Κτερίσματα

Κτερίσματα ή ταφικά δώρα, στην αρχαιολογία και την ανθρωπολογία, ονομάζοναι τα τέχνεργα εκείνα, που συνοδεύουν τον νεκρό στον τάφο του. Πρόκειται για έργα τέχνης, ειδικά κατασκευασμένα για να διακοσμήσουν τον χώρο ταφής, όπως για παράδειγμα μικρογραφικά ομοιώματα όσων κατείχε εκείνος ο νεκρός, όντας εν ζωή, μεταξύ των οποίων ενδεχομένως και οι σκλάβοι του, ή οι υπηρέτριές του, που θα τον συνοδεύουν και μετά θάνατον. Τα κτερίσματα μπορούν να χαρακτηριστούν και ως είδος αναθηματικής προσφοράς.

Στα ελληνικά η λέξη ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό κτερίζωθάβω», «κηδεύω κάποιον με τις πρέπουσες τιμές»), το οποίο ανάγεται με τη σειρά του στο ουσιαστικό κτέραςδώρο», πληθ. κτέρεα, «νεκρικές προσφορές ή δώρα»).[1][2]

Τα ταφικά δώρα μπορούν να θεωρηθούν και ως θυσία, που γίνεται με σκοπό να ωφεληθεί ο νεκρός στη μεταθανάτια ζωή. Στενά συνδεδεμένα με αυτά είναι και τα έθιμα της προγονολατρείας και προσφορών προς τους νεκρoύς. Στον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό σχετίζονται με την Ημέρα των Ψυχών, ενώ στην Ανατολική Ασία έχουμε το έθιμο των Hell bank note. Άμεσα σχετιζόμενο με αυτά είναι επίσης το έθιμο σε ορισμένους λαούς, υπηρέτες, στρατιώτες, κατοικίδια ζώα, συζύγους κλπ. των νεκρών ηγεμόνων να ενταφιάζονται μαζί με αυτούς.

Sindos tombe de femme 08759
Χρυσή νεκρική μάσκα από το ταφικό σύμπλεγμα της Σίνδου (520 π.Χ.), που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Ιστορία

Τα κτερίσματα που ανακαλύπτουν οι αρχαιολόγοι είναι συνήθως έργα κεραμικής, λίθινα ή μετάλλινα, κοινώς ανόργανα αντικείμενα. Πρόκειται για προσωπικά αντικείμενα των αποθανόντων, προσφορές προς τους θεούς, ή ομοιόματα αντικειμένων και εφόδια που θα εξομαλύνουν το ταξίδι τους στη μεταθανάτια ζωή. Όμως, και οργανικά αντικείμενα τοποθετούνταν στους τάφους. Ξύλινα, καρποί, τρόφιμα, ποτά, τα οποία όμως με την πάροδο των αιώνων έχουν αποσυντεθεί, και σήμερα με δυσκολία βρίσκοναι, ή επιβεβαιώνονται.[3]

Σχετικά με τους Νεάντερταλ, υπάρχουν αμφιλεγόμενες ενδείξεις ενσυνείδητων ενταφιασμών, που όμως χρονολογούνται έως και 130.000 χρόνια πριν από την εποχή μας. Αντίστοιχες θεωρίες έχουν επίσης διατυπωθεί για τους πρώιμους εξελικτικά προγόνους του σύγχρονου ανθρώπου, που χρονολογούνται έως και 100.000 χρόνια πριν από την εποχή μας. Οι πρωιμότερες αδιαμφισβήτητες περιπτώσεις σκόπιμων ενταφιασμών εντοπίζονται σε θέσεις της Ύστερης Παλαιολιθικής Περιόδου. Χάντρες από βασάλτη που τοποθετήθηκαν ως κτέρισμα σε τάφους της περιοχής της Βόρειας Μεσοποταμίας χρονολογούνται στα τέλη της 12ης με αρχές της 11ης χιλιετίας π.Χ.[4]

Η κατανομή των κτερισμάτων αποτελεί δυνητικό δείκτη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και κοινωνίας. Έτσι, οι τάφοι της πρώιμης Νεολιθικής παρουσιάζουν τάση για ίση κατανομή των αγαθών, στοιχείο που υποδηλώνει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αταξική κοινωνία, ενώ στις ταφές της Χαλκολιθικής περιόδου και της Εποχής του Χαλκού, τα πολυτελή κτερίσματα συγκεντρώνονται στους τάφους των αρχηγών (τύμβοι), γεγονός που υποδεικνύει την ύπαρξη κοινωνικής διαστρωμάτωσης.[5] Είναι επίσης πιθανό ότι τα ταφικά δώρα υποδηλώνουν σχετικό ενδιαφέρον και συνειδητοποίηση σχετικά με την πιθανότητα ύπαρξης μεταθανάτιας ζωής και τη συνδεόμενη με αυτήν αίσθηση πνευματικότητας.

Κατά την Eποχή του Χαλκού, καθώς οι πολύτιμες ταφικές προσφορές και οι θυσίες των υπηρετών έγιναν σύμβολα υψηλής κοινωνικής θέσης, το απαγορευτικό τους κόστος οδήγησε στην ανάπτυξη της πρακτικής κατασκευής ομοιωμάτων των πραγματικών κτερισμάτων και ξεκίνησε η παραγωγή έργων τέχνης προορισμένων ειδικά για την ταφή, τα οποία αναπαριστούσαν τα ταφικά δώρα ή τους υπηρέτες και τοποθετούνταν στο εσωτερικό του τάφου, αντικαθιστώντας τις πραγματικές θυσίες. Στην Αρχαία Αίγυπτο, τα ομοιώματα αυτά αποκαλούνταν ουσάμπτι.

Όπου τάφοι, και τυμβωρυχία - ακόμα και στην αρχαιότητα! Γιαυτό οι Ετρούσκοι χάραζαν επάνω στα νεκρικά κτερίσματα τη λέξη śuθina (ετρ. γλ. «από τάφο»), ώστε να αποτρέπουν την επαναχρησιμοποίησή τους σε περίπτωση τυμβωρυχίας.[6]

Φημισμένα νεκροταφεία

Terracotta army xian
Ο στρατός από τερακόττα στο μαυσωλείο του Κινέζου αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ

Η προβολή της κοινωνικής θέσης μέσα από τις πλούσιες ταφές έφθασε στα αποκορύφωμά της με τους βασιλικούς τάφους της Εποχής του Χαλκού. Στην Αίγυπτο, οι βασιλικές ταφές των Πυραμίδων στη Νεκρόπολη της Γκίζας και της Κοιλάδας των Βασιλέων στη Νεκρόπολη των Θηβών, βρίσκονται μεταξύ των πιο αξιοθαύμαστων δημιουργημάτων στην ανθρώπινη ιστορία. Η τάση αυτή συνεχίζεται και στην Εποχή του Σιδήρου.

Παράδειγμα ενός εξαιρετικά πλούσιου τάφου της Εποχής του Σιδήρου είναι το μαυσωλείο του αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ με τον στρατό από τερακότα. Φτιάχτηκε για να προστατεύει στην αιωνιότητα τον αυτοκράτορα, στην πόλη Σιάν της Κίνας. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 246 π.Χ.

Κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι πρώιμοι χριστιανικοί τάφοι χαρακτηρίζονται από ένδεια κτερισμάτων. Με την παρακμή του ελληνορωμαϊκού Πολυθεϊσμού, κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα μ.Χ., τα κτερίσματα τείνουν προς εξαφάνιση. Μάλιστα, η παρουσία κτερισμάτων στους τάφους των πρώιμων χρόνων του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, αντιμετωπιζόταν συχνά ως κατάλοιπο παγανιστικών πρακτικών, παρόλο που την εποχή του προσηλυτισμού, κατά την Αγγλοσαξονική περίοδο και την εποχή της Φραγκικής Αυτοκρατορίας (7ος αιώνας μ.Χ.), η κατάσταση ήταν ίσως πιο σύνθετη.[7]

Κατά τη διάρκεια του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, οι τάφοι των προσώπων υψηλής κοινωνικής θέσης ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους περισσότερο λόγω της παρουσίας στο εξωτερικό τους ταφικών ομοιωμάτων (αγγλικά: tomb effigies) ή πολυτελών λίθινων επιτύμβιων στηλών, παρά από την ύπαρξη κτερισμάτων στο εσωτερικό τους.

Έτσι, φαίνεται πως το έθιμο της εναπόθεσης ταφικών προσφορών στο σώμα του νεκρού είχε μία συνεχή και αδιάκοπη πορεία, ξεκινώντας κατά την Ύστερη Παλαιολιθική περίοδο - εάν όχι στη Μέση Παλαιολιθική - διατηρήθηκε σχετικά μέχρι τη σύγχρονη εποχή, ενώ εξαλείφθηκε σε πολλές περιοχές του κόσμου μόνο κατά την εποχή του εκχριστιανισμού. Ο τάφος του Φαραώ Τουταγχαμών είναι διάσημος, ακριβώς επειδή δεν συλήθηκε πλήρως κατά την αρχαιότητα.

Ρόλος στην Aρχαιολογία

Gold in NAMA 32
Τα δύο χρυσά μυκηναϊκά κύπελλα του Βαφειού, διακοσμημένα με ανάγλυφες αφηγηματικές σκηνές κυνηγιού ταύρων, πιθανώς έργο Μινωίτη τεχνίτη. 15ος αιώνας π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Για την επιστήμη της αρχαιολογίας, η σημασία των κτερισμάτων είναι ανεκτίμητη, από την απλή θεώρησή τους ως εκδηλώσεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς που παράλληλα εξυπηρετούν και πρακτικούς λόγους στην καθημερινή ζωή, μέχρι τη βαθύτερη ερμηνεία τους ως έργων που εκφράζουν μεταφυσικές ανησυχίες. Εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι σχεδόν πανταχού παρόντα, σε ολόκληρο τον κόσμο, κατά τη διάρκεια της Προϊστορίας, σε πολλές περιπτώσεις η ανακάλυψη καθημερινών αντικειμένων που έχουν τοποθετηθεί σε τάφους ως κτερίσματα, είναι η μοναδική πηγή πληροφοριών για τα αντικείμενα αυτά, σε οποιoδήποτε προϊστορικό πολιτισμό. Εντούτοις, θα πρέπει να αποφεύγεται η απλοϊκή ερμηνεία των ταφικών κτερισμάτων ως αντιπροσωπευτικού δείγματος αντικειμένων σε χρήση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων του συγκεκριμένου πολιτισμού. Το περιβάλλον εύρεσης των αντικειμένων αυτών τους προσδίδει μία τελετουργική χροιά και τα εντάσσει σε μία ειδική κατηγορία τεχνέργων που σε ορισμένες περιπτώσεις κατασκευάζονται αποκλειστικά για τη διαδικασία του ενταφιασμού. Τα τέχνεργα που παράγονται αποκλειστικά για τον ενταφιασμό του νεκρού χαρακτηρίζονται ως ταφική τέχνη, ενώ ταφικά δώρα, υπό την στενή σημασία του όρου, είναι τα αντικείμενα που παράγονται για να χρησιμοποιηθούν στην καθημερινή ζωή και τοποθετούνται μέσα στον τάφο μαζί με τον νεκρό. Στην πράξη όμως οι δύο αυτές κατηγορίες αλληλοεπικαλύπτονται.

Τα ταφικά δώρα στα νεκροταφεία της Εποχής του Χαλκού και της Εποχής του Σιδήρου αποτελούν αξιόπιστο δείκτη της σχετικής κοινωνικής θέσης των νεκρών. Σύμφωνα με μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε νεκροταφείο της Εποχής του Σιδήρου στο Pontecagnano Faiano της Ιταλίας, η ποιότητα των κτερισμάτων συσχετίζεται με τις ιατροδικαστικές αναλύσεις των σκελετικών καταλοίπων, φανερώνοντας ότι οι σκελετοί των πλούσιων τάφων παρουσίασαν σε αξιοσημείωτο βαθμό λιγότερες ενδείξεις σωματικής καταπόνησης στη διάρκεια της ενήλικης ζωής τους, με λιγότερα σπασμένα οστά ή σημάδια σκληρής εργασίας.[8]

Παραπομπές

  1. «κτερίζω - Ancient Greek - English Dictionary (LSJ)». lsj.gr. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2019.
  2. P. Chantraine, 19992: Dictionnaire étymologique de la langue grecque. Paris: Klincksieck.
  3. Ian Morris, Death-Ritual and Social Structure in Classical Antiquity, Cambridge, 1992, ISBN 0-521-37611-4.
  4. «TREASURES FROM THE ANCIENT WORLD». www.mama.org. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2019.
  5. Βλ. πχ William A. Haviland, Harald E. L. Prins, Dana Walrath, Bunny McBride, Anthropology: The Human Challenge, Cengage Learning, 2010 ISBN 978-0-495-81084-1, σ. 268.
  6. Giuliano Bonfante and Larissa Bonfante The Etruscan Language: an Introduction, Univ. of Manchester Press, 2002. ISBN 0-7190-5540.
  7. Helen Geake, The use of grave-goods in conversion-period England, c.600-c.850, British Archaeological Reports, 1997, ISBN 978-0-86054-917-8
  8. Robb, John; Bigazzi, Renzo; Lazzarini, Luca; Scarsini, Caterina; Sonego, Fiorenza (2001). Social status and biological status: A comparison of grave goods and skeletal indicators from Pontecagnano. American Journal of Physical Anthropology. 115 (3): 213–222. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1002/ajpa.1076

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Αλέξανδρος Δ΄ της Μακεδονίας

Ο Αλέξανδρος Δ΄ ο Μακεδών (Αύγουστος 323 π.Χ. - Αύγουστος 309 π.Χ.) ήταν γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της πριγκίπισσας Ρωξάνης της Βακτριανής.

Αλφά Ρεθύμνου

Η Αλφά είναι χωριό του δήμου Μυλοποτάμου, της Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου της Περιφέρειας Κρήτης. και απέχει 24 χλμ. από το Ρέθυμνο. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 319 κατοίκους. Στην τοπική κοινότητα Αλφάς ανήκουν επίσης και οι οικισμοί Καλλέργος και Σκορδίλο (ή Σκορδίλω) Παλαιότερα αναφέρεται ότι αποτελούνταν από δύο οικισμούς, την Άνω και την Κάτω Αλφά, όπως αναγράφει και ο Φραντσέσκο Μπαρότσι (Francesco Barozzi, P27V), ενώ στον "Καστροφύλακα" (K173) αναφέρεται ως "Alfa" με 113 κατοίκους το 1583.

Oι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τις οικοδομικες εργασιες (κυρίως χτίσιμο πέτρας) την ελαιοκαλλιέργεια, την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιών. Σήμερα έχει 450 κατοίκους (2011), Στην Αλφά υπάρχουν 10 εκκλησίες, νηπιαγωγείο, βρεφονηπιακός σταθμός, διθέσιο δημοτικό σχολείο, παιδική χαρά, ενώ το 2013 εγκαινιάστηκαν το γήπεδο της τοπικής ομάδας ΠΑΟ Αλφάς «Γιάννης Δάνδολος» και το πνευματικό κέντρο του χωριού «Εμμανουήλ Ε. Παπαδάκης».

Η Αλφά είναι γνωστή για το χαρακτηριστικό πέτρωμα της περιοχής (μαργαϊκός ασβεστόλιθος), το οποίο χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την επαρχία Μυλοποτάμου ως οικοδομικό υλικό, καθώς αρχικά είναι σχετικά μαλακό και υφίσταται εύκολη επεξεργασία, αλλά με την πάροδο του χρόνου σκληραίνει. Το οικοδομικό αυτό υλικό έχει λάβει την ονομασία του από το όνομα του χωριού και είναι γνωστό ως "αλφόπετρα" ή "πέτρα της Αλφάς". Πολλά από τα κτίσματα της περιοχής έχουν λιθοδομή κατασκευασμένη από αλφόπετρα, μεταξύ των οποίων και το δημοτικό σχολείο στο Σκορδίλω, κατασκευής 1884, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τη δεκαετία του 1950 αλλά έχει κηρυχτεί διατηρητέο μνημείο.Σχετικά πρόσφατα και με την ευκαιρία της διαμόρφωσης του δρόμου Αλφάς - αρχαίας Ελεύθερνας, ανακαλύφθηκαν και ανασκάφηκαν 128 τάφοι που ανήκαν στο βόρειο τμήμα του νεκροταφείου της αρχαίας Ελεύθερνας. Οι τάφοι αυτοί είναι λαξευμένοι στο χαρακτηριστικό πέτρωμα της περιοχής (αλφόπετρα) και περιείχαν κτερίσματα, όπως πήλινα αγγεία και χρυσά επιστόμια. Στην περιοχή έχει, επίσης, εντοπιστεί και ρωμαϊκό κτίσμα λουτρών της ύστερης αρχαιότηταςΣτην Αλφά γεννήθηκε και ανατράφηκε ο φημισμένος λυράρης Κώστας Μουντάκης (1926-1991) και ο επίσης φημισμένος λυράρης και μαντιναδολόγος Γιάννης Δάνδολος

Αρχαίες αιγυπτιακές ταφικές πρακτικές

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν ένα πολύπλοκο σύνολο ταφικών πρακτικών οι οποίες πίστευαν ότι ήταν απαραίτητες για την εξασφάλιση της αθανασίας μετά το θάνατο (μεταθανάτια ζωή). Αυτά τα τελετουργικά και η εθιμοτυπία, περιελάμβαναν την μουμιοποίηση του σώματος, μαγικά ξόρκια, και ταφή με συγκεκριμένα ταφικά αγαθά που πιστευόταν ότι ήταν απαραίτητα για την αιγυπτιακή μεταθανάτια ζωή.

Η διαδικασία της αρχαίας αιγυπτιακής ταφής εξελίχθηκε με τον καιρό καθώς παλιά έθιμα περιέπιπταν σε αχρηστία και νέα υιοθετούνταν, αλλά πολλά σημαντικά στοιχεία της διαδικασίας διατηρούνταν. Αν και κάποιες λεπτομέρειες άλλαξαν με τον καιρό, η διατήρηση του σώματος, τα μαγικά ξόρκια, και τα ταφικά αγαθά ήταν απαραίτητα κομμάτια της σωστής αιγυπτιακής ταφής.

Υπήρχαν πολλοί διαφορετικοί θεοί για τους οποίους έπρεπε να προετοιμαστεί ο νεκρός, καθώς οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι κάθε θεός θα τον κρίνει το νεκρό ξεχωριστά πριν αυτός να μπορέσει να περάσει με επιτυχία στη μετά θάνατον ζωή.

Αρχαιολογικός χώρος Μηλέας

Ο Αρχαιολογικός χώρος Μηλέας βρίσκεται Βορειανατολικά της Αζώρου και σε μικρή απόσταση από το Δημοτικό Διαμέρισμα της Μηλεάς του σημερινού Δήμου Σαρανταπόρου. Σο 1998 ξεκίνησε η ανασκαφική έρευνα και ολοκληρώθηκε το 2002. Η έκταση που ερευνήθηκε καταλαμβάνει περίπου 3.000 τ.μ. και αποκαλύφθηκε τρίκλιτη Βασιλική με νάρθηκα και αίθριο. Tα δάπεδα των κλιτών καθώς και του Ιερού Βήματος δεν σώθηκαν.

Ο νάρθηκας επικοινωνεί με τα κλίτη και με τα προσχτίσματα. Στο δάπεδο του νάρθηκα δεν διεσώθη παρά την ύπαρξη παχέους στρώματος καταστροφής. Κάτω από το στρώμα αυτό βρέθηκαν αρκετά νομίσματα τα οποία χρονολογούνται στον 4ο και στον 5ο αιώνα.

Νότια της Βασιλικής και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο αποκαλύφθηκαν δύο συνεχόμενοι χώροι που επικοινωνούν μεταξύ τους, οι οποίοι αποτελούντο πρόσχτισμα του βαπτιστηρίου το οποίο παρουσιάζει δύο φάσεις. Σχετίζοντας τα νομίσματα του νάρθηκα και του βαπτιστηρίου, θεωρούμε ότι σίγουρη χρονολογία πρέπει να θεωρηθεί το τέλος του 5ου αιώνος κατά το οποίο εχθίστη η παλαιοχριστιανική Βασιλική.

Εντός της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής αποκαλύφθηκε μεταγενέστερη τρίκλιτη Βασιλική, τα πλάγια κλίτη της οποίας απολήγουν προς ανατολάς σε ημικυκλικές κόγχες. Τρεις πόρτες υπάρχουν στο δυτικό τοίχο ,ανά μία σε κάθε κλίτος οι οποίες οδηγούσαν στο νάρθηκα του Ναού ο οποίος καλύπτεται από δάπεδα με πήλινες πλάκες.

Αποκαλύφθηκε εκτεταμένο μεσοβυζαντινό νεκροταφείο εντός και εκτός των δύο Βασιλικών. Οι περισσότεροι τάφοι, λακοειδείς και κιβωτιόσχημοι, είχαν κτερίσματα και κυρίως κοσμήματα της περιόδου αυτής. Ένα από τα πολύ ωραία κοσμήματα που βρέθηκαν με το περιδέραιο, τα δύο δακτυλίδια και τα δύο ενώτια.

Ένα μισό τεταρτηρό, είναι μονάδα νομισματική που βρέθηκε μέσα σε αυτούς τους τάφους, χρονολογεί το νεκροταφείο στην περίοδο του Μανώλη Κομνηνού, δηλαδή στο 12ο αιώνα.

Βασιλεώνοικο Χίου

Το Βασιλεώνοικο ή Βασιλειώνοικο είναι χωριό στην προέκταση προς τα νοτιοδυτικά του Κάμπου της Χίου, σε οδική απόσταση 7 χιλιομέτρων από την πόλη της Χίου, νότια του βουνού Κορακάρης. Παλαιότερα ήταν έδρα ομώνυμης κοινότητας, ενώ σήμερα υπάγεται στο ομώνυμο δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Καμποχώρων (είναι ο μοναδικός οικισμός αυτού του δημοτικού διαμερίσματος). Το μεσοσταθμικό υψόμετρο του χωριού είναι 60 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, από την οποία απέχει λίγα χιλιόμετρα. Το κοντινότερο χωριό στο Βασιλειώνοικο είναι το Χαλκειός, προς τα δυτικά-βορειοδυτικά.

Βελανιδιά

Για άλλα λήμματα με το ίδιο όνομα, δείτε: Βελανιδιά (αποσαφήνιση)Η βελανιδιά ή βαλανιδιά (επιστ. Δρυς, Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των Φηγοειδών (Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης . Είναι το κατ΄ εξοχήν δένδρο των δρυμών.

Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Ο καρπός της βαλανιδιάς είναι το βαλανίδι (από το βάλανος), χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Το ξύλο όλων των ειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στην οικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών και παρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας.

Επίνητρον

Το επίνητρον (αλλιώς όνος) ήταν στην αρχαιότητα ένα ημικυλινδρικό σκεύος που τοποθετούσαν οι γυναίκες στον μηρό, και το οποίο κάλυπτε και το γόνατο, για να ξάνουν το γνεσμένο ήδη μαλλί.

Τα επίνητρα που έχουν βρεθεί πρόερχονται από τάφους και ιερά της Αττικής, της Βοιωτίας, της Ερέτριας και της Ρόδου και χρονολογούνται από τα μέσα του 6ου μέχρι το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα. Είναι πήλινα, πιθανολογείται όμως ότι αυτά δεν είχαν πρακτική χρήση αλλά τα πρόσφεραν ως γαμήλια δώρα στη νύφη ή αποτελούσαν κτερίσματα σε νεκρές γυναίκες ενώ αυτά που χρησμοποιούνταν κατασκευαζόταν κυρίως από ξύλο, μέταλλο ή κάποια άλλη σκληρότερη ύλη. Στις πλευρές, σε μικρές ζωφόρους, άλλα είχαν μελανόμορφες σκηνές από την μυθολογία και άλλα ερυθρόμορφες παραστάσεις από την καθημερινή οικιακή ζωή των γυναικών. Ορισμένα στο σημείο που καλύπτουν το γόνατο είχαν μια ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή, πιθανόν της Αφροδίτης.

Κομποθεκράτα

Τα Κομποθεκράτα είναι χωριό της Κεφαλονιάς, νότια του Αργοστολίου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, έχουν 449 κατοίκους. Απέχουν από το Αργοστόλι 6 χιλιόμετρα, του οποίου αποτελεί προάστιο. Έχει θέα προς τον κόλπο του Αργοστολίου και το κάστρο του Αγίου Γεωργίου.

Λακήθρα Κεφαλονιάς

Η Λακήθρα είναι ένα χωριό της Κεφαλονιάς με 396 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Ήταν από το 1887 η πρωτεύουσα του Δήμου Άνω Λειβαθούς. Το όνομα του χωριού είναι αρχαιότατο και άγνωστης ετυμολογίας.

Η θέση της Λακήθρας είναι «αμφιθεατρική» σε σχέση με τα υπόλοιπα χωριά του Δήμου Λειβαθούς: από το σημείο «Καλλιθέα» — όπου λειτουργούσε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 δημοφιλέστατο αναψυκτήριο — ο επισκέπτης έχει θέα το αεροδρόμιο του νησιού, το νησάκι του Δία με το εκκλησάκι της Παναγίας της Διώτισσας, και το νησί της Ζακύνθου απέναντι.

Από τα αξιοθέατα του χωριού είναι και ο «Βράχος του Βύρωνα», όπου ο φιλέλληνας ποιητής Λόρδος Βύρων εμπνεύστηκε για τα ποιήματά του κατά την παραμονή του στο νησί το 1823.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι μυκηναϊκοί τάφοι της Λακήθρας. Συγκεκριμένα, πολύ κοντά στον Βράχο του Βύρωνα έχουν ανασκαφεί 4 θαλαμωτοί τάφοι με πλούσια κτερίσματα, όπως χρυσά κοσμήματα, εξαρτήματα από περιδέραια και πάρα πολλά αγγεία, κυρίως κρατήρες.

Ντολμέν

Το ντολμέν είναι ένας τύπος μεγαλιθικού μνημείου, που αποτελείται από δύο ή περισσότερα κάθετα μενίρ, που στηρίζουν μία ή περισσότερες μεγάλες επίπεδες οριζόντιες λίθινες πλάκες και σχηματίζουν τους τείχους ενός νεκρικού θαλάμου. Τα περισσότερα χρονολογούνται από τη Νεολιθική περίοδο (4000-3000 π.Χ.) και μερικές φορές είναι σκεπασμένα με γη ή μικρότερες πέτρες και σχηματίζουν έναν τύμβο. Μικρότερες πέτρες μπορεί να είναι σφηνωμένες μεταξύ της οριζόντιας πλάκας και των ογκολίθων υποστήριξης ώστε να επιτευχθεί επίπεδη εμφάνιση. Σε πολλές περιπτώσεις, ο τύμβος δεν υπάρχει πλέον, αφήνοντας άθικτη μόνο την πέτρινη κατασκευή.

Η είσοδος στους νεκρικούς θαλάμους, που περιλάμβαναν αρκετούς νεκρούς, γινόταν μέσω ενός διαδρόμου, ο οποίος σφραγιζόταν μετά την τελετή.Παραμένει ασαφές πότε, γιατί και από ποιον έγιναν τα πρώτα ντολμέν. Τα παλαιότερα γνωστά βρίσκονται στη Δυτική Ευρώπη, και χρονολογούνται από πριν από 7.000 χρόνια. Οι αρχαιολόγοι δεν γνωρίζουν ακόμη ποιοί ανήγειραν αυτά τα ντολμέν, γεγονός που καθιστά δύσκολο να καταλάβουμε γιατί τα έκαναν. Γενικά όλα θεωρούνται τάφοι ή νεκρικοί θάλαμοι, παρά την απουσία σαφών αποδείξεων για αυτό. Ανθρώπινα ίχνη, που μερικές φορές συνοδεύονται από κτερίσματα, έχουν εντοπιστεί μέσα ή κοντά στα ντολμέν, τα οποία είναι επιστημονικά χρονολογημένα με Ραδιοχρονολόγηση άνθρακα-14. Ωστόσο, ήταν αδύνατο να αποδειχθεί ότι αυτά τα απομεινάρια χρονολογούνται από τη στιγμή που οι πέτρες αρχικά τοποθετήθηκαν στη θέση τους.

Ουσάμπτι

Το ουσάμπτι (ή επίσης και ουσσάμπτι, ουσάπτι, σάμπτι, με διάφορες παραλλαγές), ήταν ταφικό ομοίωμα που χρησιμοποιούταν στην αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία. Ο όρος προέρχεται από τα αρχαία αιγυπτιακά wšbtj, που αντικατέστησε τον παλιότερο šwbtj, ίσως ο όρος γλώσσα νίσμπα για το šwꜣb δέντρο "Persea".

Τα ουσάμπτι τοποθετούνταν στους τάφους μαζί με τα άλλα κτερίσματα και είχαν σκοπό να λειτουργήσουν ως υπηρέτες ή υποτακτικοί του νεκρού, για να επιτελέσουν τις εργασίες που αναλογούσαν σε αυτόν στον άλλο κόσμο. Ήταν συνήθως επιγεγραμμένα με ιερογλυφικά στα πόδια. Αυτές οι επιγραφές βεβαίωναν την ετοιμότητα τους να απαντήσουν το κάλεσμα τους για την εργασία που είχαν να επιτελέσουν.

Η πρακτική της χρήσης των ουσάμπτι άρχισε κατά το Παλαιό Βασίλειο (περ.2600 με 2100 π.Χ.), με κεφάλια σε φυσικό μέγεθος από ασβεστόλιθο, τα οποία θάβονταν μαζί με τη μούμια. Τα περισσότερα ουσάμπτι ήτνα μικρού μεγέθους, και πολλά ήταν κατασκευασμένα μαζικά. Κάποιες φορές κάλυπταν το έδαφος γύρω από τη σαρκοφάγο. Ουσάμπτι μεγάλου μεγέθους αποτελούν εξαίρεση, ή έχουν κατασκευαστεί ως ιδιέταιρο έργο τέχνης.

Λόγω που τα ουσάμπτι είναι συνηθισμένα σε όλες τις περιόδους της αιγυπτιακής ιστορίας, και της επιθυμίας των μουσείων να εκθέτουν αντικείμενα της αρχαίας αιγυπτιακής τέχνης, τα ουσάμπτι είναι τα αντικείμενα που απαντώνται πιο συχνά στις προθήκες των μουσείων. Έχοντας παραχθεί σε τεράστιους αριθμούς, τα ουσάμπτι μαζί με τους σκαραβαίους είναι οι αρχαιότητες από την αρχαία Αίγυπτο που έχουν σωθεί σε περισσότερο αριθμό από όλες τις άλλες.

Πανουργιάς Φωκίδας

Ο Πανουργιάς (προς τιμή του ομώνυμου οπλαρχηγού του 1821) είναι ορεινό χωριό του νομού Φωκίδας. Το χωριό ήταν γνωστό παλαιότερα και με την ονομασία Δρέμισσα (το οποίο χρησιμοποιείται εξ ίσου και σήμερα μεταξύ των κατοίκων της Φωκίδας) μέχρι τη μετονομασία του το Φεβρουάριο του 1915. Έτσι ονομάστηκε πιθανόν από το τρέμω => τρέμισσα => ντρέμισσα <=> δρέμισσα, λόγω των συχνών σεισμών. Η θεωρία αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι αρχικά το χωριό ήταν χτισμένο ψηλά στην πλαγιά της Τούρλας και μετά από έναν μεγάλο σεισμό καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε χαμηλότερα. Η παλιά θέση του χωριού, γνωστού σήμερα ως Λάκκος, είναι ακόμα διάσπαρτη από οικοδομικούς λίθους. Η συγκεκριμένη θεωρία είναι και η επικρατέστερη.

Μια άλλη θεωρία για την προέλευση του ονόματος είναι αυτή του στρατηγού Στέλιου Πανουργιά. Επειδή παλαιότερα το χωριό πιθανόν να ήταν μέσα σε δάσος από δρύς, από τη λέξη δρυμός => δρεμός => δρέμισσα. Σήμερα δρύς συναντάει κανείς ανάμεσα στην Παύλιανη και το Κουμαρίτσι, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το χωριό.

Η παράδοση σώζει το γεγονός ότι το χωριό πρίν ονομαστεί Δρέμισσα ονομαζόταν Κοτρώνα, ίσως λόγω των πολλών βράχων που την περιτριγυρίζουν και τη γενικότερη τραχύτητα του τοπίου.

Η ημερομηνία ίδρυσης και κατοίκησης του χωριού είναι

άγνωστη και καμία μαρτυρία δεν σώζεται σχετικά. Η ονομασία μιας από τις πηγές του χωριού ως "Ρούς" ίσως υποδηλώνει ότι υπήρχε οικισμός από αρχαιοτάτων χρόνων όμως κανένα εύρημα δεν υπάρχει στην περιοχή που να το επιβεβαιώνει. Ο Πάνος Γ. Μαυριάς αναφέρει στο βιβλίο του ότι γύρω στα 1930 στη θέση Λάκκος βρέθηκε τάφος με αρχαία κτερίσματα από τον Δημήτριο Πατούλα. Ο τάφος ισοπεδώθηκε και τα κτερίσματα δεν φυλάχτηκαν.

Στο να καταφύγουν και να χτίσουν στο κάπως απόκρυφο και απόμερο μέρος το χωριό οι πρώτοι κάτοικοί του ασφαλώς συνετέλεσε η καταπιεστική εποχή της τουρκοκρατίας. Η παράδοση σώζει το γεγονός ότι στη Δρέμισσα δεν υπήρχε ποτέ μόνιμα τούρκος τοποτηρητής. Αρχικά το χωριό είχε λιγοστές καλύβες και φαίνεται πως κάθε σπίτι ήθελε να έχει την πρωτοκαθεδρία πάνω από τα άλλα. Γι' αυτό και οι κάτοικοι των γύρω χωριών έλεγαν για τη Δρέμισσα: " Δώδεκα καλύβες, δέκα τρεις καπεταναίοι".

Ο Πανουργιάς είναι το χωριό των μεγάλων ηρώων της Ρούμελης στον αγώνα του '21: Πανουργιά, Νάκου Πανουργιά, Γιάννη Γκούρα, Μαμούρη και Παπα-Κώστα Τζαμάλα.

Καθιερώθηκε σαν εθνική γιορτή η επέτειος της μάχης της Ντρέμισσας στις 17 Μαΐου 1821, στην Αρβανιτόραχη. Η μάχη αυτή έπαιξε αποφασιστικό ρόλο, έκρινε όλη την επανάσταση του 1821. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη

Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1.060 μέτρων στις πλαγιές της Γκιώνας και αποτελεί έναν από τους πιο ορεινούς οικισμούς της Στερεάς Ελλάδας.

Ο Πανουργιάς ανήκει στο διευρυμένο Δήμο Δελφών και ο πληθυσμός του, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, είναι 196 κάτοικοι. Το όνομα του το οφείλει στο γεγονός πως αποτελεί τον τόπο καταγωγής των ηρώων του 1821, Πανουργιά Πανουργιά και Νάκο Πανουργιά.

Ένα τετράστιχο πού έλεγαν οι παλιότεροι ήταν το εξής.

"Καλό

χωριό η Κάνιανη

Καλό κ' η Κουκουβίστα

Λεβεντοχώρι η Ντρέμισσα

και σάρα η παλιο Στρώμη."

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ηγεμόνας, ένας από τους σπουδαιότερους της πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου καθώς και βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου Γ΄ του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτωντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης.

Σίνδος

Η Σίνδος (παλαιότερα γνωστή ως Τεκελί) είναι κωμόπολη της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, έδρα της Δημοτικής Ενότητας Εχεδώρου και του Δήμου Δέλτα. Έχει πραγματικό πληθυσμό 9.289 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011.

Η Σίνδος βρίσκεται βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης σε απόσταση 14 χιλιομέτρων και σε απόσταση 2 χιλιομέτρων δυτικά του ποταμού Γαλλικού (Εχεδώρου). Βόρεια της κωμόπολης, σε μικρή απόσταση, βρίσκεται η Βιομηχανική Περιοχή Θεσσαλονίκης, μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές ζώνες της Ελλάδος. Στην κωμόπολη βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του Αλεξάνδρειου ΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Επίσης δίπλα στο χώρο του Αλεξάνδρειου ΤΕΙ υπάρχει η ΙΘΑΚΗ που είναι κέντρο αποτοξίνωσης ναρκωτικών.

Στη Σίνδο λειτουργούν ένα ΓΕΛ, ένα ΕΠΑΛ, ένα Γυμνάσιο και τρία Δημοτικά σχολεία.

Αποτελεί αρχαία πόλη που αναφέρεται από τον Ηρόδοτο με σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Σίνδο -που τότε ονομάζονταν Τεκελή- έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις για την παράδοση της Θεσσαλονίκης. Τότε την κατοικούσαν περίπου 60 οικογένειες γηγενών. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκαν στην περιοχή 389 ελληνικές προσφυγικές οικογένειες, που αριθμούσαν συνολικά 1.457 άτομα. Συγκεκριμένα στη Σίνδο εγκαταστάθηκαν Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και ειδικότερα από το Χαμζάμπεϊλι της Μαγνησίας, από το Σουσουρλούκι της Προύσας καθώς και από την Ανατολική Θράκη κυρίως απο την Βιζύη αλλά και Έλληνες πρόσφυγες από το Σιναπλί της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Σκυθία

Η Σκυθία ήταν αρχαία χώρα που την κατοικούσαν οι Σκύθες και θεωρείται τόπος καταγωγής των Αμαζόνων. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς την προσδιορίζουν από την σημερινή Ρουμανία μέχρι το οροπέδιο Παμίρ, μία ολόκληρη περιοχή στην Ευρασία, που κατοικούνταν από αρχαίους νομαδικούς λαούς, οι οποίοι μιλούσαν Ιρανικές γλώσσες. Η τοποθεσία και η έκταση της Σκυθίας διαφοροποιούνται κατά καιρούς, από την περιοχή των όρων Αλτάι όπου συναντιούνται η Μογγολία, Κίνα, Ρωσία, και το Καζακστάν, κατά μήκος της νότιας Ουκρανίας μέχρι την περιοχή του κάτω τμήματος του ποταμού Δούναβη, τη Βουλγαρία και τη Γεωργία. Οι Κινέζοι γνώριζαν τους Σάκες (Ασιάτες Σκύθες) ως Σάι (κινεζικός χαρακτήρας: 塞, Στα αρχαία σινικά *sək).

Οι Σκύθες πρωτοεμφανίσθηκαν στα Ασσυριακά χρονικά ως "Ισκουζάι" και αναφέρθηκε ότι ξεχύθηκαν από το βορρά περίπου το 700 π.Χ. και εγκαταστάθηκαν στην Ασκάνια και στο σημερινό Αζερμπαϊτζάν μέχρι τα νοτιοανατολικά της λίμνης Ούρμια. Πιθανότατα οι Σκύθες αποτελούσαν ένα παρακλάδι των "Γκιμίρρου" οι οποίοι αναφέρονται στα χρονικά των Ασσυρίων περίπου την ίδια εποχή (Ivančik), παρόλο που ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος ο Αλικαρνασεύς περιγράφει τους Κιμμέριους ως διαφορετική φυλή, δηλαδή τους αυτόχθονες κατοίκους της βόρειας ακτής της Μαύρης Θάλασσας, τους οποίους οι Σκύθες απώθησαν.Οι πιο σημαντικές Σκυθικές φυλές που αναφέρονται στις ελληνικές πηγές, κατοικούσαν στις στέπες ανάμεσα στους ποταμούς Δνείπερο και Ντον.

Αρχαιολογικά ευρήματα σχετικά με τους Σκύθες περιλαμβάνουν περίτεχνους τάφους που περιείχαν χρυσό, μετάξι, άλογα και ανθρωποθυσίες. Τεχνικές μουμιοποίησης και το μονίμως παγωμένο έδαφος, βοήθησαν στη διάσωση και ορισμένων λειψάνων. Στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή που στην αρχαιότητα οι Έλληνες αποκαλούσαν Σκυθία έχουν ανακαλυφθεί πολυάριθμοι τάφοι πολεμιστών που αρχικά θεωρήθηκαν ότι άνηκαν σε άντρες. Παραδοσιακά οι αρχαιολόγοι είχαν την τάση να θεωρούν αντρικό έναν τάφο που περιείχε όπλα και πανοπλίες και γυναικείο έναν που περιείχε κοσμήματα και καθρέφτες. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας όμως και την δυνατότητα ανάλυσης του DNA των οστών τις τελευταίες δεκαετίες αποκαλύφθηκε ότι στην πραγματικότητα αυτό δεν ήταν σωστό. Βρέθηκαν πολυάριθμες περιπτώσεις όπου ο θανών ήταν γυναίκα παρά το γεγονός ότι ο τάφος περιείχε όπλα και άλλες περιπτώσεις όπου ήταν άντρας αν και ήταν θαμμένος με κοσμήματα και καθρέφτες. Αυτό έφερε στην επιφάνεια τις προκαταλήψεις των επιστημόνων που συχνά οδηγούν σε λανθασμένες ερμηνείες των στοιχείων. Κοσμήματα άλλωστε φορούν και οι άντρες και οι γυναίκες ενώ οι καθρέφτες είναι πολυχρηστικά αντικείμενα με τα οποία κανείς, ανάμεσα σε άλλα, μπορεί να ανάψει φωτιά και να στείλει μηνύματα με αντανακλάσεις.Σύμφωνα με τα ευρήματα της ανάλυσης του DNA των σκελετών που βρέθηκαν θαμμένοι σε αυτούς τους τάφους πολλοί από αυτούς ανήκουν σε γυναίκες. Περίπου το 30% με 40% των τάφων αυτών ανήκουν σε γυναίκες που έχουν πεθάνει από πολεμικά τραύματα και ενώ πολεμούσαν (εν αντιθέσει του να είναι απλά θύματα βίας) ενώ έχουν ταφεί με πλήρη πολεμικό εξοπλισμό. Τα όπλα που έχουν θαφτεί μαζί τους είναι χρησιμοποιημένα και όχι απλά τελετουργικά κτερίσματα και έχουν το ίδιο μέγεθος με τα όπλα των αντρών μόνο που έχουν ελαφρά μικρότερες λαβές, προφανώς για να ταιριάζουν καλύτερα στα γυναικεία χέρια. Αυτές οι ανακαλύψεις αποκαλύπτουν ότι στις νομαδικές αυτές φυλές επικρατούσε μεγάλη ισότητα ανάμεσα στα φύλα και οι γυναίκες συμμετείχαν στον πόλεμο αλλά και στα δημόσια αξιώματα εξίσου με τους άντρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι και σήμερα στους λαούς που προέρχονται από τις φυλές των Σκυθών, όπως οι Μογγόλοι, οι γυναίκες έχουν μεγάλο βαθμό ισότητας και ελευθερίες στις κοινωνίες τους ενώ φημίζονται ακόμα ως δεινές ιππείς, τοξότριες, κυνηγοί και παλαίστριες. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι οι περισσότερες σύγχρονες κορυφαίες αθλήτριες τοξοβολίας κατάγονται από την Μογγολία (βλέπε επίσης τον τρόπο που χρησιμοποίησε τις γυναίκες ο Τζένγκις Χαν για να δομήσει την αυτοκρατορία του). Τέτοιου είδους πολιτιστικά, ανθρωπολογικά και αρχαιολογικά στοιχεία έχουν οδηγήσει τους σύγχρονους ιστορικούς να θεωρούν τους Σκύθες ως τον λαό καταγωγής των θρυλικών Αμαζόνων.

Σπαρτούντα Χίου

Η Σπαρτούντα είναι ορεινό χωριό της Χίου. Είναι χτισμένη στο βόρειο τμήμα του νησιού στις πλαγιές του όρους Πεληναίου, σε υψόμετρο 530 μέτρων και αποτελεί τον ορεινότερο οικισμό της Χίου. Ο πληθυσμός της σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είναι 36 κάτοικοι. Διοικητικά ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Καρδαμύλων του Δήμου Χίου.

Στάβλοι Ευρυτανίας

Οι Στάβλοι είναι ορεινό χωριό του νομού Ευρυτανίας. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1.230 μέτρων στο όρος Οξυά, που αποτελεί απόληξη των Βαρδουσίων, και αποτελεί έναν από τους πιο ορεινούς οικισμούς της Ελλάδας.

Οι Στάβλοι ανήκουν στον καλλικρατικό Δήμο Καρπενησίου (τέως καποδιστριακός Δήμος Δομνίστας) και ο πληθυσμός τους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011 ανέρχεται σε 253 κατοίκους. Το κοντινότερο χωριό στους Στάβλους είναι η Δομνίστα, που απέχει 8 χιλιόμετρα, ενώ απέχει 50 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι.

Σύμφωνα με την παράδοση και αρχαιολογικά ευρήματα, εικάζεται ότι στην περιοχή βρίσκονταν τα ανάκτορα και οι στάβλοι του μυθικού βασιλιά Ευρύτου, ο οποίος έδωσε και το όνομά του στην Ευρυτανία. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν κτερίσματα, κιονόκρανα και μυκηναϊκά τείχη.

Λόγω μεγάλης κατολίσθησης, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν στο παρελθόν το χωριό. Ο Γάλλος Πουκεβίλ αναφέρει ότι στα τέλη του 18ου αιώνα το χωριό είχε πληθυσμό περίπου 20 οικογένειες.

Μία άλλη ερμηνεία για την ονομασία του χωριού προέρχεται από την παράδοση ότι στην περιοχή βρίσκονταν οι στάβλοι της βασίλισσας των Φράγκων ιπποτών.

Τυμβωρυχία

Τυμβωρυχία είναι σύνθετος όρος που προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις τύμβος (λόφος χώματος) και ὀρύσσω (σκάβω) και σημαίνει «ανασκάπτω τάφους». Χρησιμοποιείται για να δηλώσει την παράνομη πράξη της λεηλάτησης των αρχαίων τάφων, δηλαδή της κλοπής των αντικειμένων που βρίσκονται στο εσωτερικό τους ως κτερίσματα. Στην Ελλάδα, η τυμβωρυχία αποτελεί ποινικό αδίκημα (Ν.3028/2002).

Χόχλια Ευρυτανίας

Η Χόχλια είναι ορεινό χωριό του νομού Ευρυτανίας σε υψόμετρο 920 μέτρων.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.