Ντέηβιντ Ρικάρντο

Ο Ντέηβιντ Ρικάρντο (αγγλ. David Ricardo) (18 Απριλίου 177211 Σεπτεμβρίου 1823) θεωρείται ένας από τους πατέρες των Κλασσικών Οικονομικών, με μεγαλύτερη συμβολή του στην εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας τη θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος.

Ντέηβιντ Ρικάρντο
Portrait of David Ricardo by Thomas Phillips
Γέννηση18 Απριλίου 1772
Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο
Θάνατος11 Σεπτεμβρίου 1823 (51 ετών)
Γκάτκομπ Παρκ, Γκλόστερσαϊρ, Ηνωμένο Βασίλειο
ΕθνικότηταΑγγλική
Σχολή/παράδοσηΚλασικά οικονομικά
Επηρεάστηκε απόΆνταμ Σμιθ
Τζέρεμι Μπένθαμ
ΕπηρέασεΡικαρντιανοί σοσιαλιστές
Χένρι Τζορτζ
Τζον Στιούαρτ Μιλ
Πιέρο Σράφα
Ρόμπερτ Τζ. Μπάρο
Τζον Ράμσεϊ ΜακΚάλοκ
Φραντς Όπενχαϊμερ
ΣυνεισφορέςΡικαρντιανή ισοδυναμία
Εργατική θεωρία της αξίας
Συγκριτικό πλεόνασμα
Νόμος φθινουσών αποδόσεων
Οικονομικό ενοίκιο

Τα Νεανικά του Χρόνια

Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1772, στο Λονδίνο, γόνος εύπορης Εβραϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν χρηματιστής στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου (London Stock Exchange), όπου και είχε χτίσει την οικογενειακή περιουσία. Ο Ρικάρντο δεν σπούδασε ποτέ και τίποτα σχετικό με τον κλάδο στον οποία κατέληξε να αφιερώσει τη ζωή του. Αντιθέτως σε ηλικία 14 ετών παράτησε το σχολείο για να ακολουθήσει τον πατέρα του στο χρηματιστήριο και να αποκομίσει πρακτική εμπειρία σε σχέση με το επάγγελμα που επρόκειτο να ακολουθήσει. Αργότερα επήλθε ρήξη μεταξύ αυτού και της οικογένειας του, καθώς επέλεξε να παντρευτεί μη-Εβραία γυναίκα. Παρόλα αυτά, κατάφερε μέσα από το χρηματιστήριο να χτίσει και ο ίδιος αξιόλογη περιουσία, που του επέτρεψε να αποσυρθεί σε ηλικία 42 ετών το 1814.

Η Επαφή με τα Οικονομικά

Η πρώτη φορά που ο Ρικάρντο ήρθε σε επαφή με τη θεωρία των οικονομικών ήταν το 1799, σε διακοπές με τη γυναίκα του στο Μπαθ της Αγγλίας. Εκεί για να περάσει το χρόνο του, αγόρασε και μελέτησε το βιβλίο του Άνταμ Σμιθ Ο πλούτος των εθνών, εμπειρία που έμελλε να σημαδέψει την υπόλοιπη ζωή του, οδηγώντας τον στη συγγραφή αρκετών άρθρων που συνέβαλλαν στην εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας, στην ανάπτυξη μακροχρόνιας φιλίας με τον Τζέημς Μιλ (αγγλ. James Mill) και εν τέλει στην εξαγορά μιας θέσης στο Βρετανικό Κοινοβούλιο το 1819, ώστε να προωθήσει της απόψεις του και να συμβάλλει στην μεταβολή της πολιτικής της χώρας του σε σχέση με το διεθνές εμπόριο.

Η Συμβολή του

Ricardo - Opere, 1852 - 5181784
Works, 1852

Το πιο γνωστό από τα βιβλία του είναι οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, στο οποίο περιγράφει τόσο τη θεωρία του περί κατανομής εργασιακού εισοδήματος, όσο και τη θεωρία του σχετικού πλεονεκτήματος στην παραγωγή. Επίσης, του αποδίδονται θεωρίες ενοικίων, μισθών και κερδών.

Θεωρία Συγκριτικού πλεονεκτήματος

Η Θεωρία Συγκριτικού πλεονεκτήματος (αγγλ. Comparative Advantage) σχετίζεται με αποφάσεις παραγωγής και κατανομής πόρων. Πιο συγκεκριμένα, ο Ρικάρντο διαφωνεί με την ιδέα του Σμιθ για το «Απόλυτο Πλεονέκτημα», η οποία υποστηρίζει ότι αυτός που πρέπει να κάνει μια εργασία είναι αυτός ο οποίος έχει τη δυνατότητα να τη φέρει εις πέρας με το μικρότερο απόλυτο κόστος και φέρνει στο προσκήνιο την αντίληψη του σχετικού κόστους. Παραδείγματος χάρη, ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν 2 εργάτες (Α και Β) και 2 εργασίες (Χ και Ψ). Ο «Α» έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει την «Χ» σε δυο ώρες και την Ψ σε τρεις, ενώ ο «Β» θα πάρει τρεις ώρες για την Χ και τέσσερις για τη Ψ. Με βάση τη σκέψη του Σμιθ, και οι δυο εργασίες θα έπρεπε να ανατεθούν στον «Α», καθώς αυτός σπαταλά λιγότερο χρόνο για την εκτέλεση της κάθε μιας ξεχωριστά, με αποτέλεσμα μετά από 5 ώρες εργασίας να έχουμε εκτελέσει μια φορά την κάθε μια. Όμως, με την πρόταση του Ρικάρντο βλέπουμε το εξής

  • Για την ολοκλήρωση της εργασίας Χ, ο «Α» σπαταλά πηγές που θα του απέδιδαν 2/3 της Ψ, ενώ ο «Β» 3/4Ψ, (2/3<3/4).
  • Για την ολοκλήρωση της εργασίας Ψ, ο «Α» σπαταλά πηγές που θα του απέδιδαν 3/2 της Χ, ενώ ο «Β» 4/3Χ, (3/2>4/3).

Συνεπώς, ο «Α» εκτελεί την Χ με συγκριτικό πλεονέκτημα και ο «Β» εκτελεί την Ψ με συγκριτικό πλεονέκτημα. Κατανέμοντας λοιπόν τις εργασίες κατ' αυτόν τον τρόπο, στη συμπλήρωση των 5 ωρών, οπότε και προηγουμένως θα είχαμε εκτελέσει μια φορά την κάθε εργασία, τώρα έχουμε ολοκληρώσει δυόμισι φορές την εργασία Χ και περισσότερες από μια φορές (5/4) την εργασία Ψ, μεγιστοποιώντας τα επίπεδα παραγωγής μας με τους υπάρχοντες πόρους.

Παραλειπόμενα

Το 1823 ο Ντέηβιντ Ρικάρντο, προς το τέλος της ζωής του, όντας ζωηρός υποστηρικτής της «ελληνικής υπόθεσης» και της ελληνικής Επανάστασης, έγινε ένα από τα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου.

Εργογραφία

Στα ελληνικά:

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[[Κατηγορία:Διεθνές εμπόριο]

11 Σεπτεμβρίου

Ιούλιος | Αύγουστος | Σεπτέμβριος | Οκτώβριος | Νοέμβριος

10 Σεπτεμβρίου | 11 Σεπτεμβρίου | 12 Σεπτεμβρίου

H 11η Σεπτεμβρίου είναι η 254η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (255η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 111 ημέρες.

1772

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1772 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1823

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1823 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

18 Απριλίου

Φεβρουάριος | Μάρτιος | Απρίλιος | Μάιος | Ιούνιος

17 Απριλίου | 18 Απριλίου | 19 Απριλίου

H 18η Απριλίου είναι η 108η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (109η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 257 ημέρες.

Laissez-faire

Το Laissez-faire είναι ένα οικονομικό σύστημα όπου οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών δεν επηρεάζονται από την κρατική παρέμβαση όπως νομοθεσίες, προνόμια, δασμολόγια ή διατιμήσεις, και επιχορηγήσεις. Η φράση laissez-faire είναι μέρος μιας μεγαλύτερης γαλλικής φράσης που μεταφράζεται ως «αφήστε το/τα ελεύθερα».

Άνταμ Σμιθ

O Άνταμ Σμιθ (αγγλικά: Adam Smith, 16 Ιουνίου 1723 – 17 Ιουλίου 1790) ήταν Σκωτσέζος οικονομολόγος και ηθικός φιλόσοφος. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της πολιτικής οικονομίας και θεμελιωτής της σχολής των κλασικών οικονομικών. Ένας από τους κύριους εκπροσώπους του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού, ο Σμιθ είναι συγγραφέας των έργων «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων» (1759) και «Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών» (1776), με το δεύτερο να αναφέρεται συνήθως απλά ως Ο Πλούτος των Εθνών και να θεωρείται ως το κύριο έργο του Σμιθ και η πρώτη νεωτερική εργασία πάνω στα οικονομικά.

Ο Σμιθ μελέτησε ηθική φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Γλασκώβης και της Οξφόρδης, όπου ήταν ένας από τους πρώτους φοιτητές που επωφελήθηκαν των υποτροφιών που θέσπισε ο Τζον Σνελ. Με το πέρας των σπουδών του έδωσε μια σειρά από δημόσιες διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου που οδήγησαν στη συνεργασία του με τον Ντέιβιντ Χιουμ κατά τη διάρκεια του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού. Ο Σμιθ κατέλαβε θέση καθηγητή στην Γλασκώβη όπου δίδαξε ηθική φιλοσοφία και δημοσίευσε τη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων. Αργότερα ανέλαβε θέση επισκέπτη καθηγητή, κάτι που του επέτρεπε να ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και να συναναστραφεί με άλλους διανοούμενους της εποχής του. Ο Άνταμ Σμιθ έθεσε τα θεμέλια της κλασικής οικονομικής θεωρίας της ελεύθερης αγοράς. Ο Πλούτος των Εθνών ήταν ο προάγγελος των σύγχρονων οικονομικών. Σε αυτό και σε άλλα έργα του, εξήγησε το πώς το λελογισμένο ατομικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική ευημερία. Ο Σμιθ ήταν αμφιλεγόμενος στην εποχή του και η γενική του προσέγγιση και το στυλ γραφής του πολλές φορές σατιρίστηκε από συγγραφείς προσκείμενους στους Τόρις, σύμφωνα με την ηθικοπλαστική παράδοση των Hogarth και Swift.

Το 2005, ο Πλούτος των Εθνών ανακηρύχθηκε ανάμεσα στα 100 καλύτερα σκωτσέζικα βιβλία όλων των εποχών. Η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ λέγεται ότι συνήθιζε να έχει στην τσάντα της ένα αντίγραφο του βιβλίου.

Ατομοκρατία

Η ατομοκρατία (ή ατομικισμός) είναι μια ηθική στάση, πολιτική φιλοσοφία, ιδεολογία ή κοινωνική ματιά που τονίζει την ηθική αξία του ατόμου. Οι ατομικιστές προωθούν την άσκηση των στόχων και επιθυμιών ενός ατόμου και επομένως δίνουν αξία στην ανεξαρτησία και την αυτάρκεια και υποστηρίζουν ότι το συμφέρον του ατόμου οφείλει να προηγείται του κράτους ή μιας κοινωνικής ομάδας, ενώ αντιτίθενται στην υπάρχουσα παρέμβαση στα συμφέροντά τους από την κοινωνία ή θεσμούς όπως το κράτος. Ο ατομικισμός συχνά αντιπαραβάλλεται με τον απολυταρχισμό και τον κολεκτιβισμό.

Ο ατομικισμός βάζει το άτομο στο επίκεντρο και επομένως ξεκινά «με τη θεμελιώδη αρχή ότι το ανθρώπινο ον είναι πρωταρχικής σημασίας στον αγώνα για την απελευθέρωση». Ο φιλελευθερισμός, ο υπαρξισμός και ο αναρχισμός είναι παραδείγματα κινημάτων που τοποθετούν το ανθρώπινο άτομο ως κεντρική μονάδα ανάλυσης. Ο ατομικισμός επομένως περιλαμβάνει «το δικαίωμα του ατόμου στην ελευθερία και την αυτοπραγμάτωση».

Ο όρος έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει «την ποιότητα του να είναι κανείς άτομο. Την ατομικότητα» που σχετίζεται με την κατοχή ενός «ατομικού χαρακτηριστικού. Μιας ιδιορρυθμίας». Ο ατομικισμός επομένως είναι συνδεδεμένος τόσο με καλλιτεχνικά και μποέμ ενδιαφέροντα και τρόπους ζωής όπου διακρίνεται μια τάση προς την αυτό-δημιουργία και τον πειραματισμό σε αντίθεση με την παράδοση ή κυρίαρχες δημοφιλείς μαζικές απόψεις και συμπεριφορές, όσο επίσης και με ουμανιστικές φιλοσοφικές θέσεις και την ηθική.

Ελεύθερη αγορά

H ελεύθερη αγορά είναι ένα σύστημα της οικονομίας της αγοράς, στο οποίο οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών καθορίζονται ελεύθερα από τη συναίνεση μεταξύ των προμηθευτών και των καταναλωτών και στο οποίο οι νόμοι και οι δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης είναι απαλλαγμένες από οποιαδήποτε παρέμβαση από την κυβέρνηση, το μονοπωλιακό καθορισμό των τιμών, ή άλλη αρχή. Μια ελεύθερη αγορά έρχεται σε αντίθεση με μια ρυθμιζόμενη αγορά, στην οποία η κυβέρνηση παρεμβαίνει στην προσφορά και τη ζήτηση μέσω μεθόδων που δεν υπακούν στους νόμους της αγοράς, όπως οι νόμοι για τη δημιουργία φραγμών εισόδου στην αγορά ή καθορισμού των τιμών. Σε μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς, οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών καθορίζονται ελεύθερα από τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης στις οποίες επιτρέπεται να φτάσουν σε σημείο ισορροπίας χωρίς καμία παρέμβαση από την κυβερνητική πολιτική, και αυτό συνήθως συνεπάγεται στήριξη άκρως σε ανταγωνιστικές αγορές και την ιδιωτική ιδιοκτησία των παραγωγικών επιχειρήσεων.

Αν και συνήθως οι ελεύθερες αγορές συνδέονται στην καθημερινότητα και στη λαϊκή κουλτούρα με τον καπιταλισμό, οι ελεύθερες αγορές επίσης υποστηρίζονται από τους αναρχικούς της ελεύθερης αγοράς, τους σοσιαλιστές της αγοράς, κάποιους υποστηρικτές των συνεταιρισμών και υποστηρικτές της συμμετοχής στα κέρδη.

Ελεύθερο εμπόριο

Το ελεύθερο εμπόριο είναι μια πολιτική που ακολουθείται από ορισμένες διεθνείς αγορές, στις οποίες οι κυβερνήσεις των χωρών μελών δεν περιορίζουν με προστατευτικά μέσα τις εισαγωγές από άλλες χώρες μέλη ή τις εξαγωγές προς αυτές. Το ελεύθερο εμπόριο πραγματώνεται από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής, οργανισμοί οι οποίοι έχουν δημιουργήσει ανοικτές αγορές. Τα περισσότερα κράτη σήμερα συμμετέχουν σε πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Ωστόσο, οι περισσότερες κυβερνήσεις εξακολουθούν να εφαρμόζουν πολιτικές προστατευτισμού που αποσκοπούν στην προώθηση της τοπικής απασχόλησης, όπως η επιβολή δασμών στις εισαγωγές ή η επιδότηση των εξαγωγών. Οι κυβερνήσεις μπορούν επίσης να περιστείλουν το ελεύθερο εμπόριο για να περιορίσουν τις εξαγωγές των φυσικών πόρων τους. Άλλα εμπόδια που παρακωλύουν το εμπόριο είναι οι ποσοστώσεις εισαγωγής, οι φόροι και οι μη δασμολογικοί φραγμοί, όπως η ρυθμιστική νομοθεσία.

Κλασικός φιλελευθερισμός

Ο κλασικός φιλελευθερισμός είναι μια πολιτική φιλοσοφία και ιδεολογία που εντάσσεται στο φιλελευθερισμό, με κύρια έμφαση στην προάσπιση της ελευθερίας του ατόμου μέσω του περιορισμού της ισχύος του κράτους. Η φιλοσοφία αυτή εμφανίστηκε ως απάντηση στη βιομηχανική επανάσταση και την αστικοποίηση του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Προάγει τα ατομικά δικαιώματα με περιορισμένη κρατική εξουσία υπό κράτος δικαίου, την ατομική περιουσία και την πίστη στην οικονομική πολιτική του laissez-faire. Ο κλασικός φιλελευθερισμός έχει κτιστεί πάνω σε ιδέες που αναδύθηκαν ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, όπως αυτές των Άνταμ Σμιθ, Τζων Λοκ, Ζαν-Μπατίστ Σε, Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους και Ντέηβιντ Ρικάρντο. Συνετέλεσε στην ψυχολογική κατανόηση της ατομικής ελευθερίας, των αντικρουόμενων θεωριών του Φυσικού Δικαίου και του Ωφελιμισμού και στην πίστη στην πρόοδο.

Τόσο ο σύγχρονος αμερικάνικος συντηρητισμός και ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αποσπάστηκαν από τον κλασικό φιλελευθερισμό στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκείνη την εποχή οι συντηρητικοί υιοθέτησαν τα πιστεύω του κλασικού φιλελευθερισμού αναφορικά με την προστασία των οικονομικών αστικών ελευθεριών. Αντιστρόφως, οι κοινωνικά φιλελεύθεροι (ή σοσιαλφιλελεύθεροι) υιοθέτησαν την πίστη του κλασικού φιλελευθερισμού στην υπεράσπιση των κοινωνικών αστικών ελευθεριών. Καμία ιδεολογία δεν υιοθέτησε αμιγή την πίστη του κλασικού φιλελευθερισμού ότι η κυβέρνηση υπάρχει για να προστατεύει και τις κοινωνικές και τις οικονομικές αστικές ελευθερίες. Ο συντηρητισμός μοιράζεται την ιδεολογική συμφωνία επί του περιορισμού της κυβερνητικής παρέμβασης στην ικανότητα των πολιτών να πωλούν τα προϊόντα, τις υπηρεσίες ή την εργασία τους σε οποιονδήποτε επιλέγουν χωρίς κανένα περιορισμό, εκτός των σπάνιων περιπτώσεων στις οποίες διακυβεύεται η γενική κοινωνική ευημερία. Ένα παράδειγμα σχετικά με τις πεποιθήσεις του κοινωνικού φιλελευθερισμού στο θέμα του ρόλου της κυβέρνησης βρίσκεται στη θεωρία του Τόμας Χομπς ότι η κυβέρνηση δημιουργήθηκε από τα άτομα, προκειμένου αυτή να προστατεύει το ένα από το άλλο.

Οι φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου

Οι «Φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου» είναι ένα βιβλίο του Αμερικανού οικονομολόγου και συγγραφέα Ρόμπερτ Χεϊλμπρόνερ (Robert L. Heilbroner) (1919-2005) που επανεκδόθηκε από το 1953 -1999 επτά φορές.

Μέσα στο άνυδρο λόγο των οικονομικών, της κοινοτοπίας των οικονομικών όρων και του χαοτικού κόσμου των οικονομολόγων, το βιβλίο του Ρόμπερτ Χεϊλμπρνόνερ αναγνωρίστηκε ως κατεξοχήν ενδιαφέρον. Γραμμένο με λογοτεχνική δεινότητα φωτίζει ακόμα και τον απλό αναγνώστη πάνω στις οικονομικές ιδέες που μας επηρεάζουν.

Οικονομικά

Ορισμός 2 Ο κλάδος των "οικονομικών" μελετά τη κατανομή σπάνιων παραγωγικών πόρων (εργασία, μηχανήματα,γη)μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (εργοστάσια, γραφεία,αγροκτήματα) σκοπός των οποίων είναι η δημιουργία εμπορευμάτων τα οποία θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες των καταναλωτών [1]

Ορισμός 3 Η "οικονομία" είναι το μεγάλο σύνολο των αλληλένδετων δραστηριοτήτων παραγωγής και κατανάλωσης ότι οι ενισχύσεις για τον προσδιορισμό πώς κατανέμονται περιορισμένων πόρων. Αυτό είναι επίσης γνωστό ως ένα οικονομικό σύστημα[2].

Ορισμός 4 Η οικονομία περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών σε μια περιοχή. Η οικονομία ισχύει για όλους από ιδιώτες σε φορείς όπως εταιρείες και κυβερνήσεις. Η οικονομία μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρας διέπεται από τον πολιτισμό της, τους νόμους, την ιστορία, τη γεωγραφία και, μεταξύ άλλων παραγόντων, και εξελίσσεται λόγω της αναγκαιότητας. Για το λόγο αυτό, δεν υπάρχουν δύο οικονομίες είναι τα ίδια[3].

Ορισμός 5 Ιδιαίτερα, η Πολιτική Οικονομία αναχωρεί από την προϋπόθεση, πως η παραγωγή εμπορευμάτων είναι πριν απ' όλα παραγωγή αντικειμένων χρησίμων στον άνθρωπο. Μα εκείνο που εξετάζει δεν είναι η χρησιμότητα τους, είναι η αξία τους. Με το είδος και τη χρησιμότητα του κάθε εμπορεύματος χωριστά ή και όλων μαζί, ασχολούνται ένα σωρό επιστήμες, ιδιαίτερα δε η Εμπορευματολογία. Η Πολιτική Οικονομία όμως δεν καταπιάνεται μ' αυτό.

Αυτή εξετάζει την κοινωνική ιδιότητα που έχουνε τα εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται μεταξύ τους σε ορισμένες ποσότητες, σα να είναι όλα τους προϊόντα μιας και της αυτής ανθρώπινης εργασίας.[4]

Η ειδικευμένη εργασία βρίσκεται στη βάση της χρησιμότητας, παράγει το εμπόρευμα σαν αντικείμενο που ικανοποιεί μιαν ορισμένη ανάγκη. Η εργασία όμως γενικά, η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, σαν παραγωγική ανάλωση εργατικής δύναμης, περιέχεται σ' όλα τα εμπορεύματα και δίνει σ' αυτά τη δυνατότητα ν' ανταλλάσσονται μεταξύ τους, παράγει δηλαδή την ανταλλακτική τους αξία. Πάνω στην πρώτη ιδιότητα των αντικειμένων της εργασίας, τη χρησιμότητα τους, οικοδομείται κάθε παραγωγή. Πάνω στη δεύτερη όμως ιδιότητα τους, την ανταλλακτική τους αξία, στηρίζεται ορισμένης κοινωνικής μορφής παραγωγή. Λοιπόν, αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας δεν είναι η παραγωγή «γενικά», η παραγωγή που αποβλέπει στην πλήρωση αναγκών είναι η παραγωγή ανταλλακτικών αξιών, η παραγωγή για την ανταλλαγή. Μέσα σε μια τέτοια παραγωγή, η εργασία αποτελεί κι αυτή ένα εμπόρευμα, με ορισμένη ανταλλακτική αξία.Οι τιμές, λέει ο κ. Ζολώτας, έχουνε το καθήκον να ισορροπούνε την οικονομία, να ρυθμίζουνε τις σχέσεις των συντελεστών της. Αυτό είναι πλάνη. Οι τιμές μπορεί άθελα τους, μέσα στην αέναη αλληλεπίδραση, να παίζουν έναν τέτοιο ρόλο, συμπτωματικά όμως. Εκείνο που κάνουν οι τιμές είναι, πραγματοποιούμενες στην πράξη της

αγοράς και της πώλησης, να καθιστούνε τα αρχικά μεγέθη των κεφαλαίων που μπήκανε στις επιχειρήσεις μεγαλύτερα. Αν τα αρχικά αυτά μεγέθη είναι Α, στο τέλος της διαδικασίας, όταν ο κύκλος ξαναρχίσει, θα είναι Α'. Τη σχηματική παράσταση αυτού του είδους μας τη δίνει το χρηματιστικό κεφάλαιο, που φαίνεται σα να πηδά νοερά τις φάσεις που διανύει το παραγωγικό κεφάλαιο, να τις υπερπηδά και να εκφράζεται κατ' ευθείαν στο Α - Α'. Μονάχα όταν δούμε την ανταλλακτική οικονομία σα μια οικονομία όπου παράγεται κέρδος, θα κατανοήσουμε τον πραγματικό ρόλο της[5]

Ορισμός 6. Η Πολιτική Οικονομία δεν ανήκει σε κάποιο χώρο, κράτος, ή έθνος Αφορά όλο το πλανήτη : είναι η επιστήμη των κανόνων για την παραγωγή, τη συσσώρευση, τη διανομή και την κατανάλωση του πλούτου. Θα επιβληθεί εάν τα άτομα (παραγωγοί και καταναλωτές) το επιθυμούν ή όχι. Το σύστημα αυτό βασίζεται στις ιδιότητες του ανθρώπινου μυαλού, και καμία δύναμη να το αλλάξει.[5] Ορισμός 8.Η πολιτική οικονομία-η τομή της οικονομίας και της πολιτικής, είναι το θεμέλιο των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών και το επίκεντρο του ιδρυτικού κοινωνιολογικών θεωρητικών, κυρίως Max Weber, ο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Αναμφισβήτητα, με την εκτεταμένη ανησυχία του για τον καταμερισμό της εργασίας, ακόμα και ο Emile Durkheim ήταν ανήσυχος με τη μορφή και εξέλιξη της οικονομίας . Ωσόσο,, η έννοια της πολιτικής οικονομίας ήταν αρκετά συνεπής στην κοινωνιολογία. Δηλαδή, η κοινωνιολογική εξέταση της πολιτικής οικονομίας έχει διατηρήσει μια εστίαση στη διασταύρωση μεταξύ του πολιτικού και του οικονομικού. Η Θεωρητική έμφαση έχει μετατοπιστεί κατά τη διάρκεια της ζωντανής και εκτεταμένης συζήτησης πάνω στην έννοια του κράτους, των αγορών, την κοινωνική τάξη, τον πολιτισμό, τους πολίτες, και την παγκοσμιοποίηση. Παρ 'όλα αυτά, το επίκεντρο της πολιτικής οικονομίας συνεχίζει να έχει τη σημασία του για την κοινωνιολογική θεωρία.[6]

Πολιτική οικονομία, κλάδος της κοινωνικής επιστήμης που μελετά τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και της κοινωνίας και μεταξύ των αγορών και του κράτους, χρησιμοποιώντας ένα διαφορετικό σύνολο εργαλείων και μεθόδων που σε μεγάλο βαθμό από την οικονομία, την πολιτική επιστήμη και την κοινωνιολογία. Ο όρος πολιτική οικονομία προέρχεται από την ελληνική πόλη, που σημαίνει "πόλη" ή "κράτος" και οικονόμου, που σημαίνει «αυτός που διαχειρίζεται ένα νοικοκυριό ή περιουσία." Η πολιτική οικονομία ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ως η μελέτη του πώς μια χώρα-το κοινό οικιακών διοικείται ή διέπονται, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την πολιτική όσο και οικονομικούς παράγοντες: David N. Balaam Political Economy [7]

7. Iστορική εξέλιξη :H Πολιτική οικονομία είναι ένα πολύ παλιό θέμα της διανοητικής έρευνας, αλλά μια σχετικά νέα ακαδημαϊκή πειθαρχία. Η ανάλυση της πολιτικής οικονομίας (από την άποψη του χαρακτήρα του κράτους και των σχέσεων της αγοράς), τόσο σε πρακτικό όσο και ως ηθική φιλοσοφία, έχει εντοπιστεί σε Έλληνες φιλόσοφους, όπως ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, Μια κρίσιμη εξέλιξη στην πνευματική έρευνα της πολιτικής οικονομίας ήταν η εξέχουσα θέση στον 16ο έως 18ου αιώνα του μερκαντιλισμού, μια Σχολή Σκέψης που εγκαλούσε τη πνευματική ελίτ της εποχής για έναν ενεργότερο ρόλο του Κράτους στην Οικονομία και την οικονομική ρύθμιση. Τα γραπτά του Σκωτσέζου οικονομολόγου Sir James Steuart, 4ου(1767) θεωρείται η πρώτη συστηματική δουλειά στην αγγλική γλώσσα για την οικονομία, Τα γραπτά αυτά, καθώς επίσης και οι πολιτικές του Jean-Baptiste Colbert (1619-1683), γενικού ελεγκτή του Louis XIV της Γαλλίας, αποτελούν την επιτομή μερκαντιλισμού (εμποροκρατίας) στη θεωρία όσο και στην πράξη, αντίστοιχα.-

8. ο Adam Smith στο έργο του “An introduction to the Principles of Moral and Legislation “ (1780/89) εστιάζει στις «αρχές» της χρησιμότητας, και πώς αυτή η άποψη της ηθικής δένει με νομοθετικές πρακτικές. Η βασική Αρχή της χρησιμότητας αφορά την "καλή", όπως αυτή που παράγει το μεγαλύτερο ποσό της ευχαρίστησης και το ελάχιστο ποσό του πόνου και "κακή, αυτή δηλαδή που παράγει περισσότερο πόνο και καθόλου ευχαρίστηση. Αυτή η έννοια της ευχαρίστησης και του πόνου ορίζεται από Bentham ως σωματική όσο και πνευματική. Ο Bentham γράφει για την αρχή αυτή, όπως εκδηλώνεται μέσα από τη νομοθεσία της κοινωνίας. Αυτός καθορίζει ένα σύνολο κριτηρίων για τη μέτρηση του βαθμού του πόνου ή ευχαρίστησης που η συγκεκριμένη απόφαση θα δημιουργήσει….[6]

9. Τα Οικονομικά θεωρούνται ως «η Επιστήμη της Ορθολογικής Επιλογής, κάτω από συνθήκες σπανιότητας» Αυτό συνδυάζεται με το "κριτήριο αποτελεσματικότητας Παρέτο : το κατά Παρέτο κριτήριο (ή κατά Παρέτο βέλτιστο) είναι εκείνο κατά το οποίο, μία μεταβολή στην τιμή ή στην ποσότητα βελτιώνει τη θέση κάποιου χωρίς όμως παράλληλα να χειροτερεύει τη θέση κάποιου άλλου. Με λίγα λόγια το κατά Παρέτο κριτήριο μας βεβαιώνει ότι έχουμε βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας στο σύνολό της αφού έχουμε την καλυτέρευση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων χωρίς να χειροτερεύει η θέση κανενός άλλου. Ο όρος δημιουργήθηκε από τον Ιταλό οικονομολόγο Vilfredo Pareto (1848-1923) και χρησιμοποιείται συστηματικά από τότε. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι σήμερα όταν λένε αποτελεσματικός εννοούν κατά Παρέτο ; Έτσι, συνδυάζοντας τα 2 μεταξύ τους ήτοι (1, ορθολογική επιλογή κάτω από συνθήκες σπανιότητας και 2. την κατά ΠΑΡΕΤΟ αποτελεσματικότητα έχουμε έναν ακόμα πιο έμμεσο, βέβαια ορισμό της "Οικονομίας-με έμφαση στη Πολιτική Οικονομία Πολιτική Οικονομία είναι εκείνη η επιστήμη της ορθολογικής επιλογής σε συνθήκες σπανιότητας που "τείνουν" (χωρίς να φτάνουν ποτέ) σε μια βελτίωση της θέσης κάποιων, χωρίς να χειροτερεύει η θέση των υπόλοιπων (αριστοποίηση-βελτιστοποίηση της κοινωνίας (είτε μιας win-win-win κατάστασης) [8]

.

ΠΗΓΕΣ

[2] (Σεραφείμ Μάξιμος"Η οικονομική επιστήμη και ο Ξ. Ζολώτας" ΘΕΣΕΙΣ- Τεύχος 30, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1990 [1] Βαρουφάκης (2007) Πολιτική Οικονομία, [4] (INVESTOPEDIA, 2016), (5) T. E. Cliffe Leslie (1870) "THE POLITICAL ECONOMY OF ADAM SMITH" Fortnightly Review, November 1, 1870.[6] David N. Balaam Encyclopedia Britannica, [7] Gregory Hooks, Andrew Crookston (2013) Political Economy (the Oxford Bibliographies) [8] Papakonstantinidis L.A (2012) THE INTERMEDIATE COMMUNITY: A BEHAVIORAL/BARGAINING APPROACH FOR CONFLICT RESOLUTION AT THE LOCAL LEVEL IJCM -4 VOL-2 ISSUE-1

Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους

Ο Αιδεσιμότατος Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους (αγγλικά: Thomas Robert Malthus, 13 Φεβρουαρίου 1766 - 29 Δεκεμβρίου 1834) ήταν Άγγλος κληρικός και λόγιος, που ασχολήθηκε στον τομέα της πολιτικής οικονομίας και της δημογραφίας. Ο ίδιος ο Μάλθους, χρησιμοποιούσε, κυρίως, το μεσαίο του όνομα, Ρόμπερτ.Στο βιβλίο του, Δοκίμιο για την Αρχή του Πληθυσμού, υποστήριξε ότι αργά ή γρήγορα ο πληθυσμός θα μειωνόταν από τον λιμό και τις αρρώστιες, το οποίο οδήγησε στο γνωστό ως Μαλθουσιανή καταστροφή. Έγραψε, σε αντίθεση με την κοινή γνώμη που επικρατούσε στην Ευρώπη, τον 18ο αιώνα, ότι οι άνθρωποι και η κοινωνία είναι δυνατόν να βελτιωθούν, ώστε να αγγίξουν την τελειότητα. Συμπληρώνοντας ότι η αύξηση του πληθυσμού, λειτουργεί ανασταλτικά στην πρόοδο μίας ουτοπικής κοινωνίας: Η δύναμη του πληθυσμού είναι πολύ μεγαλύτερη, από αυτήν που μπορεί να συντηρήσει η γη.Ο Μάλθους, θεωρούσε ότι τα φτωχότερα στρώματα, καλό ήταν να παντρεύονται σε μεγάλη ηλικία, ώστε να περιορίζεται η σεξουαλική του δραστηριότητα, το οποίο θα οδηγούσε σε λιγότερους απογόνους και, κατ' επέκταση, σε μείωση του πληθυσμού. Αν και παραδόξως το όνομά του συνδέθηκε με την αντισύλληψη, εκείνος την απέρριπτε ως ανίερη και ότι η λύση στο πρόβλημα ήταν η απόχη από το σεξ. Επίσης, ήταν πολέμιος της αυτοϊκανοποίησης, καταρχήν γιατί το απαγόρευε ρητά η Βίβλος και κατά τον ίδιο, η δραστηριότητα αυτή οδηγεί σε διανοητική καθυστέρηση και τύφλωση.

Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου

Η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου ή Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου (αγγλικά: London Greek Committee ή London Philhellenic Committee, 1823-1826) ήταν κίνηση φιλελλήνων, η οποία συστάθηκε, τον Μάρτιο του 1823, με κύριο σκοπό την υποστήριξη της ελληνικής Επανάστασης, και την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού επιδίωξε την άντληση κεφαλαίων, την ανεύρεση εφοδίων και στρατιωτικών προμηθειών για την Ελλάδα, την αποστολή εθελοντών στρατιωτικών και αργότερα τη σύναψη σημαντικών δανείων, με σκοπό την σταθεροποίηση της νεοσυσταθείσας ελληνικής κυβέρνησης.Η πρώτη συνεδρίαση της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, πραγματοποιήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1823, στην ταβέρνα «Κορώνα και Άγκυρα» (Crown and Anchor tavern), στην μεγάλη οδική αρτηρία του Λονδίνου, Στράντ (Strand). Η ταβέρνα αυτή ήταν επίσης, στα μέσα του 18ου αιώνα, έδρα της Λέσχης “Ανακρεόντιος Εταιρεία” (Anacreontic Society), που είχε ως ύμνο το τραγούδι "The Anacreontic Song" ή “To Anacreon in Heaven”, και την συναποτελούσαν ερασιτέχνες μουσικοί.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.