικονομικά λέγεται ότι είναι θετικά όταν επιδιώκουν να εξηγήσουν τις συνέπειες διαφόρων επιλογών με δεδομένες κάποιες υποθέσεις και κανονιστικά όταν επιβάλλουν συγκεκριμένες ενέργειες. Καθότι αποτυχίες των οικονομικών συστημάτων έχουν οδηγήσει σε λιμούς, υφέσεις και πιέσεις που οδήγησαν σε επαναστάσεις, τα οικονομικά αναφέρονται και ως "η ζοφερή επιστήμη", και η μελέτη της είναι πλήρης τόσο ουτοπικών επιδιώξεων, όσο και πολεμικών διαφωνιών. Τελικά, η μελέτη των οικονομικών επιδιώκει να βασίσει τις διαφωνίες σε όρους μετρήσιμων γεγονότων παρά σε ιδεολογίες ή προκαταλήψεις.

Πεδία Μελέτης στα Οικονομικά

Τα οικονομικά χωρίζονται σε 2 κύριους κλάδους:

  • Τη Μικροοικονομική Θεωρία, που μελετά την οικονομική συμπεριφορά μεμονωμένων ατόμων, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, προκειμένου να κατανοήσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων με την οποία δρουν δεδομένης τη σπανιότητας των πόρων που έχουν στη διάθεσή τους και τις επιπτώσεις αυτών των αποφάσεων στην ατομική τους ευημερία.
  • Τη Μακροοικονομική Θεωρία, που μελετά την οικονομία συνολικά, προκειμένου να κατανοήσει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των οικονομικών μεγεθών όπως το εθνικό εισόδημα, η απασχόληση και ο πληθωρισμός. Σημειώνουμε πως αυτό είναι διαφορετικό από τη θεωρία της γενικής ισορροπίας, που εξετάζει τα συναθροιστικά προβλήματα μέσα από ένα αυστηρά δομημένο μικροοικονομικό υπόδειγμα.

Η προσπάθεια να δοθεί μικροοικονομική θεμελίωση στα μακροοικονομικά, αποτέλεσε σημαντικό μέρος της έρευνας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980. Σήμερα, πολλοί μακροοικονομολόγοι θεωρούν πως η μακροοικονομική έχει αποδεδειγμένα γερά μικροοικονομικά θεμέλια, δηλαδή πως οι υποθέσεις της έχουν θεωρητική και εμπειρική βάση στη μικροοικονομική ανάλυση. Οι περισσότεροι μικροοικονομολόγοι θα απαντούσαν ότι η χρήση της μικροοικονομίας που γίνεται στα μακροοικονομικά είναι μάλλον επιφανειακή και οι θεωρητικοί του συγκερασμού (aggregation) θα έλεγαν ότι έτσι κι αλλιώς ο συγκερασμός πολλών υποκειμένων με μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, δεν βγάζει ένα σύνολο με την ίδια συμπεριφορά. Δηλαδή αν έχουμε 1000 άτομα με κάποια συμπεριφορά, δεν συμπεριφέρονται απαραίτητα σαν ένα 1000 φορές μεγαλύτερο άτομο, με την συμπεριφορά του μέσου όρου. Είναι μάλιστα απόλυτα δυνατόν, το σύνολο να παρουσιάζει χαρακτηριστικά και κανονικότητες που δεν παρουσιάζει κανένα άτομο, που ανήκει στο σύνολο, μόνο του.

Υπάρχουν επίσης διάφορα ερευνητικά πεδία που δεν περιορίζονται σε μόνο μια από τις δυο κατηγορίες μάκρο/μίκρο. Μερικά από αυτά τα ερευνητικά πεδία είναι: τα οικονομικά της εργασίας, τα οικονομικά της ευημερίας, τα οικονομικά του περιβάλλοντος, η χρηματοοικονομική, τα οικονομικά της αστικής ανάπτυξης.

Επίσης, υπάρχουν μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι με ευρεία θεωρητική στήριξη.

  • Το πιο σημαντικό παράδειγμα είναι η οικονομετρία, η οποία χρησιμοποιεί στατιστικές τεχνικές για την ανάλυση οικονομικών στοιχείων. Τα υπολογιστικά οικονομικά βασίζονται σε μαθηματικές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένης και της οικονομετρίας.

Άλλοι διαχωρισμοί είναι πιθανοί. Η χρηματοοικονομική θεωρούνταν παραδοσιακά μέρος της οικονομικής θεωρίας - καθώς έχει μικροοικονομικές ρίζες - αλλά σήμερα έχει καθιερωθεί σαν ξεχωριστή, αν και στενά σχετιζόμενη, επιστήμη.

Υπάρχει μια ολοένα και αυξανόμενη τάση να μεταφέρονται σε άλλα πεδία ιδέες και μέθοδοι από τα οικονομικά. Επειδή η οικονομική ανάλυση επικεντρώνεται στη λήψη αποφάσεων, μπορεί να εφαρμοστεί (με διάφορους βαθμούς επιτυχίας) σε κάθε τομέα όπου άνθρωποι έχουν εναλλακτικές λύσεις - εκπαίδευση, γάμοι, υγεία κλπ.

Η Θεωρία της Κοινωνικής ή Δημόσιας Επιλογής εξετάζει πως η οικονομική ανάλυση μπορεί να εφαρμοστεί σε πεδία που παραδοσιακά θεωρούνται έξω από το αντικείμενό της. Τα πεδία έρευνας, λοιπόν, εν μέρει συμπίπτουν με άλλες κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας.

Δείτε την πολιτική οικονομία για τη μελέτη των οικονομικών στο πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης. Η επικρατούσα πολιτική οικονομία ονομάζεται καπιταλισμός.

Οικονομικές Υποθέσεις

Προσφορά και Ζήτηση

Η μικροοικονομική θεωρία μέσω των εννοιών της προσφοράς και της ζήτησης προσπαθεί να περιγράψει, εξηγήσει και προβλέψει την τιμή και την ποσότητα αγαθών που πωλούνται σε ανταγωνιστικές αγορές. Είναι ένα από τα πλέον θεμελιώδη οικονομικά μοντέλα, που χρησιμοποιείται συνεχώς σαν συστατικό στοιχείο σε πολλά περισσότερο ενδελεχή οικονομικά μοντέλα και θεωρίες. Μπορούμε να πούμε πως είναι έννοιες τόσο καθολικές στα οικονομικά που οποιαδήποτε θεωρία μπορεί να αναλυθεί στις δύο αυτές πλευρές, την προσφορά και τη ζήτηση.

Σε γενικές γραμμές η θεωρία υποστηρίζει ότι όταν τα αγαθά που ανταλλάσσονται σε μια αγορά έχουν τιμή στην οποία οι καταναλωτές απαιτούν περισσότερα από όσα είναι διατεθειμένες οι επιχειρήσεις να παρέχουν, η έλλειψη που δημιουργείται τείνει να ανεβάσει την τιμή τους. Η διαφορά της ποσότητας που οι καταναλωτές ζητούν πέραν από αυτή την οποία οι επιχειρήσεις προσφέρουν, ονομάζεται υπερβάλλουσα ζήτηση. Οι καταναλωτές που δημιουργούν την υπερβάλλουσα ζήτηση είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερο για την απόκτηση των αγαθών που έχουν ανάγκη και έτσι θα πλειοδοτήσουν στην υψηλότερη τιμή. Όσο όμως η τιμή αγοράς αυξάνει, τόσο οι καταναλωτές αποστρέφονται από αυτά τα αγαθά με αποτέλεσμα η υπερβάλλουσα ζήτηση να μειώνεται. Στο σημείο όπου η ποσότητα αυτή θα μηδενιστεί, οι καταναλωτές θα σταματήσουν να πλειοδοτούν και η τιμή θα σταματήσει να αυξάνει.

Αντίστοιχα, οι τιμές θα τείνουν να πέσουν αν η προσφερόμενη ποσότητα είναι μεγαλύτερη της ζήτησης (υπερβάλλουσα προσφορά). Μπορούμε να σκεφτούμε ότι η διαδικασία της υπερβάλλουσας προσφοράς ως την ακριβώς κατοπτρική εικόνα αυτής της υπερβάλλουσας ζήτησης.

Αυτός ο μηχανισμός προσαρμογής που περιγράψαμε οδηγεί την αγορά σε ένα σημείο ισορροπίας, ένα σημείο στο οποίο δεν υπάρχει κίνητρο για αλλαγή. Αυτό το θεωρητικό σημείο ισορροπίας ορίζεται ως το σημείο όπου οι παραγωγοί είναι διατεθειμένοι να πουλήσουν τόση ποσότητα αγαθών, όση ακριβώς θέλουν να αγοράσουν οι καταναλωτές. Έτσι το άθροισμα της υπερβάλλουσας ζήτησης και υπερβάλλουσας προσφοράς είναι μηδενικό.

Η θεωρία προσφοράς και ζήτησης είναι σημαντική για τη λειτουργία μιας οικονομίας αγοράς διότι εξηγεί το μηχανισμό μέσω του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις για την κατανομή πολλών πόρων. Όταν λέμε αγορά, εννοούμε την ζήτηση και την προσφορά. Η ζήτηση και η προσφορά δεν αναφέρεται μόνο σε προϊόντα και υπηρεσίες αλλά και στους παραγωγικούς συντελεστές. Η αγορά χρησιμοποιεί ένα μόνο μέσο, προκειμένου να παρακινήσει τα άτομα να ασχοληθούν με τη παραγωγή και την διανομή του προϊόντος. Είναι η τιμή του προϊόντος που αγοράζουμε, αλλά και οι τιμές των παραγωγικών συντελεστών, (μισθοί, κέρδη, τόκοι, ενοίκια).

Τιμές

Προκειμένου να μετρηθούν οι αυξομειώσεις της προσφοράς και της ζήτησης, είναι απαραίτητη μια μετρήσιμη αξία. Η παλαιότερη και πλέον χρησιμοποιημένη είναι η Τιμή, ή αλλιώς η τρέχουσα σχέση ανταλλαγής μεταξύ αγοραστών και πωλητών στην αγορά. Η θεωρία της τιμής, λοιπόν, χαρτογραφεί την κίνηση μετρήσιμων μεγεθών στο χρόνο, και τη σχέση μεταξύ τιμής και άλλων μετρήσιμων μεταβλητών. Στον Πλούτο των Εθνών του Άνταμ Σμιθ αυτό ήταν η σχέση ανταλλαγής μεταξύ τιμής και άνεσης. Ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής θεωρίας είναι βασισμένο στις θεωρίες τιμών και προσφοράς και ζήτησης. Στην οικονομική θεωρία, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας είναι όταν αλλαγές σε μια οικονομία γίνονται μέσω των τιμών, όπου υπερβολική προσφορά οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές και υπερβολική ζήτηση οδηγεί σε υψηλότερες τιμές.

Σε πολλά πρακτικά οικονομικά μοντέλα, υπάρχει ενσωματωμένη κάποια μορφή "άκαμπτων τιμών" ώστε να ενσωματωθεί το παρατηρούμενο γεγονός πως σε πολλές αγορές οι τιμές δεν μεταβάλλονται ομαλά. Η οικονομική πολιτική συχνά επικεντρώνεται γύρω από διαφωνίες για τα αίτια της "οικονομικής τριβής", ή αλλιώς ακαμψίες τιμών, που συνεπώς αποτρέπει την προσφορά και τη ζήτηση να ισορροπήσουν.

Μια άλλη εστία διαφωνίας είναι κατά πόσο η τιμή μετρά την αξία σωστά. Στην επικρατούσα οικονομική θεωρία της αγοράς, όπου υπάρχει σημαντική σπανιότητα που δεν ενσωματώνεται στην τιμή, λέγεται ότι υπάρχουν εξωτερικότητες στο κόστος. Τα οικονομικά της αγοράς προβλέπουν ότι τα σπάνια αγαθά που έχουν τιμή μικρότερη της αξίας, υπερκαταναλώνονται (δείτε κοινωνικό κόστος). Αυτό οδηγεί στην θεωρία των δημόσιων αγαθών.

Σπανιότητα

Επειδή η σπανιότητα κι η απόφαση είναι κεντρικά σημεία της οικονομικής θεωρίας, η ερώτηση τι είναι μια βασική ανταλλαγή στα οικονομικά είναι μεγάλης σημασίας. Σε κάθε οικονομική θεωρία, υπάρχει μια βασική ανταλλαγή δύο ή περισσοτέρων απόλυτα σπανίων εμπορευμάτων. Για τον Άνταμ Σμιθ ήταν ορισμένο ως το εμπόριο χρόνου ή σκοπιμότητας για χρήματα. Π.χ. : ένα άτομο μπορεί να μένει κοντά στην πόλη κι να πληρώνει περισσότερο για ενοίκιο ή για κατοικία, ή να μένει λίγο πιο μακρυά κι να πληρώνει λιγότερα, πληρώνοντας τη διαφορά έξω από τη σκοπιμότητά του.

Αξία

Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως πίσω από την οικονομική θεωρία κρύβεται η θεωρία της αξίας. Η αξία ορίζεται ως η υποκρυπτόμενη δραστηριότητα την οποία καταπιάνονται κι περιγράφουν τα Οικονομικά. Είναι το "ζουμί" της υπόθεσης.

Ο Άνταμ Σμιθ (Σκοτσέζος οικονομολόγος ιδρυτής του καπιταλισμού που έζησε τον 18ο αιώνα) όρισε την Εργασία ως την πραγματική πηγή της αξίας, κι η εργασιακή θεωρία της αξίας βρίσκεται πίσω από τα έργα του Καρλ Μαρξ, του Ντέηβιντ Ρικάρντο κι άλλων "κλασσικών" οικονομολόγων. Η εργασιακή θεωρία της αξίας υποστηρίζει ότι ένα αγαθό ή μια υπηρεσία έχουν ίση αξία με την εργασία που χρειάστηκε για να παραχθούν. Για τους περισσότερους, αυτή η αξία προσδιορίζει την τιμή ενός εμπορεύματος. Η θεωρία αυτή και η κοντινή σε αυτή θεωρία της αξίας ως προς το κόστος παραγωγής δεσπόζει στα έργα των περισσότερων κλασσικών αλλά δεν είναι η μόνη βάση για τον ορισμό της αξίας που επικρατεί. Υπάρχει όμως η οριακή θεωρία της αξίας που υποστηρίζεται από τους νεοκλασσικούς οικονομολόγους κι απ αυτούς της Αυστριακής σχολής.

Η θεωρία της αγοράς υποστηρίζει πως η αξία κι τιμή είναι το ίδιο, ότι στην αγορά ενσωματώνεται όλη η διαθέσιμη πληροφορία στην τιμή κι πως η ταυτόσημη σχέση τιμής-αξίας θα ισχύει όσο υπάρχει αγορά. Αυτή η "υπόθεση των αποτελεσματικών αγορών" διατυπώθηκε αρχικά από τον Μιλ και επιτέλεσε το αντικείμενο μελέτης της Γενικής οικονομικής ισορροπίας και ευημερίας.

Φυσικά τα σύγχρονα οικονομικά ξεφεύγουν από την υπόθεση των αποτελεσματικών αγορών. Εδώ και τουλάχιστον 20 χρονιά τα οικονομικά μοντέλα προσαρμόζονται για να εξηγήσουν μη-αποτελεσματικές αγορές. Λόγοι που κάνουν τις αγορές αναποτελεσματικές είναι κυρίως τα external effects, τα προβλήματα πληροφορίας (κρυμμένη πληροφορία ή κρυμμένη κίνηση - hidden action-hidden information), οι μη-ορθολογιστές παίκτες (bounded rationality) και οι τριβές στην αγορά (κόστος προσαρμογής).

Διανομή

Παράλληλα με τη Θεωρία της Αξίας, που όπως είδαμε εξετάζει τους συγκεκριμένους παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση και τη προσφορά των αγαθών, διότι αυτοί είναι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις τιμές σε μια ελεύθερη οικονομία, αναπτύχθηκε και η Θεωρία της Διανομής ως προς την αγοραία τιμολόγηση των παραγωγικών συντελεστών που παράγουν τα αγαθά. Η αγορά καθορίζει και τις τιμές των παραγωγικών συντελεστών, αλλά οι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση και τη προσφορά τους διαφέρουν από εκείνους που διαμορφώνουν τις τιμές στις αγορές αγαθών. Η χρήση του όρου διανομή οφείλεται στο γεγονός ότι οι τιμές των συντελεστών αποτελούν και τις αμοιβές τους από τη συμμετοχή τους στη παραγωγική διαδικασία. Συνεπώς, μια θεωρία που μελετά το μέγεθος της αμοιβής των συντελεστών, μελετά στην ουσία το πως διανέμεται μεταξύ των συντελεστών το προϊόν από τη συμμετοχή τους στη παραγωγική διαδικασία. Από αυτή την άποψη, το ενδιαφέρον της Θεωρίας της Διανομής επικεντρώνεται στη λειτουργική διανομή του εισοδήματος (functional distribution of income) και όχι στη προσωπική κατανομή του εισοδήματος (personal distribution of income), η οποία μελετά τη διανομή εισοδήματος μεταξύ ατόμων, οικογενειών, κοινωνικών τάξεων, κλπ.

Οικονομική ορολογία και Συλλογιστική

Τα οικονομικά βασίζονται σε αυστηρούς συλλογισμούς περισσότερο από τις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες. Αυτό είναι τουλάχιστον το επιδιωκόμενο πρότυπο των επαγγελματιών του πεδίου. Η μεθοδολογία έχει επτά αλληλεπιδρούμενα μέρη:

  • Την συγκέντρωση των οικονομικών δεδομένων. Αυτά τα δεδομένα αποτελούνται από μετρήσιμα μεγέθη όπως οι τιμές, και οι μεταβολές στις τιμές μετρήσιμων αγαθών. Για παράδειγμα, το κόστος για την πρόσληψη ενός εργάτη για μια εβδομάδα, ή το κόστος ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος, και πόσο χρησιμοποιείται συνήθως.
  • Την κατασκευή μοντέλων για την περιγραφή οικονομικών σχέσεων, όπως για παράδειγμα τη σχέση μεταξύ του επιπέδου των τιμών και της απασχόλησης. Αυτό περιλαμβάνει τις παρατηρήσιμες μορφές της οικονομικής δραστηριότητας: χρήμα, κατανάλωση, προτιμήσεις, αγορές, τιμές πώλησης κλπ. Μερικά από τα μοντέλα είναι απλά λογιστικά μοντέλα, ενώ άλλα υπολογίζουν συγκεκριμένες οικονομικές συμπεριφορές, όπως η μεγιστοποίηση της χρησιμότητας ή του κέρδους. Για παράδειγμα, ένα μοντέλο που δείχνει και τις δυο αυτές πτυχές, είναι η κλασσική μαθηματική διατύπωση του Κεϋνσιανού συστήματος συμπεριλαμβανομένης της συνάρτησης κατανάλωσης και και της ταυτότητας του Εθνικού Εισοδήματος. Σε αυτό το άρθρο θα αναφερόμαστε σε αυτά τα μοντέλα σαν (formal models)
  • Την παραγωγή Οικονομικών στατιστικών. Παίρνοντας τα συλλεχθέντα στοιχεία, και εφαρμόζοντας το πρότυπο που χρησιμοποιείται για να παραγάγει μια αντιπροσώπευση της οικονομικής δραστηριότητας. Παραδείγματος χάριν το " γενική τιμή level" είναι μια θεωρητική ιδέα κοινή για τα μακροοικονομικά πρότυπα. Το συγκεκριμένο ποσοστό πληθωρισμού περιλαμβάνει τη λήψη των μετρήσιμων τιμών, και ένα πρότυπο για το πώς οι άνθρωποι καταναλώνουν, και τον υπολογισμό τι το " γενική τιμή level" είναι από τα στοιχεία μέσα στο πρότυπο. Παραδείγματος χάριν υποθέστε ότι η βενζίνη κοστίζει σε 1 ευρώ ένα λίτρο: το να υπολογίσουμε το επίπεδο τιμών θα απαιτούσε ένα πρότυπο πόσης βενζίνης ένα μέσο πρόσωπο χρησιμοποιεί, και ποιας μέρος του εισοδήματός του αφιερώνεται σε αυτό το & mdash αλλά απαιτεί επίσης ένα πρότυπο για το πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη βενζίνη, και ποια άλλα αγαθά να αντικαταστήσουν για τον. * Διαλογιμένος μέσα στα οικονομικά μοντέλα. Αυτή η διαδικασία μπορεί ή δεν να περιλάβει τα προηγμένα μαθηματικά. Για παράδειγμα, καθιερωμένη (αν και η ενδεχομένως ανεξέταστη) παράδοση μεταξύ των οικονομολόγων είναι στο λόγο για τις οικονομικές μεταβλητές στις δισδιάστατες γραφικές παραστάσεις στις οποίες οι καμπύλες που αντιπροσωπεύουν τις σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών άξονα είναι από τους διάφορους δείκτες. Ένα καλό παράδειγμα αυτού του τύπου συλλογισμού είναι εκτεθειμένο κοντά Πωλ Κρούγκμαν ' σε απευθείας σύνδεση δοκίμιο του s, ' ' There' s κάτι για macro' '. Δείτε επίσης το άρθρο πρότυπο IS/LM. Μια κρίσιμη ανάλυση του οικονομικού συλλογισμού είναι μελετημένο μέσα Paul Samuelson ' διατριβή του s, ' ' Θεμέλια οικονομικού Analysis' ': προσδιορίζει μια κατηγορία ισχυρισμών αποκαλούμενων ' ' λειτουργικά σημαντικό theorems' ' όποιοι είναι εκείνοι που μπορούν να διατυπωθούν με σημασία μέσα σε ένα οικονομικό μοντέλο. Όπως συνηθισμένος στην επιστήμη, τα συμπεράσματα που λαμβάνονται με το συλλογισμό έχουν μια προφητική καθώς επίσης και επικυρωτική (ή περιφρονητική) αξία. Ένα παράδειγμα της προφητικής αξίας της οικονομικής θεωρίας είναι μια πρόβλεψη ως προς την επίδραση των τρεχόντων ελλειμμάτων στα επιτόκια 10 έτη στο μέλλον. Ένα παράδειγμα της επικυρωτικής αξίας της οικονομικής θεωρίας θα ήταν επιβεβαίωση (ή απόλυση) των θεωριών σχετικά με τη σχέση μεταξύ των οριακών φορολογικών ποσοστών και του ελλείμματος. Η επίσημη διαμόρφωση παρακινείται από τις γενικές αρχές της συνέπειας και της πληρότητας. Η επίσημη διαμόρφωση έχει υιοθετηθεί ως ένα ορισμένο βαθμό από όλους τους κλάδους των οικονομικών. Δεν είναι ίδιο με αυτό που αναφέρεται συχνά ως μαθηματικά οικονομικά αυτό περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται, μια προσπάθεια να θέσει μικροοικονομία, και ιδιαίτερα γενική ισορροπία στα στερεά μαθηματικά θεμέλια. Μερικοί απορρίπτουν τα μαθηματικά οικονομικά: ή Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης των οικονομικών θεωρεί ότι τίποτα πέρα από την απλή λογική είναι συχνά περιττό και ακατάλληλο για την οικονομική ανάλυση. Στην πραγματικότητα, το ολόκληρο εμπειρικός-παραγωγικό πλαίσιο που σκιαγραφείται σε αυτό το τμήμα μπορεί να απορριφθεί εντελώς από αυτό το σχολείο. Εντούτοις, πιστεύουμε ότι το πλαίσιο που σκιαγραφείται εδώ αντιπροσωπεύει ακριβώς την τρέχουσα κυρίαρχη άποψη των οικονομικών.

Εξέλιξη της Οικονομικής Σκέψης

Έχουν τη ρίζα τους στην πολιτική οικονομία, της οποίας πρωτοπόροι διανοητές μπορούν να θεωρηθούν οι Άνταμ Σμιθ και Ντέηβιντ Ρικάρντο. Από το 1776 βέβαια που γράφτηκε "Ο Πλούτος των Εθνών" του Α. Σμιθ τα οικονομικά έχουν γνωρίσει μεγάλη εξέλιξη. Τα μοντέρνα οικονομικά, από το 1950-60 και μετά είναι βασισμένα κυρίως στα μαθηματικά και η μορφή της επιστημονικής αντιπαράθεσης του κλάδου δεν έχει σχεδόν τίποτα κοινό με τις μελέτες των παλιών οικονομολόγων.

Δείτε Επίσης

Μικροοικονομική Θεωρία

Το κυρίως αντικείμενο των οικονομικών είναι η βέλτιστη αξιοποίηση περιορισμένων πόρων. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό μπορεί να γίνει με τον μηχανισμό της ελεύθερης αγοράς, με τις τιμές να μεταδίδουν τα απαραίτητα μηνύματα ώστε η προσφορά να ισούται της ζήτησης.

Για την ανάλυση των μηχανισμών της ζήτησης σε μια αγορά, οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι είναι απαραίτητη η προσέγγιση των προτιμήσεων ενός καταναλωτή με μια συνάρτηση χρησιμότητας, η οποία δίνει τη χρησιμότητα που παίρνει ο κάθε καταναλωτής από ένα συγκεκριμένο καλάθι προϊόντων. Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις οι προτιμήσεις ενός καταναλωτή γίνεται να αντιπροσωπευτούν με μια τέτοια συνάρτηση. Έχοντας αυτήν την συνάρτηση μπορούμε να αναλύσουμε την καταναλωτική επιλογή των παικτών στην αγορά και να εξετάσουμε πως διάφοροι παράγοντες, όπως η τιμή του προϊόντος και οι τιμές των άλλων προϊόντων επηρεάζουν τη ζήτηση. Ο κλάδος των οικονομικών που ασχολείται με αυτό, ονομάζεται μικροοικονομική θεωρία. Ένας σημαντικός κλάδος, που ανήκει στην μικροοικονομική θεωρία είναι και η θεωρία παιγνίων, θεμελιωμένη από τους Τζον φον Νόιμαν, Τζων Φορμπς Νας, Ράινχαρντ Ζελτεν και Τζων Χαρσανυι. Είναι ο κλάδος που εξετάζει περιπτώσεις στρατηγικής αλληλεπίδρασης μεταξύ παικτών που προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τη χρησιμότητα τους. Τα τελευταία 20 χρόνια έχει διαδοθεί ευρέως και χρησιμοποιείται όχι μόνο στα οικονομικά αλλά και σε κλάδους όπως η εξελικτική βιολογία, η ψυχολογία κτλ

Μακροοικονομική Θεωρία

Ο δεύτερος μεγάλος κλάδος των οικονομικών, με μεγαλύτερη παράδοση και βασικό θεμελιωτή των Τζων Μευναρντ Κέινς είναι η μακροοικονομική θεωρία και ασχολείται με τα οικονομικά μεγέθη στο επίπεδο μιας χώρας, όπως το ΑΕΠ, η εθνική αποταμίευση, τα επιτόκια, τις εξαγωγές κτλ. Αυτός ο κλάδος των οικονομικών, είναι γνωστός για τις δυσκολίες του αντικειμένου, καθώς μια ολόκληρη οικονομία είναι ένα πολύπλοκο, ίσως χαοτικό σύστημα. Σε κάθε περίπτωση έχει κερδίσει τον σεβασμό των ανθρώπων που αποφασίζουν για οικονομικά θέματα και καθοδηγεί σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις Υπουργών οικονομικών και Κεντρικών Τραπεζών. Επίσης μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν την μακροοικονομική θεωρία για να προβλέψουν αλλαγές και κινήσεις στο οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται.

Συναφή Πεδία

Καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων

Η καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων δηλώνει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των ποσοτήτων δύο αγαθών που µπορεί να παράγει μια οικονομία ή μια επιχείρηση, µε πλήρη απασχόληση των συντελεστών της παραγωγής χρησιμοποιώντας δεδομένη τεχνολογία. Η μορφή της Κ.Π.Δ. υποδηλώνει το κύριο οικονομικό πρόβλημα, δηλαδή την έλλειψη παραγωγικών συντελεστών. Μια οικονομία ή επιχείρηση λειτουργεί πλήρως αποδοτικά όταν οι παραγωγικοί συνδυασμοί που επιτυγχάνει βρίσκονται πάνω στην καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων. Τα σημεία που συνθέτουν την Κ.Π.Δ. αναφέρονται σε συνδυασμούς παραγωγής αγαθών τους οποίου η οικονομία είναι σε θέση να υλοποιήσει. Όσα σημεία βρίσκονται δεξιά από την Κ.Π.Δ. είναι ανέφικτα, διότι δεν υφίσταται η αναγκαία ποσότητα παραγωγικών συντελεστών (γη, εργασία, κεφάλαιο) ή οι διαθέσιμοι είτε οι ήδη διαθέσιμοι συντελεστές απασχολούνται πλήρως. Τέτοια σημεία μπορούν μελλοντικά να γίνουν εφικτά μέσω της οικονομικής μεγεθύνσεως, δηλαδή μέσω της αύξησης των παραγόμενων ποσοτήτων ύστερα από μια αύξηση των ποσοτήτων των παραγωγικών συντελεστών. Μια τέτοια υπόθεση θα μετακινούσε την καμπύλη προς τα δεξιά. Αντιθέτως, όσα σημεία βρίσκονται αριστερά της Κ.Π.Δ. υποδηλώνουν την γενική έλλειψη πλήρους απασχόλησης είτε την ύπαρξη ανεργίας. Χαρακτηριστικά της Κ.Π.Δ

  1. έχει αρνητική κλίση
  2. είναι κοίλη ως προς την αρχή των αξόνων, δηλαδή το κόστος ευκαιρίας(ΔΥ/ΔΧ) αυξάνεται κατά μήκος της Κ.Π.Δ.,ισχύει (d²Υ/dX²)<0

Κόστος Ευκαιρίας

Η Κ.Π.Δ. παρουσιάζει τους εναλλακτικούς συνδυασμούς ποσοτήτων δύο αγαθών που μπορεί να παράγει μια οικονομία. Η Κ.Π.Δ λέγεται αλλιώς και καμπύλη μετασχηματισμού γιατί δείχνει πως ένα προϊόν μετασχηματίζεται σε κάποιο άλλο. Κάθε φορά που αποδεσμεύονται παραγωγικοί συντελεστές από το Α αγαθό για την παραγωγή μεγαλύτερης ποσότητας του Β, θυσιάζονται μονάδες από την παραγωγή του αγαθού Α. Η θυσία παραγωγής του Α αγαθού που απαιτείται για την αύξηση της παραγωγής του Β καλείται κόστος ευκαιρίας (ή κόστος εναλλακτικής χρήσης) του Β και συγκεκριμενοποιεί την έννοια του οικονομικού προβλήματος και της στενότητας.

Ελαστικότητα Ζήτησης

Ως ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή ονομάζουμε τον λόγο της ποσοστιαίας μεταβολής της ζητούμενης ποσότητας προς την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής. Εκφράζει την μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας λόγω μεταβολής της τιμής. Ελαστικότητα μικρότερη της μονάδας υποδηλώνει ανελαστική ζήτηση αγαθού. Αντίθετα ελαστικότητα μεγαλύτερη της μονάδας υποδηλώνει ελαστική ζήτηση αγαθού. Η Ελαστικότητα που είναι ίση με την μονάδα ονομάζεται μοναδιαία ελαστικότητα και δείχνει ότι μια μεταβολή της τιμής συνεπάγεται ισόποση μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας.

Σταυροειδής Ελαστικότητα

Αν θέλουμε να μετρήσουμε το βαθμό ανταπόκρισης της ζήτησης του αγαθού χ σε μια μεταβολή όχι της τιμής του αλλά της τιμής ενός άλλου αγαθού χ2, τότε έχουμε την περίπτωση της σταυροειδούς ελαστικότητας. Χρησιμοποιούμε την έννοια της σταυροειδούς ελαστικότητας προκειμένου να διακρίνουμε αν τα αγαθά είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους (π.χ. καφές-ζάχαρη) ή αν είναι υποκατάστατα (π.χ. κρέας-ψάρια). Αν η ελαστικότητα ζήτησης είναι μεγαλύτερη του μηδενός τότε μιλάμε για υποκατάστατα αγαθά. α)Υποκατάστατα αγαθά: Αν η τιμή των ψαριών αυξηθεί, τότε η ζητούμενη ποσότητα τους θα μειωθεί και συνεπώς θα αυξηθεί η ζήτηση για το κρέας (εφόσον η τιμή του κρέατος παραμείνει σταθερή). Επομένως έχουμε θετική σταυροειδή ελαστικότητα, που υποδηλώνει ότι το κρέας και το ψάρι είναι υποκατάστατα αγαθά. β)Συμπληρωματικά αγαθά: Αν αυξηθεί η τιμή του καφέ, τότε θα μειωθεί η ζήτηση του, καθώς επίσης θα μειωθεί και η ζήτηση για ζάχαρη. Επομένως, έχουμε αρνητική σταυροειδής ελαστικότητα, που υποδηλώνει ότι ο καφές και η ζάχαρη είναι συμπληρωματικά αγαθά.

Οικονομικοί στόχοι

Στην εποχή μας, οι κυριότεροι οικονομικοί στόχοι είναι οι ακόλουθοι:

  1. Πλήρης απασχόληση του εργατικού δυναμικού
  2. Οικονομική ανάπτυξη
  3. Σταθερότητα των τιμών
  4. Δικαιότερη κατανομή του πλούτου της κοινωνίας
  5. Κλίμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης
  6. Ισορροπία στο λογαριασμό των εξωτερικών πληρωμών
  7. Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος

Οικονομικό Πρόβλημα

Η αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος επιβάλλει την λήψη αποφάσεων, προκειμένου να δοθούν λύσεις σε θέματα όπως:

  • Ποια αγαθά πρέπει να παραχθούν και σε ποια ποσότητα.
  • Πως θα παραχθούν τα αγαθά που έχουν επιλεγεί.
  • Πως θα διανεμηθεί το παραγόμενο προϊόν.
  • Ποιος μέρος θα επιλεγεί για την παραγωγική δραστηριότητα.

Το οικονομικό πρόβλημα κάθε κοινωνίας προέρχεται από τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του πλήθους των αναγκών που οι άνθρωποι επιδιώκουν να ικανοποιήσουν και της περιορισμένης ποσότητας των αγαθών που υπάρχουν για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών. Στην ουσία η έλλειψη αγαθών είναι έλλειψη παραγωγικών συντελεστών ( Εργασία, Έδαφος-Γη, Κεφάλαιο).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

AIDS

To σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (αγγλικά: acquired immune deficiency syndrome‎, συντομογρ. AIDS) είναι νόσος του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος που προκαλείται από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (Human immunodeficiency virus, HIV). Η νόσος παρεμβαίνει στο ανοσοποιητικό σύστημα και παρεμποδίζει τη λειτουργία του, κάνοντας τα άτομα με AIDS περισσότερο πιθανά να αποκτήσουν λοιμώξεις, όπως ευκαιριακές λοιμώξεις και όγκους που συνήθως δεν προσβάλουν τα άτομα με λειτουργικά ανοσοποιητικά συστήματα. Αυτή η ευπάθεια χειροτερεύει με την εξέλιξη της νόσου.

Ο HIV μεταδίδεται πρωταρχικά με τη σεξουαλική επαφή, όπως με το πρωκτικό, κολπικό ή στοματικό σεξ, τη μετάγγιση αίματος, τις μολυσμένες υποδερμικές βελόνες, και από τη μητέρα στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και τον θηλασμό. Ορισμένα σωματικά υγρά όπως το σάλιο, τα δάκρυα, τα ούρα και ο ιδρώτας δεν μεταδίδουν τον HIV εκτός εάν περιέχουν μικροποσότητες αίματος. Ο ιός μπορεί να μεταδοθεί επίσης από επαφή ενός βλεννογόνου (δηλ. μιας βλεννώδους μεμβράνης που επικαλύπτει κάποιες κοιλότητες του σώματος, όπως ο βλεννογόνος του στόματος ή του εντέρου) με ένα σωματικό υγρό που περιέχει τον ιό, όπως αίμα, σπέρμα, κολπικά υγρά, προσπερματικά υγρά ή γάλα θηλασμού ενός μολυσμένου ατόμου.

Η προφύλαξη από την HIV λοίμωξη, πρωταρχικά μέσω του ασφαλούς σεξ και των προγραμμάτων ανταλλαγής συρίγγων και βελονών, αποτελεί στρατηγική κλειδί για τον έλεγχο της νόσου. Δεν υπάρχει θεραπεία ίασης ή προληπτικό εμβόλιο. Παρόλα αυτά η αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου και να οδηγήσει σε ένα προσδόκιμο ζωής κοντά στο φυσιολογικό. Παρότι η θεραπεία αυτή μειώνει τον κίνδυνο θανάτου και επιπλοκών από τη νόσο, τα φάρμακα αυτά είναι υψηλού κόστους και σχετίζονται με παρενέργειες οφειλόμενες αποκλειστικά σε αυτά (οι οποίες πολλές φορές συνδυάζονται με τις παρενέργειες που προκαλεί η χρόνια HIV λοίμωξη).

Ο ιός και η νόσος αναφέρονται συχνά μαζί ως HIV/AIDS. Η νόσος είναι τεράστιο πρόβλημα υγείας σε πολλά μέρη του κόσμου, και θεωρείται πανδημία, δηλαδή μία έκρηξη της ασθένειας που επηρεάζει μια ευρεία περιοχή και εξαπλώνεται ενεργά. Το 2010 περίπου 34 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν HIV λοίμωξη παγκοσμίως. Από αυτούς περίπου 16,8 εκατομμύρια είναι γυναίκες και 3,4 εκατομμύρια είναι κάτω από 15 ετών. Το αποτέλεσμα είναι περίπου 1,8 εκατομμύρια θάνατοι από AIDS το 2010, χαμηλότερα σε σχέση με τα 3,1 εκατομμύρια θανάτους του 2001. Από το 1981, που το AIDS αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά, έως το 2009 προκάλεσε σχεδόν 30 εκατομμύρια θανάτους.Η γενετική έρευνα δείχνει ότι ο HIV προήλθε από την Κεντροδυτική Αφρική κατά τη διάρκεια των αρχών του 20ού αιώνα. Το AIDS αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών το 1981 και η αιτία του, ο HIV, αναγνωρίστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του 1980.

Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Ίνδιο

Το χημικό στοιχείο ίνδιο (indium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, πτητικό, ελατό και όλκιμο αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 49 και η σχετική ατομική μάζα του 114,818. Το χημικό του σύμβολο είναι «In» και ανήκει στην ομάδα 13 (IIIA, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο p-block. Έχει θερμοκρασία τήξης 156,6 °C και θερμοκρασία βρασμού 2072 °C.

Η μέση περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της γης σε ίνδιο είναι περίπου 0,05 ppm. Το ίνδιο είναι πενήντα φορές αφθονότερο από τον χρυσό στη λιθόσφαιρα.

Όταν είναι σε στερεή μορφή και καμφθεί ή τεντωθεί απότομα παράγει χαρακτηριστικό τρίξιμο. Διατηρείται υγρό σε ένα μεγάλο εύρος θερμοκρασιών. Είναι σταθερό στον αέρα και στο νερό, αλλά διαλύεται στα οξέα. Όταν θερμανθεί πάνω από το σημείο τήξης του αναφλέγεται παράγοντας χαρακτηριστική ιώδη φλόγα.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1863 από τους Γερμανούς χημικούς Φέρντιναντ Ράιχ και Ιερώνυμο Τέοντορ Ρίχτερ και ήταν το 49ο χημικό στοιχείο που τοποθετήθηκε στον περιοδικό πίνακα. Πήρε το όνομά του από τη φωτεινή μπλε (indigo blue, ινδικό μπλε, λουλακί) γραμμή στο ατομικό του φάσμα και η οποία ήταν η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξή σε μεταλλεύματα, ενός νέου και άγνωστου μέχρι τότε στοιχείου.

Στη φύση το ίνδιο απαντά σε μορφή σπάνιων ορυκτών, όπως ο ινδίτης (Fe++In2S4) και ο τζαλινδίτης (dzhalindite, In(OH)3). Ανευρίσκεται, επίσης, σε ορισμένα ιδιαίτερα σπάνια ορυκτά, όπως ο σακουραΐτης και ο πετρουκίτης. Είναι ευρέως διεσπαρμένο σε μικρές ποσότητες σε κοιτάσματα ορυκτών άλλων μετάλλων με τα οποία προσομοιάζει κρυσταλλογραφικά. Οι οικονομικά εκμεταλλεύσιμες εμφανίσεις του σχετίζονται με θειούχα ορυκτά κυρίως του ψευδαργύρου σφαλερίτη αλλά και χαλκοπυρίτη. Βρίσκεται όμως και σε κοιτάσματα κασσιτέρου, μαγγανίου, βολφραμίου, χαλκού, σιδήρου, μολύβδου, κοβαλτίου και βισμούθιου αλλά σε ποσότητες μικρότερες από 0,1 %. Εξάγεται ως παραπροϊόν της παραγωγής ψευδαργύρου και μολύβδου. Παλιότερα ο Καναδάς παρήγαγε τη μεγαλύτερη ποσότητα πρωτογενούς ινδίου από τα ορυχεία. Σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός κατεργασμένου και εξευγενισμένου ινδίου είναι η Κίνα. Ίνδιο παράγεται επίσης στη Νότια Κορέα, στην Ιαπωνία, σε Ευρωπαϊκές χώρες κ.ά. Μέχρι το 1982 παράγονταν λιγότεροι από 50 τόνοι ινδίου το χρόνο. Tο 2009 η παγκόσμια παραγωγή ινδίου εκτιμάται πάνω από 600 τόνους ετησίως.

Το ίνδιο προσομοιάζει στις χημικές και φυσικές του ιδιότητες με το αργίλιο, το γάλλιο και το θάλλιο με τα οποία βρίσκεται στην ίδια ομάδα του περιοδικού πίνακα αλλά και με τον κασσίτερο που βρίσκεται στην επόμενη ομάδα. Δε μοιάζει με το βόριο που βρίσκεται στην κορυφή της ομάδας.

Στις ενώσεις του παρουσιάζεται με δύο κυρίως αριθμούς οξείδωσης, +1 και +3. Υπάρχουν όμως και ενώσεις του όπου έχει αριθμό οξείδωσης +2.

Η κυριότερη χρήση του ινδίου είναι με μορφή στερεού διαλύματος οξειδίων ινδίου-κασσιτέρου (Indium Tin Oxide, ITO) που είναι άχρωμο και διαφανές και χρησιμοποιείται στην παραγωγή λεπτών υμενίων και ηλεκτροδίων για οθόνες υγρών κρυστάλλων (LCD) και οθόνες αφής. Το In επίσης χρησιμοποιείται ως επίστρωση σε ρουλεμάν μεγάλης περιστροφικής ταχύτητας, σε καθρέπτες, σε τρανζίστορ, σε φωτοδιόδους, στην παραγωγή κραμάτων χαμηλού σημείου τήξης, σε συγκολλήσεις μετάλλων, στην πυρηνική ιατρική κ.ά.

Η μονάδα εμπορικών συναλλαγών για το ίνδιο είναι η ράβδος του ενός χιλιογράμμου. Η τιμή του ινδίου δεν είναι σταθερή, εξαρτώμενη έντονα από την προσφορά και τη ζήτηση.Δεν υπάρχουν συστηματικές τοξικολογικές μελέτες για την επίδραση του ινδίου στον ανθρώπινο οργανισμό.

Το ίνδιο έχει ένα σταθερό ισότοπο, το 113In και ένα που θεωρείται σταθερό αφού έχει πολύ μεγάλο χρόνο ημιζωής, το 115In.

Όσμιο

Το χημικό στοιχείο όσμιο (osmium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 76 και σχετική ατομική μάζα 190,23. Το χημικό του σύμβολο είναι «Os». Ανήκει στην ομάδα 8, στην περίοδο 6 και στον d-τομέα του περιοδικού πίνακα, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης..

Ανακαλύφθηκε στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ το 1803 και πήρε το όνομά του από την ελληνική λέξη «οσμή», την οποία αποκτά το μέταλλο επειδή, όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, επικαλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα οξειδίου, το οποίο έχει χαρακτηριστική μυρωδιά.

Το όσμιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το παλλάδιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά.Είναι σπάνιο ασημόχρωμο μέταλλο με πολύ αμυδρή γαλαζωπή απόχρωση και έντονη μεταλλική λάμψη. Έχει θερμοκρασία τήξης 3033 °C (4ο κατά σειρά χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο σημείο τήξης) και θερμοκρασία βρασμού 5012 °C (4ο κατά σειρά χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο σημείο βρασμού). Είναι το μέταλλο με τα υψηλότερα σημεία τήξης και βρασμού και τη χαμηλότερη τάση ατμών από όλα τα μέταλλα της οικογένειας του λευκόχρυσου. Είναι ακόμη το χημικό στοιχείο με τη μεγαλύτερη πυκνότητα από όλα: Ένα κυβικό μέτρο οσμίου έχει μάζα 22.590 κιλά (22,59 τόννοι).

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Η σημαντικότερη ένωση του είναι το οξείδιο του οσμίου (VIII), OsO4, που περιέχει το όσμιο στην ανώτερη βαθμίδα οξείδωσης και ως εκ τούτου είναι πολύ ισχυρό οξειδωτικό.

Το όσμιο βρίσκεται στη φύση μαζί με τα άλλα μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου. Κοιτάσματα έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Το σημαντικότερο ορυκτό του είναι ο ερλιχμανίτης (OsS2) ο οποίος περιέχει 74,78 % Os.Χρησιμοποιείται σε κράματα με λευκόχρυσο, ιρίδιο αλλά και με τα άλλα PGMs, σε πέννες, ηλεκτρικές επαφές και σε άλλες εφαρμογές, όπου απαιτείται εξαιρετική αντοχή, κυρίως στη θέρμανση και σκληρότητα.

Το όσμιο έχει επτά φυσικά ισότοπα, έξι από τα οποία είναι σταθερά: 184Οs, 187Os, 188Os, 189Os, 190Os και 192Os που είναι και το πιο άφθονο.

Αρχαία Ρώμη

Η αρχαία Ρώμη ήταν αρχικά ένας ιταλικός οικισμός, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και αναπτύχθηκε στην πόλη της Ρώμης και στη συνέχεια έδωσε το όνομά του στην αυτοκρατορία, της οποίας αποτέλεσε την έδρα, καθώς και στον εκτεταμένο πολιτισμό που ανέπτυξε η αυτοκρατορία. Ανήκοντας γεωγραφικά στον χώρο της Μεσογείου Θάλασσας και με επίκεντρο την πόλη της Ρώμης, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου με πληθυσμό περίπου 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ.Στους περίπου 12 αιώνες ύπαρξής του, ο Ρωμαϊκός πολιτισμός μετατοπίστηκε από τη μοναρχία στην κλασική δημοκρατία και, στη συνέχεια, σε μία ολοένα και πιο αυταρχική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης, του πολέμου, και της αφομοίωσης. Το 330 ο Κωνσταντίνος Α΄ μετακίνησε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη, που θα μετονομαστεί σε Κωνσταντινούπολη.

Η παρακμή του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα τη Ραβέννα επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενο από πολιτική αστάθεια, και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις κατά την διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που περιελάμβαναν την Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα. Η υπόλοιπη αυτοκρατορία, της οποίας η κυβέρνηση είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Γάλλιο

Το χημικό στοιχείο γάλλιο (αγγλικά: gallium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, εύθρυπτο σε χαμηλές θερμοκρασίες, αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 31 και η σχετική ατομική μάζα του 69,723(1). Το χημικό του σύμβολο είναι "Ga" και ανήκει στην ομάδα 13 (ομάδα του βορίου, IIIA, με την παλαιότερη αρίθμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 4 και στον τομέα p. Έχει θερμοκρασία τήξης 29,7646 °C και θερμοκρασία βρασμού 2204 °C.

Ανακαλύφθηκε το 1875 από τον Γάλλο χημικό Πολ-Εμίλ (Φρανσουά) Λεκόκ ντε Μπουαμποντράν με φασματοσκοπική μελέτη και πήρε το όνομά του από την Gallia, παλιά λατινική ονομασία της Γαλλίας. Ανεπιβεβαίωτες φήμες εκείνης της εποχής λένε ότι το όνομα γάλλιο μπορεί να προέρχεται από το όνομά του "Λε Κοκ" (Le Coq) που στα λατινικά (γκάλιουμ) σημαίνει πετεινός, αρσενική γαλοπούλα, γάλος. Στην ελληνική γλώσσα η ονομασία "Γάλλιον" όπως αποδόθηκε το "Γκάλιουμ", ή "Γκάλιαμ", αναφέρεται από το 1885 από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστάσιο Δαμβέργη (1857-1920)Το γάλλιο δεν υπάρχει σε ελεύθερη μορφή στη φύση. Τα λίγα ορυκτά με υψηλή περιεκτικότητα σ' αυτό, όπως ο γαλλίτης, αφενός είναι πολύ σπάνια για να χρησιμεύσουν ως βασική πηγή του στοιχείου ή των ενώσεών του και αφετέρου χωρίς οικονομική σπουδαιότητα. Η περιεκτικότητα του μετάλλου στο στερεό φλοιό της γης κυμαίνεται από 15 ppm (ή 0,0015 %) έως και 19 ppm (ή 0,0019 %).

Το μεγαλύτερο μέρος του μετάλλου παράγεται σήμερα ως παραπροϊόν κατά την επεξεργασία της αλουμίνας που προέρχεται από το βωξίτη. Μικρό ποσοστό παράγεται από την επεξεργασία των καταλοίπων της εξαγωγής ψευδαργύρου από το σφαλερίτη αλλά και από την ιπτάμενη τέφρα. Κυριότερες χώρες παραγωγής καθαρού γαλλίου είναι η Κίνα, η Γερμανία, το Καζακστάν, η Ρωσία, η Ιαπωνία κ.ά.. Ένα σημαντικό ποσοστό του μετάλλου προκύπτει επίσης από τη δευτερογενή παραγωγή, κυρίως από ανακύκλωση ηλεκτρονικών συσκευών που περιέχουν ενώσεις όπως το αρσενικούχο γάλλιο (GaAs). Τα βασικά κέντρα για τη δευτερογενή αυτή παραγωγή είναι ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία και οι Η.Π.Α.Το γάλλιο υγροποιείται λίγο πάνω από τη θερμοκρασία δωματίου και λιώνει εύκολα στο χέρι. Διαλύεται αργά στο υδροχλωρικό οξύ και στο υδροξείδιο του καλίου. Είναι διαβρωτικό για διάφορα μέταλλα ειδικά όταν είναι ζεστό. Σχηματίζει ένα οξείδιο, το Ga2O3, ενώ είναι γνωστά επίσης διάφορα χλωρίδια, σουλφίδια και νιτρικά άλατά του. Από μια ένωσή του, το θειικό γάλλιο, μπορούμε να παρασκευάσουμε στυπτηρία.

Το γάλλιο χρησιμοποιείται σε θερμομετρικές εφαρμογές και το τριπλό σημείο του που είναι 29,767 °C εφαρμόζεται στην υλοποίηση της Διεθνούς Θερμοκρασιακής Κλίμακας του 1990 (ITS-90) από το N.I.S.T. (National Institute of Standards and Technology). Επίσης, το γάλλιο χρησιμοποιείται και για την παρασκευή μεταλλικών κραμάτων με ασυνήθιστες ιδιότητες σταθερότητας και ευκολίας τήξης. Για παράδειγμα, το κράμα galinstan που περιέχει μεταξύ άλλων και Ga έχει σημείο τήξης -19 °C. Ενώσεις, όπως το αρσενίδιο και το νιτρίδιο του γαλλίου, χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως ημιαγωγοί σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, σε υπέρυθρες εφαρμογές, σε διόδους λέιζερ και γενικά σε πολύ μεγάλη ποικιλία οπτικοηλεκτρονικών εφαρμογών. Σχεδόν το 95 % του παραγομένου παγκοσμίως γαλλίου διοχετεύεται σε εφαρμογές ημιαγωγών, παρόλο που ανακαλύπτονται συνεχώς καινούργιες χρήσεις του μετάλλου σε νέα κράματα και κυψέλες καυσίμων.

Το καθαρό γάλλιο δεν αποτελεί επιβλαβή ουσία για τους ανθρώπους κατά την επαφή, αν και αφήνει σημάδι στα χέρια. Πολλές φορές αγγίζεται μόνο και μόνο για την απλή ευχαρίστηση που προκαλεί η παρατήρησή του όταν λειώνει από τη θερμότητα που εκπέμπεται από το ανθρώπινο χέρι.

Το φυσικό γάλλιο βρίσκεται με τη μορφή δύο σταθερών ισοτόπων, το 69Ga και το 71Ga.

Εξοπλισμός ποδοσφαιριστή

O Εξοπλισμός ποδοσφαιριστή είναι ο τέταρτος κανόνας από τους Κανόνες του Παιχνιδιού (κανόνες ποδοσφαίρου) και αναφέρεται στον καθιερωμένο εξοπλισμό και την ενδυμασία των παιχτών στο άθλημα του ποδοσφαίρου. Ο κανόνας αυτός καθορίζει τον ελάχιστο εξοπλισμό τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί ένας ποδοσφαιριστής. Επιπρόσθετα, απαγορεύουν τη χρήση οποιουδήποτε αντικειμένου που είναι επικίνδυνο είτε για τον ποδοσφαιριστή, είτε για κάποιο άλλο συμμετέχοντα. Διάφορες διοργανώσεις έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μεμονωμένα περαιτέρω περιορισμούς, όπως η ρύθμιση του μεγέθους του λογότυπου που εμφανίζεται στις φανέλες των ποδοσφαιριστών ή σε περίπτωση που αγωνίζονται δύο ομάδες με τα ίδια ή παρόμοια χρώματα, η φιλοξενούμενη ομάδα οφείλει να χρησιμοποιήσει ενδυμασία διαφορετικού χρώματος.

Γενικά, οι ποδοσφαιριστές αναγνωρίζονται από τον αριθμό που φέρουν στη στολή τους (πλάτη). Αρχικά, οι ποδοσφαιριστές μιας ομάδας φορούσαν αριθμούς από το 1 έως το 11 που αντιστοιχούσαν στις ποδοσφαιρικές τους θέσεις. Ωστόσο, στο επαγγελματικό επίπεδο η αρίθμηση αυτή δεν υφίσταται και κάθε ποδοσφαιριστής κατέχει ένα σταθερό αριθμό στο ρόστερ της ομάδας για όλη τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής περιόδου. Επίσης, τα επαγγελματικά σωματεία παρουσιάζουν συνήθως τα επώνυμα ή ψευδώνυμα των ποδοσφαιριστών τους στις φανέλες τους, πάνω (ή σπανιότερα από κάτω) από τον αριθμό κάθε ποδοσφαιριστή.

Ο ποδοσφαιρικός εξοπλισμός έχει εξελιχθεί σημαντικά σε σχέση με τα πρώτα στάδια εμφάνισης του παιχνιδιού, όταν οι παίχτες φορούσαν συνήθως παχιές βαμβακερές φανέλες, φουφούλες (παντελόνι που έχει φουσκωτά μπατζάκια) και βαριά και άκαμπτα δερμάτινα παπούτσια. Στον 20ό αιώνα, τα υποδήματα έγιναν πιο ελαφριά και μαλακά και οι ποδοσφαιριστές φορούσαν κοντύτερα παντελονάκια. Επιπρόσθετα, με την αναβάθμιση στην κατασκευή ενδυμάτων και την ελευθερία εκτύπωσης στη στολή οι φανέλες κατασκευάζονταν με ελαφρύτερες, συνθετικές ίνες με όλο και πιο πολύχρωμα και πολύπλοκα σχέδια. Με την άνοδο της διαφήμισης κατά τον ίδιο αιώνα, τα λογότυπα των χορηγών άρχισαν να εμφανίζονται στις φανέλες και πανομοιότυπες, αυθεντικές στολές άρχισαν να παράγονται για πώληση στους φιλάθλους, παρέχοντας υψηλά ποσά εσόδων στις ποδοσφαιρικές ομάδες.

Θάλλιο

Το χημικό στοιχείο θάλλιο (thallium) είναι πολύ μαλακό, εύπλαστο, αργυρόλευκο μέταλλο. Ο ατομικός αριθμός του είναι 81 και η σχετική ατομική μάζα του 204,3833. Το χημικό του σύμβολο είναι «Tl» και ανήκει στην ομάδα 13 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο p-block. Έχει θερμοκρασία τήξης 304 °C και θερμοκρασία βρασμού 1473 °C.

Η μέση περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της γης σε θάλλιο είναι περίπου 0,7 ppm. Το στοιχείο είναι πάρα πολύ διεσπαρμένο. Είναι περισσότερο διεσπαρμένο από το γάλλιο και το ίνδιο. Συγκριτικά αναφέρεται ότι στη λιθόσφαιρα, το ασήμι είναι 7 φορές σπανιότερο ενώ ο χρυσός 170 φορές σπανιότερος από το θάλλιο.Στη φύση απαντά με μορφή σπάνιων ορυκτών τα οποία όμως δεν είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα. Τέτοια ορυκτά είναι ο αβικεννίτης, ο κρουκσίτης, ο ουρμπαΐτης και ο χατσινσονίτης. Το θάλλιο συνοδεύει κυρίως θειούχα ορυκτά βασικών μετάλλων, όπως ο σφαλερίτης, ο σιδηροπυρίτης και ο γαληνίτης ενώ αναφέρονται και εμφανίσεις του σε κονδύλους μαγγανίου στους βυθούς των ωκεανών. Κοιτάσματα που περιέχουν το θάλλιο ως βασικό μέταλλο είναι πολύ λίγα. Τέτοια κοιτάσματα έχουν εντοπιστεί και μελετηθεί κυρίως στην Κίνα και στη Βόρεια Μακεδονία χωρίς όμως να παράγεται από αυτά θάλλιο. Τα παγκόσμια αποθέματα θαλλίου που περιέχονται σε ορυκτά του ψευδαργύρου εκτιμώνται σε 17.000 τόννους, ενώ στα κοιτάσματα λιθάνθρακα εκτιμάται ότι υπάρχουν άλλοι 630.000 τόννοι θαλλίου.

Το θάλλιο μαυρίζει στον αέρα και επικαλύπτεται από οξείδιο παίρνοντας γκρι-μπλε χρώμα που μοιάζει με του μολύβδου, διαλύεται στα οξέα και παρουσία υγρασίας μετατρέπεται στο δηλητηριώδες οξείδιο του θαλλίου (Ι), TlOH. Οι ράβδοι θαλλίου αποθηκεύονται τυλιγμένες σε χαρτί εμποτισμένο με υγρά αλκάνια (παραφίνες).

Το στοιχείο ανακαλύφτηκε από τον Άγγλο φυσικό Ουίλιαμ Κρουκς το 1861 ενώ η απομόνωση και η εμπεριστατωμένη μελέτη του μεταλλικού θαλλίου αποδίδεται στο Γάλλο χημικό Λαμύ το 1862. Το όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη θαλλός που σημαίνει νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι.Tο θάλλιο παράγεται από τα κατάλοιπα που προκύπτουν από τη φρύξη θειούχων ορυκτών του μολύβδου, του χαλκού ή του ψευδαργύρου, δηλαδή από τα κατάλοιπα της επεξεργασίας θειούχων μεταλλευμάτων.Εμφανίζεται σε δύο κυρίως αλλοτροπικές μορφές την α- και τη β- με θερμοκρασία μετατροπής τους 230 °C. Υπάρχει και μια τρίτη αλλοτροπική μορφή, η γ-, που εμφανίζεται σε υψηλές πιέσεις.Στις ενώσεις του παρουσιάζεται με δύο αριθμούς οξείδωσης, +1 και +3.

Τόσο το στοιχείο όσο και οι ενώσεις του είναι πολύ τοξικές και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή. Η χρήση του σε πολλές χώρες έχει απαγορευθεί λόγω της τοξικότητάς του ενώ η ανακύκλωσή του από εμπορικά προϊόντα δεν είναι ακόμη οικονομικά συμφέρουσα. Αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την αυξανόμενη χρήση σε τεχνολογικές εφαρμογές ενός τόσο τοξικού μετάλλου.Περίπου το 60 % με 70 % της παραγωγής θαλλίου χρησιμοποιείται στη βιομηχανία ηλεκτρονικών και το υπόλοιπο στη φαρμακοβιομηχανία και στην υαλουργία. Επίσης χρησιμοποιείται στους υπέρυθρους ανιχνευτές ενώ εξαιτίας της μεγάλης του τοξικότητας χρησιμοποιήθηκε παλιότερα ως ποντικοφάρμακο και εντομοκτόνο. Το κόστος του μετάλλου ανερχόταν το 2009 σε 5.700 δολάρια/Kg.Το θάλλιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 203Tl και το 205Tl.

Ιρίδιο

Το χημικό στοιχείο ιρίδιο (iridium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 77 και σχετική ατομική μάζα 192,217. Το χημικό του σύμβολο είναι «Ir» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6, στον τομέα d, και στην 3η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2466 °C και θερμοκρασία βρασμού 4428 °C.

Πήρε το όνομά του από τα έντονα χρώματα που είχαν τα άλατά του, σε συνδυασμό και με την Ίριδα, τη θεά του ουράνιου τόξου των αρχαίων Ελλήνων.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Το ιρίδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ στα αδιάλυτα κατάλοιπα της κατεργασίας του λευκόχρυσου.

Τα μεγαλύτερα αποθέματά του βρίσκονται στη Νότια Αφρική, στη Ρωσία, και στον Καναδά. Μικρότερα αποθέματα βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αν και είναι ένα από τα σπανιότερα στοιχεία του φλοιού της Γης, με ετήσια παραγωγή και κατανάλωση μόνο τρεις τόνους, παρουσιάζει ως μέταλλο εξαιρετικό ενδιαφέρον εξαιτίας των μηχανικών ιδιοτήτων του. Έτσι, χρησιμοποιείται ευρύτατα στην κατασκευή σκευών ανθεκτικών στις ψηλές θερμοκρασίες και στη διάβρωση όπως είναι τα μπουζί, τα πρότυπα μέτρα και σταθμά, τα χωνευτήρια, τα ηλεκτρόδια και στις θερμοηλεκτρικές γεννήτριες ραδιοϊσοτόπων σε μη επανδρωμένα διαστημόπλοια.

Οι πιο σημαντικές ενώσεις του ιριδίου είναι τα άλατά του με χλώριο και οι οργανομεταλλικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στους καταλύτες των οργανικών αντιδράσεων.

Ιρίδιο έχει βρεθεί και σε μετεωρίτες και μάλιστα σε περιεκτικότητα πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της λιθόσφαιρας. Υπάρχει η σκέψη ότι το ποσό του ιριδίου σ' ολόκληρο τον πλανήτη είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται στη λιθόσφαιρα, αλλά λόγω της υψηλής πυκνότητας και του σιδηρόφιλου χαρακτήρα του, το περισσότερο ιρίδιο κατέβηκε κάτω από το φλοιό και μέσα στον πυρήνα της Γης, όταν ο πλανήτης ήταν ακόμη νεαρής ηλικίας και δεν είχε στερεοποιηθεί πλήρως.

Ασυνήθιστα μεγάλη περιεκτικότητα σε ιρίδιο έχει βρεθεί στο γεωλογικό «όριο Κ-Τ». Αυτή η ανακάλυψη αποτελεί ισχυρή ένδειξη της θεωρίας που υποστηρίζει ότι η εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν 65 εκατομμύρια χρόνια προκλήθηκε από την πτώση μεγάλου μετεωρίτη.

Το ιρίδιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 191Ir και το 193Ir.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση, γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803 οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της Επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις Ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Νιόβιο

Το χημικό στοιχείο νιόβιο (niobium) είναι δύστηκτο, μαλακό, ελατό και όλκιμο, αργυρόλευκο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Έχει ατομικό αριθμό 41 και σχετική ατομική μάζα 92,90638(2). Το χημικό του σύμβολο είναι "Nb" και ανήκει στην ομάδα 5, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2477 °C και θερμοκρασία βρασμού 4744 °C.Το νιόβιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση αλλά μόνο μέσα σε ορυκτά κυριότερα των οποίων είναι το πυρόχλωρο και ο κολουμπίτης. Έχει μέση περιεκτικότητα στο στερεό φλοιό της Γης όση του λιθίου και του αζώτου: περίπου 20 γραμμάρια/τόνο ή 20 ppm (μέρη στο εκατομμύριο).Το καθαρό νιόβιο έχει την 7η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης και το 6ο μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία. Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα τα οποία είναι μια μικρή ομάδα μετάλλων εξαιρετικά ανθεκτικών στη θερμότητα και τη φθορά. Όταν ανοδιώνεται αποκτά διάφορα χρώματα. Απαντά στις ενώσεις του με πολλούς αριθμούς οξείδωσης, κυρίως όμως με +5. Όταν εκτίθεται στον αέρα παίρνει μια γαλαζωπή απόχρωση ενώ αρχίζει να οξειδώνεται σε υψηλές θερμοκρασίες καλυπτόμενο από λεπτό στρώμα οξειδίου. Αντιδρά με τα αλογόνα, διαλύεται στο υδροφθορικό οξύ ή σε μείγμα υδροφθορικού και νιτρικού οξέος, είναι σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικό στη διαβρωτική δράση λιωμένων αλκαλίων, διαλύεται όμως αργά σ´αυτά.

Η ύπαρξή του διαπιστώθηκε το 1801 από τον Άγγλο χημικό Χάτσετ και υπήρξε το πρώτο χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε το 19ο αιώνα. Αρχικά ονομάστηκε κολούμπιο και, όταν ένα χρόνο αργότερα ανακαλύφθηκε το στοιχείο ταντάλιο, επειδή παρουσίαζαν πολλές χημικές ομοιότητες, για πολλά χρόνια ταύτιζαν τα δύο στοιχεία. Το όνομα νιόβιο δόθηκε από το Γερμανό χημικό Ρόζε. Η οριστική απόδειξη ότι ταντάλιο και νιόβιο είναι δύο διαφορετικά στοιχεία έγινε το 1864. Το όνομα νιόβιο καθιερώθηκε το 1949.

Οι μεγαλύτεροι εμπορικοί παραγωγοί καθαρού νιοβίου και παραγώγων του είναι σήμερα η Βραζιλία και ο Καναδάς, ενώ η σημαντικότερη πηγή νιοβίου είναι τα ορυκτά της ομάδας του πυρόχλωρου και του κολουμπίτη. Άλλες χώρες που παράγουν λίγους τόνους νιοβίου το χρόνο είναι η Αυστραλία, η Αιθιοπία, η Μοζαμβίκη, η Τανζανία, η Ρουάντα και άλλες Αφρικανικές χώρες.

Το νιόβιο δεν είναι τοξικό μέταλλο και αξιοποιήθηκε εμπορικά μόλις στον 20ό αιώνα. Χρησιμοποιείται σε πάρα πολλές εφαρμογές, κυρίως όμως ως πρόσθετο στο ατσάλι για την αύξηση της αντοχής του, στην κατασκευή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και πυρίμαχων μεταλλικών κραμάτων υψηλής αντοχής. Κράματα με νιόβιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Χρησιμοποιείται επίσης στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, στην κατεργασία διαμαντιών, στην κατασκευή υψηλής αντοχής εξοπλισμού για χημικά εργαστήρια και αλλού. Όταν συνδυαστεί με σίδηρο, το νιόβιο δημιουργεί ένα υπερκράμα, το σιδηρονιόβιο, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στην κατασκευή των τουρμπίνων των αεροπλάνων, στους πυραύλους, στη κατασκευή τμημάτων αυτοκινήτων και αλλού. Το νιόβιο και οι διαμεταλλικές του ενώσεις με τον κασσίτερο, το αργίλιο και το ζιρκόνιο βρίσκουν εφαρμογή ως υπεραγωγοί. Χρησιμοποιείται επίσης σε διακοσμητικά αντικείμενα και σε συλλεκτικά νομίσματα ως κράμα με ασήμι.

Στη φύση βρίσκεται με τη μορφή ενός μόνο σταθερού ισοτόπου του 93Nb.

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Παλλάδιο

Το χημικό στοιχείο παλλάδιο (palladium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 46 και σχετική ατομική μάζα 106,42. Το χημικό του σύμβολο είναι «Pd». Ανήκει στην ομάδα 10, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης.

Είναι σπάνιο, ασημόγκριζο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη και με θερμοκρασία τήξης 1554,9 °C και θερμοκρασία βρασμού 2963 °C.

Ανακαλύφθηκε από τον Άγγλο χημικό Ουόλλαστον στο Λονδίνο το 1803 και πήρε το όνομά του από τον αστεροειδή «Παλλάς» που είχε ανακαλυφθεί δυο χρόνια νωρίτερα.

Το παλλάδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals.

Εκτεταμένα κοιτάσματα παλλαδίου και των συγγενών μετάλλων έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Η ανακύκλωση είναι επίσης μια πηγή παλλαδίου, ως επί το πλείστον από τους ανενεργούς καταλυτικούς μετατροπείς.

Το παλλάδιο και οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως καταλύτες σε οργανικές χημικές αντιδράσεις αλλά και στους καταλυτικούς μετατροπείς των αυτοκινήτων. Επίσης χρησιμοποιούνται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, στην οδοντιατρική, τον καθαρισμό του υδρογόνου, στην κατασκευή κοσμημάτων, ανθεκτικών εργαλείων και οργάνων ακριβείας.

Το παλλάδιο που υπάρχει στη φύση είναι μείγμα έξι ισοτόπων με ατομικούς αριθμούς 102, 104, 105, 106, 108 και 110.

Ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των έντεκα παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα μεταλλικό πλαίσιο στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές, το «τέρμα». Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει ενώ αν καμία ομάδα δεν σκοράρει ή και οι δύο ομάδες καταλήξουν στο τέλος του παιχνιδιού με την ίδια βαθμολογία σε σκορ τότε το παιχνίδι λήγει ισόπαλο.

Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη. Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.

Ρέμπραντ

O Ρέμπραντ Χάρμενσοον φαν Ράιν (Ολλανδικά: Rembrandt Harmenszoon van Rijn, IPA: [ˈrɛmbrɑnt ˈɦɑrmə(n)soːn vɑn ˈrɛin], 15 Ιουλίου 1606 - 4 Οκτωβρίου 1669), γνωστός ευρύτερα ως Ρέμπραντ, ήταν πολύ σημαντικός Ολλανδός ζωγράφος και χαράκτης του 17ου αιώνα, που σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ζωγράφων όλων των εποχών.

Το όνομά του συμβολίζει την περίοδο της «χρυσής εποχής» της Ολλανδίας, στην οποία ανήκει χρονικά το έργο του. Φιλοτέχνησε συνολικά περίπου 400 πίνακες, περισσότερα από 1000 σχέδια ζωγραφικής και περίπου 290 χαρακτικά, αν και μέρος των έργων που αποδίδονται στον Ρέμπραντ –κυρίως έργα ζωγραφικής και σχέδια– αμφισβητείται. Περισσότερο στο πρώιμο και λιγότερο στο ύστερο έργο του, κυριάρχησαν οι προσωπογραφίες, ωστόσο διακρίθηκε σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, αναπαριστώντας επίσης, τοπιογραφίες, καθώς και ιστορικές, βιβλικές, μυθολογικές ή αλληγορικές σκηνές. Το σύνολο του έργου του χαρακτηρίζεται στην πορεία του χρόνου από εκτεταμένες και βαθιές αλλαγές στο ύφος του, ένδειξη μίας διαρκούς αναζήτησης. Ακόμη σε κάθε μεμονωμένο έργο ή εκδοχή του, παρατηρούνται συνεχείς μετασχηματισμοί πριν την κατάληξη σε μία τελική εικαστική μορφή.Γεννημένος στο Λέιντεν της Ολλανδίας, φοίτησε στο λατινικό σχολείο και στο πανεπιστήμιο της πόλης, ωστόσο πολύ σύντομα στράφηκε αποκλειστικά στη ζωγραφική, μαθητεύοντας στο πλευρό διακεκριμένων καλλιτεχνών της εποχής, όπως του Γιάκομπ Ίσαακ φαν Σβάνενμπουρχ και αργότερα του Πίτερ Λάστμαν. Ως αυτόνομος ζωγράφος, φιλοτέχνησε τα πρώτα έργα του στο Λέιντεν, στο ίδιο εργαστήριο με τον Γιαν Λίφενς, πριν εγκατασταθεί στο Άμστερνταμ. Κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να διακριθεί, αναλαμβάνοντας σημαντικές παραγγελίες και αποκτώντας μεγάλη φήμη τόσο στην Ολλανδία όσο και διεθνώς. Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, σημαντικά οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στην πτώχευσή του, παρά το γεγονός πως η φήμη του παρέμεινε σχεδόν ακλόνητη ενόσω ζούσε, αλλά και μετά το θάνατό του.

Ρήνιο

Το χημικό στοιχείο ρήνιο (rhenium) είναι βαρύ, δύστηκτο, αργυρόλευκο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 75 και σχετική ατομική μάζα 186,207. Το χημικό του σύμβολο είναι «Re» και ανήκει στην ομάδα 7 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 3186 °C και θερμοκρασία βρασμού 5596 °C.Με μια μέση περιεκτικότητα περίπου 1 ppb (μέρη στο δισεκατομμύριο) στο στερεό φλοιό της γης, το ρήνιο είναι από τα σπανιότερα μέταλλα.

Το καθαρό ρήνιο έχει την 3η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης, μετά το βολφράμιο και τον άνθρακα και το μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία.Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα μαζί με το μολυβδένιο, το ταντάλιο, το βολφράμιο και το νιόβιο.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1925 από στους Γερμανούς χημικούς Βάλτερ Νόντακ, Ίντα Τάκε-Νόντακ και Όττο Μπέργκ και είναι το τελευταίο, με φυσική παρουσία, σταθερό χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε. Το όνομά του το πήρε από τον ποταμό Ρήνο.

Το ρήνιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση. Εμφανίζεται σε μικρές ποσότητες μέσα στο ορυκτό μολυβδαινίτης που αποτελεί και τη μεγαλύτερη εμπορική του πηγή. Η Χιλή, οι Η.Π.Α., και χώρες της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) προμηθεύουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρηνίου παγκοσμίως. Είναι γνωστά μόνο δύο πολύ σπάνια ορυκτά του : ο ρηνιίτης που περιέχει θείο και ρήνιο και ο ταρκιανίτης που περιέχει πολλά συστατικά.

Το ρήνιο προσομοιάζει χημικά περισσότερο με το μολυβδαίνιο, που βρίσκεται στην προηγούμενη ομάδα και στην προηγούμενη περίοδο του περιοδικό πίνακα, παρά με το τεχνήτιο και το μαγγάνιο με τα οποία ανήκει στην ίδια ομάδα.

Παράγεται κυρίως από το ορυκτό μολυβδαινίτης ως παραπροϊόν του μολυβδαινίου και της επεξεργασίας του χαλκού.

Στις ενώσεις του έχει πολλούς αριθμούς οξείδωσης που κυμαίνονται από –3 έως και +7, ενώ τα σύμπλοκά του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας του μεγάλου αριθμού συναρμογής που έχουν και των παραβιάσεων κάποιων κανόνων μοριακής συμμετρίας που εμφανίζουν.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή υπερκραμάτων με το νικέλιο για χρήση σε κινητήρες αεροσκαφών και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων τις περισσότερες φορές ως κράμα με λευκόχρυσο.

Εξαιτίας της χαμηλής διαθεσιμότητάς του σε σχέση με τη ζήτηση, το ρήνιο είναι ένα από τα πιο ακριβά βιομηχανικά μέταλλα.

Το ρήνιο έχει ένα μόνο σταθερό ισότοπο το 185Re.

Ρουθήνιο

Το χημικό στοιχείο ρουθήνιο (ruthenium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 44 και σχετική ατομική μάζα 101,07. Το χημικό του σύμβολο είναι «Ru» και ανήκει στην ομάδα 8 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2334 °C και θερμοκρασία βρασμού 4150 °C.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals.

Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ιρίδιο, το ρόδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Είναι εξαιρετικά σπάνιο μέταλλο και βρίσκεται σε κοιτάσματα μαζί με τα άλλα PGM με τα οποία και εξάγεται ως δευτερεύον προϊόν.

Είναι το μέταλλο των PGM που ανακαλύφθηκε τελευταίο, το 1844 από το Ρώσο επιστήμονα Καρλ Κλάους (Karl Claus) και πήρε το όνομά του προς τιμή της γενέτειράς του, τη Ρουθηνία (Ruthenia), τη μεσαιωνική λατινική λέξη για τη Ρωσία. Κατ΄ άλλους ο Κλάους επιβεβαίωσε την ύπαρξη του στοιχείου υιοθετώντας το όνομα που είχε δώσει ο συμπατριώτης του Γκότφρηντ Όζαν που είχε προτείνει από το 1828 πλην όμως η ύπαρξή του δεν είχε τότε αποδειχθεί

Το ρουθήνιο χρησιμοποιείται περισσότερο στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία για κατασκευή, ανθεκτικών στη φθορά, ηλεκτρικών επαφών και ηλεκτρικών αντιστάσεων. Μικρή ποσότητά του χρησιμοποιείται και σε ορισμένα κράματα πλατίνας.

Το ρουθήνιο έχει επτά σταθερά ισότοπα : 96Ru, 98Ru, 99Ru, 100Ru, 101Ru, 102Ru και 104Ru.

Ρόδιο

Το χημικό στοιχείο ρόδιο (αγγλικά: Rhοdium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 45 και σχετική ατομική μάζα 102,9055. Το χημικό του σύμβολο είναι «Rh» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1964 °C και θερμοκρασία βρασμού 3695 °C.

Το όνομα «ρόδιο» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ρόδο» που σημαίνει τριαντάφυλλο, επειδή ορισμένα υδατικά διαλύματα αλάτων του έχουν ροζ χρώμα.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Το ρόδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 από τον Άγγλο χημικό Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι το σπανιότερο μη-ραδιενεργό χημικό στοιχείο στη γη και αυτό με τη μεγαλύτερη αξία από όλα τα ευγενή μέταλλα: η τιμή του 1 Kg ήταν πάνω από 80.000 δολάρια στις αρχές του 2010.

Το ρόδιο χρησιμοποιείται κυρίως ως καταλύτης ενώ, εξαιτίας της σπανιότητάς του, κατεργάζεται συνήθως με τη μορφή κραμάτων με λευκόχρυσο ή παλλάδιο σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη αντοχή στη διάβρωση. Ανιχνευτές ροδίου χρησιμοποιούνται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη μέτρηση της ροής νετρονίων.

Το ρόδιο έχει μόνο ένα σταθερό ισότοπο, το 103Rh.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.