Μυκηναϊκός πολιτισμός

O Μυκηναϊκός Πολιτισμός ήταν ο πρώτος ελληνικός πολιτισμός της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, που αναπτύχθηκε την περίοδο 1600-1100 π.Χ. κυρίως στην κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα.[1] Το επίθετο «μυκηναϊκός» προέρχεται από την πρώτη αρχαιολογική θέση στην οποία εντοπίστηκε, τις Μυκήνες της Αργολίδας, που αποτελούν και ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του. Κατά την περίοδο ακμής του εξαπλώθηκε και στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου και στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και στη Κύπρο. Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός ταυτίζεται με την τελευταία περίοδο του Ελλαδικού Πολιτισμού, τον Υστεροελλαδικό Πολιτισμό. Ταξινομείται παραδοσιακά ως προϊστορικός, καθώς οι γνώσεις μας για αυτόν βασίζονται μέχρι σήμερα κυρίως σε αρχαιολογικά ευρήματα.[2]

Mycenaean World Greek
Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός

Χρονολόγηση

Mycenean Period table
Χρονολογικός πίνακας του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Σήμανση χρονολογιών με τη συντομογραφία Π.Χ.

Οι περίοδοι εξέλιξης του Μυκηναϊκού Πολιτισμού ορίζονται με διάφορα κριτήρια. Από χρονολογική άποψη σημαντική είναι η κεραμική, η οποία, καθώς εξελίσσεται με σχετικά γοργούς ρυθμούς, επιτρέπει την οριοθέτηση σύντομων φάσεων και την κατάρτιση ενός ευέλικτου χρονολογικού συστήματος. Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός καλύπτει χρονολογικά τις κεραμικές φάσεις Υστεροελλαδική (συντ. ΥΕ) Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, με μικρότερες υποδιαιρέσεις. Φαινόμενα που προοιωνίζονται την εμφάνισή του παρατηρούνται ήδη κατά τη Μεσοελλαδική (ΜΕ) ΙΙΙ και παλιότερα. Η απόλυτη χρονολόγηση αυτών των φάσεων σε ημερολογιακά έτη π.Χ. παρουσιάζει διακυμάνσεις και οι αριθμοί που δίνονται στο διπλανό χρονολογικό πίνακα είναι ενδεικτικοί. Ακολουθούν σε γενικές γραμμές την άποψη της «υψηλής χρονολόγησης», που είναι σήμερα η περισσότερο αποδεκτή, και τοποθετεί τις εξελίξεις μέχρι και 100 χρόνια παλιότερα απ' ό,τι η «χαμηλή χρονολόγηση».

Σημαντικότερες για την παρακολούθηση ιστορικών φαινομένων είναι οι περίοδοι που ορίζονται με βάση πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως η ταφή σε λακκοειδείς τάφους από τη ΜΕ ΙΙΙ ως την πρώιμη ΥΕ ΙΙΑ (Περίοδος των Λακκοειδών Τάφων) και η ύπαρξη ανακτόρων κυρίως κατά τις φάσεις ΥΕ ΙΙΙΑ1-ΥΕ ΙΙΙΒ2 (Ανακτορική Περίοδος). Σε χρήση είναι επίσης οι όροι «Πρώιμη Μυκηναϊκή Περίοδος» (ΜΕ ΙΙΙ-ΥΕ ΙΙΒ) και «Ύστερη Μυκηναϊκή Περίοδος» (ΥΕ ΙΙΙΑ1-ΥΕ ΙΙΙΓ). Την παρακμή του Μυκηναϊκού Πολιτισμού στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙΓ φάσης ακολουθεί η περίοδος που, λόγω των πρώιμων γεωμετρικών μοτίβων της κεραμικής της, έχει ονομαστεί Πρωτογεωμετρική.

Γεωγραφία

Σημαντικότερη πηγή για την πολιτισμική γεωγραφία του μυκηναϊκού κόσμου παραμένουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, με δεύτερη σημαντικότερη τα κείμενα της Γραμμικής Β γραφής. Η μελέτη της μυκηναϊκής γεωγραφίας με βάση την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, που κυριάρχησε στην έρευνα τις προηγούμενες δεκαετίες, είναι εν πολλοίς παραπλανητική. Τα ομηρικά έπη στη μορφή που τα έχουμε σήμερα χρονολογούνται τουλάχιστον πέντε αιώνες ή δεκαπέντε γενιές μετά το τέλος του Mυκηναϊκού Πολιτισμού και είναι έργα ποιητικά-μυθολογικά, όχι ιστορικά-γεωγραφικά. Η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων ερευνητών αποδέχεται την άποψη του Moses Finley ότι τα ομηρικά έπη αντικατοπτρίζουν την εποχή που γράφτηκαν, καθώς και την αμέσως προηγούμενη περίοδο, και συνεπώς δεν αποτελούν «οδηγό» για τον μυκηναϊκό κόσμο.[3] Η αντιπαραβολή των μυκηναϊκών αρχαιολογικών και των ομηρικών λογοτεχνικών δεδομένων είναι θεμιτή στο βαθμό που συνειδητοποιείται ότι από αυτή την αντιπαραβολή φωτίζονται περισσότερο τα ίδια τα ομηρικά έπη και ειδικότερα η ποιητική εκμετάλλευση του παρελθόντος από τον ποιητή τους, παρά ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός ως ιστορικό φαινόμενο.

Mycenaean World Greek
Χάρτης του Μυκηναϊκού πολιτισμού 1400-1100 π.Χ.

Με βάση, λοιπόν, τη γεωγραφική εξάπλωση του λεγόμενου «μυκηναϊκού πακέτου» αρχαιολογικών ευρημάτων (ανακτορικό κτήριο τύπου μεγάρου, Γραμμική Β γραφή, θολωτοί και θαλαμοειδείς τάφοι, τροχήλατη στιλβωτή κεραμική μελανού σε ανοικτό βάθος),[4] τον γεωγραφικό πυρήνα του μυκηναϊκού κόσμου συγκροτεί η νότια ηπειρωτική Ελλάδα με την Πελοπόννησο, την ανατολική Στερεά Ελλάδα (Αττική, Βοιωτία) και την Εύβοια.[5] Ιδιαίτερη συγκέντρωση αρχαιολογικών θέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και ανακτορικές ακροπόλεις, παρουσιάζουν η Αργολίδα και η Μεσσηνία, που μπορούν να θεωρηθούν τα δύο αρχαιότερα και σημαντικότερα κέντρα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, αν και η εικόνα αυτή οφείλεται ως ένα βαθμό στο γεγονός ότι αυτές οι περιοχές είναι και οι πιο εντατικά ερευνημένες. Σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα έχουν έλθει στο φως τα τελευταία χρόνια στην ευρύτερη περιοχή του Βόλου, που επιτρέπουν να εντάξουμε και τη Θεσσαλία στις περιοχές εξάπλωσης του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, όπως και την Ήπειρο,[6] αλλά και την Μακεδονία.[7]

Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός εξαπλώθηκε σταδιακά προς νότια και ανατολικά μέσω των θαλάσσιων δρόμων, ώστε για την εποχή ακμής του, το 13ο αι. Π.Χ., να μπορεί να αναγνωριστεί μια ομοιογενής πολιτισμική σφαίρα επιρροής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού τουλάχιστον στο χώρο του Αιγαίου, η λεγόμενη «Μυκηναϊκή Κοινή». Τα άφθονα ευρήματα εισηγμένης μυκηναϊκής κεραμικής στα νησιά του Αιγαίου και σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η ανάπτυξη επιτόπιων απομιμήσεων, δίνουν τα σημαντικότερα στοιχεία. Ωστόσο από μόνη της η κεραμική δεν αποδεικνύει και την παρουσία Mυκηναίων εποίκων ούτε και διαφωτίζει τη σχέση πιθανών τέτοιων εποίκων με τους ιθαγενείς πληθυσμούς. Η παρουσία σε μια περιοχή ξένων ταφικών ή λατρευτικών εθίμων, που είναι στενά συνδεδεμένα με ένα λαό, και η γραφή, ως ενδεικτική της γλώσσας του, δίνουν πιο ισχυρές ενδείξεις. Με βάση αυτά τα δεδομένα θεωρείται σχεδόν βέβαιη η παρουσία Μυκηναίων στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη από την ΥΕ ΙΙΒ (περ. 1420 Π.Χ.), στις Κυκλάδες από την ΥΕ ΙΙΙΑ1, στην Κύπρο από την ΥΕ ΙΙΙΑ1 (περ. 1400 Π.Χ.) τα Δωδεκάνησα και τα παράλια της Μ. Ασίας λίγο αργότερα. Η εξάπλωση των Μυκηναίων στα νησιά του Αιγαίου, όπου προηγουμένως κυριαρχούσαν οι Μινωίτες, σχετίζεται ασφαλώς με τη μυκηναϊκή κυριαρχία στην Κρήτη.

MaskeAgamemnon
Το επονομαζόμενο Προσωπείο του Αγαμέμνονα (16ος αι. Π.Χ.) είναι ίσως το διασημότερο τεχνούργημα του μυκηναϊκού πολιτισμού[8]

Στις Βόρειες περιοχές του ελλαδικού χώρου (Ήπειρο, Μακεδονία, Ανατολική και Δυτική Θράκη) οι εγκατάσταση των Μυκηναίων καθυστέρησε κάπως, περίπου 600-800 Π.Κ.Χ.(βλέπε χάρτη).

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι χρονολογίες αφορούν τις πρώτες εγκαταστάσεις των Μυκηναίων (Αχαιών). Οι περισσότερες μετακινήσεις πληθυσμών έγιναν από την Παλαιά Ελλάδα (όπως αποκαλείται στα νεότερα χρόνια) μετά τη λεγόμενη Κάθοδο των Δωριέων, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Ελληνικού Αποικισμού.

Γραπτές πηγές των Χετταίων μιλούν για τo βασίλειo Αχιγιάβα, το οποίο οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ότι ταυτίζεται με τον μυκηναϊκό κόσμο (Αχαιούς) ή τουλάχιστον με τμήμα του.[9][10][11] Επιπλέον, η Μιλλάβαντα των Χετταιικών πηγών έχει ταυτιστεί με την Μίλητο, η οποία εμφανίζεται στα σχετικά κείμενα ως τμήμα της επικράτειας Αχιγιάβα.[12]

Πληθυσμιακές ομάδες μυκηναϊκής καταγωγής είναι πιθανόν να εγκαταστάθηκαν στην Κιλικία της Μικράς Ασίας, στη νότια συροπαλαιστινιακή ακτή και στην Ιταλία κατά την ΥΕ ΙΙΙΓ (τέλη 12ου αι. Π.Κ.Χ.). Το φαινόμενο συνδέεται ίσως με την αναστάτωση και την παρακμή που επικράτησε μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων στη μητροπολιτική Ελλάδα. Μακρινούς απόηχους αυτών των μετακινήσεων μπορεί να διασώζουν και οι αναφορές της Παλαιάς Διαθήκης στους Φιλισταίους, αν προέρχονται πράγματι από το Αιγαίο. Η «ξαφνική» ίδρυση νέων οικισμών (ή ο εξοπλισμός παλαιών) με οχυρωματικά τείχη μυκηναϊκού τύπου στις Κυκλάδες και στην Κύπρο είναι άλλη μια ένδειξη αναταραχών στη διάρκεια του 12ου αι. Π.Κ.Χ.

Πέρα από τις περιοχές με επαρκή στοιχεία για μόνιμη εγκατάσταση και κυριαρχία των Μυκηναίων, είναι γνωστές συστηματικές επαφές με σημαντικά ναυτικά και εμπορικά κέντρα της εποχής. Σε αυτά συγκαταλέγονται η Τροία στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, η Ουγκαρίτ στη Συρία, η Σαρδηνία και η Ιβηρική Χερσόνησος. Τα μυκηναϊκά ευρήματα στην Αίγυπτο είναι σπάνια, υπάρχουν όμως αιγυπτιακές γραπτές πηγές και αιγυπτιακά ευρήματα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, που φανερώνουν επαφές με τη χώρα των φαραώ, και μάλιστα σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο. Μυκηναϊκά ευρήματα και αντικείμενα με γραμμική Β εχουν όμως βρεθει και στη Γερμανία,[13] στη Γεωργία,[14] στην Ιρλανδία και στην Μεγάλη Βρεττανία.[15][16][17][18]

Αρχιτεκτονική

02. Πύλη Λεόντων GR-J11-0042
Η Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες
Κυρίως άρθρο Μυκηναϊκή αρχιτεκτονική

Από τη μυκηναϊκή αρχιτεκτονική είναι γνωστές οχυρές ακροπόλεις, που περιλαμβάνουν ανάκτορα, και ταφικά μνημεία. Τειχισμένες ακροπόλεις έχουν βρεθεί στην Τίρυνθα, τις Μυκήνες και τη Μιδέα της Αργολίδας, στη Λάρισα του Άργους, στον Γλα της Βοιωτίας, καθώς και στην Αθήνα, στη θέση της μεταγενέστερης Ακρόπολης. Οι Έλληνες της πρώτης χιλιετίας αισθάνονταν δέος βλέποντας τα ερείπια των μυκηναϊκών ακροπόλεων και απέδιδαν την κατασκευή τους στους Κύκλωπες. Από εκεί προήλθε ο χαρακτηρισμός των μυκηναϊκών τειχών ως «κυκλώπειων».

Στην ταφική αρχιτεκτονική κυριαρχούν τρεις τύποι τάφων: ο λακκοειδής, ο λαξευτός θαλαμοειδής ή θαλαμωτός και ο θολωτός. Οι θολωτοί τάφοι συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά και εντυπωσιακά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

Κοινωνικοπολιτική οργάνωση

Επαγγέλματα στα μυκηναϊκά κείμενα

a-to-po-qo

αρτοποιός

to-ko-so-wo-ko

κατασκευαστής τόξων

to-ro-no-wo-ko

επιπλοποιός

di-da-ka-ro

δάσκαλος

de-ku-tu-wo-ko

κατασκευαστής δικτυών

a-ra-ka-te-ja

υφάντρα

du-ru-to-mo

ξυλοκόπος

ri-na-ko-ro

συλλογέας λιναριού

e-re-ta

κωπηλάτης

ru-ra-ta

λυράρης

i-ja-te

ιατρός

ra-pte

ράφτης

ra-pi-ti-ra2

ράφτρα

i-je-re-u

ιερέας

i-je-re-ja

ιέρεια

to-ko-do-mo

κτίστης

ku-ru-so-wo-ko

χρυσοχόος

ka-ke-u

χαλκιάς

o-pi-su-ko

επόπτης των σύκων

ka-ru-ke

κήρυκας

ke-ra-me-u

αγγειοπλάστης

ku-na-ke-ta

κυνηγός

na-u-do-mo

ναυπηγός

pu-ka-wo

θερμαστής

Τάξεις

Άναξ

Αυλικοί

Ιερατείον

Δήμοι

Δούλοι

Οι γνώσεις μας για την κοινωνική οργάνωση και το πολιτικό σύστημα των μυκηναϊκών βασιλείων στην εποχή της ακμής τους προέρχονται από τις πινακίδες Γραμμικής Β γραφής που βρέθηκαν κυρίως στην Πύλο, αλλά και στην Κνωσό. Τα ευρήματα πινακίδων από άλλα ανάκτορα είναι λίγα, δεν φαίνεται όμως να υπήρχαν σημαντικές διαφορές από βασίλειο σε βασίλειο.

Ανώτατος άρχοντας ενός μυκηναϊκού βασιλείου είναι ο wa-na-ka (ἄναξ). Η εξουσία του δεν στηρίζεται σε προσωποπαγές δίκαιο και δυναστικές γενεαλογίες, αλλά στην ικανότητά του να ρυθμίζει την αναδιανομή προϊόντων και υπηρεσιών στα όρια του βασιλείου του, να οργανώνει πλούσια συμπόσια με πάνδημη συμμετοχή και να εξασφαλίζει την εύνοια των θεών με την οργάνωση και διεξαγωγή της λατρείας. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι αναγνωριζόταν και στον ίδιο θεϊκή υπόσταση, και εδώ φαίνεται η επίδραση της μινωικής ιδεολογίας της εξουσίας στη μυκηναϊκή. Ο wa-na-ka δεν φαίνεται να διεκδικούσε κύρος με την απόδοσή του στο πεδίο της μάχης, όπως οι ομηρικοί ή οι μακεδόνες βασιλείς αργότερα. Η αρχηγία του στρατού ήταν ίσως υπόθεση ενός άλλου ανώτατου αξιωματούχου, του ra-wa-ke-ta («αρχηγός του λαού», από το λαός + ἄγω), που εμφανίζεται δεύτερος στην ιεραρχία. Έτσι εξηγείται μια σημαντική ιδιομορφία των μυκηναϊκών βασιλείων, η αδιαφορία των αρχείων και της τέχνης για τον άνακτα ως άτομο, για το όνομα, την ιστορία και τη γενεαλογία του. Ένα σώμα ανώτατων πολεμιστών κοντά στον άνακτα αποτελούσαν οι e-qe-ta (ἐπέται, ακόλουθοι, σύντροφοι).

Ο τίτλος qa-si-re-u (βασιλεύς) υπάρχει στα μυκηναϊκά κράτη, η έννοιά του όμως είναι ασαφής και οπωσδήποτε δεν δηλώνει τον ανώτατο άρχοντα. qa-si-re-u είναι περισσότεροι από ένας στην Πύλο και ασχολούνται, σε μια περίπτωση, με την επιστασία χαλκουργών. Έχουν ίσως και θρησκευτικά καθήκοντα, όπως ο ἄρχων βασιλεύς στην Κλασική Περίοδο, καθώς και καθήκοντα τοπικού άρχοντα. Ο ko-re-te με βοηθό έναν po-ro-ko-re-te (περιέχει το πρόθεμα προ-) ηγείται ενός οικονομικού διαμερίσματος από τα 16 που είναι γνωστά στο βασίλειο της Πύλου σαν ένα είδος επάρχου (πρβλ. curator και procurator της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας). Τα κείμενα της Γραμμικής Β αναφέρουν πλήθος άλλων αξιωματούχων, των οποίων οι τίτλοι όμως δεν έχουν ερμηνευθεί ακόμη ικανοποιητικά.

Ο da-mo (δῆμος) είναι το οργανωμένο σώμα του λαού, η κοινότητα, που έχει στην ιδιοκτησία της το μεγαλύτερο μέρος της γης και την παραχωρεί κατά τεμάχια στον wa-na-ka, τον ra-wa-ke-ta και σε άλλους αξιωματούχους για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Ο da-mo αποτελεί επίσης τη βάση για το σχηματισμό του πιθανόν στρατιωτικού σώματος που διοικεί ο ra-wa-ke-ta. Στην Πύλο υπάρχει και μια μοναδική αναφορά σε ένα συμβούλιο γερόντων, την ke-ro-si-ja (γερουσία).

Η υπόλοιπη κοινωνική ιεραρχία βασίζεται, όπως και αργότερα στην αρχαία Ελλάδα, στην αυστηρή διάκριση μεταξύ e-re-u-te-ro (ἐλεύθερος) και do-e-ro (δοῦλος). Οι τελευταίοι ήταν στην ιδιοκτησία ελεύθερων ιδιωτών ή θρησκευτικών ιδρυμάτων (te-o-jo do-e-ro θεοῦ δοῦλος), μπορούσαν να μεταπωληθούν, και αναφέρονται με το όνομα του κυρίου τους, όχι με το δικό τους. Μπορούσαν όμως και οι ίδιοι να αναπτύξουν αυτόνομη οικονομική δραστηριότητα μισθώνοντας γη ή ασκώντας κάποια τέχνη, όπως η μεταλλουργία.

Για την εσωτερική ιεραρχία των ελευθέρων δεν διαθέτουμε πολλά στοιχεία. Η διαστρωμάτωσή τους συνάγεται από διαφορές στην ποσότητα ή το είδος του οπλισμού και στην έκταση γης που τους παραχωρείται από τον da-mo. Με το τελευταίο κριτήριο ξεχωρίζουν στην Πύλο λίγοι te-re-ta (τελεσταί) ως κάτοχοι μεγάλων εκτάσεων γης με έδρα το θρησκευτικό κέντρο pa-ki-ja-ne στην περιφέρεια του βασιλείου. Ως κάτοχοι γης αναφέρονται επίσης βοσκοί και μελισσουργοί (me-ri-te-u). Οι ka-ma-e-u αντίθετα μισθώνουν γη της ιδιαίτερης κατηγορίας ka-ma και είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν εισφορές. Η έκταση ενός τεμαχίου γης μετριέται με τους σπόρους που απαιτούνται για τη σπορά του και οι σπόροι μετριούνται με δοχεία. Μονάδα μέτρησης της γης είναι συνεπώς ο αριθμός δοχείων με σπόρους.

Θρησκεία

Θεότητες στα μυκηναϊκά κείμενα

di-we

Δίας

e-ra

Ήρα

e-ma-a

Ερμής

a-re

Άρης

a-pe-ro2

Απόλλων

po-se-da-o-ne

Ποσειδών

di-wo-nu-so

Διόνυσος

a-ta-na-po-ti-ni-ja

Ποτνία Αθηνά

a-ti-mi-te

Άρτεμις

e-nu-wa-ri-jo

Ενυάλιος

pa-ja-wo-ne

Παιήων

e-ri-nu-we

Ερινύς

da-pu2-ri-to-jo po-ti-ni-ja

Λαβυρίνθου Ποτνία

si-to po-ti-ni-ja

Σίτου Ποτνία

e-re-u-ti-ja

Ειλείθυια

te-o-i

θεοί

Οι πηγές που διαθέτουμε για τη μυκηναϊκή θρησκεία είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα σε χώρους ιερών, οι εικονογραφικές μαρτυρίες στη μυκηναϊκή τέχνη και ιδιαίτερα στη σφραγιδογλυφία, και οι αναφορές των κειμένων της Γραμμικής Β σε θεότητες (βλ. διπλανό πίνακα), αφιερώματα και τελετουργίες.[19] Οι πηγές αυτές δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η αρχαιολογική ταύτιση ιερών χώρων και ευρημάτων (ειδωλίων, λατρευτικών σκευών), καθώς και η θρησκευτική ερμηνεία εικονογραφικών παραστάσεων εμπεριέχουν πάντοτε το στοιχείο της υποκειμενικότητας και της αβεβαιότητας, καθώς δεν υπάρχουν επιγραφές που να καθοδηγούν αυτές τις ερμηνείες. Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι οι λατρευτικές πρακτικές, τα ιερά σκεύη και σύμβολα και η θρησκευτική τέχνη των Μυκηναίων αναπτύχθηκαν υπό την έντονη επίδραση του Μινωικού Πολιτισμού σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και στο επίπεδο της έκφρασης να είναι εξαιρετικά δύσκολη η διάκριση του καθαρά μυκηναϊκού από το μινωικό στοιχείο ήδη από την ΥΕ Ι περίοδο. Η διάκριση της μυκηναϊκής από τη μινωική θρησκεία είναι πράγματι ένα από τα πιο ακανθώδη προβλήματα της θρησκειολογικής έρευνας του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

Τέλος, τα κείμενα της Γραμμικής Β είναι διοικητικά-λογιστικά και όχι θρησκευτικά, μυθολογικά ή τελετουργικά[20] και διασώζουν πληροφορίες για τέτοια θέματα μόνο στο βαθμό που άπτονται οικονομικών και διοικητικών θεμάτων. Έτσι, η μελέτη της μυκηναϊκής θρησκείας παραμένει αναγκαστικά στο πεδίο έρευνας της προϊστορικής αρχαιολογίας και ερευνάται ως πνευματικό δημιούργημα με βάση κυρίως υλικά κατάλοιπα, όσο κι αν αυτό ηχεί αντιφατικό. Η προσφυγή σε ελληνικά κείμενα της ιστορικής περιόδου για τη μελέτη της προϊστορικής θρησκείας κυριάρχησε στα πρώιμα στάδια της μελέτης του μυκηναϊκού παρελθόντος, σήμερα όμως θεωρείται εν πολλοίς αναχρονιστική. Ωστόσο πολλά στοιχεία της ιστορικής ελληνικής θρησκείας εντοπίζονται με βάση τις παραπάνω πηγές και στο Μυκηναϊκό Πολιτισμό, σε βαθμό που να μπορούμε να μιλάμε για συνέχεια της θρησκείας από τα προϊστορικά χρόνια. Οι περισσότερες ελληνικές θεότητες μαρτυρούνται ήδη στα μυκηναϊκά κείμενα[21] (βλ. τον διπλανό πίνακα, όπου οι μυκηναϊκοί τύποι αναγράφονται συνήθως στη δοτική, όπως αναφέρονται στις πινακίδες).

Ζωοθυσίες και συμπόσια

Η θυσία ζώων και η ακόλουθη τελετουργική κατανάλωση του κρέατος των σφαγίων (sa-pa-ke-te-ri-ja) είναι δύο σημαντικά λατρευτικά έθιμα στο μυκηναϊκό κόσμο. Στη Σειρά Wu των αρχείων της Θήβας και στην πινακίδα Un 138 από το μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου είναι καταχωρισμένες οι εισφορές ζώων και άλλων τροφίμων από νομικά και φυσικά πρόσωπα, που αρκούν για την τροφοδοσία μέχρι και 1000 ατόμων κάθε φορά στο πλαίσιο θρησκευτικών συμποσίων που οργανώνονται από την κεντρική διοίκηση. Άλλα σκεύη, έπιπλα και σχετικός εξοπλισμός αναφέρονται στα αρχεία της Κνωσού και στη Σειρά Ta από την Πύλο. Στο ανάκτορο της Πύλου, που προφανώς χρησιμοποιήθηκε και για τη διοργάνωση πολυπληθών συμποσίων, βρέθηκαν 2854 κύλικες, το πιο διαδεδομένο αγγείο πόσεως κρασιού στη μυκηναϊκή περίοδο, μόνο στο Δωμάτιο 19. Άλλες βρέθηκαν διάσπαρτες στις αυλές του ανακτόρου. Στις μαρτυρίες αυτές προστίθεται η αποσπασματική Τοιχογραφία του Λυρωδού, που κοσμούσε τον τοίχο πίσω από το θρόνο στην κεντρική αίθουσα του μεγάρου της Πύλου. Εκεί διακρίνονται ένας ταύρος, μάλλον πάνω σε τράπεζα προσφορών έτοιμος για θυσία, άγνωστος αριθμός συμποσιαστών καθισμένων σε τραπέζια ανά δύο με υψωμένα χέρια (κρατώντας κύλικες;) και ένας μουσικός, που συνοδεύει με τη λύρα του την τελετή. Στην τοιχογραφία η τελετή φαίνεται να λαμβάνει χώρα στο ύπαιθρο, όμως και μέσα στο ίδιο δωμάτιο, δίπλα στο θρόνο, υπάρχουν αύλακες στο δάπεδο, που προφανώς χρησιμοποιούνταν για προσφορές υγρών στη θεότητα. Στον προθάλαμο του μεγάρου απεικονίζονταν λατρευτές να μεταφέρουν δώρα.

Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως ο ἄναξ κατείχε κεντρική θέση στη μυκηναϊκή λατρεία ως οργανωτής και ως αποδέκτης της. Αναφορές που τον εμφανίζουν να λαμβάνει προσφορές λαδιού ανάμεσα μαζί με άλλες θεότητες, οδηγούν πολλούς μελετητές στο συμπέρασμα ότι αναγνωριζόταν θεϊκή υπόσταση και στον ίδιο τον άνακτα, όπως πιθανότατα και στους ηγεμόνες των μινωικών ανακτόρων παλιότερα.

Πόλεμος

Τα Μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα ανέπτυξαν σημαντική πολεμική δραστηριότητα με σημαντικές καινοτομίες και ιδιαιτερότητες σε σχέση με τους υπόλοιπους πολιτισμούς της εποχής του Χαλκού της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου. Από τις σωζόμενες αναφορές των πινακίδων Γραμμικής Β της Κνωσού και Πύλου παρατηρούμε την κατασκευαστική εξειδίκευση των ανακτορικών κέντρων σε μαζικές κατασκευές οπλισμού. Τέσσερις μεταλλικές φολίδες θωράκισης οι οποίες έχουν βρεθεί στις Μυκήνες, στην Σαλαμίνα, στην Τίρυνθα και στο ναυάγιο του Uluburun της Τουρκίας υποδεικνύουν την χρήση φολιδωτών θωράκων απο τους Μυκηναίους[22]. Σημαντικά ευρήματα από την Καδμεία της Θήβας, την Κνωσσό αλλά περισσότερο από την την μεγάλη ανασκαφική ανακάλυψη της διάσημης «Πανοπλίας των Δενδρών» απο τον Paul Astrom στα Δενδρά Αργολίδας[23], σημειώνουν την χρήση χάλκινης ελασματικής θωράκισης κορμού για τον πρόμαχο Μυκηναίο Πολεμιστή κατά την Μέση και Ύστερη περίοδο.

Το τέλος

Τα πρώτα σημάδια κρίσης στα ανακτορικά κέντρα εμφανίζονται με εκτεταμένες καταστροφές από σεισμό στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙΒ1. Λίγο αργότερα καίγεται η ακρόπολη του Γλα και εγκαταλείπεται. Στην Τίρυνθα, τις Μυκήνες και την Αθήνα συνεχίζεται η ζωή, στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙΒ2 όμως προστίθενται ολόκληρες πτέρυγες στους οχυρωματικούς περιβόλους για να διασφαλιστεί η πρόσβαση στις πηγές νερού από το εσωτερικό των ακροπόλεων. Εργασίες οχύρωσης καταγράφονται στη Μιδέα και στη Φυλακωπή της Μήλου την ίδια περίοδο, ενώ στις Μυκήνες και την Πύλο επεκτείνονται οι αποθηκευτικοί χώροι και οι βιοτεχνικές εγκαταστάσεις που γειτνιάζουν άμεσα με τα ανάκτορα. Όλα αυτά μοιάζουν με μέτρα ασφαλείας σε αναμονή κάποιας πολιορκίας. Επίσης κατά την ΥΕ ΙΙΙΒ2 αρχίζει η ανάπτυξη τοπικών ιδιαιτεροτήτων στο μυκηναϊκό κόσμο και η διάσπαση της πολιτισμικής ομοιομορφίας της ανακτορικής περιόδου, προφανώς λόγω χειροτέρευσης της επικοινωνίας.

Lady of Phylakopi, 14th c BC, AM Milos, B 655, 152499
Η Κυρά της Φυλακωπής, αγαλματίδιο που απεικονίζει θεότητα ή ιέρεια (περ. 1350 Π.Κ.Χ.)[24]

Στο πέρασμα από τον 12ο στον 11ο αι. Π.Κ.Χ. παρατηρείται ένα δεύτερο, ισχυρότερο κύμα καταστροφών, από το οποίο δεν θα συνέλθουν ποτέ τα μυκηναϊκά βασίλεια. Η Τίρυνθα, οι Μυκήνες και η Μιδέα καταστρέφονται από ισχυρό σεισμό, ενώ η Πύλος και η Θήβα καίγονται και σχεδόν εγκαταλείπονται. Εγκαταλείπονται επίσης οικισμοί στην Τσούγγιζα της Κορινθίας και στα Νιχώρια της Μεσσηνίας, αν και δεν φανερώνουν ίχνη καταστροφής. Ο πληθυσμός μειώνεται δραματικά κατά την ΥΕ ΙΙΙΓ, η κατοίκηση όμως συνεχίζεται σε οχυρούς οικισμούς στην Τίρυνθα, τις Μυκήνες, τη Μιδέα και την Ασίνη της Αργολίδας, την Αθήνα, την Αχαΐα, τη Βοιωτία, την Εύβοια, τη Φωκίδα και τις Κυκλάδες. Ο διοικητικός μηχανισμός των ανακτόρων καταρρέει και η Γραμμική Β γραφή εγκαταλείπεται και ξεχνιέται.

Τρεις κυρίως εξηγήσεις έχουν προταθεί για την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων και τη συνακόλουθη παρακμή Μυκηναϊκού Πολιτισμού: η φυσική καταστροφή, η εξωτερική εισβολή και οι εσωτερικές διαμάχες. Φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πυρκαγιές και ίσως κλιματικές αλλαγές) έχουν πιστοποιηθεί αρχαιολογικά, στο πρώτο κύμα τους όμως άντεξε το σύστημα και τα ανάκτορα ξαναχτίστηκαν. Η απειλή από εξωτερικούς εισβολείς μπορεί να είναι η αιτία για την ενίσχυση των οχυρώσεων, όμως ο υλικός πολιτισμός της ΥΕ ΙΙΙΓ δείχνει αδιάκοπη συνέχεια με την ανακτορική περίοδο πριν την καταστροφή. Ακόμη και αν επιτέθηκαν τελικά εξωτερικοί εισβολείς, δεν εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που έλεγχαν οι Μυκηναίοι. Ξίφη του ιδιαίτερου τύπου Naue II και χονδροειδής κεραμική κατασκευασμένη χωρίς τροχό, πολύ διαφορετική από τη μυκηναϊκή, έχουν συνδεθεί με πιθανούς εισβολείς. Και τα δύο όμως εμφανίζονται ήδη πριν από τις καταστροφές και όχι με την έλευση πληθυσμών που μπορεί να ευθύνονται για τις καταστροφές. Νέα ταφικά έθιμα (καύση νεκρών, κιβωτιόσχημοι τάφοι) εμφανίζονται με χρονική απόσταση από το τέλος της ΥΕ ΙΙΙΒ, στην προχωρημένη ΥΕ ΙΙΙΓ. Ο μύθος της Καθόδου των Δωριέων, που έπλασαν οι Έλληνες της πρώτης χιλιετίας Π.Κ.Χ. για να εξηγήσουν την καταγωγή τους, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αρχαιολογικά.

Στα μέσα της ΥΕ ΙΙΙΓ σημειώνεται μια «αναγέννηση», που εκφράζεται κυρίως στη διακόσμηση αγγείων με εικονιστικές σκηνές. Το υπερπόντιο εμπόριο εξακολουθεί και τώρα μάλιστα στρέφεται και προς τα δυτικά, στην Ιταλία. Τελευταίες έρευνες στην Τίρυνθα, τη Μιδέα και τη Νάξο δείχνουν πως στην ΥΕ ΙΙΙΓ υπήρξαν ακόμη και προσπάθειες να επισκευαστούν τα μέγαρα της ανακτορικής περιόδου και να ανασυγκροτηθούν οι δομές εξουσίας. Όμως οι προσπάθειες αυτές δεν απέτρεψαν το οριστικό τέλος με ένα τρίτο κύμα καταστροφών στα τέλη του 12ου αι. Π.Κ.Χ.

Η θεωρία της εσωτερικής κατάρρευσης του συστήματος λόγω διαμάχης ανάμεσα στα μυκηναϊκά βασίλεια ή στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις εξηγεί γιατί με τις καταστροφές παράκμασε κυρίως ο πολιτισμός των ηγετικών στρωμάτων της μυκηναϊκής κοινωνίας (ο αρχιτεκτονικός τύπος του μεγάρου, ο διοικητικός μηχανισμός, η γραφή, το εμπόριο με την Ανατολή, ανακτορικές τέχνες όπως η τοιχογραφία). Η ζωή σε χαμηλότερα επίπεδα συνεχίστηκε σχεδόν ανεπηρέαστη.

Το γενικό συμπέρασμα είναι πως όλες οι παραπάνω αιτίες ευθύνονται ως ένα βαθμό για την παρακμή του ανακτορικού μυκηναϊκού πολιτισμού, με διαφορετική βαρύτητα σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή. Καμία από αυτές τις θεωρίες δεν μπορεί να εξηγήσει το τέλος από μόνη της ή να εφαρμοστεί σε ολόκληρο το μυκηναϊκό κόσμο.

Σημειώσεις και παραπομπές

  1. J.C. Wright, "A Survey of Evidence for Feasting in Mycenaean Society", στο: J.C. Wright (επιμ.), The Mycenaean Feast, Princeton 2004, σ. 14· B. Feuer, "Being Mycenaean: A View from the Periphery", American Journal of Archaeology 115, 2011, σ. 510.
  2. Χρησιμοποιείται όμως και η ταξινόμησή του ως πρωτοϊστορικός, εφόσον διαθέτει και κατανοητά πλέον γραπτά κείμενα. Είναι θέμα ορισμού των όρων Προϊστορία και Πρωτοϊστορίας. Άλλωστε όσο προχωρούν η εύρεση, η μελέτη και η αξιοποίηση όλο και περισσότερων κειμένων της περιόδου αυξάνεται σταδιακά και η σχετική τους αξία στην προσπάθεια απόδοσης της εικόνας για την εποχή.
  3. T.G. Palaima, "Mycenaean Religion", στο: C.W. Shelmerdine (επιμ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, Cambridge 2008, σ. 348.
  4. B. Feuer, "Being Mycenaean: A View from the Periphery", American Journal of Archaeology 115, 2011, σσ. 507-536 και ειδικότερα σ. 530.
  5. B. Feuer, "Being Mycenaean: A View from the Periphery", American Journal of Archaeology 115, 2011, σ. 523 εικ. 3 (χάρτης).
  6. Tandy, p. xii. "Figure 1: Map of Epirus showing the locations of known sites with Mycenaean remains"; Tandy, p. 2. "The strongest evidence for Mycenaean presence in Epirus is found in the coastal zone of the lower Acheron River, which in antiquity emptied into a bay on the Ionian coast known from ancient sources as Glykys Limin (Figure 2-A)."
  7. Aegeobalkan Prehistory - Mycenaean Sites
  8. Burns, Bryan E. (2010). Mycenaean Greece, Mediterranean Commerce, and the Formation of Identity. New York: Cambridge University Press. ISBN 9780521119542. 434439310.
  9. Beckman Gary Michael, Cline Eric H., Bryce, R Trevor . (2012). «The Ahhiyawa Texts». Writings from the ancient world / Society of Biblical Literature, (28): 5. ISSN 1570-7008. http://www.sbl-site.org/assets/pdfs/pubs/061528P.front.pdf.
  10. Jorrit Kelder. Ahhiyawa and the World of the Great Kings. A Re-evaluation of Mycenaean Political Structures, Talanta XLVI, 2012, X-X, σελ. 1.
  11. Αρχαία Ιστορία, Α' Γυμνασίου. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, σελ. 32
  12. Ivo Hajnal, Graeco-Anatolian Contacts in the Mycenaean Period, σελ. 2
  13. «Bernstein Linear B in Germany». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Αυγούστου 2016. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουλίου 2010.
  14. Boston University - The Historical Society
  15. The Ancient Greeks: An Introduction, Stephanie Lynn Budin, Oxford University press
  16. The Celtic Encyclopedia
  17. The Encyclopedia Americana, Volume 13
  18. Bryan Avery Feuer, Mycenaean civilization: an annotated bibliography through 2002, McFarland & Co Inc, 2004
  19. T.G. Palaima, "Mycenaean Religion", στο: C.W. Shelmerdine (επιμ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, Cambridge 2008, σ. 342.
  20. T.G. Palaima, "Mycenaean Religion", στο: C.W. Shelmerdine (επιμ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, Cambridge 2008, σσ. 342-343.
  21. T.G. Palaima, "Mycenaean Religion", στο: C.W. Shelmerdine (επιμ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, Cambridge 2008, σσ. 348-350.
  22. Howard, Dan (2011). Bronze age military equipment. South Yorkshire: Pen and sword military publishing. σελ. 74. ISBN 184884293 Check |isbn= value: length (βοήθεια).
  23. Astrom, Paul (1977). The Cuirass Tomb and other finds at Dendra. Lund: Studies in Mediterranean Archaeology Vol IV. σελ. 7-22. ISBN 9185058033.
  24. Renfrew, Colin; Wagstaff, Malcolm (1982). An Island polity : the archaeology of exploitation in Melos. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 9780521237857. 7551708.

Βιβλιογραφία

  • Σπ. Ιακωβίδης, Αι μυκηναϊκαί ακροπόλεις, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αθηνών: Αθήνα 1973.
  • Κ. Δημακοπούλου (επιμ.), Ο Μυκηναϊκός Κόσμος. Πέντε αιώνες πρώιμου ελληνικού πολιτισμού. 1600-1100 π.Χ., Αθήνα 1988.
  • Ντ. Βασιλικού, Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα 1995.
  • J. Chadwick, Ο μυκηναϊκός κόσμος, μετάφραση Κ. Ν. Πετρόπουλος, Gutenberg: Αθήνα 1999.
  • O.T.P.K. Dickinson, Η προέλευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, μετάφραση Αθ. Παπαδόπουλος, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα: Αθήνα 1999.
  • C.W. Shelmerdine, "Review of Aegean Prehistory VI: The Palatial Bronze Age of the Southern and Central Greek Mainland" και "Addendum: 1997-1999", στο T. Cullen (επιμ.), Aegean Prehistory. A Review, American Journal of Archaeology Supplement 1, Archaeological Institute of America: Boston 2001, σσ. 329-381.
  • C.W. Shelmerdine (επιμ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, Cambridge University Press: Cambridge 2008.
  • Η. Μανιατέας - Ι. Τεγόπουλος (επιμ.), Ιστορία των Ελλήνων Ι. Προϊστορικοί χρόνοι, Εκδόσεις «Δομή» Α.Ε.: Αθήνα χ.χ., σσ. 344-609.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Αιγαιακοί πολιτισμοί

Οι Αιγαιακοί πολιτισμοί είναι ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται για τους πολιτισμούς της εποχής του Χαλκού στον αιγαιακό χώρο. Στην πραγματικότητα ο όρος καλύπτει τρεις περιοχές: τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Η Κρήτη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού συνδέεται με το Μινωικό πολιτισμό, ενώ στις Κυκλάδες και στην ηπειρωτική Ελλάδα υπάρχουν διάφοροι πολιτισμοί. Οι Κυκλάδες βρέθηκαν σε στενή επικοινωνία με την κυρίως Ελλάδα κατά την πρωτοελλαδική Μινυακή περίοδο και με την Κρήτη τη Μινωική περίοδο. Από περίπου το 1450 π.Χ., ο πρωτοελληνικός Μυκηναϊκός πολιτισμός εξαπλώνεται στην Κρήτη.

Αρχαία Ελλάδα

Ο όρος αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον ελληνικό κόσμο κατά την περίοδο της αρχαιότητας. Αναφέρεται όχι μόνο στις περιοχές του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αλλά όπου εγκαταστάθηκαν και διαβίωσαν στους αρχαίους χρόνους ελληνικοί πληθυσμοί, συμπεριλαμβανομένων της Ιωνίας, της Κύπρου, της Μεγάλης Ελλάδας (Σικελία και νότια Ιταλία) και των διάσπαρτων ελληνικών εγκαταστάσεων στις ακτές της Μεσογείου, αλλά μέχρι και τον Εύξεινο Πόντο.

Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων το 12ο αιώνα, τα ελληνικά φύλα εισήλθαν στη φάση των «σκοτεινών αιώνων» για την οποία λίγες γνώσεις διαθέτουμε, εξού και η ονομασία της περιόδου αυτής. Η πληθυσμιακή πίεση οδήγησε τα ελληνικά φύλα της ηπειρωτικής Ελλάδας σε μετανάστευση στα νησιά και την αντίπερα ακτή του Αιγαίου. Την επόμενη περίοδο, οι εντεινόμενες επαφές των ελληνικών φύλων με την Ανατολή συνέβαλαν στη δημιουργία αλφαβήτου και την ανάπτυξη της ναοδομίας και της γλυπτικής. Με μονάδα οργάνωσης την πόλιν, οργανώθηκε η ίδρυση αποικιών στις ακτές της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου από περίπου το 750 έως το 550. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από έντονες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στο εσωτερικό των πόλεων, που στην Αθήνα κατέληξαν στην εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Στις αρχές του 5ου αιώνα, ένας συνασπισμός ελληνικών πόλεων απέκρουσε την επίθεση της Περσικής αυτοκρατορίας. Μετά τη λήξη των πολέμων, την ηγεμονία της συμμαχίας ανέλαβε η Αθήνα, που αναδείχθηκε σε πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του ελληνικού κόσμου και οδηγήθηκε σε σύγκρουση με την άλλη μεγάλη ελληνική δύναμη, τη Σπάρτη. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος έληξε το 404 π.Χ. με ήττα της Αθήνας και των συμμάχων της. Εξασθενημένες από τους συνεχείς μεταξύ τους πολέμους κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., οι ελληνικές πόλεις υποτάχθηκαν στην ανερχόμενη ισχύ του μακεδονικού βασιλείου.

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος οδήγησε τους Έλληνες σε μία επιτυχή εκστρατεία κατάλυσης της Περσικής Αυτοκρατορίας. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου το 323, οι διάδοχοί του διαμοίρασαν την αυτοκρατορία του σε διάφορα βασίλεια. Ο ελληνικός πολιτισμός γνώρισε μεγάλη διάδοση στα εδάφη των βασιλείων αυτών και, μετά την κατάκτησή τους από τη Ρώμη, σε πολλές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στους νεώτερους χρόνους, ο πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων άσκησε σημαντική επίδραση στη γλώσσα, την πολιτική, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τις τέχνες, ιδίως κατά την περίοδο της Αναγέννησης στη Δυτική Ευρώπη και κατά τις κλασικιστικές περιόδους το 18ο και 19ο αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, και η ρωμαϊκή εκδοχή του αποτελεί το θεμέλιο λίθο του νεώτερου δυτικού πολιτισμού.

Αρχαία ελληνική μουσική

Με τον όρο αρχαία ελληνική μουσική ονομάζουμε ολόκληρο τον μουσικό πολιτισμό που συνοδεύει την αρχαία ελληνική ιστορία και μελετάται κυρίως από τον 8ο αιώνα π.Χ. και εξής καθώς πριν από την εποχή αυτή, τα στοιχεία που υπάρχουν είναι ελάχιστα και περιορίζονται περιληπτικά στα παρακάτω:

Κυκλαδικός πολιτισμός (τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ.): Βρέθηκαν μουσικές παραστάσεις που απεικονίζουν άρπα και δίαυλο του 2800 π.Χ.

Μινωικός πολιτισμός (μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.): Βρέθηκαν μουσικές παραστάσεις που απεικονίζουν μουσικούς με λύρα και δίαυλο.

Μυκηναϊκός πολιτισμός (μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.): Βρέθηκαν μουσικές παραστάσεις που απεικονίζουν μουσικούς με λύρα και δίαυλο καθώς και άλλα όργανα από πολιτισμούς της Μεσοποταμίας και της Ασίας.

Αρχιτεκτονικός ρυθμός

Ο όρος Αρχιτεκτονικός ρυθμός περιγράφει μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία αρχιτεκτονικής που επικρατεί συνήθως σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Η ανάπτυξη διαφόρων αρχιτεκτονικών ρυθμών εξαρτάται και εξαρτώταν από κλιματικούς, τεχνικούς, θρησκευτικούς και πολιτιστικούς παράγοντες. Με την βιομηχανοποίηση ο ρυθμός ανάπτυξης νέων αρχιτεκτονικών ρυθμών επιταχύνθηκε, καθώς διευρύνθηκαν οι ανάγκες και απαιτήσεις από την κατασκευή των κτιρίων, αλλά και τα υλικά και οι τεχνικές που ήταν διαθέσιμες για την κατασκευή τους. Η εμφάνιση αρχιτεκτονικών ρυθμών εντοπίζεται ήδη στην προϊστορία, με την προϊστορική αρχιτεκτονική, και συνεχίζεται σαν διαδικασία μέχρι και τις μέρες μας.

Ατταρσίγιας

Ο Ατταρσίγιας φέρεται ως πολέμαρχος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (14ος-15ος αιώνας π.Χ.) της Αχίγια στις πηγές των Χετταίων. Οι συγκεκριμένες πηγές, του 1400 π.Χ. περίπου, τον περιγράφουν ως "άνθρωπο της Αχίγια", χώρα που έχει ταυτισθεί με τους Αχαιούς και τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό. Οι εκστρατείες του Ατταρσίγιας και ιδιαίτερα η σύγκρουσή του με τον Μαντουβάττα, αποτελούν την πρώτη καταγεγραμμένη μυκηναϊκή στρατιωτική δραστηριότητα στην μικρασιατική ενδοχώρα, αλλά και την πρώτη αναφορά σε σύγκρουση μεταξύ Αχαιών και Χετταιών. Ο Ατταρσίγιας τελικά αποσύρθηκε από τη Μικρά Ασία ύστερα από Χετταιική επέμβαση, όμως αργότερα εξαπέλυσε επίθεση κατά της Αλάσιας (Κύπρος).

Τα σύγχρονα κείμενα των Χετταίων, γενικότερα, μαρτυρούν ότι υπήρξε πιθανή μία ενιαία πολιτική οντότητα στη Μυκηναϊκή Ελλάδα (Μυκηναϊκή Αυτοκρατορία) εκείνη την εποχή. Επίσης, το όνομα Ατταρσίγιας, υπήρξε η απόδοση στα Χετταιικά, ελληνικού ονόματος και πιθανόν προέρχεται από το Ατρεύς, που συναντάται στην Ελληνική Μυθολογία σε ηγεμόνα των Μυκηνών.

Αχαιοί

Οι Αχαιοί ήταν κατά τους ιστορικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας η μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου που αποτέλεσαν το πρώιμο ελληνικό έθνος. Επρόκειτο στην ουσία για ένα δυναμικό αιολικό φύλο, που με τη δύναμη των όπλων επικράτησε στην Ελλάδα της Μυκηναϊκής εποχής.

Γεωμετρική εποχή

Η γεωμετρική εποχή είναι μία περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας που διαρκεί από το 1050 π.Χ. έως το 700 π.Χ.

Η περίοδος, λοιπόν, από τον ΙΒ΄ ως τον Η΄ αιώνα είναι μία περίοδος μεταβατική, κατά την οποία συνέβησαν εξελίξεις, συντελουμένων των οποίων βρίσκουμε μία διαμορφωμένη κατάσταση στην έναρξη της αρχαϊκής εποχής. Η περίοδος αυτή πέρα από «σκοτεινοί αιώνες», είναι γνωστή και με άλλες ονομασίες, όπως ομηρική εποχή, γεωμετρική εποχή, λόγω των αλλαγών που σημειώνονται περί το 1050 π.Χ. στην τεχνοτροπία της κεραμεικής, ή εποχή του σιδήρου, καθώς από το 1100 π.Χ. και εξής γενικεύεται η χρήση του υλικού αυτού για την κατασκευή όπλων ή σκευών.

Δενδρά

Τα Δενδρά είναι προϊστορικός αρχαιολογικός χώρος που βρίσκεται έξω από το χωριό με το ίδιο όνομα που ανήκουν στο δήμο Ναυπλιέων στην Αργολίδα της Ελλάδας.

Ο χώρος έχει μια ιστορία που εκτείνεται πίσω τουλάχιστον από την πρώιμη Εποχή του Χαλκού και είναι σημαντική για το νεκροταφείο από την Εποχή του Χαλκού που ανασκάφηκε από τον Σουηδό αρχαιολόγο Άξελ Πέρσον στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Ο Πέρσον ανάσκαψε έναν θολωτό τάφο και πολλούς Μυκηναϊκούς θαλαμοειδείς τάφους που προφανώς ανήκαν στην άρχουσα τάξη και κατοικούσαν στο κοντινό φρούριο Μιδέα.

Μεταγενέστερες ανασκαφές (ακολουθώντας εν μέρει επιτυχείς προσπάθειες για να ερευνηθούν οι εκτενώς ανασκαμμένοι τάφοι) έφεραν στο φως τη μοναδική και εκλεκτή πανοπλία Δενδρών χάλκινου χρώματος, που σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο στο κοντινό Ναύπλιο. Αργότερα οι ανασκαφές έφεραν επίσης στο φως ταφές σε τύμβο από την Εποχή του Χαλκού που περιλαμβάνει θυσιασμένα άλογα.

Ελλάδα

Η Ελλάδα (στην καθαρεύουσα Ελλάς), με επίσημη συνταγματική ονομασία Ελληνική Δημοκρατία, είναι χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης στο νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου. Συνορεύει στα βορειοδυτικά με την Αλβανία, στα βόρεια με τα Σκόπια και τη Βουλγαρία και στα βορειοανατολικά με την Τουρκία. Έχει ακτές στην Ανατολική Μεσόγειο και βρέχεται ανατολικά από το Αιγαίο, δυτικά από το Ιόνιο και νότια από το Λιβυκό. Η Ελλάδα κατέχει την 11η θέση στις χώρες με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στα 13.676 χιλιόμετρα, καθώς έχει πλήθος νησιών που υπολογίζεται, αναλόγως τα κριτήρια, στα 2.500 με τα 165 έως 227 να είναι κατοικήσιμα. Βρίσκεται στην 97η θέση στην κατάταξη των χωρών του κόσμου σύμφωνα με την έκτασή τους. Ο πληθυσμός της χώρας την 1η Ιανουαρίου 2018 εκτιμήθηκε ότι ήταν 10.741.165, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας. Η πρωτεύουσά της, και συγχρόνως η μεγαλύτερη πόλη της, είναι η Αθήνα.

Η Ελλάδα έχει πλούσια ιστορική κληρονομιά, κάτι που αντανακλάται στα 18 Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO που βρίσκονται στην επικράτειά της. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας της έχει αλληλεπιδράσει πολιτισμικά κυρίως με λαούς της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης. Οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για τον παγκόσμιο πολιτισμό αφού στην αρχαία Ελλάδα γεννήθηκε η δημοκρατία και η φιλοσοφία, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το δράμα, η τραγωδία και η κωμωδία. Από τον 8ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες οργανώθηκαν σε ανεξάρτητες πόλεις-κράτη, γνωστές ως πόλεις, οι οποίες κάλυπταν όλη την περιοχή της Μεσογείου και τον Εύξεινο Πόντο. Ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας ένωσε το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας τον 4ο αιώνα π.Χ., με τον γιο του Αλέξανδρο να κατακτά γρήγορα ένα μεγάλο μέρος του αρχαίου κόσμου, εξαπλώνοντας τον ελληνικό πολιτισμό και επιστήμη από την ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Ινδία. Η Ελλάδα προσαρτήθηκε από τη Ρώμη τον 2ο αιώνα π.Χ., καθιστώντας την αναπόσπαστο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του διαδόχου της, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός. Ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της ξεκίνησε ήδη τον 1ο και ολοκληρώθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία βοήθησε στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας και μετέδωσε τις ελληνικές παραδόσεις στον ευρύτερο Ορθόδοξο Κόσμο. Τα μέσα του 15ου αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέκτησαν την περιοχή, που παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία για περίπου τέσσερεις αιώνες.

Μετά την εμφάνιση του ελληνικού εθνικού κινήματος, το 1821 ξέσπασε επανάσταση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με σκοπό την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, το οποίο αναγνωρίστηκε το 1830. Τον επόμενο αιώνα το Βασίλειο της Ελλάδας επεκτάθηκε εδαφικά, κυρίως με τους Βαλκανικούς πολέμους, ως την αποτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας το 1922. Τις επόμενες δεκαετίες η Ελλάδα διήγαγε ταραγμένο πολιτικό βίο και ακολούθησε μία μακρά περίοδος αυταρχικής διακυβέρνησης, κατά την οποία επιβλήθηκε βασιλική δικτατορία, η χώρα βρέθηκε υπό στρατιωτική κατοχή κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώρισε εμφύλιο πόλεμο και μια επταετή στρατιωτική δικτατορία. Από το 1974 έως σήμερα πολίτευμα του κράτους είναι η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) το 1981 και της Ευρωζώνης το 2001. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952 και ιδρυτικό μέλος του ΟΗΕ (1945), του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), του Οργανισμού για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και του Διεθνούς Οργανισμού Γαλλοφωνίας. Η μοναδική πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, η μεγάλη τουριστική βιομηχανία, ο εξέχων τομέας της ναυτιλίας και η γεωστρατηγική σημασία της την ταξινομούν ως μέση δύναμη. Είναι η μεγαλύτερη οικονομία στα Βαλκάνια και σημαντικός επενδυτής στη περιοχή. Θεωρείται ανεπτυγμένη χώρα με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και πολύ υψηλό δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης. Κατατάχθηκε ως η 29η καλύτερη χώρα σε επίπεδο ποιότητας ζωής στον κόσμο για το 2015.

Ελληνική ιστορία

Η Ελληνική ιστορία είναι η ιστορία των Ελληνικών φύλων και πολιτισμού, από την εμφάνισή τους έως σήμερα. Παρ' όλο, όμως, το ότι ανεξάρτητο κράτος με το όνομα Ελλάδα αναγνωρίσθηκε μόλις το 1828, η Ελληνική ιστορία εκτείνεται πέρα από τα γεωγραφικά όρια του σημερινού κράτους και σε μακριά περίοδο αιώνων προς το παρελθόν. Σε γενικές γραμμές η Ελληνική ιστορία χωρίζεται στις εξής περιόδους, συνήθως χωρίς σαφή όρια ανάμεσά τους:

Κυκλαδικός πολιτισμός (πριν το 3050 π.Χ.-1100 π.Χ.

Μινωικός πολιτισμός (πριν το 3000 π.Χ.-1420 π.Χ.)

Αιγαιακός πολιτισμός (πριν το 1600 π.Χ.)

Μυκηναϊκός πολιτισμός (περίπου 1600-1100 π.Χ.)

Σκοτεινοί αιώνες ή Γεωμετρική Εποχή (1100-800 π.Χ.)

Αρχαϊκή εποχή (περίπου 800 π.Χ.-περίπου 500 π.Χ.)

Κλασική εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)

Ελληνιστική περίοδος (323-146 π.Χ.)

Ρωμαϊκή περίοδος (146 π.Χ.-330 μ.Χ.)

Βυζαντινή περίοδος (330-1453)

Οθωμανική περίοδος (1453-1821)

Νεότερη ή σύγχρονη Ελλάδα (1821-)

Ιωνία

Στην αρχαιότητα, η Ιωνία ήταν η περιοχή της Μικράς Ασίας η οποία περιλάμβανε τις Ιωνικές αποικίες. Η περιοχή αυτή περιοριζόταν στο κεντρικό τμήμα της ανατολικής ακτής του Αιγαίου απέναντι από τα νησιά Χίο και Σάμο. Σταδιακά η Ιωνία ταυτίστηκε με ολόκληρη την περιοχή των ανατολικών παραλίων του Αιγαίου λόγω της μεγαλύτερης εμβέλειας των Ιωνικών πόλεων έναντι των άλλων ελληνικών πόλεων της περιοχής αυτής.

Κάθοδος των Δωριέων

Η λεγόμενη «Κάθοδος των Δωριέων» ή «Επιστροφή των Ηρακλειδών» είναι θεωρία ιστορική και γλωσσολογική σύμφωνα με την οποία περί τον 12ο αιώνα π.Χ. ελληνικά φύλα κατήλθαν από το βορρά προς την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο με συνέπεια την καταστροφή του Μυκηναϊκού πολιτισμού.

Η σχετική παράδοση οφείλεται στον Ηρόδοτο ο οποίος πρώτος αναφέρθηκε στις μετακινήσεις των Δωριέων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση οι Δωριείς μετανάστευσαν από τη Φθιώτιδα στην Ιστιαιώτιδα, στην Πίνδο, στη Δρυοπίδα και τελικά στην Πελοπόννησο. Οι υποτιθέμενες αυτές μετακινήσεις έμειναν γνωστές ως «Κάθοδος των Δωριέων» ή «Επιστροφή των Ηρακλειδών».

Στην νεώτερη εποχή οι ιστορικοί και αρχαιολόγοι αναζήτησαν κάποια τεκμηρίωση αυτής της παράδοσης και επικαλέστηκαν ως μαρτυρίες την εισαγωγή της χρήσης του σιδήρου, το έθιμο της καύσης των νεκρών, την παραγωγή της πρωτογεωμετρικής κεραμικής και την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων. Στην πράξη αυτές οι έρευνες απέδειξαν το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτές οι πρακτικές αποτελούν συνέχεια του πολιτισμού των υπομυκηναϊκών χρόνων. Χαρακτηριστικά η E. Vermeule αναφέρει ότι "οι κυριότεροι νεωτερισμοί των σκοτεινών αιώνων βρίσκονται όχι κατά μήκος της Δωρικής διαδρομής, αλλ' ακριβώς σε εκείνες τις περιοχές οι οποίες δεν κατακλύστηκαν, οι οποίες διατήρησαν επί μακρότατον τις Μυκηναϊκές παραδόσεις και οι οποίες παρέμειναν ανοικτές σε επαφές με την Ανατολή διά θαλάσσης", δηλ. η Αθήνα, η Κρήτη και η ακτή της Ιωνίας. Ο Μ. Ανδρόνικος χαρακτηρίζει την κάθοδο των Δωριέων ένα "φάντασμα".Από τα γλωσσολογικά δεδομένα προκύπτουν επίσης ενδείξεις ότι η δωρική διάλεκτος ομιλούνταν και κατά την μυκηναϊκή περίοδο αλλά ήταν κοινωνικά κατώτερη, δεν αναγραφόταν στις πινακίδες και χρησιμοποιούνταν εκτός των ανακτόρων.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Χρήστο Ντούμα οι Δωριείς ήταν κάτοικοι της Ελλάδος που κάποτε εκτοπίστηκαν από τους Μυκηναίους σε ορεινές περιοχές, κάτι ανάλογο με αυτό που έχει συμβεί σε πολλούς πληθυσμούς στην ιστορία της Ελλάδας. Στα ορεινά ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και τη δασική οικονομία γι' αυτό η παράδοση τους χαρακτηρίζει ως οπισθοδρομικούς. Κάποτε από τα ορεινά επέστρεψαν στα πεδινά στις αρχικές τους κοιτίδες όταν για άλλους λόγους παρήκμασαν τα ανακτορικά συγκροτήματα. Σημειώνεται ότι η λέξη "κατίοντες" που συναντάται στον Ηρόδοτο και αλλού σε σχέση με τους Δωριείς έχει και την έννοια του "επιστρέφω από την εξορία". Η σύγχρονη ερμηνεία του "κατίοντες" ως "κατερχόμενοι" οφείλεται στην σύγχρονη χαρτογραφική απεικόνιση όπου ο βορράς είναι "πάνω" και ο νότος "κάτω".

Κατά μία ερμηνεία, το όνομα "Δωριεύς" δεν οφείλεται στην Δωρίδα, αλλά αντίστροφα αυτή η περιοχή ονομάστηκε έτσι λόγω των Δωριέων. Η κατάληξη -εύς υποδεικνύει επάγγελμα, ενώ η ρίζα δωρ- είναι γνωστή από τη μυκηναϊκή εποχή και σχετίζεται με τα δένδρα και τα ξύλα. Η εναλλαγή του όμικρον με το ωμέγα είναι συνήθης μεταξύ των διαλέκτων. Έτσι η λέξη "Δωριεύς" πιθανώς δηλώνει τον ασχολούμενο με την ξυλεία, τον ξυλοκόπο. Είναι πιθανό ότι αργότερα η χρήση του όρου διευρύνθηκε ώστε να χαρακτηρίζει όλους τους "άξεστους" ελληνόφωνους, ανάλογα με τη σύγχρονη χρήση της λέξης "βλάχος". Σχετικός θεωρείται και ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο τελευταίος βασιλιάς Κόδρος, προκειμένου να σώσει τους Αθηναίους από τους Δωριείς, μεταμφιέστηκε σε ξυλοκόπο για να διεισδύσει στο στρατόπεδό τους.Ο Πλάτων στο έργο "Νόμοι" μας παραθέτει έναν διάλογο μεταξύ του ιδίου, του Κνωσείου Κλεινία και του Λακεδαίμονα Μεγίλλου. Στον διάλογο αυτόν οι τρεις γηραιοί άνδρες κατά την διάρκεια της διαδρομής τους από την Κνωσό προς το Ιδαίον Άντρον με σκοπό την μύηση τους στα Ανώτατα Μινωικά Μυστήρια συζητούν, κρίνουν και συγκρίνουν τα 3 Πολιτεύματα τους. Στον στίχο 682d ο Πλάτων μας ενημερώνει ότι οι Δωριείς ήταν Αχαιοί, πράγμα με το οποίο συμφωνεί ο Μέγγιλος.

Πλάτων: "...στην διάρκεια όμως των δέκα ετών της πολιορκίας στο Ίλιον (Τροία), στην πατρίδα κάθε επιτιθεμένου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι νεότεροι στασίασαν (επαναστάτησαν) και δεν υποδέχθηκαν όπως έπρεπε τους στρατιώτες κατά την επιστροφή τους. Ακολούθησαν αμέτρητοι θάνατοι και σφαγές και εξορίες. Όσοι διώχθηκαν ξαναγύρισαν αργότερα με άλλο όνομα. Τώρα λέγονταν Δωριείς αντί Αχαιοί γιατί εκείνος που τους συγκέντρωσε στην Εξορία κατάγονταν από την Δωρίδα. Πλήρης περιγραφή αυτών που έγιναν τότε υπάρχουν καταγεγραμμένα στην ιστορία των Λακεδαιμόνιων"

Μέγιλλος (Σπαρτιάτης): "Απόλυτα ορθόν"

Πλάτωνος Νόμοι 682d

Οπότε η Κάθοδος των Δωριέων στην πραγματικότητα ήταν πρώτα άνοδος και έπειτα κάθοδος και όχι των Δωριέων αλλά των Αχαιών.

Κατάλογος βασιλέων των Μυκηνών

Ο παρακάτω κατάλογος αναφέρει σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, τους βασιλείς ή άνακτες (σύμφωνα με τον Ομηρικό όρο και την μυκηναϊκή γραμμική γραφή Β΄) της πόλης των Μυκηνών, που έδωσε το όνομά της στον ομώνυμο πολιτισμό κατά την εποχή του χαλκού στην Ελλάδα (16ος-11ος αιώνας π.Χ.).

Κυκλαδικός πολιτισμός

Την ονομασία Κυκλάδες χρησιμοποίησαν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς για να χαρακτηρίσουν το πυκνό σύμπλεγμα των μικρών νησιών στο κέντρο του Αιγαίου πελάγους, τα οποία φαίνονται να σχηματίζουν έναν νοητό κύκλο γύρω από το ιερό νησί τους και τόπο λατρείας του Απόλλωνα, τη Δήλο. Τα νησιά αυτά υπήρξαν το λίκνο ενός σημαντικού πολιτισμού, του λεγόμενου Κυκλαδικού πολιτισμού, που άνθησε κατά την 3η χιλιετία π.X.

Τρεις είναι οι λόγοι που συνέτειναν στη γένεση και στην ανάπτυξη πολιτισμού στις Κυκλάδες κατά τους αρχαιότατους αυτούς χρόνους. Πρώτον, η στρατηγική γεωγραφική τους θέση, δεύτερον, οι περιορισμοί του φυσικού τους περιβάλλοντος οι οποίοι ανάγκασαν τους νησιώτες να στραφούν εξαρχής στην θάλασσα προκειμένου να προσποριστούν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους και τρίτον, ο ορυκτός τους πλούτος, συγκεκριμένα ο οψιανός της Μήλου, η σμύριδα της Νάξου, ο μόλυβδος της Σίφνου, ο χαλκός της Κύθνου και της Σέριφου και, τέλος, η κατεξοχήν πρώτη ύλη των νησιών, το μάρμαρο.

Ο όρος κυκλαδικός πολιτισμός, τον οποίο ο Χρήστος Τσούντας χρησιμοποίησε με γεωγραφική και χρονολογική σημασία, είναι συνώνυμος των όρων Πρωτοκυκλαδικός πολιτισμός ή Πρώιμη εποχή του Χαλκού ή Πρωτοχαλκή εποχή. Με τους όρους αυτούς προσδιορίζεται η πρώτη από τις τρεις περιόδους στις οποίες διακρίνεται συμβατικά η εποχή του χαλκού στα νησιά των Κυκλάδων.

Η εποχή αυτή καλύπτει περίπου δύο χιλιετίες, δηλαδή το διάστημα από το 3200 έως το 1100 π.Χ., και διακρίνεται σε Πρωτοκυκλαδική, Μέση και Υστεροκυκλαδική. Ο Κυκλαδικός πολιτισμός όμως άκμασε περισσότερο την περίοδο της πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3000-2000).Ο Κυκλαδικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στην εποχή του χαλκού.Οι Κυκλάδες ήταν μια γέφυρα ανάμεσα στη ηπειρωτική Ελλάδα την Κρήτη την Ευρώπη και την Ασία.Ο οικισμός ήταν αυτόνομος στην αρχή χαμηλά στη θάλασσα και αργότερα σε ψηλούς λόφους.

Μεταπολίτευση

Με τον όρο μεταπολίτευση εννοείται η περίοδος της νεότερης ελληνικής ιστορίας μετά την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών το 1974, και αλλαγή του πολιτεύματος σε προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η περίοδος στην οποία εντάσσεται η μεταπολίτευση αναφέρεται στην ελληνική ιστοριογραφία ως Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία.

Ενώ η αρχή της ιστορικής περιόδου της μεταπολίτευσης βρίσκεται ξεκάθαρα στο καλοκαίρι του 1974, υπάρχουν διαφωνίες για το εάν και πότε αυτή τελείωσε. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου (1989-91) και ο θάνατος του Ανδρέα Παπανδρέου (1996) θεωρούνται σημεία τομής για την οριοθέτηση του τέλους της «πρώτης μεταπολίτευσης», ενώ η οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε το 2009 έχει οδηγήσει πολλούς παρατηρητές να κάνουν λόγο για το ξεκίνημα μιας νέας ιστορικής περιόδου.

Μινωικός πολιτισμός

Με τον όρο Μινωικός πολιτισμός εννοείται ο προϊστορικός πολιτισμός της Κρήτης, διακριτός του προϊστορικού πολιτισμού που αναπτύχθηκε στην ηπειρωτική Αρχαία Ελλάδα (Ελλαδικός πολιτισμός) και τα νησιά του Αιγαίου (Κυκλαδικός πολιτισμός). Το όνομα μινωικός προέρχεται από τον μυθικό βασιλιά Μίνωα και δόθηκε από τον Άρθουρ Έβανς, τον αρχαιολόγο που ανέσκαψε το ανάκτορο της Κνωσού. Η ανάλυση του Έβανς για τον Μινωικό πολιτισμό ολοκληρώθηκε το 1935, και έθεσε το θεμέλιο για τη μελέτη των διαδικασιών και μετασχηματισμών που οδήγησαν στην ανάπτυξη, εδραίωση και παρακμή των Μινωιτών.

Μυκηναϊκή αρχιτεκτονική

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές από το δεύτερο μισό του 18.ου μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Σε αυτά συγκαταλέγονται τειχισμένες ακροπόλεις, ανάκτορα, οικισμοί και ταφικά μνημεία. Τα αρχιτεκτονήματα αυτά αποτελούν αξιοθαύμαστα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Μυκηναϊκό νεκροταφείο Βούντενης

To Μυκηναϊκό νεκροταφείο Βούντενης μαζί με τον Μυκηναϊκό οικισμό στη θέση Μπόρτζι αποτελούν το Μυκηναϊκό πάρκο Πατρών, που βρίσκεται πλησίον του οικισμού της Βούντενης Αχαΐας (γνωστής και ως Σκιόεσσα) του Δήμου Πατρέων. Ο αρχαιολογικός χώρος συνολικής έκτασης 180 στρεμμάτων βρίσκεται σε υψόμετρο 220 μέτρων, σε απόσταση 7 χιλιομέτρων βορειανατολικά της Πάτρας, και έχει διαμορφωθεί σε επισκέψιμο πάρκο. Περιλαμβάνει 78 λαξευτούς θαλαμωτούς τάφους και τα ερείπια ενός προϊστορικού οικισμού που πιθανώς ταυτίζεται με την αρχαία Μεσσάτιδα. Οι πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές ξεκίνησαν το 1923 από το Νικόλαο Κυπαρίσση. Πολλά από τα ευρήματα που έχουν έρθει στο φως, όπως αγγεία, πήλινα ειδώλια, χάλκινες αρύταινες, εργαλεία, όπλα και κοσμήματα, έχουν μεταφερθεί και εκτίθενται στο κοντινό αρχαιολογικό μουσείο Πατρών.

Πελοπόννησος

Η Πελοπόννησος, γνωστή και ως Μωριάς, είναι η μεγαλύτερη χερσόνησος της Ελλάδας, και ένα από τα εννέα γεωγραφικά της διαμερίσματα. Βρίσκεται στα νότια του ηπειρωτικού τμήματος της χώρας και συνδέεται με τη Στερεά Ελλάδα μέσω μιας στενής λωρίδας γης, τον Ισθμό της Κορίνθου, λωρίδα γης όπου το 1893 κατασκευάστηκε η ομώνυμη διώρυγα. Επιπλέον, από το 2004 η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου (από το 2007 φέρει την επωνυμία «Χαρίλαος Τρικούπης»), συνδέει την Πελοπόννησο με την Στερεά Ελλάδα και την υπόλοιπη εν γένει ηπειρωτική χώρα. Η Πελοπόννησος διαιρείται διοικητικά σε επτά νομούς (Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία και Μεσσηνία) ενώ ένα μικρό τμήμα της να υπάγεται διοικητικά στο νομό Αττικής). Από το 1986 χωρίζεται διοικητικά σε δύο περιφέρειες, της Δυτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου (και ένα μικρό τμήμα αντίστοιχα, στην Περιφέρεια Αττικής).

Η έκταση της είναι 21.439 τετρ. χλμ. και ο πληθυσμός της, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ανέρχεται σε 1.086.935 κατοίκους. Αποτελεί ιστορική κοιτίδα του ελληνισμού και κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια. Σε αυτήν αναπτύχθηκε ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός και κατοίκησαν και τα τρία κυριότερα ελληνικά φύλα (Αχαιοί, Ίωνες και Δωριείς), ενώ στην Πελοπόννησο βρίσκονταν ορισμένες από τις σπουδαιότερες ελληνικές πόλεις-κράτη, όπως η Σπάρτη, η Κόρινθος και το Άργος. Αποτέλεσε θέατρο των περισσότερων πολεμικών συγκρούσεων, που έλαβαν χώρα στον ελληνικό χώρο, με κορυφαία ιστορικά παραδείγματα τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την Ελληνική Επανάσταση (’21), της οποίας αποτέλεσε και τόπο έναρξης, ενώ επίσης γνώρισε διάφορους κατακτητές όπως Ρωμαίους, Φράγκους, Οθωμανούς κ.ά. Μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου είναι η Πάτρα με δεύτερη κατά σειρά πόλη την Καλαμάτα.

Αρχαία Ελλάδα

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.