Κράτος

To κράτος είναι οργανωμένη πολιτική οντότητα που κατέχει το μονοπώλιο της χρήσης νόμιμης εξουσίας σε μια καθορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αυτά μπορεί να αντιστοιχούν σε εθνικά κράτη, υποεθνικά κράτη, ή πολυεθνικά κράτη. Ένα κράτος συνήθως περιλαμβάνει ένα σύνολο οργανισμών οι οποίοι έχουν τη δικαιοδοσία να φτιάχνουν και να επιβάλλουν τους κανόνες εκείνους οι οποίοι κυβερνούν τον πληθυσμό μίας κοινωνίας μέσα σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια. Το κράτος έχει κυβέρνηση, νόμους και αναγνωρισμένη κυριαρχία. Κράτος στα αρχαία Ελληνικά σήμαινε "δύναμη".

Το κράτος ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης δεν υπήρχε πάντα. Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, οι ανθρώπινες φυλές ήταν οργανωμένες σε μικρές ομαδοποιήσεις ή/και σε μεγαλύτερες κοινότητες χωρίς κρατική οντότητα. Το κράτος δημιουργήθηκε από την στιγμή που ο άνθρωπος συγκροτεί τις πρώτες πρωτόγονες αγροτικές κοινωνίες, παράγει πλεόνασμα των αγαθών και δημιουργεί το εμπόριο για να πουλά αυτά τα αγαθά. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, βάσει αυτής της εξέλιξης, δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνικές τάξεις (αυτή των παραγωγών του πλούτου και αυτή που με διάφορες μορφές βίας καρπώνεται το παραγώμενο πλεόνασμα) μαζί με τις ταξικές αδικίες και διακρίσεις (βλ. πάλη των τάξεων).

Το κράτος -κατά τον Ένγκελς- είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Είναι η "...ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθείρουν αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις και τα αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα τον εαυτό τους και την κοινωνία σε έναν άκαρπο αγώνα, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της «τάξης». Και η δύναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετήθηκε πάνω απ’αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’αυτήν, είναι το κράτος. Απέναντι στην παλιά οργάνωση των γενών το κράτος χαρακτηρίζεται πρώτα από το χωρισμό των υπηκόων του κατά εδαφική περιοχή […] Αυτή η οργάνωση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο διαμονής είναι κοινή σε όλα τα κράτη. Για αυτό μας φαίνεται φυσική".[1]

Ιστορική αναδρομή

Το κράτος ως ένα ανθρώπινο κοινωνικό δημιούργημα, γεννήθηκε, εξελίχθηκε, συνεχίζει να εξελίσσεται και θα περάσει και αυτό στο στάδιο της παρακμής και της οριστικής εξαφάνισης, μαζί με τις ταξικές/κοινωνικές ανισότητες. Τα χαρακτηριστικά του διαμορφώνονται ανάλογα με το τι κοινωνικό σύστημα επικρατεί σε κάθε ιστορική περίοδο. Στην μακραίωνη ύπαρξή του ως κοινωνικός θεσμός, γνώρισε και συνεχίζει να γνωρίζει πολλές μεταβολές. Έτσι κατά την περίοδο της αρχαιότητας και της ύπαρξης του δουλοκτητικού κοινωνικού συστήματος, το κράτος ήταν οργανωμένο στο πλαίσιο της πόλης/κράτους ή/και στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας. Αργότερα, όταν η ανθρώπινη κοινωνία πέρασε στο φεουδαρχικό σύστημα, έχουμε το κράτος οργανωμένο στο πλαίσιο μικρών φεουδαρχικών βασιλείων.[2]

Η ανάδυση του πρώϊμου καπιταλισμού (12ος αι. μ.Χ.), οδηγεί σταδιακά σε κρίση το φεουδαρχικό σύστημα, τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής και κατ' επέκταση την κρατική οργάνωση αυτού του συστήματος. Τα φέουδα ως μορφή κρατικής οργάνωσης αποδυναμώνονται, προς όφελος της κεντρικής εξουσίας που την εκφράζει ο βασιλιάς. Η κρίση και η παρακμή της φεουδαρχίας συνοδευόμενη από την ανάδυση του καπιταλιστικού συστήματος κράτησε ίσαμε τον 16ο αι., οπότε παρατηρούμε και την κρατική οργάνωση να αποκτά σταδιακά τα σημερινά της χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά του έθνους/κράτους που αρμόζουν στην κρατική οργάνωση την εποχή της ηγεμονίας του καπιταλισμού και της ταξικής καπιταλιστικής κοινωνίας.[3]

Παραπομπές

  1. Φρ. Ένγκελς: Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους
  2. Φρ. Ένγκελς: Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους
  3. Η αστική χωρική οργάνωση την εποχή της μετάβασης από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό

Επιπλέον βιβλιογραφία

  • Τζόζεφ Στρέγερ, Γιατί γεννήθηκε το Κράτος. Εξουσία, ιδεολογία και θεσμοί στην αυγή της νεότερης Ευρώπης, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2012
  • Συλλογικό έργο. Το κράτος : Θεωρίες και προσεγγίσεις, μετάφραση Γιώργος Αντωνίου, Αλέξανδρος Κουτσογιάννης, Σαββάλας, 2011

Δείτε επίσης

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

  • Σοφά λόγια για το κράτος
  • Αντώνης Μακρυδημήτρης, Σήμερα υπάρχουν στον κόσμο περισσότερα από 200 κράτη. Ωστόσο η πρόκληση της αναδιοργάνωσης και επανίδρυσης του δημόσιου διοικητικού τοπίου με όρους σύγχρονους και δημιουργικούς αποτελεί το κεντρικό ζητούμενο. Πόσο απαραίτητο είναι το κράτος στον 21ο αιώνα [1]
Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Άτταλος Β΄ της Περγάμου

Ο Άτταλος Β΄ ο Φιλάδελφος (220 π.Χ. – 138 π.Χ.) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Ήταν γιος του Αττάλου Α΄ του Σωτήρος και της Απολλωνίδος.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του Ευμένη Β΄ του Σωτήρος, από το 197 π.Χ. έως το 158 π.Χ., ο Άτταλος υπήρξε σημαντικός του σύμβουλος και ουσιαστικά συνδιοικητής του σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Μαζί, ασκώντας έντονα φιλορωμαϊκή πολιτική, κατάφεραν να μετατρέψουν την πατρίδα τους σε ελάχιστο χρόνο από ένα σχετικά ασήμαντο βασίλειο σε μια ισχυρότατη μοναρχία. Ο Άτταλος έδωσε το παρόν σε αξιοσημείωτα πολλές από τις μάχες που διαμόρφωσαν το πρόσωπο της ελληνιστικής Ανατολής κατά το 2ο αιώνα π.Χ., ενώ διεξήγαγε πολυάριθμους πολέμους ως σύμμαχος ή εχθρός σχεδόν όλων των ελληνιστικών κρατών. Αξιοσημείωτα κατά τη διάρκεια της ζωής του έλαβαν χώρα και οι τέσσερις Μακεδονικοί Πόλεμοι, ενώ ο ίδιος έλαβε επίσης ενεργά μέρος στην καθοριστική Μάχη της Μαγνησίας το 190 π.Χ., στη ρωμαϊκή εκστρατεία κατά των Γαλατών το 189 π.Χ., καθώς και σε πολέμους ενάντια στη Βιθυνία, τους Σελευκίδες, τον Πόντο, την Καππαδοκία (επί του σφετεριστή Οροφέρνη) και τη Θράκη.

Διακρίθηκε επίσης ως διπλωμάτης πραγματοποιώντας συχνά ταξίδια στη Ρώμη, όπου και κέρδισε την εκτίμηση των ισχυρών ανδρών της εποχής. Κάποτε μάλιστα του προσφέρθηκε βοήθεια προκειμένου να ανέλθει στο θρόνο του αδελφού του, την οποία όμως και αρνήθηκε. Ο Άτταλος διαδέχτηκε τελικά ομαλά τον Ευμένη το 158 π.Χ. και κυβέρνησε για 21 έτη ακόμη, νυμφευόμενος τη χήρα βασίλισσα Στρατονίκη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνέχισε να επεμβαίνει ενεργά στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού της Ανατολής, εξακολουθώντας να απολαμβάνει την εύνοια των παλαιών του πολιτικών συμμάχων στη Ρώμη.

Όπως και οι προκάτοχοί του, άφησε επίσης αξιόλογο πολιτιστικό έργο, ανάμεσα στο οποίο ξεχωρίζει η Στοά του Αττάλου στην πόλη των Αθηνών. Απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών κληροδοτώντας το θρόνο του στον ανιψιό του, Άτταλο Γ΄ το Φιλομήτορα.

Αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ

Τα αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ είναι ειδικά κέρματα που εκδίδονται από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου ή για τον εορτασμό ή προς τιμή κάποιου σύγχρονου γεγονότος. Έχουν νόμιμη ισχύ και χρησιμοποιούνται κανονικά στις συναλλαγές, όπως τα συνηθισμένα κέρματα ευρώ. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα συλλεκτικά κέρματα μεγαλύτερης αξίας από χρυσό ή ασήμι που εκδίδονται για συλλεκτικούς σκοπούς και δεν χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές.Το κάθε κράτος μέλος της ευρωζώνης είχε μέχρι το 2012 το δικαίωμα να εκδίδει το πολύ ένα αναμνηστικό κέρμα κάθε χρόνο. Από το 2012 κάθε χώρα μπορεί να εκδίδει δύο αναμνηστικά κέρματα. Τα κέρματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, καθώς και την ίδια κοινή όψη, με ένα κανονικό κέρμα των 2 ευρώ. Η άλλη όψη, που αντικαθιστά την εθνική όψη του συνηθισμένου κέρματος, έχει το σχέδιο επιλογής της χώρας με θέμα το γεγονός ή το πρόσωπο που τιμάται. Τα αναμνηστικά κέρματα απαντούν μόνο στην ονομαστική αξία των 2 ευρώ και έχουν ισχύ νόμιμου χρήματος σε όλη τη ζώνη του ευρώ, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιούνται –και πρέπει να γίνονται αποδεκτά– όπως οποιοδήποτε άλλο κέρμα ευρώ.

Εκτός των εθνικών εκδόσεων προβλέπεται και η δυνατότητα κοινής έκδοσης από όλες τις χώρες με το ίδιο θέμα και σχέδιο (με μικρές μόνο παραλλαγές για να προσδιορίζεται η χώρα έκδοσης). Η κοινή έκδοση δεν συνυπολογιζόταν στον περιορισμό του ενός κέρματος ανά έτος πριν το 2012 και δεν συνυπολογίζεται στον περιορισμό των δύο κερμάτων ανά έτος από το 2012 και μετά. Κοινή έκδοση έγινε το 2007 (από τα 13 τότε κράτη μέλη της ευρωζώνης) με θέμα την 50ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, το 2009 (από τα 16 τότε κράτη μέλη της ευρωζώνης) για την επέτειο των δέκα χρόνων του ευρώ (ως νομισματικής μονάδας), το 2012 (από τα 17 τότε κράτη μέλη της ευρωζώνης) για να εορταστούν τα δέκα έτη κυκλοφορίας του ευρώ και το 2015 για την 30ή επέτειο καθιέρωσης της ευρωπαϊκής σημαίας (19 χώρες).

Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα τραπεζογραμμάτια, υπεύθυνες για την έκδοση των κερμάτων ευρώ είναι οι εθνικές αρχές και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν μια χώρα της ζώνης του ευρώ σκοπεύει να εκδώσει αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Επιτροπή ελέγχει ότι το νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο.

Η Επιτροπή είναι η έγκυρη πηγή στην οποία στηρίζεται η ΕΚΤ όταν ενημερώνει το δικό της δικτυακό τόπο. Αμέσως μόλις η Επιτροπή ανακοινώσει ένα νέο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, η ΕΚΤ ενημερώνει αντιστοίχως το δικτυακό της τόπο.

Το πρώτο εθνικό αναμνηστικό κέρμα εκδόθηκε το 2004 και μέχρι σήμερα (Μάρτιος 2016) έχουν εκδοθεί συνολικά 236 ως εξής: 6 το 2004, 8 το 2005, 7 το 2006, 20 το 2007 (συμπεριλαμβανομένων των 13 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 10 το 2008, 25 το 2009 (συμπεριλαμβανομένων των 16 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 12 το 2010 και 16 το 2011. Το 2012 έχουν εκδοθεί 30 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων των 17 νομισμάτων της κοινής έκδοσης) και το 2013 έχουν εκδοθεί 23 κέρματα, το 2014 έχουν εκδοθεί 27, το 2015 47 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων 19 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), το 2016 32 κέρματα,το 2017 32 κέρματα, και το 2018 36. Το 2019 έχουν ήδη εκδοθεί 29 κέρματα.

Το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωζώνης που έχουν εκδώσει εθνικά αναμνηστικά κέρματα κάθε χρονιά.

Δικαίωμα έκδοσης αναμνηστικών κερμάτων έχουν και ο Άγιος Μαρίνος, η Ανδόρρα, το Βατικανό και το Μονακό που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης αλλά έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες. Δεν εκδίδουν όμως αναμνηστικά κέρματα κοινής έκδοσης.

Τα κέρματα αυτά εκδίδονται στην πλειονότητά τους για τον εορτασμό ιστορικών επετείων ή για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον σε σύγχρονα γεγονότα ιστορικής σημασίας. Το πρώτο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ εκδόθηκε το 2004 από την Ελλάδα με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Η κάθε χώρα της ζώνης του ευρώ είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την έκδοση κερμάτων. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα αναμνηστικά, όπως και όλα τα άλλα κέρματα, είναι να εγκρίνει τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να εκδώσει η κάθε χώρα.

Αρχαία Ρώμη

Η αρχαία Ρώμη ήταν αρχικά ένας ιταλικός οικισμός, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και αναπτύχθηκε στην πόλη της Ρώμης και στη συνέχεια έδωσε το όνομά του στην αυτοκρατορία, της οποίας αποτέλεσε την έδρα, καθώς και στον εκτεταμένο πολιτισμό που ανέπτυξε η αυτοκρατορία. Ανήκοντας γεωγραφικά στον χώρο της Μεσογείου Θάλασσας και με επίκεντρο την πόλη της Ρώμης, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου με πληθυσμό περίπου 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ.Στους περίπου 12 αιώνες ύπαρξής του, ο Ρωμαϊκός πολιτισμός μετατοπίστηκε από τη μοναρχία στην κλασική δημοκρατία και, στη συνέχεια, σε μία ολοένα και πιο αυταρχική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης, του πολέμου, και της αφομοίωσης. Το 330 ο Κωνσταντίνος Α΄ μετακίνησε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη, που θα μετονομαστεί σε Κωνσταντινούπολη.

Η παρακμή του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα τη Ραβέννα επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενο από πολιτική αστάθεια, και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις κατά την διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που περιελάμβαναν την Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα. Η υπόλοιπη αυτοκρατορία, της οποίας η κυβέρνηση είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Βρετανική Αυτοκρατορία

Η Βρετανική Αυτοκρατορία (αγγλικά: British Empire) αποτελείτο από τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, τις εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Κατά την ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και για πάνω από ένα αιώνα ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Το 1922 η Βρετανική Αυτοκρατορία διοικούσε έναν πληθυσμό περίπου 458 εκατομμυρίων, το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού, και κάλυπτε περισσότερο από 33.670.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το ένα τέταρτο περίπου της συνολικής έκτασης της ξηράς της Γης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έντονη πολιτική, γλωσσική και πολιτισμική της επίδραση παγκοσμίως. Στο ύψιστο σημείο της δύναμής της, συχνά λεγόταν ότι «ο ήλιος δεν δύει ποτέ στην Βρετανική Αυτοκρατορία», επειδή η εξάπλωσή της σε όλα σχεδόν τα γεωγραφικά μήκη του κόσμου σήμαινε ότι ο ήλιος πάντα έλαμπε σε τουλάχιστον ένα από τα πολυάριθμα εδάφη της.

Κατά την Εποχή των ανακαλύψεων το 15ο και 16ο αιώνα, η Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες. Εποφθαλμιώντας τον πλούτο που προσέφεραν αυτές οι αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία. Μία σειρά πολέμων το 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στην Ολλανδία και τη Γαλλία κατέστησε την Αγγλία (Βρετανία μετά την πράξη ένωσης με τη Σκωτία το 1707) κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στη Βόρεια Αμερική και την Ινδία. Η απώλεια όμως των δεκατριών αποικιών στη Βόρεια Αμερική το 1783 μετά από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία, καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον σύντομα στράφηκε προς την Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Μετά την ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας το 1815, η Βρετανία γνώρισε έναν αιώνα αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας και επεξέτεινε την κυριαρχία της σε όλο τον κόσμο. Δόθηκε σταδιακή αυτονομία στις αποικίες με λευκό πληθυσμό, κάποιες από τις οποίες μετατράπηκαν σε κτήσεις.

Η ανάπτυξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ περιόρισε την οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι επακόλουθες στρατιωτικές και οικονομικές εντάσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία ήταν τα κύρια αίτια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Βρετανία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκρατορία της. Ο πόλεμος επέφερε τεράστια οικονομική επιβάρυνση στη Βρετανία και παρόλο που η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν ήταν πια μια απαράμιλλη βιομηχανική ή στρατιωτική δύναμη. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι βρετανικές αποικίες της Νοτιοανατολικής Ασίας καταλήφθηκαν από την Ιαπωνία, γεγονός που έπληξε το γόητρό της και επιτάχυνε την παρακμή της αυτοκρατορίας παρά τη νίκη της στον πόλεμο. Δυο χρόνια μετά τον πόλεμο η Βρετανία παραχώρησε ανεξαρτησία στην Ινδία, την πολυπληθέστερη και πολυτιμότερη αποικία της.

Κατά το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, στα πλαίσια του κινήματος της αποαποικιοποίησης, οι περισσότερες περιοχές της αυτοκρατορίας απέκτησαν ανεξαρτησία, με κατάληξη την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα το 1997. Δεκατέσσερα εδάφη παρέμειναν κάτω από βρετανική κυριαρχία, τα Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη. Μετά την ανεξαρτητοποίησή τους πολλές πρώην αποικίες εντάχθηκαν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, μια ελεύθερη ένωση ανεξάρτητων κρατών. Δεκαέξι κοινοπολιτειακά κράτη έχουν κοινό αρχηγό κράτους τον εκάστοτε μονάρχη του Ηνωμένου Βασειλείου.

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Διονύσιος Σολωμός

Ο Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 − 9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Έλληνας ποιητής, πιο πολύ γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου. Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και διότι αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της. Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα [...]είδος μικτό, αλλά νόμιμο[...]».Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την ντε φάκτο γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Μπεν-Γεχούντα ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ιβρίτ (Ivrit). Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (εντολή της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Εικονομαχία

Ο όρος Εικονομαχία αναφέρεται στην θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 8ου και το πρώτο μισό του 9ου αιώνα, αναφορικά (σε πρώτο επίπεδο) με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Η Εικονομαχία διαίρεσε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε Εικονομάχους (επίσης αναφερόμενους ως Εικονοκλάστες) και Εικονολάτρες (επίσης αναφερόμενους ως Εικονόφιλους και Εικονόδουλους).

Οι λατρευτικές υπερβολές των πιστών σχετικά με τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα λείψανα των αγίων και η μεγάλη επιρροή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των μοναχών, οδήγησαν το 726 τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ στην έκδοση διατάγματος με το οποίο αποδοκιμαζόταν η προσκύνηση των εικόνων ως ψευδολατρεία. Μέχρι το 741 που πέθανε, η πολιτική του υπήρξε μάλλον ήπια και οι διατάξεις του περί απαγορεύσεως και αφαιρέσεως των εικόνων φαίνεται ότι δεν εκτελούνταν επακριβώς.

Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πολύ ορμητικότερος. Εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά των εικόνων και των μοναχών, και συγκάλεσε την σύνοδο της Ιερείας (754), κατά την οποία καταδικάστηκαν οι θρησκευτικές απεικονίσεις. Μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν σε γάμο και πολλές μονές κρατικοποιήθηκαν. Επί της βασιλείας του γιου του Λέοντα Δ΄ η εικονομαχική πολιτική συνεχίστηκε αλλά πολύ ηπιότερα. Μετά τον πρόωρο θάνατό του η εξουσία περιήλθε στην σύζυγό του και μητέρα του γιου του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ Ειρήνη η οποία συνεκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, που αναστήλωσε τις εικόνες. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α´ που την ανέτρεψε, ακολούθησε ήπια εικονομαχική πολιτική αν και περιεπλάκη σε οξύτατη διαμάχη με τους άκρους εικονόφιλους. Ο γαμπρός του Μιχαήλ Α΄ παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην μοναχική παράταξη.

Επί Λέοντος Ε΄ άρχισε με οξύτητα η δεύτερη φάση της Εικονομαχίας. Πιεζόμενος και από τον στρατό, ο αυτοκράτορας διέταξε την καθαίρεση των εικόνων και συγκάλεσε σύνοδο η οποία κατήργησε τις αποφάσεις της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου και αναγνώρισε αντ’ αυτής την σύνοδο της Ιερείας. Ο δολοφόνος και διάδοχός του, Μιχαήλ Β´, τήρησε επαμφοτερίζουσα πολιτική, δυσαρεστώντας τους πάντες και αφήνοντας το θέμα σε εκκρεμότητα. Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Θεόφιλος αναδείχθηκε σε υπέρμαχο της Εικονομαχίας και οι απαγορεύσεις των εικόνων και οι διωγμοί των μοναχών επαναλήφθηκαν.

Το τέλος της Εικονομαχίας επήλθε το 842, αμέσως μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, με ενέργειες της χήρας του Θεοδώρας, που ασκούσε την εξουσία επ’ ονόματι του ανηλίκου Μιχαήλ Γ΄. Το κύρος της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας ανορθώθηκε, οι εικόνες αναστηλώθηκαν, τα καταργηθέντα μοναστήρια ανασυστάθηκαν και τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα αποδόθηκαν στις εκκλησίες και στις μονές.

Το τέλος της Εικονομαχίας σήμανε και το τέλος των οικονομικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που είχαν επιβληθεί από τους βασιλείς της και οι οποίες κρίνεται από πολλούς συγγραφείς ότι υπήρξαν ιδιαίτερα εποικοδομητικές.

Επαμεινώνδας

Ο Επαμεινώνδας (418 π.Χ. – 4 Ιουλίου 362 π.Χ.) ήταν Θηβαίος στρατηγός και πολιτικός του 4ου αιώνα π.Χ., ο οποίος απάλλαξε τη Θήβα από τη σπαρτιατική ηγεμονία και τη μετέτρεψε σε ισχυρή πόλη–κράτος με εξέχουσα θέση στην ελληνική πολιτική σκηνή. Νίκησε τους Σπαρτιάτες στη μάχη των Λεύκτρων και απελευθέρωσε τους Μεσσήνιους, οι οποίοι ήταν υποταγμένοι στη Σπάρτη για 230 χρόνια, μετά την ήττα τους στον Δεύτερο Μεσσηνιακό Πόλεμο, ο οποίος έληξε το 599 π.Χ. Ο Επαμεινώνδας κατέλυσε τις ως τότε συμμαχίες και δημιούργησε νέες.

Ο Ρωμαίος ρήτορας Μάρκος Τύλλιος Κικέρων τον χαρακτήρισε ως «πρώτο άνδρα της Ελλάδας». Αλλά παρά το γεγονός ότι ο Επαμεινώνδας άλλαξε τον πολιτικό χάρτη της Ελλάδος, έπληξε καίρια τη στρατιωτική δύναμη της Σπάρτης και ανύψωσε τη Θήβα σε ηγέτιδα δύναμη του ελληνικού χώρου, το έργο του ιδίου δεν επιβίωσε. Εικοσιτέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Φίλιππος Β΄ κατανίκησε τους Θηβαίους και τους συμμάχους τους στην μάχη της Χαιρωνείας και τρία χρόνια αργότερα ο Αλέξανδρος εκμηδένισε την δύναμη της Θήβας και ισοπέδωσε την πόλη. Παρ' όλα αυτά, ο Επαμεινώνδας παρουσιάζεται από τους σύγχρονούς του ως ιδεαλιστής και ελευθερωτής.

Ευμένης Β΄ της Περγάμου

Ο Ευμένης Β΄ ο Σωτήρ (βασ. 197 π.Χ. - 158 π.Χ.) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Ήταν γιος του Αττάλου Α΄ του Σωτήρος και της Απολλωνίδος. Νυμφεύτηκε τη Στρατονίκη, κόρη του Αριαράθη Δ΄, βασιλιά της Καππαδοκίας και της Αντιοχίδος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ασκώντας έντονα φιλορωμαϊκή πολιτική κατάφερε να εξελιχθεί σε ελάχιστο χρόνο από βασιλιάς ενός σχετικά ασήμαντου βασιλείου σε ηγεμόνα μιας ισχυρότατης μοναρχίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο, ο Ευμένης ήταν άνδρας με ασθενή κράση, αλλά με μεγάλη ενεργητικότητα και δύναμη μυαλού, όπως αποδεικνύεται από τη θητεία του στο θρόνο της Περγάμου. Είναι, επίσης, γνωστός για το σημαντικό πολιτιστικό του έργο, με επιφανέστερα επιτεύγματά του την ανάδειξη της Περγάμου σε περίλαμπρη πόλη και την επέκταση της Βιβλιοθήκης της Περγάμου, μιας από τις μεγάλες βιβλιοθήκες του αρχαίου κόσμου, δεύτερη σε σπουδαιότητα μετά από την αντίστοιχη της Αλεξάνδρειας.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση, γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803 οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της Επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις Ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

Ιωάννης Μεταξάς

Ο Ιωάννης Μιχαήλ Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 - Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός και δικτάτορας από το 1936 ως το 1941.

Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό Διχασμό συντασσόμενος με την παράταξη των βασιλοφρόνων αντιβενιζελικών και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά.Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε συνεργασία με το βασιλιά. Κυβέρνησε έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1941. Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940, που του επιδόθηκε από τον Ιταλό πρεσβευτή Εμμανουέλε Γκράτσι. Η πράξη αυτή αποκρυσταλλώθηκε συμβολικά στον επίσημο κρατικό λόγο και στη δημόσια ιστορία, καθώς και εντυπώθηκε στη συλλογική μνήμη ως «Όχι».

Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Ζ΄ Φιλοπάτωρ (Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου 30 π.Χ.), γνωστή στην ιστορία απλώς ως Κλεοπάτρα, ήταν αρχαία Ελληνίδα βασίλισσα και η τελευταία ενεργή βασίλισσα της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Μετά τη βασιλεία της, η Αίγυπτος έγινε επαρχία της νεοϊδρυθείσας τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κλεοπάτρα ήταν αρχαία Ελληνίδα και όχι Αιγύπτια όπως πολλοί νομίζουν. Ήταν μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο γιος της Πτολεμαίος ΙΕ΄ Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί. Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ΄ σηματοδοτεί το τέλος της ελληνιστικής και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρόλο που ήταν ικανή και δαιμόνια μονάρχης, έμεινε διάσημη κυρίως γιατί κατόρθωσε να γοητεύσει δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής της, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και για την ομορφιά και το τραγικό της τέλος. Χάρη στη φιλοδοξία και την προσωπική της γοητεία επηρέασε καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας.

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Ολοκαύτωμα

Με τον όρο Ολοκαύτωμα περιγράφεται ο υποκινούμενος από το κράτος συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία διαφόρων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών ομάδων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από τη Ναζιστική Γερμανία και τους συνεργάτες της. Στα αρχικά στοιχεία που συνθέτουν το Ολοκαύτωμα είναι το πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων και το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξόντωση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί. Η ίδια λέξη, συνήθως με μικρό αρχικό και συνοδευόμενη από κάποιο προσδιοριστικό, χρησιμοποιείται και για άλλες γενοκτονίες ή μαζικούς διωγμούς όπως π.χ. για τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Οι Εβραίοι της Ευρώπης ήταν τα κύρια θύματα του Ολοκαυτώματος, μέσω αυτού που οι Ναζί ονόμαζαν «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος». Ο αριθμός των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού συνήθως προσδιορίζεται στα έξι εκατομμύρια, αν και οι τυπικές εκτιμήσεις από τους ιστορικούς για το εύρος των θυμάτων κυμαίνονται από πέντε εκατομμύρια ως και πάνω από έξι εκατομμύρια. Εκτός από τους Εβραίους, περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα (μερικές εκτιμήσεις φτάνουν ως και τις 800.000), δηλαδή το 25-50% του ευρωπαϊκού τους πληθυσμού. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες» ήταν οι εξής: Σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι σε κατεχόμενες περιοχές (περιλαμβανομένων των Ρώσων και άλλων Σλάβων), Πολωνοί μη Εβραίοι (3 εκατομμύρια Πολωνοί Εβραίοι και 2 εκατομμύρια Πολωνοί μη Εβραίοι), διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και κάποιοι Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Κάποιες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος στα 26 εκατομμύρια ανθρώπους, όμως τα 9 έως 11 εκατομμύρια θύματα συνήθως θεωρείται η πιο αξιόπιστη εκτίμηση.

Περικλής

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς (από τις λέξεις περί και κλέος δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα, περίδοξος, περίπου 495-429 π.Χ.) ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και πιο συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των έντεκα παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα μεταλλικό πλαίσιο στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές, το «τέρμα». Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει ενώ αν καμία ομάδα δεν σκοράρει ή και οι δύο ομάδες καταλήξουν στο τέλος του παιχνιδιού με την ίδια βαθμολογία σε σκορ τότε το παιχνίδι λήγει ισόπαλο.

Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη. Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ηγεμόνας, ένας από τους σπουδαιότερους της πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου καθώς και βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου Γ΄ του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτωντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.