Μουσταφά Δ΄

Ο Μουσταφά Δ΄ (τουρκ. IV. Mustafa, 8 Σεπτεμβρίου 1779 - 17 Νοεμβρίου 1808) ήταν σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1807 έως το 1808.

Μουσταφά Δ΄
مصطفى رابع
Χαλίφης του Ισλάμ
Υπηρέτης των δύο Ιερών Προσκυνημάτων
Mustafa IV
Περίοδος29 Μαΐου 1807 - 15 Νοεμβρίου 1808
ΠροκάτοχοςΣελίμ Γ΄
ΔιάδοχοςΜαχμούτ Β΄
Γέννηση8 Σεπτεμβρίου 1779
Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος15 Νοεμβρίου 1808 (29 ετών)
Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Τόπος ταφήςΤουρμπές Αμπντούλ Χαμίτ Α΄, Φατίχ, Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία
ΣύζυγοςΣεβρινούρ Καντινεφέντι
Ντιλπεζίρ Καντινεφέντι
Σεϊγαρέ Καντινεφέντι
Πεϊκιντίλ Καντινεφέντι
ΕπίγονοιΕσμά Σουλτάν
Πλήρες όνομα
   Μουσταφά μπιν Αμπντούλ Χαμίτ
ΟίκοςΟσμανιδών
ΠατέραςΑμπντούλ Χαμίτ Α΄
ΜητέραΝιουκχετσεζά Χανιμεφέντι
ΘρησκείαΙσλάμ
Υπογραφή
Tughra of Mustafa IV

Βιογραφία

Ο Μουσταφά γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1779. Ήταν γιος του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ και της Νιουκχετσεζά Χανιμεφέντι. Η θετή μητέρα του ήταν η Αϊσέ Σενιγιεπερβέρ Σουλτάν.

Διαδέχθηκε στο θρόνο το 1807 τον προοδευτικό εξάδελφό του Σελίμ Γ΄ που εκθρόνισαν οι γενίτσαροι. Ο Μουσταφά Δ΄, προκειμένου να ικανοποιήσει αυτούς, κατάργησε το υπό του προκατόχου του συσταθέν, στα πλαίσια του Τανζιμάτ, κατά το ευρωπαϊκό σύστημα, πρότυπο στρατιωτικό σώμα «Νιζάμ-ι-τζεντίτ» χωρίς όμως να καταφέρει θεμιτό αποτέλεσμα. Αντίθετα, αυτό ήταν αφορμή να εξάψει ακόμη περισσότερο τις αναρχικές διαθέσεις των γενιτσάρων, αλλά και του οθωμανικού ιερατείου. Τότε επίσης άρχισαν να πρωτοπαρουσιάζονται φυγόκεντρες πολιτικές τάσεις απόσχισης από τη σουλτανική εξουσία: αρκετοί διοικητές επαρχιών έδειχναν τάσεις αυτονομίας.

Το τέλος

Τότε συνέβη ο αφοσιωμένος στον εκθρονισθέντα Σουλτάνο Σελίμ Γ΄, Πασάς του Ρουμτσουκίου Μπαϊρακτάρ Μουσταφάς να κινηθεί επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δύναμης κατά της Κωνσταντινούπολης με την αξίωση από τον Σουλτάνο Μουσταφά Δ΄ να αποκαταστήσει στο θρόνο τον Σελίμ Γ΄, δηλαδή να παραιτηθεί υπέρ εκείνου. Σε απάντηση ο Μουσταφάς διέταξε τον θάνατο του εκθρονισθέντος Σελίμ, το πτώμα του οποίου ρίχθηκε από τα τείχη μπροστά στις δυνάμεις των επαναστατών. Τότε ο Μπαϊρακτάρ Μουσταφά Πασάς διέταξε γενική επίθεση κατά των οθωμανικών ανακτόρων κατά την οποία αφού κατέλαβε τ΄ ανάκτορα φόνευσε τον Μουσταφά Δ΄ (1808) και ανακήρυξε Σουλτάνο τον αδελφό του Μαχμούτ Β΄.

Οικογένεια

Σύζυγοι

  • Σεβρινούρ Καντινεφέντι
  • Ντιλπεζίρ Καντινεφέντι
  • Σεϊγαρέ Καντινεφέντι
  • Πεϊκιντίλ Καντινεφέντι

Παιδιά

  • Εσμά Σουλτάν
1779

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1779 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1807

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1807 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1808

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1808 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

29 Μαΐου

Μάρτιος | Απρίλιος | Μάιος | Ιούνιος | Ιούλιος

28 Μαΐου | 29 Μαΐου | 30 Μαΐου

H 29η Μαΐου είναι η 149η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (150η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 216 ημέρες.

8 Σεπτεμβρίου

Ιούλιος | Αύγουστος | Σεπτέμβριος | Οκτώβριος | Νοέμβριος

7 Σεπτεμβρίου | 8 Σεπτεμβρίου | 9 Σεπτεμβρίου

H 8η Σεπτεμβρίου είναι η 251η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (252η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 114 ημέρες.

Αμπντούλ Χαμίτ Α΄

Ο Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ (τουρκ. I. Abdülhamid, 20 Μαρτίου 1725 - 7 Απριλίου 1789) ήταν ο 27ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1774-1789. Ο Αμπντούλ Χαμίτ θεωρείται ο πιο ευγενικός σουλτάνος και από τους Τούρκους αναφέρεται ως άγιος.

Αϊσέ Σενιγιεπερβέρ Σουλτάνα

Η Αϊσέ Σενιγιεπερβέρ Βαλιντέ Σουλτάν (Οθ. Τούρκικα:سینه پرور سلطان) (Τούρκικα: Ayşe Seniyeperver Valide Sultan, 1761 - 11 Δεκεμβρίου 1828) ήταν η δεύτερη σύζυγος του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Βαλιντέ Σουλτάν στον θετό γιο της, Μουσταφά Δ΄.Ο πλήρης τίτλος ήταν: Devletlu İsmetlu Ayşe Seniyeperver Valide Sultan Aliyyetü'ş-Şân Hazretleri

Βαλιδέ σουλτάνα

Βαλιδέ σουλτάνα (τουρκικά: والده سلطان, "Βαλιντέ σουλτάν", κυριολεκτικά «μητέρα σουλτάνου») ήταν τίτλος που διατηρούσε η μητέρα ενός εν ενεργεία σουλτάνου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο τίτλος ορισμένες φορές μεταφράζεται ως «βασιλομήτωρ» και ορθότερα ως «σουλτανομήτωρ», έχοντας ιδιαιτερότητες σε σχέση με την αντίστοιχη θέση στο δυτικό κόσμο.

Ο τίτλος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα για την Αϊσέ Χαφσά Σουλτάν, σύζυγο του Σελίμ Α΄ και μητέρα του Σουλεϊμάν Α΄ του Μεγαλοπρεπούς. Το «βαλιδέ» προέρχεται από τα αραβικά: είναι θηλυκό του βαλίντ (= πατέρας). Πρώτη βαλιντέ σουλτάνα ήταν η Αϊσέ Χαφσά Σουλτάν και τελευταία η Ραχιμέ Πιριστού Σουλτάν.

Η θέση ήταν ίσως η σημαντικότερη θέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον ίδιο το σουλτάνο. Η βαλιδέ σουλτάν, ως μητέρα της «Αυτού Ιεράς Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος Σουλτάνου και Χαλίφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», τιτλοφορούταν και «μητέρα πάντων των πιστών» (του Ισλάμ) ή και «μεγάλη κοινή μητέρα των πιστών» (στον σουλτάνο). Στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξαν πολλές περιπτώσεις, που οι βαλιδέ σουλτάνες δέσποζαν της βασιλείας των γιων τους.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, σε μια περίοδο που είναι γνωστή ως «Σουλτανάτο των Γυναικών», μια σειρά από μη ικανούς ή ανήλικους σουλτάνους έθεσε τον ρόλο της βαλιδέ σουλτάν σε εξέχουσα πολιτική θέση. Ήταν οι μόνες γυναίκες της σουλτανικής αυλής που καταλάμβαναν ιδιαίτερες τιμητικές θέσεις σε διάφορες τελετές εκτός των θρησκευτικών.

Το Σουλτανάτο των Γυναικών ξεκίνησε με την Χουρέμ Σουλτάν, σύζυγο του Σουλεϊμάν Α΄ και μητέρα του Σελίμ Β΄, και συνεχίστηκε με την Νουρμπανού Σουλτάν. Η Νουρμπανού ήταν η ενετικής καταγωγής σύζυγος του Σελίμ Β΄, μητέρα του σουλτάνου Μουράτ Γ΄ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ντε φάκτο συμβασιλέας ως βαλιδέ κατά την περίοδο 1574-1583. Η Νουρμπανού ηγήθηκε του κράτους από κοινού με το μεγάλο βεζίρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά, αποτελώντας την πρώτη βαλιδέ σουλτάν που συγκυβέρνησε με σουλτάνο κατά τη διάρκεια του Σουλτανάτου των Γυναικών.

Η ισχυρότερη βαλιδέ σουλτάν στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε η ελληνικής καταγωγής Μαχπεϊκέρ Κιοσέμ Σουλτάν.

Από τη στιγμή που οι γυναίκες του χαρεμιού ήταν σχεδόν πάντα σκλάβες, δεν παντρευόταν ποτέ επίσημα τους σουλτάνους. Ωστόσο τα παιδιά τους εθεωρούντο πλήρως νόμιμα από τον ισλαμικό νόμο, εφόσον τα αναγνώριζε ο πατέρας.Οι βαλιδέ σουλτάνες ήταν, ιστορικά, κυρίως Χριστιανές και μερικές Εβραίες, που εξισλαμιζόταν μετά την αρπαγή τους.

Εσμά Σουλτάν (κόρη του Αμπντούλ Χαμίτ Α')

Η Εσμά Σουλτάνα (Οθ. Τούρκικα:إسما سلطان) (Τούρκικα: Esma Sultan, 17 Ιουλίου 1778 - 4 Ιουνίου 1848) ήταν Οθωμανή πριγκίπισσα, κόρη του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄, αδελφή των Σουλτάνων Μουσταφά Δ΄ και Μαχμούτ Β΄ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ήταν η θετή μητέρα της Μπεζμιαλέμ Σουλτάν και της Ραχιμέ Πιριστού Σουλτάν.

Καντινεφέντι

Καντινεφέντι (Τουρκικά Kadınefendı, Οθωμανικά Τουρκικά: قادين افندی) ήταν τίτλος που δινόταν στις αγαπημένες επίσημες συζύγους των Σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μεταφράζεται ως "Βασίλισσα". Ο Σουλτάνος μπορούσε να έχει μέχρι τέσσερις και μερικές φορές πέντε και οκτώ γυναίκες με το βασιλικό αξίωμα της Καντινεφέντι και απεριόριστο αριθμό Ικμπάλ, δηλαδή συζύγους με τον βαθμό της Χανιμεφέντι. Ο τίτλος Καντινεφέντι ήταν μία αντικατάσταση των πρώτων τίτλων, Χατούν και Χασεκί Σουλτάν.

Μαχμούτ Β΄

Ο Μαχμούτ Β΄ (Οθ. τουρκ: محمود ثان, τουρκ.: II. Mahmud ) (20 Ιουλίου 1785 – 1 Ιουλίου 1839) ήταν ο 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839.

Νιουκχετσεζά Χανιμεφέντι (σύζυγος του Αμπντούλ Χαμίτ Α΄)

Η Νιουκχετσεζά Χανιμεφέντι (Οθ. Τούρκικα:نکهت سزا خانم) (Τούρκικα: Nükhetsezâ Hanım Efendi, ? - 1850) ήταν η τέταρτη σύζυγος του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ και μητέρα του σουλτάνου Μουσταφά Δ΄ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Ο πλήρης τίτλος ήταν: Devletlu İsmetlu Nükhetsezâ Hanım Efendi Hazretleri

Τίποτα δεν είναι γνωστό για την Νιουκχετσεζά. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το που και πότε γεννήθηκε, ούτε και πως μπήκε στο χαρέμι. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1779 η Νιουκχετσεζά Χανιμεφέντι γέννησε το μοναδικό της παιδί τον μελλοντικό σουλτάνο Μουσταφά Δ΄. Υπάρχουν φήμες ότι η πραγματική μητέρα του Μουσταφά ήταν μια άλλη σύζυγος του σουλτάνου η Αϊσέ Σενιγιεπερβέρ Σουλτάν.

Η Νιουκχετσεζά Χανιμεφέντι πέθανε στις 4 Ιουνίου 1850 στην Κωνσταντινούπολη.

Οθωμανική Αυτοκρατορία

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (οθωμανικά τουρκικά: دَوْلَتِ عَلِيّهٔ عُثمَانِیّه, Ντεβλέτ-ι Αλίγε-ι Οσμάνιγε, επί λέξει Το Ανώτατο Οθωμανικό Κράτος, σύγχρονα τουρκικά: Osmanlı İmparatorluğu ή Osmanlı Devleti), περισσότερο γνωστή κατά το παρελθόν στη Δύση ως Τουρκική Αυτοκρατορία ή απλώς Τουρκία ήταν ένα κράτος που έλεγχε μεγάλο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής μεταξύ του 14ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Ιδρύθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα στη βορειοδυτική Μικρά Ασία στην πόλη Σετζούτ (σύγχρονη Επαρχία Μπιλετσίκ) από τον Ογούζο Τούρκο φύλαρχο Οσμάν Α΄. Το 1354 οι Οθωμανοί πέρασαν στην Ευρώπη και με την κατάκτηση των Βαλκανίων το Οθωμανικό μπεηλίκι μεταμορφώθηκε σε μια διηπειρωτική αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από το Μωάμεθ τον Πορθητή το 1453.

Κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα, στην κορύφωση της ισχύος της, υπό τη βασιλεία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια πολυεθνική, πολυγλωσσική αυτοκρατορία που έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τμήματα της Κεντρικής Ευρώπης, τη Δυτικής Ασία, τμήματα της Ανατολικής Ευρώπης και τον Καύκασο, τη Βόρεια Αφρική και το Κέρας της Αφρικής. Στις αρχές του 17ου αιώνα η αυτοκρατορία περιελάμβανε 32 επαρχίες και πολλά υποτελή κράτη. Ορισμένα από αυτά απορροφήθηκαν αργότερα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ σε άλλα παραχωρήθηκαν διάφοροι τύποι αυτονομίας κατά την πάροδο των αιώνων.

Με την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσά της και τον έλεγχο των εδαφών γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν στο επίκεντρο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού Κόσμου επί έξι αιώνες. Ενώ άλλοτε θωρείτο ότι η αυτοκρατορία εισήλθε σε περίοδο παρακμής μετά το θάνατο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, αυτή η άποψη δεν υποστηρίζεται πλέον από την πλειονότητα των ακαδημαϊκών ιστορικών. Η αυτοκρατορία εξακολούθησε να διατηρεί ευέλικτη και ισχυρή οικονομία, κοινωνία και στρατό σε όλη τη διάρκεια του 17ου και του 18ου αιώνα. Ωστόσο κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου ειρήνης από το 1740 ως το 1768, το οθωμανικό στρατιωτικό σύστημα έμεινε πίσω από εκείνο των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της, των αυτοκρατοριών των Αψβούργων και της Ρωσίας. Ετσι οι Οθωμανοί υπέστησαν σοβαρές στρατιωτικές ήττες στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, γεγονός που τους ώθησε να ξεκινήσουν μια ολοκληρωμένη διαδικασία μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού γνωστή ως Τανζιμάτ. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το οθωμανικό κράτος έγινε πολύ πιο ισχυρό και οργανωμένο, παρά τις περαιτέρω εδαφικές απώλειες που υπέστη, ειδικά στα Βαλκάνια, όπου εμφανίστηκαν αρκετά νέα κράτη. Η αυτοκρατορία συμμάχησε με τη Γερμανία στις αρχές του 20ου αιώνα, ελπίζοντας να αποσείσει τη διπλωματική απομόνωση που είχε συμβάλει στις πρόσφατες εδαφικές της απώλειες και έτσι συμμετείχε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Ενώ η Αυτοκρατορία μπόρεσε να αντέξει κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, αγωνιζόταν με εσωτερικές διενέξεις, ειδικά με την Αραβική εξέγερση στα Αραβικά εδάφη της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η Οθωμανική κυβέρνηση διαπράττει μεγάλες θηριωδίες εναντίον των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων του Πόντου.

Η ήττα της Αυτοκρατορίας και η κατοχή μέρους της επικράτειάς της από τις [Συμμαχικές Δυνάμεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν ως αποτέλεσμα το διαμελισμό της και την απώλεια των εδαφών της της Μέσης Ανατολής, που τα μοιράστηκαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία. Ο επιτυχής Τουρκικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας εναντίον των κατεχόντων Συμμάχων οδήγησε στην εμφάνιση της Δημοκρατίας της Τουρκίας στην καρδιά της Μικράς Ασίας και στην κατάργηση της Οθωμανικής μοναρχίας.

Η σύγχρονη Τουρκία είναι μόνον ένα τμήμα της ιστορικής οθωμανικής αυτοκρατορίας παρόλο που οι όροι Τουρκία και Οθωμανική αυτοκρατορία χρησιμοποιούνται εναλλακτικά για να χαρακτηρίσουν μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες αυτοκρατορίες της σύγχρονης ιστορίας. Το πραγματικό τέλος της οθωμανικής κουλτούρας ήρθε με την εκκοσμίκευση της Τουρκίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης. Η μετάβαση στο κοσμικό κράτος δεν ήταν εύκολη και οι επιπτώσεις της είναι ακόμη ορατές στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία.

Οθωμανική Δυναστεία

Η Οθωμανική Δυναστεία (τουρκικά: Osmanlı Hanedanı) ή Οίκος του Οσμάν (οθωμανικά τουρκικά: خاندان آل عثمان‎) ή των Οσμανιδών ή Οσμανίδες, ηγούνταν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1281 έως το 1923, ξεκινώντας από τον Οσμάν Α΄ (χωρίς να καταμετρείται ο πατέρας του, Ερτογρούλ), παρ'όλο που η δυναστεία δεν είχε ανακηρυχθεί μέχρι το 1383, όταν ο Μουράτ Α΄ ανακήρυξε τον εαυτό του Σουλτάνο. Πριν από αυτό η φυλή/δυναστεία ήταν γνωστή ως Σογούτ, αλλά μετονομάστηκε σε Οσμανλί (Οσμανίδες ή Οσμανλίδες στην Ελληνική γλώσσα) προς τιμή του Οσμάν Α΄.

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄

Ο Γρηγόριος Ε΄ (1746 - 10/22 Απριλίου 1821) διετέλεσε τρεις φορές Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, (1797-1798, 1806-1808 και 1818-1821). Αναγνωρίστηκε εθνομάρτυρας, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Σελίμ Γ΄

Ο Σελίμ Γ΄ ο επονομαζόμενος Μεταρρυθμιστής (τουρκ.III. Selim, 24 Δεκεμβρίου 1761 - 28 Ιουλίου 1808) ήταν σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με φιλελεύθερες αντιλήψεις.

Στέφανος Βογορίδης

Ο πρίγκηπας (Μπέης) Στέφανος Βογορίδης (βουλγαρικά: Стефан Богориди· ρουμάνικα: Ștefan Vogoride· τούρκικα: Stefanaki Bey· 1755 ή 1780 έως 1859) ήταν υψηλόβαθμος Οθωμανός πολιτικός βουλγαρικής καταγωγής. Ήταν εγγονός του Αγίου Σωφρόνιου της Βράτσα και πατέρας του Αλέξανδρου και Νικολάου Βογορίδη. Ο Στέφανος και ο αδελφός του Αθανάσιος πήραν το όνομα Βογορίδης προς τιμήν του Μπόρις Α΄ της Βουλγαρίας (γνωστός και ως Βόγορης), του πρώτου χριστιανού ηγέτη της Βουλγαρίας.

Τανζιμάτ

O όρος Τανζιμάτ περιγράφει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις με στόχο την αναδιοργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε επίπεδο διοίκησης, οικονομίας και σχέσεών της με τους υπηκόους της. Τοποθετείται χρονικά στο διάστημα 1839-1876. Η λέξη τανζιμάτ, στην οθωμανική διάλεκτο σημαίνει αναδιοργάνωση, ενώ για τους δυτικούς ερμηνεύτηκε ως εκσυγχρονισμός.

Πρωτοπόροι του Τανζιμάτ θεωρούνται οι Σουλτάνοι: Σελήμ Γ΄, Μουσταφά Δ΄, ο Μέγας Βεζίρης Μουσταφά Ρεσίτ πασάς, επίσης ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ καθώς και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ΄, το έργο των οποίων συνέχισε βεβαίως ο Κεμάλ Ατατούρκ, στη νεοσύστατη Τουρκία.

Βασικά διατάγματα (φιρμάνια) του Τανζιμάτ ήταν το Αυτοκρατορικό Διάταγμα του Ροδώνα (1839), και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φεμανί ή Χαττ-ι-Χουμαγιούν) του 1856.

Χιμπετουλάχ Σουλτάνα (κόρη του Αμπντούλ Χαμίτ Α΄)

Η Χιμπετουλάχ Σουλτάνα (Τούρκικα: Hibetullah Sultan, 6 Μαρτίου 1789 - 18 Σεπτεμβρίου 1841) ήταν κόρη του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ και αδελφή των σουλτάνων Μουσταφά Δ΄ και Μαχμούτ Β΄ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Η Χιμπετουλάχ Σουλτάνα γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1789 στην Κωνσταντινούπολη, ήταν κόρη του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ και της Φατμά Σεμπσαφά Καντινεφέντι. Το 1804 παντρεύτηκε τον Αλαντίν Πασά, αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Το 1812 σε ηλικία 32 ετών έμεινε χήρα από τον θάνατο του συζύγου της, αργότερα παντρεύτηκε άλλη μια φορά.

Η Χιμπετουλάχ πέθανε στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 σε ηλικία 52 ετών στην Κωνσταντινούπολη, είναι θαμμένη στον τάφο του αδελφού της Μαχμούτ Β΄.

Οθωμανοί Σουλτάνοι / Χαλίφηδες
Ηγεμόνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.