Κωνσταντινούπολη

Η Κωνσταντινούπολη (τουρκικά: İstanbul, [isˈtɑnbuɫ], Ιστάνμπουλ) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, αποτελώντας το οικονομικό, πολιτιστικό και ιστορικό κέντρο της χώρας. Η Κωνσταντινούπολη είναι διηπειρωτική πόλη στην Ευρασία, με το ιστορικό και εμπορικό κέντρο να βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πλευρά και περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού να ζει στην ασιατική πλευρά της Ευρασίας. Η σύγχρονη πόλη με πληθυσμό 14,38 εκατομμύρια κατοίκους είναι ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη και πολυπολιτισμική, με ανθρώπους από ολόκληρο τον Ισλαμικό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα είναι το κυριότερο σταυροδρόμι Ασίας και Ευρώπης τόσο για τα εμπορικά αγαθά όσο και για τους ταξιδιώτες. Συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αστικούς οικισμούς στην Ευρώπη και τον μεγαλύτερο στη Μέση Ανατολή.[3] Η πόλη βρίσκεται εντός των ορίων του ομώνυμου μητροπολιτικού δήμου.

Η Κωνσταντινούπολη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης Βυζάντιο, που ονομάστηκε έτσι από τον Βύζαντα των Μεγάρων, ο οποίος την ίδρυσε κατά το έτος 667 π.Χ.. Από το 330, στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ονομάστηκε Κωνσταντινούπολις, διατηρώντας την ονομασία της και μετά την κατάκτησή της από τους Τούρκους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέχρι τα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας. Είναι κτισμένη στις δύο πλευρές του Κερατίου Κόλπου (τουρκ. Haliç) στη νότια είσοδο του στενού πορθμού του Βοσπόρου, ο οποίος με μήκος περίπου 35 χλμ. συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα (τουρκ. Karadeniz) στον βορρά με τη θάλασσα του Μαρμαρά στον νότο. Αποτελεί κατά αυτό τον τρόπο τη μοναδική πόλη στον κόσμο που βρίσκεται σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη (Ανατολική Θράκη) και την Ασία[4]. Η σύγχρονη πόλη χωρίζεται σε τρεις κύριες ζώνες που περιλαμβάνουν την παλαιά Κωνσταντινούπολη (τουρκ. Eminönü και Fatih), την περιοχή του Μπέηογλου (τουρκ. Beyoğlu) με τη συνοικία του Γαλατά και τον ομώνυμο πύργο, καθώς και το Σκούταρι (τουρκ. Üsküdar) μαζί με άλλα προάστια που βρίσκονται στην απέναντι ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.

Στη μακραίωνη ιστορία της υπήρξε πρωτεύουσα τεσσάρων διαδοχικών αυτοκρατοριών: της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324 -1453), της βραχύβιας Λατινικής (1204-1261) και της Οθωμανικής (1453-1922) με συνέπεια την ανάδειξη πολιτισμών σε μια σύμμεικτη σήμερα παρουσία. Ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξε κέντρο του ελληνικού στοιχείου για περισσότερο από χίλια χρόνια. Οι ιστορικές περιοχές της πόλης, με σημαντικά μνημεία, ανήκουν από το 1985 στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO[5]. Στα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης ανήκουν η Αγία Σοφία, το Επταπύργιο και τα βυζαντινά τείχη, ο ναός και η πηγή της Ζωοδόχου Πηγής, το κτίριο του Πατριαρχείου, το Φανάρι καθώς και το ανάκτορο Τοπ Καπί, το τζαμί του Σουλεϊμάν και το τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ («Μπλε τζαμί»).

Συντεταγμένες: 41°0′36″N 28°57′37″E / 41.01000°N 28.96028°E

Κωνσταντινούπολη
Istanbul2010
Latrans-Turkey location Istanbul
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Κωνσταντινούπολη
41°0′36″N 28°57′37″E
ΧώραΤουρκία[1]
Διοικητική υπαγωγήΕπαρχία Κωνσταντινούπολης
Ίδρυση667 π.Χ.
Διοίκηση
Έκταση5 343 km²
Υψόμετρο100 μ.
Πληθυσμός10 018 735 (2000)[2]
Ταχ. κωδ.34000–34990
Τηλ. κωδ.212 και 216
Ζώνη ώραςUTC+03:00
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος

Ονομασίες

Η πόλη ονομαζόταν από την ίδρυσή της το 658/7 π.Χ. έως και το 330 μ.Χ. Βυζάντιο. Το 196 μ.Χ και για σύντομο χρονικό διάστημα, έλαβε επίσης την ονομασία Augusta Antonina από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο, προς τιμή του γιου του Αντωνίου[6]. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, στα εγκαίνιά της το 330, την μετονόμασε Nova Roma (ελλ. Νέα Ρώμη)[7], όνομα που όμως δεν επικράτησε, καθώς η πόλη έγινε γρήγορα γνωστή ως Κωνσταντινούπολη (=πόλη του Κωνσταντίνου), από το όνομα του ιδρυτή της[8][9]. Όπως παραδίδει ο ιστορικός Σωκράτης, στην Εκκλησιαστική Ιστορία, η ονομασία Νέα Ρώμη κατοχυρώθηκε δια νόμου[10] και φαίνεται πως απηχούσε ένα ρητορικό παραλληλισμό μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης[11]. Άλλες ονομασίες που της αποδόθηκαν είναι «Βασιλεύουσα», «Βασιλίς των πόλεων», «Μεγαλόπολις» και «Επτάλοφος», ενώ αναφορά γίνεται και στο όνομα «Ανθούσα» [Florentia][12].

Η ονομασία «Πόλις» ή «Πόλη" αναφέρεται ίσως για πρώτη φορά στις αρχές του 5ου αιώνα και θα πρέπει να ήταν συνηθισμένη το αργότερο τον 10ο αιώνα, όταν ο Άραβας γεωγράφος Αλ Μασουντί την αναφέρει ως "Μπουλίν". Ευρίσκεται επίσης στον Μιχαήλ Ακομινάτο. Ο «Πολίτης» με την έννοια του κάτοικου της Κωνσταντινούπολης εμφανίζεται από τον 7ο αιώνα, που δείχνει ότι το όνομα «Πόλις» ήταν συνηθισμένο.[13]

Κωνσταντινούπολη ήταν η ονομασία μέχρι το 1923 (επίσημα με το όνομα Konstantiniyye [14][15][16]).

Istanbul from Galata Tower
Το κανάλι του Βοσπόρου χωρίζει την ευρωπαϊκή με την ασιατική πλευρά της πόλης, όψη από τον πύργο του Γαλατά.

Η διεθνής ονομασία της πόλης σήμερα είναι Ιστάνμπουλ, όπως μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930. Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την πόλη»[17][18]. Θεωρείται εξάλλου πιθανό πως με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη»[19], όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από τους Έλληνες. Η ονομασία Ιστάνμπουλ, μαζί με τις παραλλαγές Ιστινμπόλ [Istinbol] ή Ιστανμπόλ [Istanbol] χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο του σουλτανάτου των Σελτζούκων, καθώς και κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο, ενώ η προφορά της ονομασίας ως εις την πόλη [Istinboli] πιστοποιείται σύμφωνα με πηγές από τα τέλη του 14ου αιώνα[20]. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο όρος Ισταμπούλ πηγάζει από τη λέξη Ισλαμπούλ [Islambul], δηλαδή πόλη του Ισλάμ, αν και αυτή η υπόθεση φαίνεται να προσκρούει στο γεγονός της χρήσης του ονόματος πριν ακόμα γίνει πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας[19]. Το ελαφρά παραλλαγμένο όνομα Ισλαμπόλ [Islam-bol], που μεταφράζεται ως «εκεί που το Ισλάμ αφθονεί», φαίνεται πως δόθηκε στην πόλη από τον Μωάμεθ Β' και συναντάται σε έγγραφα του 15ου αιώνα, καθώς και σε φιρμάνι του 1760/1 — που τελικά δεν εφαρμόστηκε — σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί επίσημο όνομα της πόλης[20][21]. Η ονομασία Κωνσταντινούπολη [οθ. τουρκ. قسطنطينيه, Konstantiniyye] βρισκόταν σε παράλληλη χρήση, κυρίως σε επίσημα οθωμανικά έγγραφα, λογοτεχνικά έργα, αλλά και νομισματικές κοπές[20]. Ήταν σε χρήση περισσότερο σε κύκλους λογίων, ενώ στην καθημερινή επικοινωνία κυριαρχούσαν διάφορες παραλλαγές της ονομασίας Ιστανμπούλ[22]. Μεταξύ Ελλήνων χρησιμοποιείται ενίοτε η ονομασία «Πόλη», ενώ και άλλες ιστορικές ονομασίες, όπως «Βασιλεύουσα», είναι επίσης σε χρήση στο γραπτό λόγο, κυρίως με λογοτεχνική διάθεση.[23]

Ιστορία

Βυζάντιο (658 π.Χ.- 46 π.Χ.)

Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε στη θέση της αρχαίας πόλης Βυζάντιο (επίσης Βυζαντίς), η ονομασία της οποίας παραπέμπει σε θρακική ονοματολογία[24]. Στα Γεωγραφικά, ο Στράβων εξιστορεί πως η πόλη ιδρύθηκε το 658/7 π.Χ. από Μεγαρείς αποίκους, με επικεφαλής τον Βύζαντα, από τον οποίο και πήρε το όνομά της. Ο μυθικός ήρωας Βύζας θεωρείται γιος του βασιλιά Νίσου από τα Μέγαρα ή γιος του Ποσειδώνα και της Κερόεσσας[25], κόρης της Ιούς και του Δία, την οποία η μητέρα της γέννησε στον Κεράτιο κόλπο. Άλλη εκδοχή εμφανίζει τον Βύζαντα ως γιο της νύμφης Σεμέστρας[24]. Ο Βύζας αναφέρεται μαζί με τους Άντες στο χρονογράφημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί (8ος-9ος αι.) και εικάζεται ότι πιθανός συνδυασμός των δύο ονομάτων οδήγησε στο τοπωνύμιο Βυζάντιον[24].

Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο του Βυζαντίου, όπως παραδίδεται από τον Στράβωνα, οι άποικοι ακολούθησαν χρησμό — πιθανώς του Μαντείου των Δελφών — ο οποίος τους προέτρεπε να κτίσουν την πόλη τους έναντι της πόλης των «τυφλών». Ως τυφλοί υπονοούνταν οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την πόλη τους νωρίτερα στην απέναντι ασιατική ακτή του Βοσπόρου δίχως να αντιληφθούν τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα της απέναντι τοποθεσίας[26][27]. Το Βυζάντιο αναπτύχθηκε γρήγορα, περιτειχίστηκε και κατέλαβε εδάφη στα ασιατικά παράλια. Κατά τον Παυσανία, υπήρξε μία από τις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της αρχαιότητας[28]. Ιστορικές πληροφορίες για το Βυζάντιο αντλούμε επίσης από τον Ηρόδοτο. O τύραννος της πόλης, Αρίστων, υποστήριξε μαζί με άλλους Έλληνες στρατηγούς τον Πέρση βασιλιά Δαρείο στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών. Στη διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και μετά το τέλος της, οι κάτοικοί της μετοίκησαν, ιδρύοντας τη Μεσηβρία στις δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου[29].

Κλασική και ελληνιστική περίοδος

Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών Πολέμων, το Βυζάντιο καταλήφθηκε από το νικητή των Πλαταιών Παυσανία[30], o οποίος μετά από συμφωνία με τον Ξέρξη παρέμεινε διοικητής της πόλης πριν εκδιωχθεί από τους Αθηναίους[31]. Το Βυζάντιο υπήρξε μέλος της Δηλιακής συμμαχίας, ενώ κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-405 π.Χ.) τάχθηκε αρχικά στο πλευρό των Αθηναίων. Το 411 π.Χ. αποστάτησε από τον αθηναϊκό συνασπισμό και τον επόμενο χρόνο καταλήφθηκε από τον Σπαρτιάτη στρατηγό Κλέαρχο, ο οποίος προφασίστηκε την ανάγκη να εμποδιστεί η αποστολή σιτηρών προς την Αθήνα από τον Εύξεινο Πόντο[32]. Πολιορκήθηκε εκ νέου το 409 π.Χ από τους Αθηναίους, με επικεφαλής τον Αλκιβιάδη και, όταν ο Κλέαρχος εγκατέλειψε την πόλη, ορισμένοι Βυζάντιοι άνοιξαν τις πύλες στους Αθηναίους[33], οι οποίοι, τελικά, μετά από μάχη εντός των τειχών κατέλαβαν την πόλη. Μετά την ήττα του Αλκιβιάδη στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης που τους υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, να εγκαταλείψουν το Βυζάντιο. Παράλληλα, οι πολίτες του Βυζαντίου που είχαν προδώσει την πόλη, παραδίδοντάς τη στα χέρια του Αλκιβιάδη, εξορίστηκαν, αποκτώντας όμως αργότερα τιμητικά την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη[34]. H σπαρτιατική παρουσία στην πόλη έληξε περίπου το 390 π.Χ, όταν ο Αθηναίος στρατηγός Θρασύβουλος επανέφερε το Βυζάντιο στην αθηναϊκή σφαίρα επιρροής, ωστόσο δεν έλειψαν κρίσεις στις σχέσεις των δύο πόλεων, όπως το 357 π.Χ, όταν το Βυζάντιο συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Μαυσώλου.

Κατά την περίοδο της εξάπλωσης του Φιλίππου Β', το Βυζάντιο υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Μακεδόνα βασιλιά, ωστόσο εκείνος πολιόρκησε την πόλη, το 341 π.Χ, μετά από άρνηση των Βυζαντίων να στραφούν εναντίον της Αθήνας. Οι κάτοικοι της πόλης απέδωσαν τη σωτηρία της σε θαύμα της θεάς Εκάτης, όπως μαρτυρείται από άγαλμα που έστησαν προς τιμή της, αλλά και σε παραστάσεις της σε νομίσματα της εποχής. Η ημισέληνος που απεικονίστηκε σε βυζαντιακά νομίσματα έγινε σύμβολο της πόλεως, γεγονός που θεωρείται πως επιζεί έως σήμερα με την υιοθέτησή της στη σημαία της τουρκικής δημοκρατίας[35]. Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο υποστηρίχθηκε από τους Αθηναίους και αρκετές ακόμα ελληνικές πόλεις που συντάχθηκαν μαζί τους[36]. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η πόλη διατήρησε ένα προνομιακό καθεστώς αυτονομίας. Κατά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς τον Δούναβη, τον υποστήριξε στέλνοντας πλοία[37]. Μετά τον θάνατό του οι Βυζάντιοι, αν και αρχικά υποστήριζαν τον Αντίγονο Α', τελικά διατήρησαν ουδέτερη στάση στη μάχη του με τον Κάσανδρο και τον Λυσίμαχο[38]. Tο 279 π.Χ., η πόλη αναγκάστηκε να πληρώνει βαρύ φόρο στους Γαλάτες. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι Βυζαντινοί επιδίωξαν την επέκταση της κυριαρχίας τους, κυρίως μέσω του ελέγχου του εμπορίου.

Ρωμαϊκή περίοδος

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, το Βυζάντιο απολάμβανε αρχικά προνόμια ελεύθερης πόλης, καθώς διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον των Θρακών. Ενδεικτικά, ο Κλαύδιος εκχώρησε πενταετή ατέλεια[39], ενώ όπως παραδίδεται από τις επιστολές του Πλίνιου του νεότερου, ο Τραϊανός κατάργησε στην περίπτωση του Βυζαντίου εισφορές για την αυτοκρατορική λατρεία[40]. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν επί αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος υποβίβασε το Βυζάντιο στο επίπεδο μιας κοινής ρωμαϊκής επαρχίας. Στα τέλη του 2ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (β. 193-211) και του διεκδικητή του θρόνου Πεσκένιου Νίγηρα, το Βυζάντιο τάχθηκε στο πλευρό του τελευταίου. Ο Σεβήρος προέβη σε συστηματική πολιορκία της πόλης, την οποία τελικά κατέλαβε το 196. Χρειάστηκε τριετής μάχη που συνοδεύτηκε από ολοσχερή καταστροφή, σκληρή τιμωρία των κατοίκων, αλλά και διοικητική υποβάθμιση του Βυζαντίου, αφού παραχωρήθηκε στην Πέρινθο[41]. Καθώς η θέση του Βυζαντίου ήταν εμφανώς στρατηγικής σημασίας, ο Σεβήρος προέβη αργότερα σε εκτεταμένη ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε από τον γιο του Αντωνίνο, υψώνοντας νέα τείχη που διπλασίασαν την έκτασή της[42], ενώ εκχώρησε επίσης προνόμια που ο ίδιος είχε παλαιότερα αφαιρέσει. Μεταξύ των σημαντικότερων κτισμάτων συγκαταλέγονται τα λουτρά στο ιερό του ναού του Διός, που ονομάστηκαν «Ζεύξιππον», θέατρο και ιπποδρόμιο, ενώ ανακαινίστηκε και το λεγόμενο «Στρατήγιον»[41]. Την ίδια περίοδο, η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Augusta Antonina [Αυγούστα Αντονίνα], προς τιμή του γιου του Σεβήρου.

Το Βυζάντιο έζησε μια νέα καταστροφή, όταν ο Γαλλιηνός (β. 254-268) κατέστρεψε τις οχυρώσεις της, οι οποίες αργότερα κτίστηκαν εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Την εποχή αυτή, οι συχνές επιδρομές φυλών, κυρίων των Γότθων, έφεραν το Βυζάντιο αρκετές φορές σε θέση άμυνας, χωρίς ωστόσο να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Εκεί κατέφυγε ο Λικίνιος μετά την ήττα του από τον Κωνσταντίνο Α' στη Χρυσούπολη. Ο τελευταίος τον καταδίωξε αναγκάζοντάς τον τελικά να παραδοθεί. Προέβη σε πολιορκία της πόλης, την οποία κατέλαβε τον Σεπτέμβριο του 324. Φαίνεται πως ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε τα σημαντικά πλεονεκτήματα της θέσης του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσα του.

Πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (330-1204)

Ίδρυση

Byzantine Constantinople-el
Τοπογραφικός χάρτης της Κωνσταντινούπολης κατά τη βυζαντινή περίοδο. Τα όρια της παλιάς πόλης είναι ακόμα διακριτά από ψηλά καθώς μεγάλο τμήμα των βυζαντινών τειχών έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα

Το σύστημα διακυβέρνησης της Τετραρχίας (π. 293-324) χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την πρακτική της δημιουργίας τόπων διαμονής του αυτοκράτορα. Οι πόλεις που ιδρύονταν, ή επανιδρύονταν, ως αυτοκρατορικοί τόποι διαμονής συνήθως εξωραΐζονταν και οικοδομούνταν σε αυτές σημαντικά κτήρια, όπως ανάκτορα, μαυσωλεία ή ιπποδρόμια. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός (β. 285-310) κυβέρνησε από το Μεδιόλανο (σημ. Μιλάνο), ενώ παράλληλα ο Διοκλητιανός είχε ως έδρα τη Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, ως πρωτεύουσα, προφανώς αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική θέση του[43]. Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε με την έναρξη ενός πολύ μεγάλου πολεοδομικού εγχειρήματος, μεγάλης εμβέλειας. Η πόλη επεκτάθηκε, εντάσσοντας στο Βυζάντιο έκταση περίπου 5000 στρεμμάτων, σε μεγάλο βαθμό μη οικοδομημένη[44]. Παράλληλα, τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α' (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου[45]. Τα εγκαίνια της πόλης τελέστηκαν με λαμπρότητα στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ και ονομάστηκαν γενέθλια. Επιθυμώντας να πυκνώσουν οι οικισμοί της πόλης, μέχρι το 361 ήταν εξασφαλισμένη η δωρεάν παροχή άρτου στους πολίτες που έχτιζαν την κατοικία τους εκεί (panes aedium),[46] ενώ επιπλέον μέτρα πειθαναγκαστικού χαρακτήρα εφαρμόζονταν προκειμένου να υποχρεώνονται οι ανάδοχοι εδαφών αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας στη Μικρά Ασία να οικοδομήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, αρκετοί οίκοι παραχωρήθηκαν σε ανώτερους αξιωματούχους της αυλής και χρηματοδοτήθηκαν απευθείας από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο[47]. Σύντομα η πληθυσμιακή ανάπτυξη της πόλης έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να καταργηθούν τα μέτρα που την ευνοούσαν, οδηγώντας παράλληλα σε μεγάλο συνωστισμό ανθρώπων[48].

Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε δεκατέσσερις συνοικίες. Το κέντρο του παλαιού Βυζαντίου, το Τετράστωον, μαζί με τον κοντινό ιππόδρομο, επαναπροσδιορίστηκε αρχιτεκτονικά και μετονομάστηκε σε Αυγουσταίον, προς τιμή της μητέρας του Κωνσταντίνου. Συνδυάστηκε με τον νέο φόρο (αγορά) του Κωνσταντίνου, κοντά στον οποίο διακλαδωνόταν η Μέση οδός, ο κύριος οδικός άξονας της πόλης που οδηγούσε μέχρι την πρώτη Χρυσή Πύλη. Στη δυτική πλευρά του Αυγουσταίου βρισκόταν ο ναός της Θείας Σοφίας, αφιερωμένος στην Αγία Σοφία, και στα ανατολικά ανεγέρθηκε το πρώτο μέγαρο της Συγκλήτου. Ανατολικά του ιπποδρόμου βρισκόταν το αυτοκρατορικό παλάτι, το οποίο μέχρι τον 6ο αιώνα δεν υπέστη σημαντικές αλλαγές και παρέμενε περιορισμένων σχετικά διαστάσεων. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου, μόλις από την ημέρα των εγκαινίων της, ήταν φαινομενικά και επισήμως μια χριστιανική πόλη[49], αν και τα ολιγάριθμα χριστιανικά κτίρια που ανεγέρθηκαν με την ίδρυσή της, μειοψηφούσαν σαφώς σε σχέση με τους ιερούς τόπους της ελληνορωμαϊκής θρησκείας[50].

Στολισμένη με μεγαλοπρέπεια, η Κωνσταντινούπολη διέθετε όλα τα στοιχεία της αστικής ευημερίας, ευνοώντας σε πολιτισμικό επίπεδο τη συγχώνευση των εθίμων, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης Δύσης και Ανατολής. Αποτέλεσε επίσης εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη[51].

Επέκταση

Σημαντική επέκταση της πόλης δρομολογήθηκε επί της αυτοκρατορίας του Θεοδόσιου Β' (408-450) και υπό την επίβλεψη του επάρχου των πραιτωρίων της Ανατολής Ανθέμιου, ο οποίος καθ' υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί και δεύτερος ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης[52]. Το δυτικό τμήμα της πρωτεύουσας προωθήθηκε σε απόσταση ενός ρωμαϊκού μιλίου[52], ενώ συνολικά η εντός των τειχών έκτασή της διπλασιάστηκε[53] Η ασφάλειά της ενισχύθηκε με μεσοπύργια που χτίστηκαν κατά μήκος των θαλάσσιων μετώπων, ενώ παράλληλα υιοθετήθηκε ένα καινοτόμο σχέδιο για τα χερσαία τείχη, γνωστά σήμερα ως Θεοδοσιανά[54].

Κατά την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού Α' (527-565), η μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της, με πληθυσμό που έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους[51] και συνιστούσε ένα μωσαϊκό κοινοτήτων με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Σε αυτή την περίοδο επιχειρήθηκε μια νέα αναδιοργάνωση του αστικού τοπίου της πρωτεύουσας, όπως άλλωστε απαιτούσαν οι συνθήκες, με δεδομένες τις εκτεταμένες καταστροφές που επέφεραν η πυρκαϊά του 532 και τα γεγονότα της στάσης του Νίκα. Στο νέο πολεοδομικό πρόγραμμα περιλαμβάνονταν ο επαναπροσδιορισμός των θέσεων και των έργων που παρουσίαζαν το πρόσωπο της εξουσίας και η αποτύπωση αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών που αναδείκνυαν την πόλη ως χριστιανική πρωτεύουσα της οικουμένης[55]. Ξεχωριστή συνεισφορά του Ιουστινιανού A' υπήρξε η ανέγερση αρκετών μοναστηριών και εκκλησιών, με πιο επιβλητική εκείνη της Αγίας Σοφίας[56]. Το 542 στην πόλη εξαπλώθηκε η νόσος της πανώλης που, όπως λέγεται, προκάλεσε τον θάνατο των 3/5 του πληθυσμού και σηματοδότησε μια περίοδο παρακμής της Κωνσταντινούπολης[51]. Η περίοδος από τον 7ο αιώνα μέχρι τον 9ο υπήρξε εν γένει μια κρίσιμη φάση στην ιστορία της πόλης, κατά την οποία πολιορκήθηκε από Πέρσες και Αβάρους (626), Άραβες (674-78 και 717-18), Βούλγαρους (813, 913), Ρώσους (860, 941, 1043) και Πετσενέγους (1090-91), αντιμετωπίζοντας επίσης επιδημίες και εσωτερικές συγκρούσεις.

Λατινοκρατία (1204-61) και βυζαντινή επανάκτηση

Κέντρο της Βυζαντινής Κωνσταντινούπολης
Χάρτης της περιοχής του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Απεικονίζονται ο Ιππόδρομος, η Αγία Σοφία και η Αγία Ειρήνη, καθώς και άλλα κτίρια, βάσει λογοτεχνικών και ιστορικών αναφορών

Το 1203, στα πλαίσια της Δ' Σταυροφορίας, έλαβε χώρα η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, με σκοπό την αποκατάσταση του Ισαάκιου Β' στον θρόνο. Στις 13 Απριλίου 1204, εισέβαλαν στην πόλη, η λεηλασία της οποίας διήρκεσε για αρκετά χρόνια. Νέος αυτοκράτορας εκλέχτηκε ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας. Η περίοδος της εφήμερης εγκατάστασης της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204-61) χαρακτηρίζεται ως η πλέον καταστροφική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης[51] και ειδικότερα η λεηλασία της πόλης ως άνευ προηγουμένου[57]. Ενδεικτικές πληροφορίες για τις εκτεταμένες καταστροφές, πυρπολήσεις και λεηλασίες ναών, ανακτόρων, μνημείων και κεντρικών συνοικιών αντλούμε από το χρονικό του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου (π. 1160-1213), καθώς και από το έργο του ιστορικού και αυτόπτη μάρτυρα Νικήτα Χωνιάτη[58]. Πληθώρα τόπων λατρείας παραχωρήθηκαν στο λατινικό δόγμα, καθώς και στον φραγκικό και ενετικό κλήρο, καθώς, σε ευρεία κλίμακα, επιχειρήθηκε η εγκαθίδρυση του λατινικού δόγματος στην άλλοτε μητρόπολη της Ορθοδοξίας[59]. Λατίνοι ιερείς από τη Γαλλία, τη Φλάνδρα και την Ιταλία, ανέλαβαν τη λειτουργία των εκκλησιών της πόλης. Την ίδια περίοδο, η ενετική συνοικία επεκτάθηκε, οχυρώθηκε και έλαβε τον χαρακτήρα ξεχωριστής υπερπόντιας αποικίας[59], ενώ ταυτόχρονα σημειώθηκε μαζική έξοδος του ελληνικού στοιχείου. Η γενική αραίωση του πληθυσμού δεν εξισορροπήθηκε από τη λατινική μετανάστευση που ξεκίνησε το 1204[60]. Το 1261, η Κωνσταντινούπολη επανακτήθηκε από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1259-82) και τις επόμενες δεκαετίες επιχειρήθηκε ένα νέο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, σηματοδοτώντας μια στροφή στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Προωθήθηκαν ειδικά μέτρα για την επιστροφή του πληθυσμού από τα προάστια και εν γένει υποστηρικτικές δράσεις για την αποκατάσταση της εικόνας της πόλης. Προωθήθηκαν επίσης αμυντικά έργα, τα οποία κρίνονταν απαραίτητα, με δεδομένη την πολύ κακή κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα τείχη της πόλης, ως αποτέλεσμα της έλλειψης φροντίδας κατά τα προηγούμενα έτη[61]. Κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων, το πολιτικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης μετακινήθηκε στην περιοχή των Βλαχερνών. Στη διάρκεια των επόμενων αιώνων, η ήδη συρρικνωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε επισφαλή θέση, γνωρίζοντας απειλές τόσο από τη Δύση όσο και από τη Μικρά Ασία, με τη σταδιακή ανάδειξη των Οθωμανών ως της κυρίαρχης δύναμης στην περιοχή. Παρά την οικοδόμηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε παρηκμασμένη, γεμάτη ερείπια και μεγάλες ερημωμένες εκτάσεις[51]. Ο περιηγητής στην πόλη, την περίοδο 1432-33, Μπερτραντόν ντε λα Μπροκιέρ, αναφέρεται στους άδειους χώρους της πόλης οι οποίοι, όπως περιγράφει, εκτείνονταν σε μεγαλύτερη επιφάνεια από εκείνους που είχαν κτιστεί[62]. Ανάλογη περιγραφή παραδίδεται από τον Ρουί Γκονζάλες ντε Κλαβίχο, στις αρχές του 15ου αιώνα, ο οποίος διακρίνει επιπλέον το τμήμα της θαλάσσιας ακτής ως πιο πυκνοκατοικημένο, ενώ συγχρόνως σημειώνει τα ερείπια των άλλοτε επιβλητικών εκκλησιών και μοναστηριών της πόλης[63].

Οθωμανική Αυτοκρατορία

Siege constantinople bnf fr2691
Jean Chartier, Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, 15ος αι., Bibliothèque nationale de France. Manuscript Français 2691 folio CCXLVIv

Τον Απρίλιο του 1453 ξεκίνησε η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Είχε προηγηθεί η αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της πόλης το 1422, από τον σουλτάνο Μουράτ Β'. Παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στις μεσαιωνικές πηγές, ο οθωμανικός στρατός φαίνεται πως υπερτερούσε κατά πολύ αριθμητικά[64]. Η τελική επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου, όταν, παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην πόλη και την κατέλαβαν. Είχαν προηγηθεί συνολικά 54 ημέρες πολιορκίας[65]. Μετά από τριήμερη λεηλασία της πόλης[66], ο σουλτάνος, επιθυμώντας να περιορίσει την περαιτέρω καταστροφή της μελλοντικής πρωτεύουσάς του[67], διέταξε την παύση της και πραγματοποίησε την εθιμοτυπική και μεγαλοπρεπή είσοδό του στην πόλη. Ο Μωάμεθ Β' επιχείρησε να ενισχύσει τον πληθυσμό της πόλης, μετακινώντας αναγκαστικά κατοίκους από άλλες περιοχές που είχε κατακτήσει, όπως την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλονίκη και ελληνικά νησιά[68]. Πριν την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε φιρμάνια για τη μετακίνηση στην πόλη μουσουλμανικών, χριστιανικών και εβραϊκών οικογενειών, από την περιοχή της Ρούμελης και της Ανατολίας[20][69]. Η αναγκαστική μετοίκηση εξυπηρετούσε πληθώρα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αναγκών, όπως την αποκατάσταση της ευημερίας σε μια προηγουμένως παρηκμασμένη πόλη, τη δημιουργία πλούτου και την αποτροπή εξεγέρσεων απομονωμένων κοινοτήτων. Σύμφωνα με απογραφή του 1477, η Ιστανμπούλ αριθμούσε εκείνη την εποχή 16.324 νοικοκυριά[70], με το μουσουλμανικό και χριστιανικό στοιχείο να αντιστοιχούν περίπου στο 60% και 22% του συνολικού αριθμού (αρχεία Topkapi Sarayi, D 9524)[20]. Αν και οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό της πόλης διαφέρουν σημαντικά, θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως κατά το 16ο αιώνα είχε αυξηθεί σημαντικά.

Μέλημα του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ ήταν επίσης η οικοδόμηση της πόλης, με χαρακτηριστικά έργα την αποκατάσταση των τειχών, τη δημιουργία μιας οχυρωμένης θέσης (Yedikule), καθώς και την ανέγερση παλατιού στο κέντρο της πόλης. Για το έργο αυτό χρησιμοποίησε Έλληνες δούλους, έναντι σημαντικής αμοιβής με την οποία αργότερα ήταν σε θέση να κερδίσουν την ελευθερία τους και να εγκατασταθούν στην πόλη[71]. Εκτός από το παλάτι, το σημαντικότερο ίσως κτίριο που ανεγέρθηκε από τους Οθωμανούς κατακτητές ήταν το τζαμί του σουλτάνου, που κτίστηκε την περίοδο 1462-70 αλλά καταστράφηκε από σεισμό το 1766.

Πληθώρα μεγαλοπρεπών τζαμιών συνέβαλαν σταδιακά στη διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού ύφους της Κωνσταντινούπολης. Διοικητικά, η οθωμανική πόλη χωρίστηκε σε τέσσερις ενότητες: το κέντρο της Κωνσταντινούπολης (Σταμπούλ) και τις τρεις περιοχές του Γαλατά, του Εγιούπ (Χάσια) και του Ουσκουντάρ (Σκούταρι). Η αναδιάρθρωση της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης βασίστηκε, εν γένει, στην πεποίθηση πως έπρεπε να διαπνέεται από το πνεύμα του Ισλάμ, αποκτώντας τον χαρακτήρα μιας ιερής ισλαμικής πόλης. Συνολικά, τα επόμενα χρόνια, η πόλη γνώρισε μια μακρά περίοδο ανάπτυξης, με μοναδικές εξαιρέσεις τις φυσικές καταστροφές — κατά κύριο λόγο πυρκαγιές και σεισμοί — και τις επιδημίες που την έπληξαν στο πέρασμα του χρόνου. Το εκτεταμένο πρόγραμμα επανεποικισμού και οικοδόμησης έθεσε τα θεμέλια για τη μεταμόρφωση της άλλοτε ερημωμένης πόλης σε μια οικουμενική αυτοκρατορική πρωτεύουσα, η οποία διέφερε σε χαρακτήρα και εμφάνιση από την αντίστοιχη βυζαντινή[72]. Κατά την περίοδο του Σουλεϊμάν Α΄, έφθασε στο απόγειο της αίγλης της[73].

Πανοραμική θέα της Κωνσταντινούπολης και των περιοχών της, φωτογραφία του 1880 σε υψηλή ανάλυση

Στις αρχές του 19ου αιώνα χρονολογείται μία ακόμα σημαντική εξέλιξη στην ιστορία της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης, συνυφασμένη με την εποχή του τανζιμάτ, δηλαδή της αναδιοργάνωσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία συνοδεύτηκε από σοβαρές αναταραχές, όπως τη σφαγή των Γενιτσάρων στον Ιππόδρομο το 1826. Ενώ με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση του 1821 για πρώτη φορά η οθωμανική εξουσία διέταξε την άμεση εκτέλεση προσώπων που διαδραμάτιζαν ισχυρό ρόλο, όπως του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Μεγάλου Διερμηνέα, με τους συνεπαγόμενους διωγμούς κατά της ελληνικής κοινότητας της πόλης. Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται γενικά ως η περίοδος κατά την οποία επιχειρήθηκε ο μετασχηματισμός της πόλης σε μία δυτικού τύπου πρωτεύουσα. Το 1870 επεκτάθηκε έως την Κωνσταντινούπολη ο ευρωπαϊκός σιδηρόδρομος, ενώ και άλλες σημαντικές δημόσιες υποδομές ολοκληρώθηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού, όπως η υπόγεια σήραγγα μεταξύ Γαλατά και Πέραν (1873), σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικό δίκτυο. Την ίδια περίπου περίοδο, και μέχρι το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης σημείωσε σημαντική αύξηση από 385.000 το 1885 σε 560.000 το 1914[74].

Νεότερη ιστορία

To 1908 η πόλη καταλήφθηκε από τον στρατό του κινήματος των Νεότουρκων, και ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β' εκθρονίστηκε. H Επανάσταση των Νεότουρκων επιτάχυνε τη διαδικασία προσαρμογής της πόλης στα δυτικά πρότυπα[75], η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1839 και τον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, με τη μεταρρύθμιση που ονομάστηκε Τανζιμάτ. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), αποτράπηκε η κατάληψή της από τον βουλγαρικό στρατό, η πορεία του οποίου ανακόπηκε στα προάστια της πόλης. Στο διάστημα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου βρισκόταν σε αποκλεισμό και με το πέρας του πολέμου ετέθη υπό βρετανική, γαλλική και ιταλική κατοχή μέχρι το 1923[51]. Με την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, ο τελευταίος οθωμανός σουλτάνος, Μεχμέτ Στ', εγκατέλειψε την πόλη το 1922. Παράλληλα, η Κωνσταντινούπολη έχασε την ηγεμονία που διατηρούσε για περισσότερο από μία χιλιετία, καθώς πρωτεύουσα της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης είχε μειωθεί δραστικά, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εκατό ετών[76]. Παρέμεινε αλώβητη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς να υποστεί ζημιές, χάρη στην ουδέτερη στάση της Τουρκίας. Την περίοδο που ακολούθησε, ο πληθυσμός της σημείωσε πολύ μεγάλη αύξηση, λόγω της μετακίνησης μεγάλου τμήματος αγροτικού πληθυσμού στην πόλη προς εύρεση εργασίας. Από την άλλη πλευρά η ελληνική κοινότητα της πόλης συρρικνώθηκε δραματικά ύστερα από διαδοχικούς διωγμούς, με πιο αξιοσημείωτο από αυτούς τα Σεπτεμβριανά του 1955. H Ισταμπούλ μεταμορφώθηκε με την κατασκευή της πρώτης κρεμαστής γέφυρας του Βοσπόρου (1973), η οποία ένωσε τις ευρωπαϊκές με τις ασιατικές συνοικίες της πόλης μέσα από ένα νέο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, επιτρέποντας παράλληλα μεγάλες μετακινήσεις μεταναστών από την Ανατολία. Η πληθυσμιακή έκρηξη που παρατηρήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, συνοδεύτηκε από προβλήματα μόλυνσης, υπερπληθυσμού ανά περιοχές, πολεοδομικής αναρχίας και ανεπάρκειας υπηρεσιών[51].

Γεωγραφία

Istanbul and Bosporus big
Η Κωνσταντινούπολη και ο Βόσπορος όπως φαίνονται από το διάστημα

Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στη βορειοδυτική Τουρκία, στο Διαμέρισμα Μαρμαρά, και έχει συνολική έκταση 5.343 τετραγωνικά χιλιόμετρα.[77] Ο Βόσπορος, ο οποίος ενώνει τη θάλασσα του Μαρμαρά με τη Μαύρη Θάλασσα, χωρίζει την πόλη στο ευρωπαϊκό (θρακικό) τμήμα, όπου βρίσκεται το ιστορικό και οικονομικό κέντρο, και το ασιατικό. Η πόλη διαιρείται ακόμη περισσότερο από τον Κεράτιο κόλπο, ένα φυσικό λιμάνι το οποίο σχηματίζει τη χερσόνησο όπου ιδρύθηκε το Βυζάντιο και η Κωνσταντινούπολη. Η συμβολή της θάλασσας του Μαρμαρά, του Βοσπόρου και του Κεράτιου κόλπου αποτελούν την καρδιά της σημερινής Κωνσταντινούπολης και κύριο χαρακτηριστικό του τοπίου της πόλης.

Ακολουθώντας το μοντέλο της Ρώμης, η ιστορικό χερσόνησος λέγεται ότι διαθέτει εφτά λόφους, στην κορυφή του καθενός βρίσκονται τα αυτοκρατορικά τεμένη. Στον ανατολικότερο από τους λόφους βρίσκεται το παλάτι Τοπ Καπί.[78] Το Ουσκουντάρ στην ασιατική πλευρά έχει και αυτό λοφώδη μορφολογία, με μικρή κλίση, ενώ στο Σεμσιπασά και στο Αγιαζμά είναι πιο απότομο, σαν ακρωτήριο. Το ψηλότερο σημείο είναι ο λόφος Τσαμλίσα, με ύψος 288 μέτρα.[79] Το βόρειο μισό της Κωνσταντινούπολης έχει μεγαλύτερο μέσο υψόμετρο σε σύγκριση με τις νότιες ακτές, με υψόμετρο το οποίο ανά τόπους ξεπερνά τα 200 μέτρα και ακτές με απότομους γκρεμούς οι οποίοι σχηματίζουν φιορδ, ιδίως κοντά στο βόρειο άκρο του Βοσπόρου.

Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται κοντά στο Βόρειο Ρήγμα της Ανατολίας, κοντά στα σύνορα της Ευρασιατικής και της Αφρικανικής τεκτονικής πλάκας. Αυτό το ρήγμα, το οποίο διατρέχει τη βόρεια Ανατολία μέχρι τη θάλασσα του Μαρμαρά ευθύνεται για αρκετούς θανατηφόρους σεισμούς στην ιστορία της πόλης. Ανάμεσα στους πιο καταστροφικούς ήταν ο σεισμός του 1509, ο οποίος προκάλεσε τσουνάμι το οποίο κατέστρεψε τα τείχη της πόλης και σκότωσε πάνω από 10.000 άτομα. Πιο πρόσφατα, το 1999, ένας σεισμός με επίκεντρο κοντά στο Ιζμίτ προκάλεσε 18.000 θανάτους, από τους οποίους οι 1.000 ήταν στα προάστια της Κωνσταντινούπολης. Υπάρχει ανησυχία ότι ένας ακόμη πιο καταστροφικός σεισμός μπορεί να συμβεί στο εγγύς μέλλον, καθώς χιλιάδες από τις κατασκευές οι οποίες κτίστηκαν πρόσφατα για να στεγάσουν τον ταχέως αυξανόμενο πληθυσμό της πόλης δεν έχουν κατασκευαστεί σωστά.[80] Οι σεισμολόγοι το 2000 ανέφεραν ότι ο κίνδυνος για ένα σεισμό μεγέθους 7,6 ρίχτερ ή μεγαλύτερο με επίκεντρο κοντά στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 2030 είναι πάνω από 60 %.[81][82]

Πολεοδομική διάρθρωση

Istanbul 200611
Άποψη της Κωνσταντινούπολης από τον Βόσπορο.

Η Κωνσταντινούπολη είναι η πρώτη σε πληθυσμό πόλη της Τουρκίας με περίπου 12.000.000 κατ. Βρίσκεται ακριβώς επί του 41ου βόρειου παραλλήλου και χωρίζεται σε τρεις κύριες περιοχές. Η πρώτη αποτελεί ουσιαστικά την παλαιά πόλη — γνωστή και ως Σταμπούλ [Stamboul] — που εκτείνεται στην ιστορική τριγωνική χερσόνησο του Βυζαντίου και περιλαμβάνει τις περιοχές Εμινονού (τουρκ. Eminönü) και Φατίχ (τουρκ. Fatih). Βρίσκεται νότια του Κεράτιου κόλπου, στη λεγόμενη ευρωπαϊκή πλευρά, και αποτελεί το πλέον πυκνοκατοικημένο τμήμα της πόλης. Η χερσόνησος περιβάλλεται από τη θάλασσα του Μαρμαρά στα νότια, και από τον πορθμό του Βοσπόρου στα ανατολικά. Κτισμένη σε λοφώδες έδαφος, διαιρείται σε πολυάριθμες συνοικίες. Οι επτά λόφοι που της έδωσαν και την ονομασία Επτάλοφος υψώνονται κλιμακωτά και χωρίζονται με μικρές κοιλάδες, ενώ στις κορυφές τους ξεχωρίζουν σπουδαία τζαμιά.

Η δεύτερη κύρια περιοχή της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στα βόρεια/ανατολικά του Κεράτιου κόλπου, επίσης στο ευρωπαϊκό τμήμα της πόλης, και περιλαμβάνει τις ιστορικές συνοικίες Μπέηογλου και Μπεσικτάς. Διακρίνεται για τα σύγχρονα οικοδομήματά της και ειδικότερα η περιοχή του Μπέηογλου χαρακτηρίζεται ως η μοντέρνα Ισταμπούλ[51]. Οι δύο περιοχές, που χωρίζονται από τον Κεράτιο κόλπο, ενώνονται με δύο γέφυρες: τη νεότερη γέφυρα του Γαλατά και τη γέφυρα Ατατούρκ. Ο Γαλατάς υπήρξε σημαντικό εμπορικό κέντρο της πρωτεύουσας, έδρα εμπορικών και τραπεζιτικών καταστημάτων, του τελωνείου και πρακτορείων ατμοπλοϊκών και ασφαλιστικών εταιριών[83].

Ως τρίτη κύρια περιοχή λογίζονται τα προάστια στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι περιοχές Σκούταρι (αρχ. Χρυσόπολις, τουρκ. Uskudar) και Χαλκηδόνα (τουρκ. Kadıköy). Το Σκούταρι διακρίνεται για τα πολυάριθμα τεμένη, τους μενδρεσέδες και τα ασκητήρια των δερβισσών. Στα ευρύτερα όρια του δήμου της Κωνσταντινούπολης υπάγονται επίσης τα Πριγκιπονήσια (τουρκ. Adalar), μια ομάδα εννέα μικρών νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά και σε απόσταση περίπου 18-25 χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της πόλης.

Istanbul-map-blank

Κλίμα

İstanbul 5702

Άνοιξη

Vbebek

Φθινόπωρο

Hagia Sophia (Istanbul, ottobre 2008)

Καλοκαίρι

Istanbul - invierno 2008

Χειμώνας

To κλίμα της Κωνσταντινούπολης είναι τύπου Cfb και Csb στην ταξινόμηση κατά Köppen και χαρακτηρίζεται γενικά ως ήπιο, με υψηλή υγρασία. Είναι εύκρατο κλίμα που διαμορφώνεται σε ωκεάνιο στα βορειοδυτικά. Η μέση θερμοκρασία είναι 5,5 °C το μήνα Ιανουάριο, 22 °C τον Ιούλιο και 13,6 °C ετησίως[84][85]. Η μέση ατμοσφαιρική κατακρήμνιση είναι αντίστοιχα 124, 34 και 844 mm[86]. Οι βροχοπτώσεις είναι συχνές καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου ενώ από τον Δεκέμβριο ως και τον Μάρτιο καταγράφεται επίσης περιστασιακή χιονόπτωση, αλλά γενικά η κάλυψη χιονιού είναι πρόσκαιρη[87]. Λόγω της μεγάλης έκτασής της, η Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται από κλιματική ποικιλομορφία. Η χαμηλότερη θερμοκρασία που έχει ποτέ καταγραφεί στην πόλη είναι -16.1 °C (9 Φεβρουαρίου 1927) και η υψηλότερη 40,5 °C (12 Ιουλίου 2000)[88].

Κωνσταντινούπολη, Flag of Turkey.svg Τουρκία
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μάι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη καταγεγραμμένη θερμοκρασία (°C) 18,3 24,0 26,2 32,9 33,0 40,2 40,5 38,8 33,6 34,2 27,2 21,2 40,5
Μέγιστη θερμοκρασία (°C) 8,7 9,1 11,2 16,5 21,4 26,0 28,4 28,5 25,0 20,1 15,2 9,7 18,3
Μέση θερμοκρασία (°C) 5,8 5,9 7,6 12,1 16,7 21,0 23,4 23,6 20,2 16,0 11,9 8,2 14,3
Ελάχιστη θερμοκρασίας (°C) 2,9 2,8 3,9 7,7 12,0 16,0 18,5 18,7 15,2 12,0 8,5 5,3 10,3
Ελάχιστη καταγεγραμμένη θερμοκρασία (°C) -10,4 -16,1 -7,0 -0,6 3,6 8,0 10,5 8,2 5,2 1,0 -4,0 -9,4 -16,1
Βροχόπτωση (mm) 102,4 80,2 69,9 45,8 36,1 34,0 38,8 47,8 61,4 100,9 110,7 123,9 843,9
Μέση Μηνιαία Υγρασία (%) 77 75 74 71 72 70 67 68 68 72 74 76 72
Μέση ημέρες με το χιόνι 6 6 3 0 0 0 0 0 0 0 0 4 19
Μέση ημέρες με την βροχοπτώσεις 20 17 16 14 12 8 5 6 7 12 16 19 152
Fonto: Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (OHE)[84] Türkiye Meteoroloji Genel Müdürlüğü (DMI)[86] BBC Weather Centre[89] και Historical Weather Information for Istanbul[90]

Οικονομία

Fog-over-istanbul-skyscrapers
Η περιοχή Λεβέντ της Κωνσταντινούπολης, επιχειρηματική συνοικία στη Μπεσικτάς.

Ευνοημένη από ποικίλους παράγοντες, όπως η γεωγραφική θέση της, η ιστορία της και η ολοένα μεγαλύτερη σύνδεσή της με τις αγορές της Ευρώπης, της Ασίας και των Βαλκανίων, η Κωνσταντινούπολη έχει καθιερωθεί ως βιομηχανικό και οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Παράγει το 27% του ΑΕΠ, το 38% επί της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής και περισσότερο από 50% των υπηρεσιών, αντιπροσωπεύοντας το 40% των φορολογικών εσόδων[91]. Το 2004 η συμμετοχή της Κωνσταντινούπολης επί του συνόλου των τουρκικών εξαγωγών και εισαγωγών ήταν περίπου 50% και 40% αντίστοιχα, αναδεικνύοντας τον σημαντικό οικονομικό ρόλο της πόλης[92].

Από τη δεκαετία του 1980, η Κωνσταντινούπολη υπήρξε έδρα μεγάλων εταιρειών του εξωτερικού, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, με το ποσοστό τους να αυξάνει από 8,49% (1980) σε 28,91% (1990), και συμβάλλοντας έτσι με ποσοστό 80% επί των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Τουρκία[93]. Την περίοδο 1987-2004, σημείωσε μέση ετήσια ανάπτυξη σε ποσοστό 3,7%, έναντι 3,2% της Τουρκίας. Η οικονομία της Κωνσταντινούπολης παραμένει ωστόσο ευάλωτη σε οικονομικούς κύκλους, με αυξομειώσεις και κατά περιόδους αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης (1994, 1999, 2001)[94]. Τα υφαντά, το αλεύρι, ο καπνός, το τσιμέντο και το γυαλί είναι μεταξύ των κύριων προϊόντων που παράγονται. Οι σημαντικότερες βιομηχανίες είναι τα ενδύματα, δερμάτινα είδη, προϊόντα γυαλιού, ηλεκτρονικά, προϊόντα χάρτου, μηχανολογικός εξοπλισμός, τρόφιμα και χημικά. Σημαντική πηγή εισοδήματος αποτελεί συγχρόνως ο τουρισμός.

Εκπαίδευση

Στην Κωνσταντινούπολη εδρεύουν ορισμένα από τα κορυφαία ιδρύματα ανώτατης και μέσης εκπαίδευσης της Τουρκίας, δημόσια και ιδιωτικά. Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, με έτος ίδρυσης το 1453, είναι το παλαιότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Τουρκίας και ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο, ενώ υπήρξε και το μοναδικό κέντρο ανώτερης εκπαίδευσης κατά τη θεμελίωση της Δημοκρατίας της Τουρκίας[95]. Φημισμένο είναι επίσης το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης (τουρκ. İstanbul Teknik Üniversitesi), προσανατολισμένο στις πολυτεχνικές επιστήμες. Άλλα επιφανή δημόσια πανεπιστήμια είναι το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου (τουρκ. Boğaziçi Üniversitesi), η Σχολή Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν, το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Γιλντίζ και το Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά. Στα σημαντικότερα ιδιωτικά συγκαταλέγονται τα πανεπιστήμια Κοτς (Koç University), Σαμπάντζι (Sabancı Üniversitesi) και Μπιλγκί (İstanbul Bilgi Üniversitesi). Στην πλειοψηφία των ιδιωτικών σχολείων μέσης εκπαίδευσης και πανεπιστημίων, η διδασκαλία γίνεται στην αγγλική, γαλλική ή γερμανική γλώσσα. Επιφανή ιδρύματα της μέσης εκπαίδευσης είναι το δημόσιο Λύκειο Γαλατασαράι (τουρκ. Galatasaray Lisesi), που ιδρύθηκε το 1481 και αποτελεί τον δεύτερο αρχαιότερο εκπαιδευτικό θεσμό της χώρας, το διεθνώς αναγνωρισμένο δημόσιο λύκειο Ισταμπούλ Ερκέκ (τουρκ. İstanbul Erkek Lisesi), καθώς και το ιδιωτικό κολέγιο Ρόμπερτ. Στην πόλη εδρεύει επίσης η στρατιωτική σχολή Κουλελί. Οι Έλληνες μαθητές φτάνουν περίπου τους 300, και συντηρούν 9 σχολεία (3 Λύκεια, 2 Γυμνάσια και 4 Δημοτικά): το Ζαππείο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο (περίπου 130 μαθητές), το Ζωγράφειο Γυμνάσιο και Λύκειο (περίπου 60 μαθητές), τη Μεγάλη του Γένους Σχολή (τμήμα Λυκείου-Γυμνασίου με περίπου 70 μαθητές), το Δημοτικό Σχολείο Βλάγκας (15 μαθητές), το Μαράσλειο Δημοτικό (10 μαθητές), το Δημοτικό Σχολείο Πριγκήπου (7 μαθητές), το Δημοτικό Σχολείο Μεγάλου Ρεύματος (0 μαθητές) και το Νηπιαγωγείο Γαλατά (20 μαθητές).

Πολιτισμός

Η Κωνσταντινούπολη είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Τουρκίας. Η ιδέα της συλλογής και διατήρησης αρχαιοτήτων αναπτύχθηκε στην πόλη κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, με την ίδρυση των πρώτων ανάλογων μουσείων, που ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το 1876, ο οικίσκος Τσινιλί (τουρκ. Çinili Köşk) στο ανάκτορο του Τοπκαπί μετατράπηκε σε αρχαιολογικό μουσείο, υπό τη διεύθυνση του Φιλίπ Αντον Ντετιέρ. Τον διαδέχτηκε ο Οζμάν Χαμντί μπέης, ο οποίος οργάνωσε και τις πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές στην πόλη[96]. Το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ισταμπούλ, που περιλαμβάνει επίσης συλλογές ισλαμικής τέχνης, είναι ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία του είδους στον κόσμο, και διαθέτει περισσότερα από 1.000.000 εκθέματα[97], από τον γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας. Στη νεότερη ιστορία της, η καλλιτεχνική ζωή της Ισταμπούλ δέχθηκε σημαντικές ευρωπαϊκές επιρροές, με ορόσημο τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ. Οι ευρωπαϊκές αντιλήψεις για την τέχνη και τη διδασκαλία της ξεκίνησαν να υιοθετούνται το 1883, με την ίδρυση της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών από τον Χαμντί, κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων όπως η σχολή καλών τεχνών του Παρισιού. Η Αυτοκρατορική Ακαδημία υπήρξε το επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης, ενώ μέχρι το 1932 αποτελούσε το μοναδικό καλλιτεχνικό κέντρο με ευρωπαϊκό προσανατολισμό στην Τουρκία[96].

Aivazovsky - View of Constantinople and the Bosphorus
Όψη της Κωνσταντινούπολης και του Βοσπόρου, Ιβάν Αϊβαζόφσκι, 1856

Στον 20ό αιώνα, αυξήθηκε ο αριθμός των Τούρκων ζωγράφων και γλυπτών που εκπαιδεύτηκαν στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα ευρωπαίοι καλλιτέχνες συνέχισαν να επισκέπτονται την Ισταμπούλ και να αναλαμβάνουν την οργάνωση και διεύθυνση τμημάτων σε ακαδημίες. Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή τέχνη προωθήθηκε σε εθνικό επίπεδο περισσότερο από παραδοσιακές μορφές τέχνης, όπως η αραβική καλλιγραφία, η οποία δέχθηκε πλήγμα με την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου το 1928. Τα μνημεία και οι συλλογές της πόλης αναζωογονήθηκαν όταν πρωτεύουσα της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Το 1924, οι πλούσιες συλλογές του Τοπκαπί έγιναν προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, ενώ το 1935 η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε μουσείο. Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναστύλωσης της Μονής της Χώρας, με αποκατάσταση των περίφημων ψηφιδωτών της, διήρκεσε από το 1948 μέχρι το 1958, όταν και μετατράπηκε επίσης σε μουσείο.

Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης (τουρκ. İstanbul Modern Sanat Müzesi) εγκαινιάστηκε το 2004 και φιλοξενεί σήμερα σημαντικά έργα μοντέρνας τέχνης, στη ζωγραφική, στη γλυπτική και στη φωτογραφία. Το κίνημα του μοντερνισμού ενισχύθηκε αρχικά το 1937 με την ίδρυση του Μουσείου Ζωγραφικής και Γλυπτικής στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε. Η τέχνη της φωτογραφίας έκανε την εμφάνισή της στην Ισταμπούλ κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1840, με τη λειτουργία των πρώτων εργαστηρίων φωτογραφίας από τον Καργόπουλο (1850) και τον γαλλικής καταγωγής Πασκάλ Σεμπά (1857)[96].

Ως το πρώτο πραγματικό οθωμανικό θέατρο[98], καταγράφεται το Γαλλικό Θέατρο (τουρκ. Franciz Tiyatrosu), που χτίστηκε το 1840 στην περιοχή Μπέηογλου από τον ιταλικής καταγωγής Τζουστινιάνι, τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε αργότερα ο ιταλός ταχυδακτυλουργός Μπόσκο. Την ίδια περίοδο, στο θέατρο εκτελέστηκαν γαλλικές παραγωγές και έργα όπερας για μικτό κοινό, αποτελούμενο τόσο από οθωμανούς όσο και ξένους[99]. Το 1844, τη διεύθυνσή του ανέλαβε ο συριανής καταγωγής ηθοποιός και επιχειρηματίας Μιχάιλ Ναούμ και μετονομάστηκε σε Θέατρο Ναούμ. Καταστράφηκε από φωτιά το 1846 και αποκαταστάθηκε με συνεισφορά του σουλτάνου[100] Θεατρικές παραστάσεις, όπερες και άλλα έργα συνέχισαν να παίζονται στο ίδιο θέατρο μέχρι το 1870, όταν καταστράφηκε για δεύτερη φορά από φωτιά. Με τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ, αρκετοί ακόμα θεατρικοί χώροι έκαναν την εμφάνισή τους. To πρώτο θέατρο με παραστάσεις στην οθωμανική τουρκική γλώσσα, που ονομάστηκε Οθωμανικό Θέατρο (τουρκ. Tiyatro-i Osmani), ιδρύθηκε το 1867 και λειτούργησε μέχρι το 1885, όταν κάηκε ολοσχερώς[99]. Ιδιωτική όπερα λειτούργησε επίσης στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε του σουλτάνου, με έργα κυρίως του ιταλικού ρεπερτορίου, μέχρι το 1864. Οπερατικές παραγωγές παρουσιάστηκαν ακόμα, από το 1889 μέχρι το 1908, σε θέατρο που ίδρυσε ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ στο ανάκτορο Γιλντίζ. Η νεότερη δημοτική όπερα άρχισε να λειτουργεί το 1968 ως τμήμα του Παλατιού Πολιτισμού της Ισταμπούλ (τουρκ. Istanbul Kültür Sarayi), ωστόσο καταστράφηκε από φωτιά δύο χρόνια αργότερα. Το θέατρο λειτούργησε ξανά το 1977, ως Πολιτιστικό Κέντρο Ατατούρκ (τουρκ. Atatürk Kültür Merkezi). Στο ετήσιο πρόγραμμα της σύγχρονης δημοτικής συμφωνικής ορχήστρας της Ισταμπούλ περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία τουρκική όπερα[100].

Η πόλη διοργανώνει ορισμένες αξιοσημείωτες διεθνείς εκθέσεις και φεστιβάλ, όπως είναι η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης, το διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης, το διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής και το διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ. Το 2010 έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, από κοινού με το Πεκς της Ουγγαρίας και το Έσσεν της Γερμανίας.

Ekklisia Poli
Η Αγια-Σοφιά

Σημαντικότερα αξιοθέατα

HagiaSophiaISTANBUL
H Αγία Σοφία σήμερα
Βίντεο με το εσωτερικό του Μπλέ Τζαμιού.

Επί της παλαιάς πόλης και της περιοχής Εμινονού (τουρκ. Eminönü) βρίσκεται το πολυτελέστατο ανάκτορο Τοπ Καπί, που υπήρξε επίσημη κατοικία σουλτάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βορειότερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο και ανατολικά το Τσινιλί Κιοσκ που στεγάζει σήμερα μουσείο κεραμικής.

Second Court Topkapi 2007 80
Εύρημα από την ακρόπολη της Κωνσταντινουπόλεως που μεταφέρθηκε στο Τοπ Καπί
Walls of Istanbul 06135
Τα τείχη του Θεοδοσίου Β΄

Σε μικρή απόσταση από το Τοπ Καπί δεσπόζει η Αγία Σοφία (τουρ. Ayasofya Müzesi) με τους τέσσερεις μιναρέδες, δίπλα από την περιοχή του παλαιού ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης (At Meydanı) που σήμερα αποτελεί δημόσιο πάρκο και ονομάζεται επίσης πλατεία Σουλτάν Αχμέτ. Στον χώρο ξεχωρίζουν ο οβελίσκος του Θεοδόσιου Α´ και ο οβελίσκος του Κωνσταντίνου Ζ´, καθώς και η Στήλη των Όφεων. Στη βόρεια είσοδο του ιπποδρόμου είναι κτισμένο το λεγόμενο Γερμανικό Συντριβάνι, με στοιχεία νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής, που υπήρξε έργο της γερμανικής κυβέρνησης για τον εορτασμό της επίσκεψης του αυτοκράτορα Βίλχελμ Β' στην πόλη. Έναντι του συντριβανιού, και νοτιοδυτικά της Αγίας Σοφίας, βρίσκεται το τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ, κοινώς γνωστό ως Μπλε Τζαμί, που συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της ισλαμικής αρχιτεκτονικής. Οικοδομήθηκε το 1610 από τον Σουλτάν Αχμέτ τον Α΄, και για την κατασκευή του ξοδεύτηκαν τόσο πολλά χρήματα, που ο Αχμέτ κατέφυγε μετά σε βαριά φορολόγηση του λαού για να ξαναγεμίσει το κρατικό ταμείο. Είχε ασχοληθεί προσωπικά με το οκοδόμημα και πήγαινε κάθε Παρασκευή και πλήρωνε τους εργάτες. Τα πιο πολύτιμα υλικά για το τέμενος μεταφέρθηκαν εκεί από τη λεηλατημένη Αλεξάνδρεια της Τρωάδας. Εκεί οι Τούρκοι ύψωσαν το 1828 τη νέα σημαία τους συμβολικά, για να επισφραγίσουν την κατάργηση της παντοδυναμίας των Γενιτσάρων.

Στο Τσεμπερλί Τας υπάρχει η κεκαυμένη στήλη. Αυτή αποτελείται από οκτώ μεγάλα τεμάχια λίθων από πορφυρίτη και είχε ύψος 40 μέτρων. Είχε πρωτοαφιερωθεί στους Δελφούς και επάνω έφερε άγαλμα του Απόλλωνα, όμως μεταφέρθηκε στη Ρώμη κι από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Επάνω της τοποθετήθηκε άγαλμα του Μεγάλου Κωνσνταντίνου που καταστράφηκε από κεραυνό την εποχή του Αλεξιου του Κομνηνού.

Σημαντικό αξιοθέατο είναι επίσης το τέμενος του Σουλεϊμάν, αφιερωμένο στον Σουλεϊμάν Α' τον Μεγαλοπρεπή. Χτίστηκε στο διάστημα 1550-1557 και θεωείται αριστουργημα του τότε σημαντικού αρχιτέκτονα Σινάν. Τα υλικά για αυτό είχαν μεταφερθεί από την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Οι κίονες και μεγάλο μέρος του υλικού πάρθηκαν από το ναό της Αγίας Ευφημίας στη Χαλκηδόνα και από το Παλιό Παλάτι.

Βόρεια της Αγίας Σοφίας συναντάται ο ναός της Αγίας Ειρήνης, με τυπικά χαρακτηριστικά ρωμαϊκής βασιλικής, που λειτουργεί επίσης ως μουσείο. Χτίστηκε απο τον Μεγάλο Κωνσνταντίνο στην θέση παλιού αρχαίου ναού που ήταν αφιερωμένος στη θεά Ειρήνη και αρχικά ο χριστιανικός ναός αφιερώθηκε "στην του Θεού Ειρήνη" και όχι στην Αγία Ειρήνη (μεγαλομάρτυς) που μαρτύρησε πιθανόν στην Περσία ίσως το 315). Η εκκλησία για κάποια χρόνια λειτούργησε ως Πατριαρχείο. Εκεί έγινε το 482 μ.Χ. η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος. Η εκκλησία ήταν μεταξύ των κτισμάτων που πυρπολήθηκαν κατά τη Στάση του Νίκα το 532. μ.Χ. και ξανακτίσθηκε από τον Ιουστινιανό. Μετά την κατάληψη της Πόλης από τα οθωμανικά στρατεύματα ο ναός μετεβλήθη σε οπλαποθήκη και μετά λειτούργσε ως μουσείο, διακοσμημένο με ξίφη γενιτσάρων. Στη συνέχεια αυτά μεταφέρθηκαν στην Άγκυρα και από εκεί στο Μέγαρο Αθλητισμού.

Άξια αναφοράς είναι επίσης τα κάστρα κατά μήκος του Βοσπόρου, όπου κυριαρχούν το Ρούμελι Χισάρ στην ευρωπαϊκή Τουρκία, και το Κάστρο της Ανατολίας ή Ανάντολου Χισάρ στην ασιατική ακτή.

Επίσης έχουν ενδιαφέρον τα παράλια τείχη (απο την πύλη του Επταπυργίου μέχρι το Σαράι Μπουρνού) καθώς και τα χερσαία τείχη.

Στο Μπαλουκλή αξίζει κανείς να επισκεφθεί επισης την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής που το νερό της θωείρείται θαυματουργό, όπου ήταν έθιμο ο αυτοκράτορας να γνωρίζει τη μέλλουσα βασίλισσα.

Στη συνοικία Εντιρνέ Καπού (τουρκ. Edirnekapı), σε απόσταση περίπου 150 μ. από το Θεοδοσιανό τείχος, βρίσκεται η Μονή της Χώρας (Καριγιέ Τζαμί), που ανήκει στα σημαντικότερα μνημεία βυζαντινής τέχνης, της μέσης και ύστερης περιόδου της. Άλλοι αξιοσημείωτοι ναοί είναι η Μονή Παμμακάριστου (Φετιγιέ Τζαμί - σήμερα μέρος του μνημείου είναι και μουσείο με σημαντικά ψηφιδωτά), πλησίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και η Μονή των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Κιουτσούκ Αγιασοφιά Τζαμί). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι δύο αγορές: η αιγυπτιακή Μισίρ τσαρσί (τουρκ. Mısır Çarşısı) και η σκεπαστή Καπαλί τσαρσί (τουρκ. Kapalıçarşı) που με έκταση περίπου 200.000 τετραγωνικών μέτρων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου[101].

Σημαντικά αξιοθέατα συναντώνται επίσης στη μοντέρνα πόλη, που οριοθετείται από την περιοχή του Μπέηογλου (παλαιά συνοικία Πέρα). Η γέφυρα του Γαλατά συνδέει την περιοχή αυτή με την παλαιά πόλη, ενώ στη συνοικία του Γαλατά δεσπόζει ο ομώνυμος πύργος (τουρκ. Galata Kulesi), ύψους περίπου 70 μέτρων. Επίκεντρο της μοντέρνας πόλης είναι η πλατεία Ταξίμ, ή Πλατεία Ανεξαρτησίας, που αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο με πολυάριθμα κέντρα διασκέδασης. Στη συνοικία Χαρμιγιέ (τουρκ. Harbiye), σε σχετικά μικρή απόσταση από την πλατεία Ταξίμ, βρίσκεται το Στρατιωτικό Μουσείο (τουρκ. Askeri Müze), με εκθέματα από όλες τις περιόδους της στρατιωτικής ιστορίας της Τουρκίας. Στην περιοχή Μπέιογλου βρίσκεται το σύμπλεγμα του Κιλίτς Αλί Πασά (τουρκ. Kılıç Ali Paşa Külliyesi), που περιλαμβάνει τζαμί, μεντρεσέ, χαμάμ, μικρό μαυσωλείο και συντριβάνι, χτισμένο κατ' εντολή του Κιλίτζ Αλή Πασά. Σημαντικότερο ίσως αξιοθέατο της περιοχής είναι το παλάτι Ντολμάμπαχτσε, μαζί με το ομώνυμο τζαμί και τον μπαρόκ ρυθμού Πύργο του Ρολογιού. Αξιόλογα ανάκτορα είναι επίσης το Μπεηλέρμπεη, στην ομώνυμη συνοικία, και το Κιουτσιουκσού στη συνοικία Μπεϊκόζ, που βρίσκονται επί της ασιατικής πλευράς του Βοσπόρου, όπως και τα παλάτια Γιλντίζ, στην περιοχή Μπεσικτάς, και Σιραγάν, μεταξύ της Μπεσικτάς και της συνοικίας Ορτάκιοϊ.

Πανοραμική εικόνα της Κωνσταντινούπολης

Αθλητισμός

Στη σύγχρονη Κωνσταντινούπολη, το ποδόσφαιρο, η καλαθοσφαίριση και το βόλεϊ είναι τα πλέον δημοφιλή αθλήματα. Στους κυριότερους αθλητικούς συλλόγους της πόλης ανήκουν ο Μπεσίκτας Τζιμναστίκ Κουλουμπού, η Γαλατασαράι και η Φενέρμπαχτσε, σωματεία που διατηρούν τμήματα σε διάφορα αθλήματα. Στην καλαθοσφαίριση, επιτυχίες έχουν να επιδείξουν σύλλογοι όπως η Εφές Πίλσεν και η Φενερμπαχτσέ Ούλκερ, ενώ στο βόλεϊ διακρίνονται σύλλογοι Eczacıbaşı, Vakıfbank και Φενερμπαχτσέ.

Μεγαλύτερο σε χωρητικότητα στάδιο της πόλης είναι το Ολυμπιακό Στάδιο Ατατούρκ και εξυπηρετεί αθλήματα του στίβου και ποδοσφαιρικούς αγώνες, έχοντας χαρακτηριστεί ως γήπεδο πέντε αστέρων κατά τα πρότυπα της UEFA. Εκεί φιλοξενήθηκε το 2005 ο τελικός του UEFA Champions League, ενώ στην έδρα της Φενερμπαχτσέ, το στάδιο Σουκρού Σαράτζογλου, έλαβε χώρα το 2009 ο τελευταίος τελικός του UEFA Cup, πριν αντικατασταθεί από τη διοργάνωση του UEFA Europa League. Σημαντικοί αθλητικοί χώροι είναι ακόμα το γήπεδο Σινάν Ερντέμ (τουρκ. Sinan Erdem Olimpik Spor Salonu), όπου φιλοξενούνται αγώνες καλαθοσφαίρισης αλλά και συναυλίες, καθώς και η Αρένα Αμπντί Ιπεκτσί που φιλοξένησε τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Μπάσκετ το 2001.

Στην πόλη φιλοξενούνται επίσης διοργανώσεις του μηχανοκίνητου αθλητισμού, όπως το πρωτάθλημα Φόρμουλα 1, το πρωτάθλημα MotoGP, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αυτοκινήτων Τουρισμού (WTCC), κ.α., στην πίστα Ιστάνμπουλ Παρκ που εγκαινιάστηκε το 2005. Ορισμένοι αγώνες ιστιοπλοΐας διεξάγονται ακόμα στον Βόσπορο και τη θάλασσα του Μαρμαρά. Ιπποδρομίες πραγματοποιούνται στον ιππόδρομο που βρίσκεται στη συνοικία Ζεϊτίνμπουρνού, ενώ ετησίως λαμβάνει χώρα στην πόλη ο διεθνής Μαραθώνιος της Ευρασίας.

Δείτε επίσης

Παραπομπές

  1. archINFORM. 1767. Ανακτήθηκε στις 6  Αυγούστου 2018.
  2. istanbul.yerelnet.org.tr.
  3. Karen Mossberger, Susan E. Clarke, Peter John, The Oxford Handbook of Urban Politics, σελ. 145, Oxford Handbooks in Politics and International Relations, Οξφόρδη: Oxford University Press (2012) ISBN 978-0-19-536786-7
  4. Freely, 3
  5. UNESCO | Historic Areas of Istanbul
  6. "Istanbul." Encyclopædia Britannica. 2009. Encyclopædia Britannica Online. 2009
  7. Cyril Mango, The Oxford history of Byzantium, Oxford University Press, 2002, σ. 1
  8. Freely, 5
  9. Jennifer Speake, Literature of Travel and Exploration, Taylor & Francis, 2003, σ. 160
  10. Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ι.16
  11. Dagron, 51-52
  12. Gilles, Pierre [Petrus Gyllius]. The antiquities of Constantinople [De topographia Constantinopoleos] (μτφρ. John Ball), London: 1729
  13. [ http://www.constantinethegreatcoins.com/articles/Georgacas_The_Names_of_Constantinople.pdf Georgakas Demetrius (1947), The Names of Constantinople, Transactions and Proceedings of the American Philological Association, The Johns Hopkins University Press, vol. 78, σ. 358 και υποσημ. 75, σ. 366.]
  14. Zeynep Çelik. The Remaking of Istanbul: Portrait of an Ottoman City in the Nineteenth Century. University of California Press, 1986. «…the Turks, whose documents and coin frequently referred to the capital as "Konstantiniye" until the twentieth century …» σελ.12
  15. Names of İstanbul. Δημοκρατία της Τουρκίας, Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, «…in official correspondence and on coins the Turkish transcription of 'Konstantinoupolis', 'Konstantiniye' was used. Although the use of the name 'Konstantiniye' was prohibited...during the republican period.»
  16. From Konstantiniyye to Istanbul. Photographs of the Anatolian Shore of the Bosphorus from the mid XIXth Century to XX Century, Date of Publication: 2012, ISBN 9789759123963. Pera Museum
  17. Lewis, ix
  18. D. J. Georgacas, The names of Constantinople, American Philological Association: Transactions, Ixxviii (1947), 347-67. Πρβλ. Edward G. Bourne, The Derivation of Stamboul, Τhe American Journal of Philology, Vol. 8, No. 1 (1887), σσ. 78-82
  19. 19,0 19,1 Adrian Room, Placenames of the world, McFarland, 2006, σ. 177
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 20,4 "Istanbul", The Encyclopedia of Islam, Vol. IV, E.J. Brill, Leiden: 1997, σ. 224
  21. Alain Servantie, Le voyage à Istanbul, Editions Complexe, 2003, σ. 4
  22. Christiane J. Gruber, The Islamic Manuscript Tradition, Indiana University Press, 2009, σ.190
  23. Για παράδειγμα, "Προσκύνημα στη Βασιλεύουσα", Το Βήμα, 05/04/1998
  24. 24,0 24,1 24,2 Alexander P. Kazhdan (ed.), The Oxford Dictionary of Byzantium, Vol. I, Oxford University Press, USA, 1991, λήμμα "Byzantion", σ. 344
  25. Προκόπιος, Περί Κτισμάτων, Α. 5
  26. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.6· ανάλογη αναφορά συναντάται και στον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, Βιβλίο Δ'), ο οποίος αποδίδει τον χαρακτηρισμό περί τυφλών στον Πέρση στρατηγό Μεγάβαζο.
  27. Βασικό πλεονέκτημα της τοποθεσίας, σε σχέση με εκείνη της Χαλκηδόνας, ήταν η μεγαλύτερη δυνατότητα υπεράσπισής της, καθώς η ακρόπολη του Βυζαντίου στη συμβολή του Κεράτιου κόλπου και του Βοσπόρου, προστατευόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από θάλασσα, με εξαίρεση μόνο το δυτικό τμήμα, στο οποίο όμως ήταν εφικτή η ανέγερση τειχών. (Freely, 4)
  28. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, 4.31.5
  29. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 6.33
  30. Θουκυδίδης, 1.94
  31. Θουκ. 1. 128-131
  32. Ξενοφών, Ελληνικά, 1.1.35
  33. Διόδ. Σ., 66.4-6
  34. Ξενοφών, 2.2.1
  35. William Smith, Dictionary of Greek and Roman geography, Vol. I, Boston: Little, Brown and Co., 1854, σ. 658
  36. Διόδ. Σ., 16.77.2
  37. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβαση, 1.3.3
  38. Διόδ. Σ., 19.77.7
  39. Smith, ό.π., 658
  40. Πλίνιος, Επιστολές
  41. 41,0 41,1 Σούδα, Σεβήρος
  42. Michael R. T. Dumper and Bruce E. Stanley (ed.), Cities of the Middle East and North Africa: a historical encyclopedia, ABC-CLIO, 2007, σ.181
  43. Η Θεσσαλονίκη και η Σαρδική αναφέρονται ως υποψήφιες πόλεις, πριν την επιλογή του Βυζαντίου, από τους χρονογράφους Κεδρηνό και Ζωναρά αντίστοιχα (βλ. Gibbon, Edward. The History of the Decline and Fall of the Roman Empire, Vol. III, New York: 1906, σ.97). Όπως παραδίδεται από τον Ζώσιμο, ο Κωνσταντίνος επέλεξε αρχικά μια περιοχή κοντά στο Ίλιον όπου ύψωσε επίσης τείχη (Ζώσ. ΙΙ, 30-31).
  44. Concina, 15
  45. Ζώσιμος, ΙΙ.30-31
  46. Χριστοφιλοπούλου, Αικατερίνη (1996). Βυζαντινή Ιστορία. Θεσσαλονίκη: Βάνιας, σελ. 140.
  47. Concina, 16
  48. Ζώσιμος, ΙΙ.55
  49. J. B. Bury, History of the Late Roman Empire, Macmillan & Co., London: 1923, σ. 74
  50. Concina, 24
  51. 51,0 51,1 51,2 51,3 51,4 51,5 51,6 51,7 "Istanbul." Encyclopædia Britannica. 2009. Encyclopædia Britannica Online. 10 Apr. 2009
  52. 52,0 52,1 J. B. Bury, ό.π. 70
  53. Concina, 28
  54. H καινοτόμος παρέμβαση περιλάμβανε την κατασκευή διπλών τειχών. Το εσωτερικό, που αποτελούσε και την κύρια άμυνα, ήταν ύψους περίπου 11 μέτρων και ενισχυμένο με πύργους ύψους περίπου 20 μέτρων, τοποθετημένους ανά τακτά διαστήματα περίπου 65 μέτρων. Ένα δεύτερο προωθημένο τείχος, πάχους 0.5-2 μέτρων και ενισχυμένο επίσης με πύργους, προστατευόταν από εξωτερικά αναχώματα και συνεχή τάφρο (βλ. J.B. Bury, 70-71)
  55. Concina, 33-34
  56. Michael Maas (εκδ.), The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press, 2005, σ. 79
  57. Steven Runciman, A History of the Crusades, Vol. III, Cambridge University Press, 1995, σ.123
  58. Nicetas Choniata, Historia, C.S.H.B., Bonn, 1835, σσ. 757-63
  59. 59,0 59,1 Concina, 62
  60. Necipoğlu, 280
  61. Necipoğlu, 290
  62. Bertrandon de La Brocq́uière (μτφρ. Thomas Johnes), The Travels of Bertrandon de La Brocq́uière, to Palestine: And His Return from Jersulem Overland to France, During the Years 1432 & 1433, J. Henderson (εκδ.), 1807, σ. 220
  63. Ruy González de Clavijo (μτφρ. Clements Robert Markham). Narrative of the embassy of Ruy Gonzalez de Clavijo to the court of Timour at Samarcand, A.D. 1403-6, Λονδίνο, 1859, σ. 46
  64. βλ. Bartusis, Mark C., The late Byzantine Army: Arms and Society, 1204-1453, University of Pennsylvania Press, 1997, σσ. 129-132
  65. Shaw, 57
  66. Όπως παραδίδει ο Γεώργιος Φραντζής. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία της πόλης έληξε μετά την πρώτη ημέρα. Bλ. λήμμα "Istanbul" στο The Encyclopedia of Islam, Vol. IV, E.J. Brill, Leiden: 1997, πρβλ. S. Runciman, The Fall of Constantinople 1453, Cambridge, 1965, σ. 148
  67. O ιστορικός Μιχαήλ Δούκας παραδίδει πως ο Μεχμέτ Β' επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων. Βλ. Μιχαήλ Δούκα, Historia Byzantina, CSHB, Vol. 20, Bonn, σ. 281.
  68. Μιχαήλ Κριτόβουλος, βλ. H.G. Beck, A. Kambylis, R. Keydell (ed.),Critobuli Imbriotae historiae, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Vol. 22, Berlin: W. de Gruyter 1983, σ.83
  69. Κατά τον Μιχαήλ Δούκα, διατάχθηκε η μετακίνηση πέντε χιλιάδων οικογενειών μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1453. Βλ. Historia Byzantina, CSHB, Vol. 20, Bonn, σ. 313
  70. Δεν περιλαμβάνονται στρατιώτες, μαθητές και δούλοι. Διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς το ποσοστό τους, αλλά και σχετικά με τον μέσο αριθμό των μελών των οικογενειών, οδηγούν σε υπολογισμό του συνολικού πληθυσμού που κυμαίνεται από 60.000-175.000.
  71. Halil Inalcik, "The Policy of Mehmed Towards the Greek Population of Istanbul and the Byzantine Buildings of the City", Dumbarton Oaks Papers, vol. 23, 1969-1970, pp. 229-249
  72. Γερασίμου, Σ., «Η επανοίκηση της Κωνσταντινούπολης μετά την Άλωση», στο Κιουσοπούλου, Τ. (επιμ.), 1453: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους (Ηράκλειο 2005), σελ. 3-21.
  73. Lewis, 105
  74. Alan Duben, Cem Behar, Istanbul Households: Marriage, Family and Fertility, 1880-1940, Cambridge University Press, 2002, σ. 25
  75. Duben, Behar, ό.π., σ. 26
  76. Duben, Behar, ό.π., σ. 23
  77. «İstanbul İl ve İlçe Alan Bilgileri» [Istanbul Province and District Area Information] (στα Turkish). Istanbul Metropolitan Municipality. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2010.
  78. «Istanbul from a Bird's Eye View». Governorship of Istanbul. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Μαΐου 2009. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2010.
  79. «The Topography of İstanbul». Republic of Turkey Ministry of Culture and Tourism. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουνίου 2012.
  80. Revkin, Andrew C. (24 February 2010). «Disaster Awaits Cities in Earthquake Zones». The New York Times. https://www.nytimes.com/2010/02/25/science/earth/25quake.html. Ανακτήθηκε στις 13 June 2010.
  81. Parsons, Tom; Toda, Shinji; Stein, Ross S.; Barka, Aykut; Dieterich, James H. (2000). «Heightened Odds of Large Earthquakes Near Istanbul: An Interaction-Based Probability Calculation». Science (Washington, D.C.: The American Association for the Advancement of Science) 288 (5466): 661–5. doi:10.1126/science.288.5466.661. PMID 10784447. Bibcode2000Sci...288..661P.
  82. Traynor, Ian (9 December 2006). «A Disaster Waiting to Happen – Why a Huge Earthquake Near Istanbul Seems Inevitable». The Guardian (UK). https://www.theguardian.com/world/2006/dec/09/turkey.naturaldisasters. Ανακτήθηκε στις 13 June 2010.
  83. Απόστολος Βασακόπουλος, Τοπογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, ήτοι σύντομος τοπογραφική και ιστορική περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως και των προαστείων αυτής μετά μακράς επιστημονικής εισαγωγής εις την πατριδογραφίαν, Κωνσταντινούπολη: 1891, σ. 84
  84. 84,0 84,1 «Weather Information for Istanbul». Unknown parameter |dateformat= ignored (βοήθεια)
  85. Eisma, D. Climate change: impact on coastal habitation,CRC Press, 1995, σ.174.
  86. 86,0 86,1 «Yıllık Toplam Yağış Verileri - Meteoroloji Genel Müdürlüğü». Meteor.gov.tr. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2010. «Ölçülen En Düşük Sıcaklıklar: 30.01.2012 06:00 - 31.01.2012 06:00 (UTC) - Meteoroloji Genel Müdürlüğü». Meteor.gov.tr. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2011.
  87. «Istanbul climate and weather Turkey, Istanbul Rainfall Temperature Climate and Weather». Wordtravels.com. 28 Απριλίου 2009. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2009.
  88. Extreme Temperature Records Worldwide - Istanbul
  89. BBC Weather Centre - World Weather - Average Conditions - Istanbul
  90. Statistics: Historical Weather Information for Istanbul
  91. Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD), OECD Territorial Reviews Istanbul, Turkey, OECD Publishing, 2008, σ. 13
  92. OECD, ό.π., σ. 70
  93. OECD, ό.π., 71
  94. OECD, ό.π., σ. 47
  95. «History of Istanbul University»από Istanbul.edu.tr. Αρχειοθέτηση 15/4/2017. Αρχειοθέτηση 24/7/2010. Ανακτήθηκε 1/2/2018.
  96. 96,0 96,1 96,2 Paul Magdalino, et al. "Istanbul." Grove Art Online. Oxford Art Online. 2009
  97. Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού Τουρκίας
  98. Θεατρικές παραστάσεις εκτελούνταν ήδη από την περίοδο της γαλλικής επανάστασης σε πρεσβείες, για ξένους μη μουσουλμάνους θεατές.
  99. 99,0 99,1 Shaw, 129
  100. 100,0 100,1 Faruk Yener. "Istanbul." The New Grove Dictionary of Opera. Ed. Stanley Sadie. Grove Music Online. Oxford Music Online. 2009.
  101. Peter Coleman, Shopping environments: evolution, planning and design, Architectural Press, 2006, σ.23

Επιπλέον βιβλιογραφία

  • Çelik, Zeynep. The Remaking of Istanbul: portrait of an Ottoman city in the nineteenth century, University of California Press, 1986
  • Concina, Ennio. Η Βυζαντινή Πόλη [La città bizantina], Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2009
  • Dagron, Gilbert. Η γέννηση μιας πρωτεύουσας: η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 [Naissance d' une capitale: Constantinople et ses institutions de 330 a 451], Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000
  • Freely, John. The Companion Guide to Istanbul and Around the Marmara, Vol. I, Companion Guides,Boydell & Brewer Ltd, 2000
  • Gilles, Pierre [Petrus Gyllius]. The antiquities of Constantinople [De topographia Constantinopoleos] (μτφρ. John Ball), London: 1729
  • Lewis, Bernard. Istanbul and the Civilization of the Ottoman Empire Centers of Civilization, University of Oklahoma Press, 1972
  • Necipoğlu, Nevra (ed.). Byzantine Constantinople: Monuments, Topography and Everyday Life, Brill Academic Publishers, 2001
  • Shaw, Ezel Kural. History of the Ottoman Empire and modern Turkey, Cambridge University Press, 1977
  • Βασίλειος Κυδωνόπούλος, «Η τύχη των κτιρίων της Κωνσταντινούπολης στο διάστημα 1203/4-1261», Βυζαντιακά τομ.22 (2002), σελ.115-123
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, " Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την άλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου) ", επιμέλεια:Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ.1η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2010. ISBN 9608280079 (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 9217/10, Regesta Imperii)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Αγία Σοφία (Κωνσταντινούπολη)

Η Αγία Σοφία ή Αγια-Σοφιά (τουρκικά: Ayasofya, λατινικά: Sancta Sophia ή Sancta Sapientia), γνωστή και ως ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας ή, απλά, η Μεγάλη Εκκλησία, είναι ναός που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Από το 537 (ο ομώνυμος ναός του 360 που είχε ανεγερθεί στο ίδιο σημείο, απαλλοτριώθηκε προς θεμελίωση του υπάρχοντος) μέχρι το 1453 λειτουργούσε ως ορθόδοξος καθεδρικός ναός της πόλης, με εξαίρεση την περίοδο 1204–1261, κατά την οποία ήταν ρωμαιοκαθολικός ναός. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε ισλαμικό τέμενος, ενώ το 1934 μετατράπηκε σε μουσειακό χώρο (Ayasofya Müzesi).

Στο σημείο όπου ανεγέρθηκε η Αγία Σοφία υπήρχε ομώνυμος ναός κτισμένος επί Κωνσταντίνου Α΄ και Κωνσταντίνου Β΄, ο οποίος, όμως, κάηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532 μ.Χ.). Ανήκει στις κορυφαίες δημιουργίες της βυζαντινής ναοδομίας, όντας πρωτοποριακού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής συνθέσεως, και υπήρξε σύμβολο της πόλης, τόσο κατά τη βυζαντινή όσο και κατά την οθωμανική περίοδο. Το παρόν κτήριο ξεκίνησε να ανεγείρεται το 532 και εγκαινιάσθηκε στις 27 Δεκεμβρίου του 537, επί βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄, από τους μηχανικούς Ανθέμιο από τις Τράλλεις (σημ. Αϊδίνιο) και Ισίδωρο από τη Μίλητο. Στο ίδιο σημείο, επί του πρώτου λόφου της Κωνσταντινούπολης και σε κοντινή απόσταση από το Μέγα Παλάτιον και τον Ιππόδρομο της πόλης, είχαν χτιστεί παλαιότερα δύο ακόμα ναοί που καταστράφηκαν, επίσης, από πυρκαγιά.

Το οικοδόμημα ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της τρουλαίας βασιλικής και συνδυάζει στοιχεία της πρώιμης βυζαντινής ναοδομίας, σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αρχιτεκτονικές επιρροές της Αγίας Σοφίας εντοπίζονται σε αρκετούς μεταγενέστερους ορθόδοξους ναούς αλλά και σε οθωμανικά τζαμιά, όπως στο τέμενος του Σουλεϊμάν και στο Σουλταναχμέτ τζαμί. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της, η Αγία Σοφία ξεχωρίζει επίσης για τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμό της, που ωστόσο υπέστη σοβαρές καταστροφές κυρίως από τους Τούρκους κατακτητές κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Αριστείδης Μωραϊτίνης (αεροπόρος)

Ο Αριστείδης Μωραϊτίνης (1891 - 22 Δεκεμβρίου 1918) ήταν Έλληνας αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και από τους πρωτοπόρους της ελληνικής αεροπορίας. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) πραγματοποίησε μαζί με τον Μιχαήλ Μουτούση την πρώτη στην παγκόσμια ιστορία αεροπορική αποστολή ναυτικής συνεργασίας. Ο Αριστείδης Μωραϊτίνης τα επόμενα έτη πρωτοστάτησε στην εκπαίδευση νέων Ελλήνων πιλότων, ενώ ανέλαβε πρωτοβουλίες για την ανάδειξη της ναυτικής αεροπορίας της οποίας ήταν διοικητής. Το 1916 κατατάχτηκε στο Κίνημα Εθνικής Αμύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου και συμμετείχε δυναμικά ως εκπαιδευτής αεροπόρων και επικεφαλής αεροπορικών αποστολών στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και στις περιοχές των Δαρδανελλίων, στο ανατολικό Αιγαίο και στη Μικρά Ασία, μέχρι και το τέλος του Πολέμου.

Αναδείχτηκε στον κορυφαίο «ιπτάμενο άσσο» της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, όχι μόνο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και γενικότερα της αεροπορικής ιστορίας της Ελλάδας, με συνολικά εννέα καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών. Παράλληλα, απέσπασε σημαντικές διακρίσεις από την Ελληνική και τη Βρετανική Κυβέρνηση. Τον Νοέμβριο του 1918, μετά τη συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν επικεφαλής του ελληνικού αεροπορικού σμήνους που πέταξε στην Κωνσταντινούπολη. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αφήνοντας σημαντικό έργο στον τομέα της ανάπτυξης του αεροπορικού οράματος, συμπεριλαμβανομένου και στη δημιουργία τοπικής αεροπορικής βιομηχανίας.

Αρχαία Ρώμη

Η αρχαία Ρώμη ήταν αρχικά ένας ιταλικός οικισμός, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και αναπτύχθηκε στην πόλη της Ρώμης και στη συνέχεια έδωσε το όνομά του στην αυτοκρατορία, της οποίας αποτέλεσε την έδρα, καθώς και στον εκτεταμένο πολιτισμό που ανέπτυξε η αυτοκρατορία. Ανήκοντας γεωγραφικά στον χώρο της Μεσογείου Θάλασσας και με επίκεντρο την πόλη της Ρώμης, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου με πληθυσμό περίπου 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ.Στους περίπου 12 αιώνες ύπαρξής του, ο Ρωμαϊκός πολιτισμός μετατοπίστηκε από τη μοναρχία στην κλασική δημοκρατία και, στη συνέχεια, σε μία ολοένα και πιο αυταρχική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης, του πολέμου, και της αφομοίωσης. Το 330 ο Κωνσταντίνος Α΄ μετακίνησε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη, που θα μετονομαστεί σε Κωνσταντινούπολη.

Η παρακμή του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα τη Ραβέννα επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενο από πολιτική αστάθεια, και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις κατά την διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που περιελάμβαναν την Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα. Η υπόλοιπη αυτοκρατορία, της οποίας η κυβέρνηση είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Αυτοκρατορία της Νίκαιας

Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας ήταν ένα από τα διάδοχα κράτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που ιδρύθηκαν από τη Βυζαντινή αριστοκρατία μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Τέταρτης Σταυροφορίας, στις 13 Απριλίου του 1204.

Το 1261, οι αυτοκράτορες της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, πήραν στην εξουσία τους την Κωνσταντινούπολη, κατέλυσαν τη Λατινική αυτοκρατορία και επανασύστησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Βυζαντινή Αυτοκρατορία

H Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αναφερόμενη και ως Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Ρωμανία ή απλά Βυζάντιο, ήταν αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, ήταν η συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθώς οι αυτοκράτορες (από τον Ηράκλειο και μετά) είχαν τον τίτλο "Βασιλεύς Ρωμαίων". Τα χρονικά όρια της Βυζαντινής (Ανατολικής Ρωμαϊκής) αυτοκρατορίας ξεκινούν από τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 330 και φτάνουν ως την τελική της πτώση, την άλωση από τους Οθωμανούς, στις 29 Μαΐου 1453. Τα όριά της μέσα στα εκτεταμένα χρονικά όρια ζωής άλλαξαν πολλές φορές αλλά στη μεγαλύτερή της έκταση διοικούσε εδάφη που περιελάμβαναν τα Βαλκάνια, την Ιταλική χερσόνησο, τη Μικρά Ασία, τη Συρία και Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη σημερινή Τυνησία καθώς και μικρό τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου και της Κριμαίας.

Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γεννήθηκε το «εκχριστιανισμένο ρωμαϊκό κράτος της ανατολής» με κύριο μέλημα την ανασύσταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επί της δυναστείας του Ηράκλειου μεταμορφώθηκε στην «εξελληνισμένη αυτοκρατορία της χριστιανικής ανατολής» και τέλος, κυρίως από το 1204 και μετά, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από το βενετσιάνικο στόλο και τους Λατίνους Σταυροφόρους, γεννήθηκε η «ελληνική βυζαντινή-ρωμαϊκή αυτοκρατορία» .

Πρόκειται για μία νέα φάση της ρωμαϊκής ιστορίας που διαμορφώθηκε κάτω από την κυρίαρχη επιρροή του ελληνικού πολιτισμού και παραδόσεων και της ελληνικής γλώσσας, με μετάθεση του πολιτικού κέντρου του κράτους στην εξελληνισμένη Ανατολή, της χριστιανικής πίστης και της ρωμαϊκής πολιτικής θεωρίας. Οι διαφορές δημιουργούνταν μόνο με βάση το μερίδιο που διατηρούσαν οι τρεις αυτοί παράγοντες στη συσπείρωση της αυτοκρατορίας, κατά τη διάρκεια της ακατάπαυστης και αγωνιώδους προσπάθειας επιβίωσής της.

Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη

Η Κωνσταντινούπολη (λατινικά: Constantinopolis) υπήρξε η ανατολική πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ., και μετά την κατάρρευση των δυτικών περιοχών στα τέλη του 5ου αιώνα η πρωτεύουσα της Ανατολικής ρωμαϊκής/Βυζαντινής έως τα μέσα του 15ου αιώνα, μια συνολική περίοδο άνω των χιλίων ετών. Για λίγες δεκαετίες υπήρξε επίσης η έδρα της λατινικής αυτοκρατορίας (1204–1261) μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ μετά την άλωση του 1453 και έπειτα αποτέλεσε την πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους (1453–1924), και κατόπιν την μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας.

Ιδρύθηκε επί της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου το 324 μ.Χ. ως νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α´. Από αυτόν εγκαινιάστηκε επίσημα της στις 11 Μαΐου του 330 ως Νέα Ρώμη.Από τον 5ο έως και τις αρχές του 13ου αιώνα, η Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πόλη στην Ευρώπη και αποτέλεσε μια από τις κύριες έδρες του Χριστιανισμού ως η βάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και ως το σημείο όπου κατά την παράδοση φυλάσσονταν πολλά σημαντικά ιερά κειμήλια του χριστιανισμού όπως το Ακάνθινο Στεφάνι και ο Τίμιος Σταυρός.

Η πόλη φημίζονταν επίσης για τις πελώριες και περίπλοκες αμυντικές κατασκευές της, καθώς αν και δέχτηκε πολλές πολιορκίες κατά τη διάρκεια της ιστορίας της από διάφορους λαούς, τα τείχη της παρέμεναν απαραβίαστα για 9 αιώνες. Διάσημη ήταν επίσης η αρχιτεκτονική των κτηρίων της, όπως ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας ο οποίος ήταν και η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Μεγάλο Παλάτι όπου έμεναν οι αυτοκράτορες, ο Πύργος του Γαλατά, ο Ιππόδρομος της πόλης, η Χρυσεία Πύλη, καθώς και τα πολυτελή αριστοκρατικά παλάτια τα οποία υπήρχαν διάσπαρτα επί των κεντρικών οδών και οικοδομικών τετραγώνων της πόλης. Η πόλη επίσης διέθετε πλήθος καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών θησαυρών οι οποίοι καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν με τις διάφορες συγκρούσεις κατά το πέρασμα των αιώνων, μαζί με την αυτοκρατορική βιβλιοθήκη στην οποία περιέχονταν ό,τι είχε διασωθεί από την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και όπου υπήρχαν πάνω από 100,000 τόμους αρχαίων κειμένων.Η πρώτη φορά όπου αλώθηκε η πόλη ήταν το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ´ Σταυροφορίας, και επανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261 από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο. Η πόλη δεν κατάφερε ποτέ να ανακάμψει στην προηγούμενη ισχύ της μετά την άλωση της Δ´ Σταυροφορίας και τις δεκαετίες κακοδιαχείρισης που ακολούθησαν από τους Λατίνους ηγεμόνες. Αν και ανέκαμψε κατά ένα μικρό ποσοστό κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Παλαιολόγων, η συνεχής απώλεια εδαφών από τους Οθωμανούς οι οποίοι ενδυναμώνονταν και επεκτείνονταν, έφερε την πόλη σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Στις αρχές του 15ου αιώνα η βυζαντινή αυτοκρατορία είχε αποδυναμωθεί τόσο, ώστε το μόνο που απέμενε από αυτήν ήταν η ίδια η Κωνσταντινούπολη μαζί με τα περίχωρα της ως η πρωτεύουσα, καθώς και το Δεσποτάτο του Μοριά στην Πελοπόννησο -η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αποτελούσε αυτόνομη ηγεμονία από τον 14ο αιώνα-. Με τον τελευταίο αυτοκράτορα να είναι ο Κωνσταντίνος ΙΑ´ Παλαιολόγος, η πόλη τελικά αλώθηκε από τους Οθωμανούς το 1453 μετά από πολιορκία η οποία διήρκεσε σχεδόν 2 μήνες, και κατακτήθηκε από τις δυνάμεις του Μωάμεθ Β´ο οποίος την έκανε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του.Η ιστορική αυτή περίοδος της πόλης συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο σημαντικής διεθνούς ιστορικής και πολιτιστικής μελέτης, καθώς και κατέχει περίοπτη θέση στην ελληνική ιστοριογραφία, παραδόσεις, και έθιμα ως πόλη ορόσημο του νεότερου ελληνισμού ιδιαίτερα μετά την πρώτη άλωση.

Δημήτριος Γούναρης

Ο Δημήτριος Γούναρης (Πάτρα, 5 Ιανουαρίου 1867 – Γουδή, 15 Νοεμβρίου 1922) ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Καταγόμενος από οικογένεια εμπόρων της Πάτρας, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο εξωτερικό και άσκησε με μεγάλη επιτυχία την δικηγορία. Εξελέγη βουλευτής Πατρών, αναμείχθηκε στο σταφιδικό ζήτημα και εντάχθηκε σε μία ομάδα προοδευτικών βουλευτών αποκαλούμενη «Ομάδα των Ιαπώνων». Εν συνεχεία ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη ενώ μετά το Κίνημα στου Γουδή ίδρυσε το Κόμμα Εθνικοφρόνων, (το οποίο το 1920 μετονομάστηκε σε Λαϊκό Κόμμα) και αποτέλεσε τον βασικό φορέα του αντιβενιζελισμού. Διετέλεσε για ένα βραχύ διάστημα υπηρεσιακός πρωθυπουργός και υπουργός σε κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, μετά όμως την επιτυχή έκβαση του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας και την φυγή της βασιλικής οικογένειας εξορίστηκε στην Κορσική. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1919 για να συμμετάσχει ως ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές, στις οποίες και εξελέγη σχηματίζοντας λίγο αργότερα κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του αποφασίστηκε η συνέχιση της μικρασιατικής εκστρατείας, η οποία και οδήγησε στην οικονομική χρεοκοπία, στην ήττα από τον τουρκικό στρατό και την ανατροπή της κυβέρνησης. Μετά την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος, παραπέμφθηκε μαζί με άλλα κυβερνητικά στέλεχη σε έκτακτο στρατοδικείο και στις 15 Νοεμβρίου 1922 εκτελέστηκε. Ανηψιός του ήταν ο, μετέπειτα πρωθυπουργός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Εικονομαχία

Ο όρος Εικονομαχία αναφέρεται στην θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 8ου και το πρώτο μισό του 9ου αιώνα, αναφορικά (σε πρώτο επίπεδο) με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Η Εικονομαχία διαίρεσε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε Εικονομάχους (επίσης αναφερόμενους ως Εικονοκλάστες) και Εικονολάτρες (επίσης αναφερόμενους ως Εικονόφιλους και Εικονόδουλους).

Οι λατρευτικές υπερβολές των πιστών σχετικά με τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα λείψανα των αγίων και η μεγάλη επιρροή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των μοναχών, οδήγησαν το 726 τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ στην έκδοση διατάγματος με το οποίο αποδοκιμαζόταν η προσκύνηση των εικόνων ως ψευδολατρεία. Μέχρι το 741 που πέθανε, η πολιτική του υπήρξε μάλλον ήπια και οι διατάξεις του περί απαγορεύσεως και αφαιρέσεως των εικόνων φαίνεται ότι δεν εκτελούνταν επακριβώς.

Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πολύ ορμητικότερος. Εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά των εικόνων και των μοναχών, και συγκάλεσε την σύνοδο της Ιερείας (754), κατά την οποία καταδικάστηκαν οι θρησκευτικές απεικονίσεις. Μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν σε γάμο και πολλές μονές κρατικοποιήθηκαν. Επί της βασιλείας του γιου του Λέοντα Δ΄ η εικονομαχική πολιτική συνεχίστηκε αλλά πολύ ηπιότερα. Μετά τον πρόωρο θάνατό του η εξουσία περιήλθε στην σύζυγό του και μητέρα του γιου του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ Ειρήνη η οποία συνεκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, που αναστήλωσε τις εικόνες. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α´ που την ανέτρεψε, ακολούθησε ήπια εικονομαχική πολιτική αν και περιεπλάκη σε οξύτατη διαμάχη με τους άκρους εικονόφιλους. Ο γαμπρός του Μιχαήλ Α΄ παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην μοναχική παράταξη.

Επί Λέοντος Ε΄ άρχισε με οξύτητα η δεύτερη φάση της Εικονομαχίας. Πιεζόμενος και από τον στρατό, ο αυτοκράτορας διέταξε την καθαίρεση των εικόνων και συγκάλεσε σύνοδο η οποία κατήργησε τις αποφάσεις της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου και αναγνώρισε αντ’ αυτής την σύνοδο της Ιερείας. Ο δολοφόνος και διάδοχός του, Μιχαήλ Β´, τήρησε επαμφοτερίζουσα πολιτική, δυσαρεστώντας τους πάντες και αφήνοντας το θέμα σε εκκρεμότητα. Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Θεόφιλος αναδείχθηκε σε υπέρμαχο της Εικονομαχίας και οι απαγορεύσεις των εικόνων και οι διωγμοί των μοναχών επαναλήφθηκαν.

Το τέλος της Εικονομαχίας επήλθε το 842, αμέσως μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, με ενέργειες της χήρας του Θεοδώρας, που ασκούσε την εξουσία επ’ ονόματι του ανηλίκου Μιχαήλ Γ΄. Το κύρος της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας ανορθώθηκε, οι εικόνες αναστηλώθηκαν, τα καταργηθέντα μοναστήρια ανασυστάθηκαν και τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα αποδόθηκαν στις εκκλησίες και στις μονές.

Το τέλος της Εικονομαχίας σήμανε και το τέλος των οικονομικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που είχαν επιβληθεί από τους βασιλείς της και οι οποίες κρίνεται από πολλούς συγγραφείς ότι υπήρξαν ιδιαίτερα εποικοδομητικές.

Ιστορία των Εβραίων στην Ελλάδα

Οι οργανωμένες εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα έχουν ιστορία δύο και πλέον χιλιετιών. Η παλαιότερη και πλέον χαρακτηριστική ομάδα που κατοίκησε στη χώρα είναι οι Ρωμανιώτες. Πρακτικά, όμως, στη σύγχρονη εποχή ως Έλληνας Εβραίος (ή Ελληνοεβραίος) νοείται οποιοσδήποτε Έλληνας ανήκει στην ιουδαϊκή θρησκεία ή έχει εβραϊκή καταγωγή και κατοικεί ή ανάγεται (ως προς την προέλευση) σε περιοχή της σύγχρονης Ελλάδας.

Εκτός από τους Ρωμανιώτες, η Ελλάδα υπήρξε το ιστορικό κέντρο μιας άλλης μεγάλης ομάδας Εβραίων, των Σεφαραδιτών, η δε Θεσσαλονίκη αποκλήθηκε στο παρελθόν «μητέρα του Ισραήλ» (εβρ. ir v’em beyisrael).

Οι Έλληνες Εβραίοι συνέβαλαν στους τομείς της μεταποίησης και του εμπορίου κατά τη Βυζαντινή και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Η παρουσία τους στην Ελλάδα υπέστη συντριπτικό πλήγμα από την ερήμωση που επέφερε το Ολοκαύτωμα κατά το διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα. Αυτό που στην πραγματικότητα ήταν γενοκτονία, παρουσιάστηκε ως εκτοπισμός των Εβραϊκών πληθυσμών και είδε τους υπόλοιπους Έλληνες να μοιράζονται σε συνεργάτες των Γερμανών και κρυφούς προστάτες των Ελλήνων Εβραίων. Οι εναπομείναντες Έλληνες Εβραίοι ζουν σήμερα αρμονικά με τους υπόλοιπους Έλληνες, υπάρχει δε αμοιβαία συνεργασία στην καταπολέμηση των όποιων κρουσμάτων αντισημιτισμού στην Ελλάδα.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση, γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803 οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις Ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

Κατάλογος Βυζαντινών αυτοκρατόρων

Συνέχεια από τον Κατάλογο Ρωμαίων ΑυτοκρατόρωνΑυτός είναι ένας κατάλογος των Ανατολικών Ρωμαίων η Βυζαντινών αυτοκρατόρων από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης το 330 μ.Χ., η οποία σηματοδοτεί τη συμβατική έναρξη της Ανατολικής Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς.

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Πατριάρχης Ανατόλιος

Ο Ανατόλιος (... - 3 Ιουλίου 458) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατά τα έτη 449 - 458.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 5ου αιώνα. Χειροτονήθηκε διάκονος από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, από τον οποίο και εστάλη στην Κωνσταντινούπολη ως αποκρισάριος (εκπρόσωπος) του, λόγω της μόρφωσής του. Στην Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε για τις σχέσεις του με το Παλάτι και για την προάσπιση των συμφερόντων της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Συμμετείχε στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 431.

Όταν η (λεγόμενη «ληστρική») Σύνοδος της Εφέσου εκθρόνισε τον Φλαβιανό από το Θρόνο της Κωνσταντινούπολης, ο μονοφυσίτης Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος κατόρθωσε να επιβάλει τον Ανατόλιο ως νέο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Ανατόλιος όμως απομακρύνθηκε από την επιρροή του Διόσκορου και συναίνεσε στη σύγκληση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα το 451. Η Σύνοδος αυτή αποδοκίμασε τον μονοφυσιτισμό, καθαίρεσε το Διόσκορο, ενέταξε εκ νέου στα Δίπτυχα τον άγιο Φλαβιανό και, με τον 28ο Κανόνα, ενέταξε στη δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης τη διοίκηση της Ασίας, του Πόντου και της Θράκης, καθιστώντας τον Θρόνο της Κωνσταντινούπολης δεύτερο σε πρεσβεία μετά την Ρώμη. Ο Ανατόλιος απέκρουσε τις προσπάθειες του Πάπα Λέοντα Α΄ να εξουδετερώσει τον 28ο Κανόνα. Κατά τα πρακτικά, επίσης, της Συνόδου, ο Ανατόλιος τάχθηκε υπέρ της άποψης να καθαιρεθεί ο Διόσκορος ως σχισματικός, αντίθετα προς τις προσπάθειες του βασιλικού προεδρείου να καθαιρεθεί ως αιρετικός.

Το 458 ο Ανατόλιος συνεκάλεσε νέα Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία ανανέωσε τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ακύρωσε την εκλογή του μονοφυσίτη αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Τιμόθεου του Αίλουρου και υπερασπίστηκε τα δικαιώματα του Οικουμενικού Θρόνου.

Σύμφωνα με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία θανατώθηκε από αιρετικούς, ενδεχομένως οπαδούς του Διόσκορου το 458. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον έχει ανακηρύξει άγιο και τιμά τη μνήμη του στις 3 Ιουλίου. Συνέγραψε κάποιους ύμνους. Κατά τον Ντόναλντ Νίκολ, πιθανώς να είναι ο πρώτος πατριάρχης που τέλεσε στέψη αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, του Λέοντα Α' το 457, προσδίδοντας θρησκευτική αίγλη σε μια τελετή η οποία έως τότε είχε πολιτικοστρατιωτικό χαρακτήρα.

Πατριάρχης Νικηφόρος Α΄

Ο Νικηφόρος Α΄ (758 - 5 Απριλίου 828) ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 806 ως το 815.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γιος του Θεοδώρου και της Ευδοκίας, μεγάλωσε σε μια αυστηρά ορθόδοξη οικογένεια, η οποία υπέφερε από την εικονομαχία. Ο πατέρας του, γραμματέας του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, εκδιώχθηκε για την εικονολατρία του. Απέκτησε μεγάλη παιδεία και ανέλαβε τη διοίκηση του πτωχοκομείου της Πόλης.

Ενώ ήταν ακόμη νέος, προσπάθησε να αναβιώσει την παράδοση της ιστοριογραφίας στα αρχαία ελληνικά. Έγραψε το έργο Ιστορία σύντομος από της Μαυρικίου Βασιλείας, μια μέτρια προσπάθεια που όμως διακρίνεται για την ψύχραιμη θεώρηση των ταραγμένων γεγονότων που έζησε σαν πρωταγωνιστής μέχρι το έτος 769 (το πρωτότυπο και νεοελληνική μετάφραση της Λίνας Κωσταρέλη στις εκδόσεις «Κανάκης» 1994).

Μετά το θάνατο του Πατριάρχη Ταράσιου, ο Νικηφόρος επελέγη από τον ομώνυμό του Αυτοκράτορα, αν και λαϊκός ακόμη, ως νέος Πατριάρχης, την Κυριακή του Πάσχα, 12 Απριλίου 806. Το γεγονός αυτό, η ανάρρηση λαϊκού στον Πατριαρχικό Θρόνο, είχε συμβεί και με τον προκάτοχό του Πατριάρχη Ταράσιο, προκάλεσε όμως την οργή κληρικών και μοναχών, με επικεφαλής τον Θεόδωρο το Στουδίτη και τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ. Η εκκλησιαστική έριδα συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του.

Αγωνίστηκε για την τιμή και την προσκύνηση των εικόνων. Όταν όμως έγινε Αυτοκράτορας ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, τον έπαυσε, τον εξόρισε και τον φυλάκισε. Μετά το θάνατο του Λέοντα, ο Νικηφόρος επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Ο νέος Αυτοκράτορας Μιχαήλ Β' υποσχέθηκε να τον επαναφέρει στο Θρόνο, υπό την προϋπόθεση ότι δε θα ανακινήσει εκ νέου το θέμα της αναστήλωσης των εικόνων. Τον έφερε μάλιστα γύρω από το ίδιο τραπέζι με τον Θεόδωρο Στουδίτη, χωρίς όμως επιτυχία. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε και εξορίστηκε εκ νέου.

Πέθανε εξόριστος στη Μονή του Αγίου Θεοδώρου στις 2 Ιουνίου 828. Αργότερα ανακηρύχθηκε άγιος. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν από τον Πατριάρχη Μεθόδιο στην Κωνσταντινούπολη και ετάφησαν στο Ναό των Αγίων Αποστόλων στις 13 Μαρτίου του 874. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 2 Ιουνίου και η ανακομιδή των λειψάνων του από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 13 Μαρτίου.

Πρωτεύουσα

Πρωτεύουσα είναι η πόλη που έχει πρωταρχική θέση σε μία χώρα, κυρίαρχο κράτος, επαρχία ή άλλη περιοχή, συνήθως ως έδρα της κυβέρνησης.

Ως πρωτεύουσα χαρακτηρίζεται η πόλη μιας χώρας ή ενός επιμέρους διοικητικού διαμερίσματος (περιφέρειας ή νομού) ή και γεωγραφικά μιας νήσου όπου εδρεύει η πολιτική και διοικητική Αρχή του αντίστοιχου τόπου αναφοράς, λαμβάνοντας τον αντίστοιχο τίτλο: πρωτεύουσα χώρας, περιφέρειας, νομού, επαρχίας, νήσου κ.λπ. Σε κάθε χώρα ορίζεται μία πρωτεύουσα, ενώ παράλληλα μπορεί να υφίσταται μία ή δύο συμπρωτεύουσες για περισσότερη αυτοτέλεια και ταχύτερη διοίκηση ή και για άλλους σκόπιμους λόγους.

Στο πέρασμα του χρόνου πολλές φορές έχει συμβεί μεταφορά μιας πρωτεύουσας σε νεότερη πόλη όπως για παράδειγμα συνέβη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, ή στη νεότερη Ελλάδα, από το Ναύπλιο στην Αθήνα, ή στην Τουρκία, από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα ή στην Ολλανδία από τη Χάγη στο Άμστερνταμ, ή στην Ιταλία, από το Τορίνο στη Ρώμη, ή και ακόμη στο Πακιστάν από το Καράτσι στο Ισλαμαμπάντ, ή στην Αυστραλία κ.λπ.

Παρά ταύτα έχει σημειωθεί στην ιστορία ύπαρξη και δύο πρωτευουσών, σε περιπτώσεις όμως πολιτικής ανωμαλίας ή επαναστάσεων, όπως επίσης έχουν σημειωθεί αρκετές περιπτώσεις επαναφοράς πρωτεύουσας π.χ. Βερολίνο - Βόννη, ή Αγία Πετρούπολη - Μόσχα κ.λπ.

Χαρακτηριστικότερη μεταφορά πρωτεύουσας είναι εκείνη της Βραζιλίας που σημειώθηκε τρεις φορές: από την Μπαΐα στο Ρίο ντε Τζανέιρο και από το 1960 στην Μπραζίλια.

Πρώτη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης

Η Πρώτη σύνοδος της Κωνσταντινούπολης, γνωστή ως Β΄ Οικουμενική, ήταν η εκκλησιαστική σύνοδος που διενεργήθηκε το 381 μ.Χ. και συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, μετά από προτροπή του Μελετίου Αντιοχείας. Στόχος της ήταν η εκκλησιαστική ειρήνευση, αλλά και η «ἐπίλυσις τῶν ἀναφυέντων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ κρισίμων θεολογικῶν καὶ διοικητικῶν προβλημάτων».Κύρια εστία εντάσεων μετά την Α΄ Οικουμενική σύνοδο, αποδείχτηκε ο προσδιορισμός της υπόστασης του Αγίου Πνεύματος, αλλά και η συνεχιζόμενη αμφισβήτηση της ομοουσίου υποστάσεως του Υιού με τον Πατέρα. Η σύνοδος αυτή αποτέλεσε κατ´ουσίαν το κύκνειο άσμα της αρειανικής διαμάχης στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αφού μετά τη σύνοδο του 383 στη Κωνσταντινούπολη, καμία άλλη σύνοδος δεν ασχολήθηκε ξανά με το ζήτημα αυτό, ενώ έδρασε καταλυτικά και στη δυτική επαρχία της αυτοκρατορίας, όχι όμως και στην υπόλοιπη Δύση, που λόγω της ισχυρής Γοτθικής παρουσίας συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια ακόμη.

Τουρκία

Η Τουρκία, επίσημα γνωστή ως Δημοκρατία της Τουρκίας ή Τουρκική Δημοκρατία (Τουρκικά: Türkiye Cumhuriyeti, μτγ: Τούρκιε Τζουμχούριετι, προφέρεται: [ˈtyɾcije d͡ʒumˈhuɾijeti] ( ακούστε)), είναι μια χώρα που βρίσκεται στη νοτιοδυτική Ασία, με ένα μικρό (3%) τμήμα της επικράτειάς της (Ανατολική Θράκη) στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Μέχρι το 1922, η χώρα ήταν το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η χερσόνησος της Μικράς Ασίας, που βρίσκεται ανάμεσα στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο Θάλασσα, συγκροτεί το βασικό τμήμα της χώρας. Η Τουρκία συνορεύει με οκτώ χώρες: δυτικά με την Ελλάδα, βορειοδυτικά με τη Βουλγαρία, ανατολικά με τη Γεωργία, την Αρμενία, το Ιράν και το θύλακα Ναχιτσεβάν του Αζερμπαϊτζάν και νοτιοανατολικά με το Ιράκ και τη Συρία. Νότια είναι η Μεσόγειος Θάλασσα, δυτικά το Αιγαίο Πέλαγος και βόρεια ο Εύξεινος Πόντος. Η Θάλασσα του Μαρμαρά, ο Βόσπορος και ο Ελλήσποντος (που συναποτελούν τα Τουρκικά Στενά) οριοθετούν το σύνορο μεταξύ Θράκης και Μικράς Ασίας, ενώ επίσης χωρίζουν την Ευρώπη από την Ασία. Η θέση της Τουρκίας στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας την καθιστούν χώρα σημαντικής γεωστρατηγικής σημασίας.

Η περιοχή που σήμερα ονομάζεται Τουρκία έχει κατοικηθεί από την Παλαιολιθική περίοδο, μεταξύ άλλων από διάφορους Αρχαιομικρασιατικούς πολιτισμούς και Θρακικούς λαούς καθώς και από Ίωνες, που ίδρυσαν εκεί δώδεκα μεγάλες πόλεις (Ιωνική δωδεκάπολις). Μετά την κατάκτηση από τον Αλέξανδρο τον Μέγα, η περιοχή εξελληνίστηκε, διαδικασία που συνεχίστηκε με τη Ρωμαϊκή κυριαρχία και τη μετάβαση στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τον 11ο αιώνα άρχισαν να μεταναστεύουν στην περιοχή οι Σελτζούκοι Τούρκοι, αρχίζοντας τη διαδικασία του εκτουρκισμού, που επιταχύνθηκε από τη νίκη των Σελτζούκων επί των Βυζαντινών στη Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071. To Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ κυβέρνησε τη Μικρά Ασία μέχρι τη Μογγολική εισβολή το 1243, οπότε διασπάστηκε σε αρκετά μικρά τουρκικά μπειλίκια. Ξεκινώντας από τα τέλη του 13ου αιώνα το οθωμανικό μπειλίκι συνένωσε τη Μικρά Ασία και δημιούργησε μια αυτοκρατορία που περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ακολούθησε την ήττα της κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τμήματά της καταλήφθηκαν από τους νικητές Συμμάχους. Ο Toυρκικός Πόλεμος για την Ανεξαρτησία, που ξεκίνησε από το Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και τους συνεργάτες του, είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της σύγχρονης Δημοκρατίας της Τουρκίας το 1923, με τον Ατατούρκ ως πρώτο πρόεδρό της. Η Τουρκία είναι κοινοβουλευτική, κοσμική, ενιαία, συνταγματική δημοκρατία με ποικιλόμορφη πολιτιστική κληρονομιά. Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η τουρκική, γλώσσα της τουρκικής γλωσσικής οικογένειας, που μιλιέται ως μητρική γλώσσα από το 85% περίπου του πληθυσμού. Οι Τούρκοι αποτελούν το 70 - 75% του πληθυσμού. Οι μειονότητες περιλαμβάνουν Κούρδους (18%) και άλλους (7 - 12%). Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Μουσουλμανική. Η Τουρκία είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΝΑΤΟ, του ΟΟΣΑ, του ΟΑΣΕ και του G-20 των μεγαλύτερων οικονομιών. Η Τουρκία ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για πλήρη ένταξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2005, όντας συνδεδεμένο μέλος με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα από το 1963 και έχοντας προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Τελωνειακή Ένωση το 1995. Η Τουρκία είναι επίσης μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας Τουρκόφωνων Κρατών (ιδρύθηκε το 2009), της Διεθνούς Οργάνωσης Τουρκικού Πολιτισμού (ιδρύθηκε το 1993), του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας (ιδρύθηκε το 1995). Οι αυξανόμενες διπλωματικές και οικονομικές πρωτοβουλίες της Τουρκίας έχουν οδηγήσει στην αναγνώρισή της ως περιφερειακής δύναμης.

Τρικάρηνος Όφις

Ο Τρικάρηνος Όφις (πολυτονικό: Τρικάρηνος Ὄφις, τουρκικά: Yılanlı Sütun / Γιλάνλι Σουτούν) , επίσης γνωστός ως και η στήλη των όφεων, ο τρίποδας των Δελφών, τρικέφαλο φίδι, οφιόσχημη στήλη, ή ο τρίποδας των Πλαταιών, είναι αρχαία ορειχάλκινη στήλη στην περιοχή του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης. Αποτελούσε τη στήριξη ενός αρχαίου ελληνικού χρυσού τρίποδα των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. ο οποίος αρχικά βρισκόταν στους Δελφούς, και αργότερα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α´ το 324. Ο τρίποδας κατασκευάστηκε προς ανάμνηση των Ελλήνων οι οποίοι σκοτώθηκαν πολεμώντας στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) εναντίον των Αχαιμενιδών Περσών κατά τους Περσικούς πολέμους, και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο το μέταλλο που χρησιμοποιήθηκε προήλθε από το λιώσιμο των Περσικών όπλων και λαφύρων. Ο τρίποδας είχε ύψος 8 μέτρα και οι κεφαλές των φιδιών παρέμεναν ακέραιες επάνω στη στήλη ως και τα τέλη του 17ου αιώνα.Τον Δεκέμβριο του 2015 τοποθετήθηκε αντίγραφο της στήλης στην αρχική τοποθεσία στους Δελφούς.

Χάρτα του Ρήγα

Η Χάρτα του Ρήγα ή Χάρτα της Ελλάδος είναι μεγάλων διαστάσεων χάρτης που απεικονίζει τον ελλαδικό χώρο και την ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου νότια του Δούναβη. Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, έργο του Ρήγα Βελεστινλή, και το πιο σημαντικό δείγμα της ελληνικής χαρτογραφίας της προεπαναστατικής περιόδου. Αποτελείται από δώδεκα φύλλα, διαστάσεων το καθένα περ. 50Χ70 εκ. και τυπώθηκε το 1796-97 στη Βιέννη. Η Χάρτα περιλαμβάνει επιπλέον δέκα επιπεδογραφίες (τοπογραφικά σχέδια) αρχαίων πόλεων, 162 αρχαία και μεσαιωνικά νομίσματα, έναν κατάλογο σοφών και ηγεμόνων της περιοχής και ποικίλες συμβολικές παραστάσεις και σχόλια που αντλούνται από την ελληνική ιστορία και μυθολογία.

Συνοικίες και περιοχές της Κωνσταντινούπολης
Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης
Τουρκικές πόλεις βάσει πληθυσμού

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.