Μουσική

Ως μουσική ορίζεται η τέχνη που βασίζεται στην οργάνωση ήχων με σκοπό τη σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση/λήψη ενός έργου. Με τον όρο μουσική εννοείται επίσης και το σύνολο ήχων από το οποίο απαρτίζεται ένα μουσικό κομμάτι. Η παγκόσμια ημέρα μουσικής καθιερώθηκε το 1982 με πρωτοβουλία του τότε Γάλλου υπουργού πολιτισμού Jack Lang και υπό την αιγίδα του δήμου του Παρισιού. Γιορτάζεται στις 21 Ιουνίου

Γνωστή και ως Απολλώνια Τέχνη, η μουσική παίρνει το όνομά της από τις εννέα Μούσες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Καθ' αυτή την έννοια, η μουσική διέφερε σημασιολογικά της σημερινής χρήσης του όρου, και περιελάμβανε το σύνολο των τεχνών που βρίσκονταν υπό την προστασία των Μουσών. Στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος μουσική εννοούσε την Ποίηση, το Μέλος και τον Χορό ως μια αδιάσπαστη ενότητα τεχνών η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στο Θέατρο, ενώ τη θεωρία της Μουσικής εξέφραζε ο κλάδος της Αρμονικής. Ο διαχωρισμός αυτός υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε από τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Έτσι σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η μουσική ως τέχνη, έρχεται να καλύψει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει με τους ήχους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ψυχικές του καταστάσεις.

Τόσο ο ορισμός της μουσικής, όσο και σχετικά με τη μουσική θέματα όπως η εκτέλεση, η σύνθεση και η σπουδαιότητά της, διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο. Η ερώτηση 'τι είναι μουσική;' έχει γίνει θέμα συζητήσεων - μεταξύ λογίων και μη -, έχει δεχτεί πληθώρα απαντήσεων, όμως καμία δεν ερμηνεύει το φαινόμενο της εν λόγω τέχνης σε καθολικό, διαπολιτιστικό επίπεδο. Μεταξύ άλλων, λεξικοί ορισμοί ορίζουν τη μουσική ως 'τέχνη και επιστήμη των ήχων' ενώ το Βρετανικό Λεξικό της Οξφόρδης εξηγεί πως πρόκειται για "μια από τις καλές τέχνες που ασχολείται με το συνδυασμό ήχων με σκοπό την ομορφιά ως προς τη φόρμα και την έκφραση των σκέψεων και συναισθημάτων." [1] Ένας συχνόχρηστος ορισμός προέρχεται από τον μουσικοσυνθέτη Έντγκαρ Βαρές (Edgar Varese), ο οποίος χαρακτηρίζει τη μουσική ως 'οργανωμένο ήχο'.[2] Ωστόσο, ο Αμερικανός εθνομουσικολόγος Μπρούνο Νετλ αναφέρει πως "πολύ λίγοι λαοί έχουν έννοιες (κι επομένως λέξεις) αντίστοιχες με αυτή της Ευρωπαϊκής 'μουσικής'." [3]

Music lesson Staatliche Antikensammlungen 2421
Ζωγραφιά σε ένα αρχαίο ελληνικό αγγείο απεικονίζει μάθημα μουσικής (αι. 510 π.Χ.).

Ιστορία

Η μουσική χρονολογεί και εξελίσσει την ιστορία της ως παράλληλη μ' εκείνη της Γλώσσας, κατ' ουσίαν ως παράλληλη με την ανθρώπινη εξέλιξη. Καθώς ο έναρθρος λόγος ως ηχητικό μέσο δεν δύναται να αποδώσει το φάσμα των αποχρώσεων των κειμενικών, προσωπικών ανθρώπινων σκέψεων και συναισθημάτων ο άνθρωπος ανέπτυξε ένα νέο ηχητικό μέσο έκφρασης: τον Μουσικό Λόγο. Καθώς η Γλώσσα χρησιμοποιείται στην έκφραση παραστάσεων και εννοιών, στην ονομασία των πραγμάτων, έτσι, και η Μουσική, αποδεικνύεται ως απαραίτητη ανάγκη της ζωής στη διερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολο των εκφάνσεων της.

Προϊστορική εποχή

Εικασίες για τη μουσική αυτής της εποχής βασίζονται σε ευρήματα που προέρχονται από διάφορους παλαιολιθικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως οστά με επιμήκεις τρύπες - αυτά έχουν θεωρηθεί ως αυλοί που παίζονται με τρόπο παρόμοιο με αυτό του Ιαπωνικού οργάνου shakuhachi. Μουσικά όργανα, όπως αυλοί με επτά τρύπες και έγχορδα όργανα έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικούς χώρους του πολιτισμού της κοιλάδας Ίντους. Η Ινδία έχει μία από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου - αναφορές στην ινδική κλασσική μουσική (μάργκα) μπορούν να βρεθούν σε αρχαίες ιερές γραφές της Ινδουιστικής παράδοσης. Οι αρχαιότερες συλλογές προϊστορικών μουσικών οργάνων έχουν βρεθεί στην Κίνα και χρονολογούνται μεταξύ των 7000 και 6600 π.Χ.

Μουσική στην Αρχαιότητα

Στην Αρχαία Ελλάδα

Κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, ο όρος μουσική εννοούσε τον μουσικά προκαθορισμένο στίχο, όπως εμφανιζόταν στα διάφορα ποιητικά είδη και κυρίως στη λυρική ποίηση. Με τη σημερινή σημασία του όρου, η ενότητα μουσικής και λόγου άρχισε να κλονίζεται κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και σε αυτό συνέτειναν διάφοροι παράγοντες όπως η εισαγωγή καινοτομιών στη σύνθεση του μέλους, η εκτεταμένη ανάπτυξη της δεξιοτεχνικής οργανικής εκτέλεσης, οι μεταβολές στον τρόπο εκφοράς της γλώσσας και η μετέπειτα απώλεια της προσωδίας της.[4]

Η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα μείζον κομμάτι του αρχαιοελληνικού θεάτρου - μεικτές χορωδίες τραγουδούσαν για διασκεδαστικά, εορταστικά και πνευματικά δρώμενα. Χρησιμοποιούνταν μουσικά όργανα όπως, μεταξύ άλλων, ο αυλός, η λύρα, και ιδιαίτερα η κιθάρα. Η μουσική ήταν σημαντικό μέρος της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπου τα αγόρια ξεκινούσαν μουσικές σπουδές από έξι χρονών. Η αρχαιοελληνική μουσική θεωρία περιελάμβανε τους τρόπους, οι οποίοι αποτέλεσαν βάση για τη δυτική θρησκευτική και κλασσική μουσική, κι επίσης χρησιμοποιούνται εκτενώς στη τζαζ. Αργότερα, η αρχαιοελληνική μουσική δέχτηκε επιρροές από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς και από τη μουσική της ανατολικής Ευρώπης.

Σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς

Η Ινδική κλασσική μουσική είναι μια από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου. Από τον πολιτισμό της κοιλάδας Ίντους (Indus) έχουν διασωθεί γλυπτά που αναδεικνύουν χορευτικές δραστηριότητες, καθώς και μουσικά όργανα όπως το φλάουτο με επτά τρύπες. Διαφόρων ειδών έγχορδα όργανα και τύμπανα έχουν βρεθεί σε ανασκαφές που έχουν γίνει στα Harrapa και Mohenjo Daro από τον Μόρτιμερ Ουίλερ. Το ιερό κείμενο Rigveda περιέχει στοιχεία που βρίσκονται στη σημερινή Ινδική μουσική, με μουσική σημειογραφία που υποδηλώνει το μέτρο και τον τρόπο της ψαλμωδίας. Η Ινδική κλασσική μουσική (ή μάργκα) είναι μονοφωνική και βασίζεται σε μια μελωδική γραμμή - ή ράγκα - που οργανώνεται ρυθμικά μέσω των τάλα. Η ινδουιστική μουσική επηρεάστηκε από περσικές πρακτικές εκτέλεσης των Αφγανών Mughal.

Η Κινέζικη κλασσική μουσική - η παραδοσιακή τέχνη ή αλλιώς αυλική μουσική της Κίνας - έχει ιστορία με εύρος περίπου τριών χιλιάδων χρόνων. Περιλαμβάνει αυτούσια συστήματα μουσικής σημειογραφίας, μουσικές τονικότητες και τονικά ύψη, όργανα, μουσικά είδη και στυλ. Η κινέζικη μουσική είναι πεντατονική-διατονική και έχει κλίμακες με δώδεκα φθόγγους, όπως οι αντίστοιχες του δυτικοευρωπαϊκού συστήματος.

Μεσαίωνας

BWV1001-cropped
Μία παρτιτούρα του Μπαχ

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα (500 – 1400), το μοναδικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο που διασώζεται και χρονολογείται πριν τις αρχές του 8ου αιώνα είναι το μονοφωνικό λειτουργικό τραγούδι της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, της οποίας η κύρια παράδοση ονομάζεται Γρηγοριανό Μέλος. Παράλληλα με τις εκκλησιαστικές και ιερές παραδόσεις, υπήρχε μια ζωντανή παράδοση λαϊκών τραγουδιών με μη-θρησκευτικού χαρακτήρα (αγγλ., secular song).

Κατά την Αναγεννησιακή περίοδο (1400 - 1600), ένα μεγάλο μέρος της διασωθείσας μουσικής της Ευρώπης του 14ου αιώνα είναι λαϊκά τραγούδια. Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η πολυφωνία χρησιμοποιούταν από συνθέτες και τραγουδιστές σε θρησκευτικές συνθέσεις. Διακεκριμένοι συνθέτες της περιόδου θεωρούνται οι Παλεστρίνα, Τόμας Μόρλεϋ (Thomas Morley) και Ορλάντο ντι Λάσσο.

Τον ενδέκατο αιώνα, ο Βενεδικτίνος μοναχός Γκουίντο ντ' Αρέτσο,(Guido d'Arezzo,(995 - 1050) καθιέρωσε ένα σύστημα καταγραφής της μουσικής, βασιζόμενο σε οριζόντιες γραμμές και τετράγωνα σύμβολα τα οποία σημείωναν τη σχέση της εκάστοτε νότας με μια κεντρική. Το σύστημα αυτό θεωρείται ως ο πρόδρομος του πενταγράμμου που επικρατεί στη Δυτική μουσική σημειογραφία μέχρι σήμερα.

Κλασική μουσική

Στη δυτική Ευρώπη, η μουσική εξελίχθηκε από τη μονοφωνία ως την πολυφωνία και την ομοφωνία, από την εξάρτησή της στο ποιητικό - κυρίως θρησκευτικού αρχικά περιεχομένου - κείμενο, έως την ανεξαρτητοποίηση της από τη γλώσσα μέσω της ενόργανης μουσικής, από τις πρώτες προσπάθειες για δημιουργία ενός ορθολογικού συστήματος σημειογραφίας από τον Βοήθιο κατά τον 5ο αιώνα, μέχρι την τονική μουσική και από εκεί στην ατονικότητα στις αρχές του 20ου αιώνα. Στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο επινοήθηκε επίσης και τελειοποιήθηκε σειρά από συστήματα Μουσικής Σύνθεσης, όπως η Αντίστιξη ή Κοντραπούντο, η Φούγκα, η Αρμονία, ο Δωδεκαφθογγισμός ή Σειραϊσμός.

Παραγωγή

Μουσικά όργανα

Τα μουσικά όργανα είναι μηχανικές κατασκευές που αποσκοπούν πρωτίστως στη δημιουργία ήχων. Τα μουσικά όργανα κατηγοριοποιούνται με διάφορους τρόπους, όπως ανάλογα με τη μέθοδο παραγωγής ήχου (χορδόφωνα, μεμβρανόφωνα, αερόφωνα), είτε με τον τρόπο παιξίματος (κρουστά, πνευστά, νυκτά) είτε βάσει του υλικού κατασκευής (ξύλινα, χάλκινα κλπ). Υπάρχουν πολλές μέθοδοι κατηγοριοποίησης, με πιο διαδεδομένη αυτή των Χόρνμποστελ και Σακς (en:Hornbostel-Sachs) [5]. Κριτήρια της κατηγοριοποίησης των οργάνων με αυτή την μέθοδο, είναι, πρωτίστως, ο τρόπος παραγωγής του ήχου και, δευτερευόντως, ο τρόπος παιξίματος και η κατασκευή του οργάνου.

Οι πέντε βασικές κατηγορίες οργάνων κατά Χόρνμποστελ και Σακς, είναι οι εξής:

Ιδιόφωνα

Στα ιδιόφωνα (αυτόφωνα) (ομάδα κρουστών) ο ήχος παράγεται μέσω της δόνησης του ίδιου του σώματός τους λ.χ. μεταλλόφωνο

Μεμβρανόφωνα

Τα μεμβρανόφωνα (ομάδα κρουστών) φέρουν στρογγυλές μεμβράνες προς κρούση λ.χ. τύμπανο

Χορδόφωνα

Στα χορδόφωνα ο ήχος δημιουργείται θέτοντας τεντωμένες χορδές σε ταλάντωση, λ.χ. βιολοντσέλο Χωρίζονται σε τέσσερις επιμέρους κατηγορίες, βάση του τρόπου παιξίματος τους:

  • Mε τσίμπημα (νύξη)
  • Με χτύπημα με ραβδάκια ή σφυράκια
  • Με τρίψιμο με δοξάρι ή τροχό
  • Με συνήχηση ελεύθερων χορδών

Αερόφωνα

Στα αερόφωνα ο ήχος δημιουργείται από αέρα που ταξιδεύει μέσα σε όργανο με σωληνοειδές σχήμα, π.χ. κλαρινέτο.

Ηλεκτρόφωνα

Τα ηλεκτρόφωνα παράγουν ήχο μέσω ηλεκτρονικού κυκλώματος λ.χ. συνθετητές.

Ο κλάδος της μουσικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των μουσικών οργάνων ονομάζεται οργανολογία.

Σύνθεση μουσικής

Υπό τις ως άνω θεωρήσεις, τα ηχητικά στοιχεία γίνονται μουσική μόνον χάρη στην οργάνωσή τους από κάποιον άνθρωπο να αποφασίσει ως προς την οργάνωση κάποιων συγκεκριμένων ή μη ήχων που θα επιλέξει, μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα.

Ο τρόπος με τον οποίον οργανώνει ο άνθρωπος το ηχητικό υλικό ούτως ώστε να παράξει μουσική, εξαρτάται από την αλληλεπίδρασή του με το φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, από φυσικούς νόμους όπως η συμμετρία, η περιοδικότητα, η επανάληψη, η ταλάντευση, η ηχώ, και πιθανόν από ποικίλους άλλους αστάθμητους παράγοντες.

Λήψη

Ακοή

Η μουσική γίνεται αντιληπτή μέσω της ακοής, η οποία εκτείνεται στον άνθρωπο από τα 20 έως και 20.000 (Hertz). Αυτό σημαίνει πως ένας συνθέτης έχει στη διάθεσή του για τη σύνθεση ενός κομματιού, ήχους που ταλαντώνονται σε συχνότητες εντός αυτού του φάσματος.

Δεν λείπουν, ωστόσο, και κομμάτια μουσικής που χρησιμοποιούν υπέρηχους (άνω των 20 KHz) αλλά και υπόηχους (κάτω των 20 Hz) - ειδικά οι δε γίνονται αισθητοί με το σώμα του ακροατή και χρησιμοποιούνται πολύ συχνά σε σύγχρονα κομμάτια ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής.

Κριτική αποδοχή

Κοινωνική Λειτουργία

Η στενή σχέση που είχε και διατηρεί ο άνθρωπος με τη μουσική επιβεβαιώνεται από το πλήθος καταγεγραμμένων ιστορικά συνθέσεων που εκφράζουν την κάθε περίσταση της ζωής: θρησκευτικοί ύμνοι, χοροί, τραγούδια φυσιολατρικού περιεχομένου, μοιρολόγια, νανουρίσματα, εμβατήρια, πολιτικά τραγούδια, τραγούδια της τάβλας, του γλεντιού, αναφερόμενα στις χαρές και στις λύπες από τη γέννηση ως το θάνατο του ανθρώπου, έως μνημειώδη παγκόσμια έργα υψηλής διανοητικής σύλληψης. Την αξία της Μουσικής αντελήφθησαν και εξύμνησαν μεγαλοφυΐες του πνεύματος όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Πυθαγόρας, ο Ρομαίν Ρολάν, ο Καρτέσιος, ο Γκαίτε, ο Μπετόβεν, ο Βάγκνερ, ο Στραβίνσκι κ.α., καθώς φυσικά και οι λαοί μέσω της παραδοσιακής τους τραγουδοποιίας. Ενώ προαπαιτείται η κατάκτηση ειδικών γνώσεων προκειμένου να μελετηθεί, να αναλυθεί και, κατ' επέκταση, να κατανοηθεί ένα μουσικό έργο, εντούτοις, το μόνο που χρειάζεται για την αισθητική απόλαυσή της είναι η διάθεση για ακρόασή του. Η τέρψη αυτή που εξάγει ο ακροατής από το μουσικό έργο εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τον μουσικό και ευρύτερο καλλιτεχνικό πολιτισμό της ιδιαίτερης καταγωγής και διαμονής του καθώς και από τα μουσικά ύφη και είδη με τα οποία είναι προσωπικά εξοικειωμένος. Δύο ακροατές με διαφορετικό μουσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, επί παραδείγματι ένας Γερμανός και ένας Ινδός, θεωρείται δύσκολο να εξάγουν τα ίδια αισθητικά συμπεράσματα ακούγοντας την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν ή μια ινδική ράγκα.

Ως τέχνη, η μουσική δεν ανήκει πλέον μόνο σε υψηλά κοινωνικά στρώματα. Κάθε άνθρωπος μπορεί και δικαιούται να αναπτύξει το μουσικό του αισθητήριο αρκεί, να στρέψει το ενδιαφέρον του και να αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο και διάθεση να ακούσει συγκεντρωμένος μια απ' τις σπουδαιότερες κατακτήσεις της ανθρώπινης εξέλιξης, τη Μουσική.

Εκπαίδευση

Η μουσική εκπαίδευση, τόσο στο περιεχόμενό της όσο και στον τρόπο διδασκαλίας, ποικίλει ευρέως σε μορφή - από ιδιαίτερα μαθήματα, βιβλία και μεθόδους, μέχρι πανεπιστημιακές σπουδές και διαδικτυακά σεμινάρια, ο ενδιαφερόμενος έχει στη διάθεσή του μια πληθώρα επιλογών.

Ενδεικτικά, ορισμένοι πανεπιστημιακοί κλάδοι της μουσικής επιστήμης είναι οι:

  • Μουσικολογία,
  • Εθνομουσικολογία,
  • Μουσική Παιδαγωγική,
  • Μουσική Ψυχολογία,
  • Νευροψυχολογία της Μουσικής,
  • Ιστορία της μουσικής,
  • Μουσική και τεχνολογία (λ.χ., ηχοληψία, παραγωγή, ανάπτυξη μουσικών εφαρμογών, προγραμματισμός ψηφιακών επεξεργαστών DSP, κ.α.),
  • Σύνθεση,
  • Οργανοπαιξία,

Τεχνολογία

Αναφέρεται στη σχέση που έχει η μουσική με ορισμένους τομείς της τεχνολογίας. Η πιο συνηθισμένη σχέση όταν μιλάμε για μουσική τεχνολογία είναι η χρήση των υπολογιστών. Από τις πολλές εφαρμογές των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη μουσική ξεχωρίζουν οι παρακάτω: σύνθεση έργων, δημιουργία καινούριων ηχοχρωμάτων, επεξεργασία πληροφοριών, επεξεργασία ηχητικού υλικού, επεξεργασία γραφών και εκτύπωση.

Ενδεικτικά, ορισμένες υπολογιστικές εφαρμογές παρατίθενται παρακάτω με βάση τη λειτουργία τους:

  • Εργοσταθμοί Ψηφιακού Ήχου: Cubase, Sonar, Cakewalk, Pro Tools, SADiE και πολλά άλλα
  • Επεξεργαστές Ψηφιακού Ήχου: Metasynth, Atmogen, Wavelab, Spear
  • Γραφικά Περιβάλλοντα Προγραμματισμού: Pure Data, Max/MSP, Pluggo, AudioMulch
  • Γλώσσες προγραμματισμού: SuperCollider, CSound, Chuck
  • Σύνθεση μουσικής σε μορφή παρτιτούρας: Sibelius, Finale, Aria Maestosa

Παραπομπές

Michels, Ulrich: Άτλας της Μουσικής, εκδ. Φίλιππος Νάκας, 2000-2001, σελ. 25

  1. http://www.oxforddictionaries.com/view/entry/m_en_gb0543390#m_en_gb0543390
  2. Goldman, Richard Franko. 1961. Varèse: Ionisation; Density 21.5; Intégrales; Octandre; Hyperprism; Poème Electronique. Instrumentalists, cond. Robert Craft. Columbia MS 6146 (stereo) (in Reviews of Records). Musical Quarterly 47, no. 1. (January):133–34.
  3. Nettl, Bruno: The Study of Ethnomusicology: Twenty-Nine Issues and Concepts. University of Illinois Press, 2005, σ. 17
  4. Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα, Mathias Vaerting, εκδόσεις Θούλη
  5. http://cnx.org/content/m11896/latest/

Δείτε επίσης

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ

Little Miss Sunshine

Το Little Miss Sunshine είναι αμερικανική δραματική-κωμική ταινία δρόμου, του 2006. Η σκηνοθεσία υπογράφτηκε από το ανδρόγυνο Τζόναθαν Ντέιτον και Βάλερι Φάρις, το οποίο πραγματοποίησε το σκηνοθετικό ντεμπούτο του στον κινηματογράφο. Το σενάριο γράφτηκε από τον Μάικλ Αρντ, ο οποίος έκανε κι αυτός ντεμπούτο στον κινηματογράφο. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Γκρεγκ Κινίαρ, Τόνι Κολέτ, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Στιβ Καρέλ, Πολ Ντέινο και Άλαν Άρκιν. Την παραγωγή της ταινίας ανέλαβε η εταιρεία Big Beach Films με προϋπολογισμό 8 εκατομμυρίων δολαρίων. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 6 Ιουνίου 2005 στην Αριζόνα και στη Νότια Καλιφόρνια και διήρκεσαν πάνω από 30 ημέρες.

H ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σάντανς στις 20 Ιανουαρίου 2006 και τα δικαιώματα διανομής της αγοράστηκαν από την εταιρεία Fox Searchlight Pictures αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες στην ιστορία του Φεστιβάλ. Η ταινία κυκλοφόρησε περιορισμένα στις 26 Ιουλίου 2006, ενώ ακολούθησε η ευρεία κυκλοφορία της σε όλους του κινηματογράφους των Η.Π.Α. στις 18 Αυγούστου. Στην Ελλάδα, έκανε πρεμιέρα στις 11 Ιανουαρίου 2007.Έλαβε διθυραμβικές κριτικές και είχε έσοδα άνω των 100,5 εκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως. Ήταν υποψήφια για τέσσερα Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένου του Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, αποσπώντας τελικά δύο, το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου για τον Μάικλ Αρντ και το Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου για τον Άλαν Άρκιν. Κέρδισε ακόμη το Βραβείο Independent Spirit Καλύτερης Ταινίας καθώς και πλήθος άλλων βραβείων.

The Clash

The Clash είναι το όνομα βρετανικού πανκ μουσικού συγκροτήματος, που ιδρύθηκε το 1977 αποτελώντας μέρος του πρώτου κύματος της αγγλικής πανκ μουσικής. Εκτός από την πανκ ροκ, τα μέλη του συγκροτήματος πειραματίστηκαν με τη ρέγκε, το σκα, το dub, τη φανκ τη ραπ και το ροκαμπίλι.

Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της καριέρας τους, οι Clash αποτελούνταν από τους Τζο Στράμερ (πρώτα φωνητικά και ρυθμική κιθάρα), Μικ Τζόουνς (πρώτη κιθάρα και φωνητικά), Πωλ Σίμονον (μπάσσο, φωνητικά) και Νικ «Τόπερ» Χέντον (ντραμς και κρουστά). Ο τελευταίος εγκατέλειψε το συγκρότημα το 1982, ενώ εσωτερικές συγκρούσεις οδήγησαν στην αποχώρηση του Τζόουνς τον επόμενο χρόνο. Το συγκρότημα συνέχισε με νέα μέλη, ωστόσο διαλύθηκε το 1986.

Οι Clash γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στη Βρετανία με την κυκλοφορία του ομώνυμου πρώτου δίσκου τους. Το τρίτο άλμπουμ του συγκροτήματος, με τίτλο London Calling, το οποίο κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1979, αύξησε τη δημοτικότητά τους στις Η.Π.Α. όπου κυκλοφόρησε τον επόμενο μήνα. Κριτικά επιδοκιμασμένο, μια δεκαετία αργότερα ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Rolling Stone ως ο καλύτερος δίσκος της δεκαετίας του 1980.Οι πολιτικοποιημένοι στίχοι των Clash, οι μουσικοί πειραματισμοί και ο επαναστατικός χαρακτήρας τους άσκησαν μεγάλη επίδραση στη ροκ μουσική σκηνή και στο εναλλακτικό ροκ. Έγιναν γνωστοί ως "The Only Band That Matters", από το προωθητικό σλόγκαν που παρουσιάστηκε από τη CBS, τη δισκογραφική εταιρία του γκρουπ. Τον Ιανουάριο του 2003 οι Clash – συμπεριλαμβανομένου και του αρχικού ντράμερ Τέρι Τσάιμς – εισήχθησαν στο Rock and Roll Hall of Fame. Το 2004, το περιοδικό Rolling Stone τοποθέτησε την μπάντα 28η στον κατάλογο με τους 100 σημαντικότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.

Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ

Τα αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ είναι ειδικά κέρματα που εκδίδονται από τις χώρες μέλη της ευρωζώνης με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου ή για τον εορτασμό ή προς τιμή κάποιου σύγχρονου γεγονότος. Έχουν νόμιμη ισχύ και χρησιμοποιούνται κανονικά στις συναλλαγές, όπως τα συνηθισμένα κέρματα ευρώ. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα συλλεκτικά κέρματα μεγαλύτερης αξίας από χρυσό ή ασήμι που εκδίδονται για συλλεκτικούς σκοπούς και δεν χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές.Η κάθε χώρα μέλος της ευρωζώνης είχε μέχρι το 2012 το δικαίωμα να εκδίδει το πολύ ένα αναμνηστικό κέρμα κάθε χρόνο. Από το 2012 κάθε χώρα μπορεί να εκδίδει δύο αναμνηστικά κέρματα. Τα κέρματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, καθώς και την ίδια κοινή όψη, με ένα κανονικό κέρμα των 2 ευρώ. Η άλλη όψη, που αντικαθιστά την εθνική όψη του συνηθισμένου κέρματος, έχει το σχέδιο επιλογής της χώρας με θέμα το γεγονός ή το πρόσωπο που τιμάται. Τα αναμνηστικά κέρματα απαντούν μόνο στην ονομαστική αξία των 2 ευρώ και έχουν ισχύ νόμιμου χρήματος σε όλη τη ζώνη του ευρώ, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιούνται –και πρέπει να γίνονται αποδεκτά– όπως οποιοδήποτε άλλο κέρμα ευρώ.

Εκτός των εθνικών εκδόσεων προβλέπεται και η δυνατότητα κοινής έκδοσης από όλες τις χώρες με το ίδιο θέμα και σχέδιο (με μικρές μόνο παραλλαγές για να προσδιορίζεται η χώρα έκδοσης). Η κοινή έκδοση δεν συνυπολογιζόταν στον περιορισμό του ενός κέρματος ανά έτος πριν το 2012 και δεν συνυπολογίζεται στον περιορισμό των δύο κερμάτων ανά έτος από το 2012 και μετά. Κοινή έκδοση έγινε το 2007 (από τις 13 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) με θέμα την 50ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, το 2009 (από τις 16 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για την επέτειο των 10 χρόνων του ευρώ (ως νομισματική μονάδα), το 2012 (από τις 17 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για να εορταστούν τα δέκα έτη κυκλοφορίας του ευρώ και το 2015 για την 30ή επέτειο καθιέρωσης της Ευρωπαϊκής Σημαίας (19 χώρες).

Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα τραπεζογραμμάτια, υπεύθυνες για την έκδοση των κερμάτων ευρώ είναι οι εθνικές αρχές και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν μια χώρα της ζώνης του ευρώ σκοπεύει να εκδώσει αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Επιτροπή ελέγχει ότι το νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο.

Η Επιτροπή είναι η έγκυρη πηγή στην οποία στηρίζεται η ΕΚΤ όταν ενημερώνει το δικό της δικτυακό τόπο. Αμέσως μόλις η Επιτροπή ανακοινώσει ένα νέο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, η ΕΚΤ ενημερώνει αντιστοίχως το δικτυακό της τόπο.

Το πρώτο εθνικό αναμνηστικό κέρμα εκδόθηκε το 2004 και μέχρι σήμερα (Μάρτιος 2016) έχουν εκδοθεί συνολικά 236 ως εξής: 6 το 2004, 8 το 2005, 7 το 2006, 20 το 2007 (συμπεριλαμβανομένων των 13 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 10 το 2008, 25 το 2009 (συμπεριλαμβανομένων των 16 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 12 το 2010 και 16 το 2011. Το 2012 έχουν εκδοθεί 30 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων των 17 νομισμάτων της κοινής έκδοσης) και το 2013 έχουν εκδοθεί 23 κέρματα, το 2014 έχουν εκδοθεί 27, το 2015 47 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων 19 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), το 2016 32 κέρματα,το 2017 32 κέρματα, και το 2018 36. Το 2019 έχουν ήδη εκδοθεί 24 κέρματα.

Το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωζώνης που έχουν εκδώσει εθνικά αναμνηστικά κέρματα κάθε χρονιά.

Δικαίωμα έκδοσης αναμνηστικών κερμάτων έχουν και ο Άγιος Μαρίνος, η Ανδόρρα, το Βατικανό και το Μονακό που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης αλλά έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες. Δεν εκδίδουν όμως αναμνηστικά κέρματα κοινής έκδοσης.

Τα κέρματα αυτά εκδίδονται στην πλειονότητά τους για τον εορτασμό ιστορικών επετείων ή για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον σε σύγχρονα γεγονότα ιστορικής σημασίας. Το πρώτο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ εκδόθηκε το 2004 από την Ελλάδα με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Η κάθε χώρα της ζώνης του ευρώ είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την έκδοση κερμάτων. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα αναμνηστικά, όπως και όλα τα άλλα κέρματα, είναι να εγκρίνει τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να εκδώσει η κάθε χώρα.

Αρθούρος Ρεμπώ

O Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, [aʀ'tyʀ ʀɛ̃'bo], πλήρες όνομα Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ, 20 Οκτωβρίου 1854 - 10 Νοεμβρίου 1891) ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές Εκλάμψεις και Μια Εποχή στην Κόλαση. Η τελευταία υπήρξε το μοναδικό βιβλίο του Ρεμπώ που δημοσιεύτηκε κατόπιν επιθυμίας και ενεργειών του ίδιου, ενώ σημαντικό μέρος των ποιημάτων του δημοσιεύτηκαν ενόσω ήταν εν ζωή αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή του ή εν αγνοία του.

Γεννήθηκε στη Γαλλική αγροτική πόλη Σαρλβίλ των Αρδεννών, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, πριν ξεκινήσει η πολύχρονη περιπλάνηση του σε πολυάριθμες πόλεις της Ευρώπης. Στη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του ταξίδεψε σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες και έζησε ως επαίτης, μισθοφόρος, εργάτης, παιδαγωγός και ναυτικός, παράλληλα με τη συγγραφική δραστηριότητα. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας ήδη εγκαταλείψει την ποίηση, περιπλανήθηκε στην βορειοανατολική Αφρική όπου εργάστηκε ως έμπορος και εξερευνητής, την ίδια περίοδο που άρχισε να αναγνωρίζεται το ποιητικό έργο του μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων του Παρισιού.

Αρχαία Ρώμη

Η αρχαία Ρώμη ήταν αρχικά ένας ιταλικός οικισμός, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και αναπτύχθηκε στην πόλη της Ρώμης και στη συνέχεια έδωσε το όνομά του στην αυτοκρατορία, της οποίας αποτέλεσε την έδρα, καθώς και στον εκτεταμένο πολιτισμό που ανέπτυξε η αυτοκρατορία. Ανήκοντας γεωγραφικά στον χώρο της Μεσογείου Θάλασσας και με επίκεντρο την πόλη της Ρώμης, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου με πληθυσμό περίπου 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ.Στους περίπου 12 αιώνες ύπαρξής του, ο Ρωμαϊκός πολιτισμός μετατοπίστηκε από τη μοναρχία στην κλασική δημοκρατία και, στη συνέχεια, σε μία ολοένα και πιο αυταρχική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης, του πολέμου, και της αφομοίωσης. Το 330 ο Κωνσταντίνος Α΄ μετακίνησε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη, που θα μετονομαστεί σε Κωνσταντινούπολη.

Η παρακμή του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα τη Ραβέννα επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενο από πολιτική αστάθεια, και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις κατά την διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που περιελάμβαναν την Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα. Η υπόλοιπη αυτοκρατορία, της οποίας η κυβέρνηση είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Διγενής Ακρίτας

Το αρχαιότερο μνημείο της λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι το Έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα. Σύμφωνα με την άποψη του Ν. Πολίτη, που την ακολουθούν πολλοί μελετητές, το Έπος τον Διγενή Ακρίτα εκφράζει τα ιδεώδη και τους πόθους του ελληνικού γένους.

Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγηματικού βιβλίου του 9ου-10ου αι., το οποίο είναι γνωστό ως Διγενής Ακρίτης ή Έπος του Διγενή Ακρίτη. Σύμφωνα με τον μύθο ήταν ένας από τους Ακρίτες, τους φρουρούς των Βυζαντινών συνόρων και απέκτησε το προσωνύμιο Διγενής εξαιτίας της εθνικής καταγωγής του: η μητέρα του, Ειρήνη ήταν κόρη βυζαντινού στρατηγού και ο πατέρας του Μουσούρ Άραβας εμίρης από την Συρία. Σε μία από τις διασκευές του έπους αναφέρεται ότι ήταν σύγχρονός του Αυτοκράτορα Βασίλειου, αλλά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν πρόκειται για τον Βασίλειο Α΄ ή τον Βασίλειο Β΄, γνωστό ως Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Πρόσωπα και τόποι που αναφέρονται στο έπος μπορούν να ταυτιστούν με ιστορικά στοιχεία του 9ου και του 10ου αι., όπως οι πρόγονοι του εμίρη, πατέρα του Διγενή, που ενδέχεται να ταυτίζονται με προσωπικότητες του παυλικιανισμού, αλλά αυτά τα ιστορικά στοιχεία μέσα στο έπος δεν συνδέονται μεταξύ τους με αλληλουχία που να συμβαδίζει με τα ιστορικά γεγονότα, και επιπλέον το ιστορικό υπόβαθρο του 9-10ου αι. έχει εμπλουτιστεί με στοιχεία των επόμενων αιώνων (11ου και 12ου), επομένως δεν είναι εύκολο να εξαχθούν συγκεκριμένες πληροφορίες για το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο τοποθετείται η ζωή και η δράση του Διγενή.

Διονύσιος Σολωμός

Ο Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 − 9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Έλληνας ποιητής, πιο πολύ γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου. Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και διότι αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της. Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα [...]είδος μικτό, αλλά νόμιμο[...]».Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».

Δισκογραφική εταιρεία

Στην μουσική βιομηχανία, η δισκογραφική εταιρεία είναι μια μουσική εταιρεία που σε συνεργασία με καλλιτέχνες που αναδεικνύει, παράγει μουσική. Η δισκογραφική εταιρεία είναι αυτή που μέσα στα στούντιο ηχογράφησης της ή εξωτερικά συνεργαζόμενα, οι καλλιτέχνες ηχογραφούν τα τραγούδια τους. Μια δισκογραφική εταιρεία μπορεί να έχει έστω και μια μικρή ομάδα από μουσικοσυνθέτες, οι οποίοι γράφουν τραγούδια για τους τραγουδιστές που προωθεί η εταιρεία, μια από μάνατζερ, οι οποίοι με την σειρά τους διοργανώνουν περιοδείες και προωθούν άλμπουμ και σινγκλ των τραγουδιστών οι οποίοι είναι πελάτες τους.

Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου

Η Ελισάβετ Β΄ (αγγλικά: Elizabeth II («Ελίζαμπεθ»)), Ελισάβετ Αλεξάνδρα Μαρία (αγγλικά: Elizabeth Alexandra Mary, 21 Απριλίου 1926), είναι η βασίλισσα δεκαέξι ανεξαρτήτων κρατών, φέροντας κάθε στέμμα και τίτλο ισότιμα. Ανέβηκε στο θρόνο του Ηνωμένου Βασιλείου στις 6 Φεβρουαρίου 1952 και αποτελεί τη μακροβιότερη μονάρχη στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου και τη μακροβιότερη βασίλισσα στην παγκόσμια ιστορία, όσον αφορά τα χρόνια που έμεινε στην εξουσία.

Ιάννης Ξενάκης

Ο Ιάννης Ξενάκης (29 Μαΐου 1922 – 4 Φεβρουαρίου 2001) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Iannis Xenakis. Οι πρωτοποριακές συνθετικές μέθοδοι που ανέπτυξε συσχέτιζαν τη μουσική και την αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά και τη φυσική, μέσω της χρήσης μοντέλων από τη θεωρία των συνόλων, τη θεωρία των πιθανοτήτων, τη θερμοδυναμική, τη Χρυσή Τομή, την ακολουθία Φιμπονάτσι κ.ά. Παράλληλα, οι φιλοσοφικές του ιδέες για τη μουσική έθεσαν καίρια το αίτημα για ενότητα φιλοσοφίας, επιστήμης και τέχνης, συμβάλλοντας στο γενικότερο προβληματισμό για την κρίση της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής των δεκαετιών του 1950 και 1960. Οι ιδέες του θεωρείται ότι υπήρξαν προσκείμενες με τα κομμουνιστικά ιδεώδη.

Καραβάτζο

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο (ιταλ.: Michelangelo Merisi da Caravaggio, 29 Σεπτεμβρίου 1571 - 18 Ιουλίου 1610), γνωστός περισσότερο απλά ως Καραβάτζο, ήταν Ιταλός ζωγράφος, το έργο του οποίου ανήκει χρονικά στα τέλη του 16ου έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Αν και οι πρώιμοι πίνακές του περιλάμβαναν κυρίως προσωπογραφίες, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους θρησκευτικών σκηνών. Το νατουραλιστικό ύφος του και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης των αποστόλων και των μαρτύρων στα έργα του θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσαν τις βλέψεις της Αντιμεταρρύθμισης. Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης, ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζο, σφράγισε την μπαρόκ σχολή της ζωγραφικής.Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους ζωγράφους, ενώ σημαντική θεωρείται η συνολική επίδρασή του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική. Παρά την επίδραση που είχε το έργο του στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας έως σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Κρητική λογοτεχνία της Αναγέννησης

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης την εποχή της Αναγέννησης είναι πλούσια ποσοτικά και ποιοτικά και σημαντική για την μετέπειτα πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της λογοτεχνίας της ίδιας περιόδου στην υπόλοιπη Ελλάδα, είναι κυρίως έμμετρη, με την καλλιέργεια του πεζού λόγου να περιορίζεται στην εκκλησιαστική ρητορική και σε αφηγήσεις αγιολογικού περιεχομένου.

Η λογοτεχνική άνθηση οφείλεται στην οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στην Κρήτη κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας: η ειρηνική διαβίωση και η επαφή με έναν ανεπτυγμένο πνευματικά και πολιτιστικά λαό ήταν οι παράγοντες που συνετέλεσαν στην καλλιέργεια της παιδείας και των γραμμάτων και στην εμφάνιση αξιόλογης λογοτεχνικής παραγωγής.

Η λογοτεχνική παραγωγή χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ξεκινά από τα μέσα του 14ου αι. και καταλήγει στο 1580 περίπου. Ονομάζεται περίοδος της προετοιμασίας, γιατί η λογοτεχνία ακόμη δεν διαφοροποιείται αισθητά από τη βυζαντινή παράδοση και τη δυτική λογοτεχνία του Μεσαίωνα. Η δεύτερη, 1580-1669 (άλωση του Ηρακλείου (Χάνδακας ή Κάντια) από τους Οθωμανούς), είναι η περίοδος της ακμής, με φανερή την επίδραση της λογοτεχνίας της ιταλικής Αναγέννησης.

Μήδεια (Κερουμπίνι)

Η Μήδεια είναι όπερα κομίκ σε τεσσερεις πράξεις του Λουίτζι Κερουμπίνι. Το λιμπρέτο του Φρανσουά-Μπενουά Οφμάν είναι βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, Μήδεια, καθώς και στο θεατρικό έργο Μήδεια του Πιέρ Κορνέιγ. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 17 Μαρτίου 1797 στο θέατρο Φεντώ στο Παρίσι με τη Γαλλίδα υψίφωνο Ζιλί-Ανζελίκ Σιό στο ρόλο της Μήδειας. Είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Κερουμπίνι και το μόνο που παίζεται τακτικά έως σήμερα.

Η όπερα, αν και στην πρωτότυπη εκδοχή ήταν στα γαλλικά και συμπεριελάμβανε διαλόγους δίχως συνοδεία μουσικής, έγινε γνωστή τον περασμένο αιώνα με την Ιταλική εκδοχή του λιμπρέτου του Οφμάν και των ρετσιτατίβι του Φραντς Λάχνερ από τον Κάρλο Τσανγκαρίνι. Αυτή την εκδοχή της Μήδειας ερμήνευε η Μαρία Κάλλας επί περίπου δέκα χρόνια, από το 1953 έως το 1962.

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών (πρωτότυπος τίτλος: The Lion King) είναι αμερικάνικη ταινία κινουμένων σχεδίων που κυκλοφόρησε το 1994, με εταιρεία παραγωγής την Walt Disney Animation Studios και διανομή από την Walt Disney Pictures. Αποτελεί την 32η ταινία μεγάλου μήκους της σειράς Disney. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα βασίλειο λιονταριών στην Αφρική και είναι επηρεασμένη από τον Άμλετ του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Η ταινία ανήκει στην περίοδο που είναι γνωστή ως Αναγέννηση της Disney. Ο Βασιλιάς των Λιονταριών σκηνοθετήθηκε από τους Ρότζερ Άλερς και Ρομπ Μίνκοφ, ενώ παραγωγός ήταν ο Ντον Χαν. Το σενάριο ανήκει στους Αϊρίν Μέκι, Τζόναθαν Ρόμπερτς και Λίντα Γούλβερτον. Τα τραγούδια της ταινίας συνέθεσε ο Έλτον Τζον σε στίχους του Τιμ Ράις, ενώ την μουσική έγραψε ο Χανς Ζίμερ. Τις φωνές τους στους χαρακτήρες έδωσαν οι Μάθιου Μπρόντερικ, Τζέιμς Ερλ Τζόουνς, Τζέρεμι Άιρονς, Τζόναθαν Τέιλορ Τόμας, Μόιρα Κέλι, Νέιθαν Λέιν, Έρνι Σαμπέλα, Ρόουαν Άτκινσον, Ρόμπερτ Γκιγιόμ, Ματζ Σίνκλερ, Γούπι Γκόλντμπεργκ, Τσιτς Μάριν και Τζιμ Κάμινγκς.

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών διηγείται την ιστορία του Σίμπα, ενός μικρού λιονταριού που θα διαδεχθεί τον πατέρα του, Μουφάσα, ως βασιλιάς της σαβάνας. Ωστόσο, μετά τη δολοφονία του Μουφάσα από τον θείο του Σίμπα, Σκαρ, ο Σίμπα χειραγωγείται στο να πιστεύει ότι είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα του και το σκάει εξόριστος από ντροπή και απόγνωση. Μετά την ωρίμανσή του και, μεγαλώνοντας με δύο αργόσχολους, ο Σίμπα βλέπει τα πράγματα με μια νέα ματιά, μετά και τις συζητήσεις με την παιδική του φίλη, Νάλα, και τον σαμάνο της σαβάνας, Ραφίκι, επιστρέφει στο Βασίλειό του για να προκαλέσει τον Σκαρ και να τελειώσει την τυραννία του.

Η δημιουργία του Βασιλιά των Λιονταριών ξεκίνησε το 1988 κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης μεταξύ των Τζέφρι Κάτζενμπεργκ, Ρόι Ε. Ντίσνεϋ και Πίτερ Σνάιντερ, ενώ προωθούσαν την ταινία Ο Όλιβερ και η παρέα του στην Ευρώπη. Ο Τόμας Ντις έγραψε ένα πρώτο δείγμα και η Γούλβερτον ανέπτυξε τα πρώτα σενάρια καθώς ο Τζόρτζ Σκρίμπνερ υπέγραψε ως σκηνοθέτης, με τον Άλερς να προστίθεται αργότερα. Η παραγωγή ξεκίνησε το 1991 ταυτόχρονα με την ταινία Ποκαχόντας. Λίγο καιρό αφότου το προσωπικό ταξίδεψε στο Εθνικό Πάρκο Hell's Gate στην Κένυα για να μαζέψει πληροφορίες για το σκηνικό της ταινίας και τα ζώα, ο Σκρίμπνερ αποχώρησε από την παραγωγή της ταινίας, διαφωνώντας με την απόφαση να μετατρέψουν την ταινία σε μιούζικαλ, και αντικαταστάθηκε από τον Μίνκοφ. Όταν ο Χαν εντάχθηκε στην ταινία, ήταν δυσαρεστημένος με το σενάριο και η ιστορία γρήγορα ξαναγράφτηκε. Περίπου 20 λεπτά ακολουθίας σχεδίων έγινε στα στούντιο της Disney στη Φλόριντα. Σε αρκετές σκηνές χρησιμοποιήθηκε επεξεργασία σε υπολογιστή, κυρίως στην άτακτη φυγή του κοπαδιού των γκνου.

Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 15 Ιουνίου 1994, αποσπώντας θετικές κριτικές, που επαινούσαν την ταινία για τη μουσική της, την ιστορία της και το σχεδιασμό της. Τελείωσε τις προβολές της ως η μεγαλύτερη σε εισπράξεις ταινία του 1994 και δεύτερη όλων των εποχών. Ο Βασιλιάς των Λιονταριών πήρε δύο βραβεία Όσκαρ για τη μουσική και μία Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία «Καλύτερη Ταινία - Μιούζικαλ ή Κωμωδία».

Η ταινία οδήγησε σε πολλές συμπληρωματικές δουλειές, όπως το μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ, δύο ταινίες που κυκλοφόρησαν απευθείας σε βίντεο — τη συνέχεια της πρώτης ταινίας το 1998 με τον τίτλο Ο Βασιλιάς των Λιονταριών II: Το Βασίλειο του Σίμπα και μια ταινία το 2004, που συγκεντρώνεται στους χαρακτήρες του Τιμόν και του Πούμπα και διαδραματίζεται πριν/παράλληλα/μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, με τίτλο Ο Βασιλιάς των Λιονταριών 3: Χακούνα Ματάτα — δύο σειρές στην τηλεόραση (Τιμόν & Πούμπα και Η Φρουρά των Λιονταριών) και μια επανακυκλοφορία σε 3D το 2011.

Το 2016, η ταινία επιλέχθηκε από τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου για διατήρηση στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου ως «πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντική». Μια live-action προσαρμογή της ταινίας με εικονογράφηση σε υπολογιστή (CGI) και σκηνοθεσία Τζον Φαβρό, είναι προγραμματισμένη να κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 19 Ιουλίου 2019.

Ο Μέγας Ανατολικός

Ο Μέγας Ανατολικός είναι μυθιστόρημα του Ανδρέα Εμπειρίκου που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, την περίοδο 1990-92, σε οκτώ τόμους. Η συγγραφή του διήρκεσε από το 1945 μέχρι το 1951, ενώ η τελική του μορφή οριστικοποιήθηκε περίπου το 1970. Χαρακτηρίζεται ως το «έργο ζωής» του Εμπειρίκου και ένα από τα τολμηρότερα βιβλία στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Αποτελεί το ογκωδέστερο ελληνικό μυθιστόρημα, το οποίο περιλαμβάνει, στην τελική μορφή του, πέντε μέρη που εκτείνονται σε 100 αριθμημένα κεφάλαια και περίπου 2.100 σελίδες. Η ελευθεροστομία του και το άκρως ερωτικό περιεχόμενό του προκάλεσαν αντιδράσεις, επιτρέποντας τη σύγκρισή του με άλλα γνωστά έργα της ερωτικής λογοτεχνίας, όπως τις 120 Μέρες των Σοδόμων του Μαρκήσιου ντε Σαντ.

Περικλής

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς (από τις λέξεις περί και κλέος δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα, περίδοξος, περίπου 495-429 π.Χ.) ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και πιο συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Φούγκα

Ο όρος φούγκα (από τη λατ. fuga, που σημαίνει φυγή, τροπή, απόδραση, η οποία με τη σειρά προέρχεται τόσο από το ρήμα fugare (κυνηγώ) και fugere (διαφεύγω, δραπετεύω), ενώ στα γερμανικά, απ' όπου και κατάγεται, σημαίνει αρμός-Fuge) χρησιμοποιήθηκε ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα (14ος αι.) για να χαρακτηρίσει είδη αντιστικτικής σύνθεσης που βασίζονταν στη μίμηση (όπως την γαλλική chace και την ιταλική caccia), και ειδικότερα το είδος που ονομάζουμε σήμερα κανόνα. Ο κανόνας είναι ένα πολυφωνικό έργο στο οποίο όλες οι φωνές τραγουδούν την ίδια μελωδία, αρχίζουν όμως ή μία μετά την άλλη με διαφορά φάσης κάποιων μέτρων. Από τον 16ο αιώνα και πολύ περισσότερο από τον 17ο αι. η φούγκα καθιερώθηκε να χαρακτηρίζει πολυφωνικά μουσικά έργα που χρησιμοποιούσαν τη μίμηση των φωνών πιο ελεύθερα, που επεξεργάζονταν δηλαδή μια κεντρική μουσική ιδέα (το θέμα) με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να παρουσιάζεται αρχικά στην πρώτη φωνή και στη συνέχεια να περνάει διαδοχικά στη δεύτερη, την τρίτη κλπ. και να υφίσταται επεξεργασία, ενώ οι προηγούμενες συνέχιζαν με μελωδίες γραμμένες αντιστικτικά ως προς την αρχική μελωδική ιδέα.

Η φούγκα θεωρείται το αποκορύφωμα της πολυφωνικής τέχνης και της αντιστικτικής γραφής. Χαρακτηριστικά για κάθε φούγκα, που της δίνουν το όνομά της και καθορίζουν πολλά από τα μορφολογικά της στοιχεία, είναι:

O αριθμός φωνών, που παραμένει σταθερός σε ολόκληρο το έργο, αν και κάποιες από αυτές πιθανόν να σιγούν κατά διαστήματα έχοντας παύσεις.Η τονικότητα στην οποία είναι γραμμένη.Με βάση τον αριθμό φωνών διακρίνονται δίφωνες, τρίφωνες φούγκες κλπ. Εφόσον η κεντρική μουσική ιδέα και οι επιμέρους ιδέες που παράγονται από αυτή περνούν επανειλημμένα από όλες τις φωνές διαδοχικά, είναι ευνόητο ότι όσο περισσότερες είναι οι φωνές, τόσο μεγαλύτερη είναι και η έκταση της φούγκας και τόσο περισσότερα τα μέρη της. Φούγκες γράφτηκαν τόσο για φωνές με ή χωρίς οργανική συνοδεία, όσο και για καθαρά οργανική μουσική. Ο όρος φωνές χρησιμοποιείται για τις μεμονωμένες μελωδικές γραμμές είτε πρόκειται για φωνητική είτε για οργανική φούγκα. Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά διατυπώνονται περιγραφικοί τίτλοι, όπως π.χ. «Φούγκα σε Λα ελάσσονα, για τέσσερις φωνές». Οι φούγκες δεν είναι μόνο αυτοτελείς συνθέσεις˙ μπορεί να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου έργου -π.χ. μιας λειτουργίας, μιας συμφωνίας ή μιας σονάτας- γραμμένου κατά τα άλλα με αντιστικτική ή ομοφωνική τεχνική. Για το λόγο αυτό ο όρος φούγκα χαρακτηρίζει όχι μόνο ένα μορφολογικό είδος μουσικού έργου, αλλά και γενικότερα ένα τρόπο επεξεργασίας ενός μουσικού θέματος, μια τεχνική σύνθεσης. Σε φωνητικές φούγκες με οργανική συνοδεία μπορεί η χορωδία να διακόπτεται από καθαρά οργανικά μέρη.

Φρεντ Ασταίρ

Ο Φρεντ Ασταίρ (αγγλικά: Fred Astaire, 10 Μαΐου 1899 – 22 Ιουνίου 1987), γεννημένος ως Φρέντερικ Αούστερλιτς στην Ομάχα της Νεμπράσκα, ήταν ένας βραβευμένος με Όσκαρ Αμερικανός χορευτής, χορογράφος, τραγουδιστής και ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου. Η καριέρα του στο θέατρο και στον κινηματογράφο διήρκεσε για εβδομήντα έξι ολόκληρα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων πραγματοποίησε τριάντα μία μουσικές ταινίες. Ιδιαίτερα ονομαστή ήταν η καλλιτεχνική του συνεργασία με την Τζίντζερ Ρότζερς, με την οποία συμπρωταγωνίστησε σε δέκα ταινίες.

Οι Τζωρτζ Μπαλανσίν και Ρούντολφ Νουρέγιεφ τον κατονόμασαν ως τον μεγαλύτερο χορευτή του εικοστού αιώνα και έχει γενικότερα αναγνωριστεί ως ο χορευτής με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών μιούζικαλ. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει ως τον 5ο Μεγαλύτερο Άρρενα Αστέρα Όλων Των Εποχών.

οι εννιά καλές τέχνες

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.