Κομμουνισμός

Ο κομμουνισμός ως έννοια σχετίζεται με μια μορφή κοινωνίας η οποία θα λειτουργεί αμεσοδημοκρατικά και αποκεντρωμένα. Ο κομμουνισμός θεωρείται η ανώτερη βαθμίδα εξέλιξης του σοσιαλισμού.[1][2][3][4] Στον κομμουνισμό, η ύπαρξη του κράτους ως μηχανισμού παγίωσης της εξουσίας της άρχουσας τάξης, όπως και οι ίδιες οι κοινωνικές τάξεις είναι πλέον περιττά.[5] Το ταξικό και εξουσιαστικό δίπολο όλων των προηγούμενων ταξικών κοινωνιών (άρχουσα τάξη και καταπιεζόμενες τάξεις) παύει να υφίσταται, ενώ η κοινωνία οργανώνεται πάνω στην βάση των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών.

Το χρήμα στην κομμουνιστική κοινωνία χάνει την ανταλλακτική του αξία και χρησιμοποιείται ως απλή λογιστική μονάδα ανταλλαγής αγαθών (και όχι πια προϊόντων), βάση της αξίας χρήσης των αγαθών αυτών. Τούτο εξηγείται ως εξής: Το χρήμα σε κάθε ταξική κοινωνία έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μια χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο ανταλλαγής προϊόντων (πχ ένα σπίτι τόσα χρήματα), από την άλλη όμως έχει την δική του -ανεξάρτητη από τα προϊόντα- αξία. Συσσωρεύεται και είναι μόνο του, πηγή πλούτου και εξουσίας.

Αντιθέτως στον κομμουνισμό το γενικό ισοδύναμο ανταλλαγής αγαθών δεν θα επιτρέπει την συσσώρευσή του, συνεπώς θα δρα αποτρεπτικά ως προς την επανεμφάνιση ταξικών διαιρέσεων και ανισοτήτων.[6][7][8]

Στον κομμουνισμό τα μέσα παραγωγής (γη, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) αποτελούν κοινωνική / κοινοτική ιδιοκτησία και όχι ατομική, ενώ υφίστανται συλλογική διαχείριση από τους εργαζόμενους/παραγωγούς, με στόχο την κάλυψη των υλικών αναγκών όλων των πολιτών κατά το ρητό «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Ως πολιτικός χώρος, στο ευρύτερο πλαίσιο της Αριστεράς, ο κομμουνισμός εκφράζει αυτήν την προσδοκώμενη κοινωνία μέσω ενός σοσιαλιστικού λαϊκού κινήματος το οποίο αντιτίθεται στον καπιταλισμό.

Η αντίληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας απορρέει -συν τοις άλλοις- από μία κριτική στην ανταλλακτική οικονομία και στην έννοια της ατομικής ιδιοποίησης του κέρδους που προκύπτει στην παραγωγική διαδικασία,[9][10] ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει περιγραφεί ως οικονομία δώρων.[11][12]

Ως κομμουνιστές, με μία ευρεία έννοια, μπορούν να περιγραφούν όλοι οι μαρξιστές και οι περισσότεροι ελευθεριακοί σοσιαλιστές (π.χ. οι αναρχοκομμουνιστές). Κατά τον μαρξισμό η μετάβαση από τον καπιταλισμό προς την κομμουνιστική κοινωνία περιλαμβάνει μια αρχική περίοδο ύπαρξης κράτους -εργατικό μισοκράτος που τείνει προς τον μαρασμό και την εξαφάνιση- στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και του λαού. Η μεταβατική αυτή περίοδος είναι ο σοσιαλισμός.

Η φύση και ο χαρακτήρας των καθεστώτων του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού" της Ανατολικής Ευρώπης τα οποία κατέρρευσαν κατά το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1989 και το 1991, διχάζουν το κομμουνιστικό κίνημα σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με την γνώμη ορισμένων κομμουνιστών, ο σοσιαλισμός υλοποιήθηκε σε αυτές τις χώρες. Κατά την γνώμη άλλων τμημάτων του κομμουνιστικού κινήματος, στις χώρες του ανατολικού μπλοκ ουδέποτε οικοδομήθηκε -παρά τις τιτάνιες προσπάθειες των λαών- ο σοσιαλισμός (βλ. κομμουνιστική επαναθεμελίωση). Πολλές φορές ο όρος κομμουνισμός στην καθομιλουμένη αφορά παρόμοια λαϊκοδημοκρατικά καθεστώτα με απολυταρχικές κυβερνήσεις και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από το κράτος και την κρατική/κομματική άρχουσα τάξη, αντί για μία κατάσταση μετάβασης προς την κομμουνιστική κοινωνία (δείτε και το άρθρο κομμουνιστικό κράτος).

Μαρξισμός

Παρόλο που μικρές, αποσπασματικές κομμουνιστικές κοινότητες υπήρξαν στην ανθρώπινη Ιστορία (πρωτόγονος κομμουνισμός), οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς ήταν οι πρώτοι που έθεσαν στερεή θεωρητική βάση για τον κομμουνισμό ως σοσιαλιστικό πολιτικό κίνημα (είχε προηγηθεί η προσπάθεια του Προυντόν ο οποίος επίσης ασκούσε κριτική στο κίνητρο του κέρδους και στη μισθωτή εργασία, αλλά διατηρούσε την έννοια της αγοράς και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής). Ο ευρύτερα γνωστός τύπος θεωρητικής και πολιτικής προσσέγγισης της κομμουνιστικής κοινωνίας είναι ο μαρξισμός και τα διάφορα παράγωγά του ( λενινισμός, συμβουλιακός κομμουνισμός κλπ).

Ιστορία

Ο μαρξισμός χρησιμοποιεί ως βασική μεθοδολογία για την ανάλυση των κοινωνιών και των τρόπων παραγωγής, την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας. Ο υλισμός ως αντίληψη για τον κόσμο, βασίζεται πάνω στην αρχή που λέει ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι η μόνη υπεύθυνη για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας και της κοινωνίας. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας μέχρι τώρα διακρίνει και αναλύει τους εξής τρόπους παραγωγής άρα και τις εξής μορφές κοινωνικής οργάνωσης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός και, τελικώς, κομμουνισμός.

Οι μορφές/τρόποι οργάνωσης της κοινωνίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αναπτύσσονται με βάση τις παραγωγικές σχέσεις (βλ. ιστορικός υλισμός). Κινητήρια δύναμη της ιστορίας και της εξέλιξης των κοινωνιών και των πολιτισμών είναι η πάλη των τάξεων. Στη διάρκεια της ανθρώπινης εξέλιξης τα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά συστήματα γεννιούνται, αναπτύσσονται, πεθαίνουν και αντικαθίστανται από νέα.

Πολλά κοινωνικά συστήματα τα οποία έχουν αναπτυχθεί και καταστραφεί από την έναρξη της ανθρώπινης Ιστορίας. Ωστόσο, οι κοινωνικές τάξεις και το κράτος δεν υπήρχαν πάντοτε. Δημιουργήθηκαν με την εμφάνιση του αγροτικού πολιτισμού, όταν οι νομαδικές φυλές πρωτοεγκαταστάθηκαν και ξεκίνησαν να εξασκούν τη γεωργία. Πριν από αυτό, οι άνθρωποι ζούσαν σε ένα είδος μη ταξικής κοινωνίας που μπορεί να περιγραφεί ως πρωτόγονος ή φυσικός κομμουνισμός.

Ο πρωτόγονος κομμουνισμός τερματίστηκε όταν η γεωργία δημιούργησε τις συνθήκες για ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (το οποίο, την συγκεκριμένη περίοδο, απλά σήμαινε ιδιωτική ιδιοκτησία της καλλιεργούμενης γης). Αυτή η διαφοροποίηση των ανθρώπων σε γαιοκτήμονες και σε εκείνους που είχαν την ανάγκη να εργαστούν σε γη άλλων για να ζήσουν, είχε ως αποτέλεσμα το δουλοκτητικό σύστημα της Αρχαιότητας. Αυτό το σύστημα τελικά άνοιξε τον δρόμο στον φεουδαλισμό του Μεσαίωνα, ο οποίος τελικά άνοιξε τον δρόμο στον καπιταλισμό.

Ο κομμουνισμός αποτελεί την ανώτατη εξελικτική βαθμίδα της κοινωνίας, στην οποία το κράτος μαραζώνει και τελικά εξαφανίζεται αφού πλέον δεν είναι αναγκαίο και δεν νοείται ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ή διακριτές κοινωνικές τάξεις. Στον κομμουνισμό η ιδιοκτησία είναι συλλογική και όλοι οι άνθρωποι έχουν ισότιμο κοινωνικό status και δικαιώματα.

Οικονομία

Ο μαρξισμός προσπαθεί να ερμηνεύσει τα ιστορικά φαινόμενα μέσα από το πρίσμα της πάλης των τάξεων. Η κοινωνία αποτελείται από διάφορες κοινωνικές τάξεις οι οποίες διαφοροποιούνται αντικειμενικά από τη σχέση που έχουν με τα μέσα παραγωγής. Για παράδειγμα, η καπιταλιστική κοινωνία αποτελείται από την αστική τάξη (τους κεφαλαιοκράτες/καπιταλιστές, στους οποίους ανήκουν τα μέσα παραγωγής) και την εργατική τάξη ή προλεταριάτο (τους εργάτες, οι οποίοι εργάζονται πουλώντας την εργατική τους δύναμη (διανοητική ή χειρωνακτική) έναντι μισθού για να βγάλουν τα προς το ζην, εφόσον δεν τους ανήκουν μέσα παραγωγής). Ταυτόχρονα όμως η διαστρωμάτωση της καπιταλιστικής κοινωνίας εμπεριέχει και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα της πόλης ή της υπαίθρου (ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομαγαζάτορες, αγρότες κλπ) τα οποία σε κρίσιμες στιγμές για την ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών, πολώνονται είτε προς την εργατική, είτε προς την αστική τάξη.[13][14]

Η ανθρώπινη εργασία μαζί με τη φύση είναι από την αρχαιότητα ως σήμερα, οι πηγές κάθε πλούτου. Είτε μιλάμε για την εργασία των δούλων στις δουλοκτητικές κοινωνίες της αρχαιότητας, είτε μιλάμε για την εργασία των δουλοπάροικων και των βιοτεχνών στο Μεσαίωνα, είτε για την εργασία των εργατών/εργαζομένων στην σημερινή εποχή. Η άρχουσα τάξη κάθε κοινωνίας (αρχαίο Ιερατείο, δουλοκτήτες, φεουδάρχες, καπιταλιστές/κεφαλαιοκράτες), καρπώνεται με την βία τον παραγόμενο πλούτο και τον χρησιμοποιεί για να παγιώσει την δύναμή της με στόχο τη διαιώνιση της εξουσίας της σε βάρος των υπόλοιπων κοινωνικών τάξεων.[15]

Στον καπιταλισμό οι αστοί εκμεταλλεύονται το προλεταριάτο/εργατική τάξη κερδοσκοπώντας από την εργασία των προλεταρίων/εργαζομένων. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται απόσπαση της υπεραξίας που παράγει ο εργαζόμενος, προς όφελος του κεφαλαιοκράτη. Τούτο εξηγείται ως εξής: Τα προϊόντα που παράγονται από τον εργαζόμενο/εργάτη έχουν αξία μεγαλύτερη από το σύνολο του κόστους παραγωγής τους (με ενσωματωμένο και τον μισθό των εργαζομένων/εργατών). Επίσης, ο εργαζόμενος/εργάτης παράγει πολύ περισσότερα προϊόντα από αυτά που θα του έφταναν για να ζήσει εάν δεν υπήρχε το κέρδος του κεφαλαιοκράτη και πληρώνεται λιγότερο από την αξία της εργασίας του. Το κέρδος αυτό το οποίο το έχει παραγάγει η ανθρώπινη εργασία (διανοητική ή/και χειρωνακτική) αλλά το καρπώνεται ο κεφαλαιοκράτης, ονομάζεται υπεραξία.

Η εργασία στον κομμουνισμό είναι αντιληπτή όχι ως καταπιεστική ανάγκη αλλά ως μία ευκαιρία δημιουργικής εκδίπλωσης των ικανοτήτων του ατόμου και δεν διαχωρίζεται από τον ελεύθερο χρόνο. Το φαινόμενο της φτώχειας έχει εξαλειφθεί καθώς οι πόροι και τα παραγόμενα αγαθά κατανέμονται ως απαιτείται, ενώ η οικονομική παραγωγικότητα είναι μεγιστοποιημένη αφού στην αταξική και χωρίς κράτος κομμουνιστική κοινωνία, δεν εμφανίζονται οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού μα και κάθε ταξικής κοινωνίας.

Οικολογία

Ο μαρξισμός και τα κινήματα που εμπνέονται από αυτόν, απορρίπτουν τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης, διότι ο καπιταλισμός στην προσπάθειά του να αναπτυχθεί περαιτέρω, καταστρέφει ρυπαίνοντας τη γη, το περιβάλλον, τον αέρα, τις θάλασσες του πλανήτη. Στην εποχή μας μάλιστα, είναι βάσιμη η κριτική στον καπιταλισμό, ότι ως τρόπος παραγωγής και ως κοινωνικό σύστημα, απειλεί ευθέως την επιβίωση του πλανήτη και συνεπώς και του ανθρώπου.

Τα κινήματα που εμπνέονται από τον μαρξισμό, πρεσβεύουν έναν τρόπο ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας σε αρμονία με την φύση (το ανόργανο σώμα της ανθρωπότητας σύμφωνα με τον Μαρξ).[16]

Δημοκρατία

Ο λαός με «πρωτοπορία» την εργατική τάξη έχει απόλυτο συμφέρον κατά τους μαρξιστές, να ανατρέψει την άρχουσα τάξη και το υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα, για να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία του προλεταριάτου ή αλλιώς εργατική εξουσία / δημοκρατία (ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα από πολλούς μαρξιστές, για να τονίσει την ανάγκη αποφυγής της γραφειοκρατικής δικτατορίας ενός πολιτικού κόμματος στο όνομα της εργατικής τάξης και του κομμουνισμού).

Η δικτατορία του προλεταριάτου (ή εργατική εξουσία/δημοκρατία), είναι ένας κρατικός μηχανισμός στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, ο οποίος σταδιακά αυτοδιαλύεται και η κοινωνία με το πέρασμα του χρόνου γίνεται κομμουνιστική. Η δημοκρατία στην περίοδο της εργατικής εξουσίας εννοείται ως μία εξουσία που ανήκει στο λαό, ασκείται από αυτόν μέσα από τα εργατικά συμβούλια και τις λαϊκές συνελεύσεις, με το κράτος να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πλειοψηφίας και να προστατεύει αυτά τα συμφέροντα από την μειοψηφία της μόλις ανατραπείσας αστικής τάξης.

Στον κομμουνισμό οι έννοιες της πολιτικής και της δημοκρατίας θα έχουν χάσει τη σημασία τους, αφού προηγουμένως, μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, θα έχει εμφανιστεί αυτή η πραγματικά δημοκρατική κοινωνία της εργατικής εξουσίας, η δικτατορία του προλεταριάτου, στην οποία σταδιακά οι τάξεις και το κράτος θα εξαφανιστούν.[17] Στη λενινιστική θεωρία και πρακτική η δικτατορία του προλεταριάτου ονομάζεται «σοσιαλιστικό κράτος» και ερμηνεύεται ως ένας πλήρης, συγκεντρωτικός κρατικός μηχανισμός κυβερνώμενος από το λενινιστικό πολιτικό κόμμα, το οποίο καθοδήγησε νωρίτερα την εργατική τάξη προς την επανάσταση. Οι ελευθεριακοί μαρξιστές ερμηνεύουν ωστόσο διαφορετικά την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου και συνήθως δεν δίνουν έμφαση στον ρόλο των πολιτικών κομμάτων, ενώ οι αναρχοκομμουνιστές απορρίπτουν τελείως μία τέτοια μεταβατική φάση για το πέρασμα στην αταξική και ακρατική κομμουνιστική κοινωνία[18] και κάθε τύπο κοινοβουλευτικής - κομματικής δραστηριοποίησης στο πλαίσιο ενός αστικού κράτους.

Λενινισμός και εθνικά κομμουνιστικά κόμματα

Ο λενινισμός είναι η επαναστατική θεωρία και πρακτική που διατύπωσε και εφάρμοσε ο Βλαντιμίρ Λένιν, κατά την οποία η δικτατορία του προλεταριάτου καθοδηγείται από ένα επαναστατικό Κόμμα «εμπροσθοφυλακής» ή «πρωτοπορίας». Έτσι οι λενινιστές διακρίνονται από μία συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του μαρξισμού στηριγμένη στις έννοιες της «πρωτοπορίας» και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ενώ συνήθως οργανώνονται σε αστικού-κοινοβουλευτικού τύπου πολιτικά κόμματα[19] τα οποία ονομάζονται Κομμουνιστικά Κόμματα.

Στην Ελλάδα όπως και σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο, το κομμουνιστικό κίνημα δεν είναι ενιαίο. Αντιθέτως είναι πολύμορφο με έντονες τις συμφωνίες αλλά και τις διαφορετικές προσσεγγίσεις στο εσωτερικό του. Στη χώρα μας, ένας από τους βασικούς εκφραστές της κομμουνιστικής ιδεολογίας θεωρείται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, ενώ στην Κύπρο θεωρείται το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (Α.Κ.Ε.Λ). Υπάρχουν όμως και άλλα κομμουνιστικά κόμματα ή οργανώσεις, τα οποία απορρίπτουν τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» όπως είναι το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ) με πρόταγμα την αναγκαιότητα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Δρουν και άλλοι μικρότερης εμβέλειας και επιρροής μαρξιστικοί-λενινιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί. Ο κομμουνισμός συνήθως αντιπαρατίθεται στο κοινοβουλευτικό επίπεδο με τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία επιχειρεί έναν πιο περιορισμένο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μέσω διαρκών μεταρρυθμίσεων, στοχευμένων μακροπρόθεσμα σε μεγαλύτερη ισοκατανομή του πλούτου, μέσα στο πλαίσιο όμως του αστικού φιλελευθερισμού και της συνταγματικής νομιμότητας. Αντιθέτως ο επαναστατικός σοσιαλισμός, όπου συγκαταλέγεται ο λενινισμός παρά τη συμμετοχή του στο κοινοβουλευτικό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, προσβλέπει στην πλήρη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και εστιάζει στη διεθνή εργατική τάξη ως κλειδί αυτής της επανάστασης.

Οι λενινιστές με τον καιρό έχουν διαφοροποιηθεί σε τροτσκιστές, σταλινικούς (οι ίδιοι συνήθως δεν αυτοαποκαλούνται έτσι) και μαοϊκούς. Κύρια εστία των διαφωνιών τους είναι η αντίληψή τους για τη σοσιαλιστική φύση της Σοβιετικής Ένωσης μετά τον θάνατο του Λένιν ή του Στάλιν. Από την άλλη οι ελευθεριακοί μαρξιστές ανήκουν σε μία πλειάδα σχηματισμών, όπως οι συμβουλιακοί κομμουνιστές (γνωστότερη προσωπικότητα που συνδέεται με τον συμβουλιακό κομμουνισμό, αν και ανήκε σε λενινιστικό κόμμα, είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ).

Στο λενινιστικό κίνημα σήμερα προβάλλεται από ορισμένα τμήματά του η αναγκαιότητα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, η οποία προκύπτει κυρίως από τον τραγικό εκφυλισμό από πολύ νωρίς των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού» σοσιαλισμού και την μετατροπή τους σε ταξικά / εκμεταλλευτικά καθεστώτα στο όνομα του κομμουνισμού, αλλά και από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον καπιταλισμό.

Ελευθεριακός σοσιαλισμός

Οι ελευθεριακοί σοσιαλιστές δεν έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς. Κύρια χαρακτηριστικά τους είναι η ενεργός πάλη για την έλευση της κομμουνιστικής κοινωνίας, η άρνηση της οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα αστικού-κοινοβουλευτικού τύπου και η απόρριψη της μαρξιστικής θεωρίας (είτε συγκεκριμένων όψεών της, είτε όλης της μαρξικής ανάλυσης). Οι ελευθεριακοί μαρξιστές κατ' εξαίρεση δέχονται το έργο του Μαρξ, αλλά το ερμηνεύουν διαφορετικά από τους λενινιστές. Στην ευρύτερη κατηγορία μπορούν να ενταχθούν οι υποστηρικτές του κοινωνικού αναρχισμού, οι περισσότεροι αυτόνομοι, οι καταστασιακοί, οι νεομαρξιστές, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές και άλλοι. Λόγω της συσχέτισης του κομμουνισμού με τον λενινισμό από τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα, ορισμένες φορές δεν μιλούν για κομμουνιστική κοινωνία αλλά για σοσιαλιστική κοινωνία, αυτόνομη κοινωνία κλπ.

Κάθε ελευθεριακή ομάδα μπορεί να συνδέει το όραμα αυτό με διαφορετική πολιτική θεωρία, η οποία συνήθως απορρέει από κάποια κριτική στο μαρξιστικό ή στο μαρξιστικό-λενινιστικό μοντέλο. Όλοι ωστόσο απορρίπτουν τη μεταβατική φάση της δικτατορίας του προλεταριάτου (τουλάχιστον στη λενινιστική εκδοχή της), ενώ κριτική έχουν δεχθεί επίσης ο θετικισμός, ο ιστορικός αντικειμενισμός και η σύνδεση της έλευσης του κομμουνισμού με τη μεγιστοποίηση της οικονομικής παραγωγής και ανάπτυξης, στοιχεία που ανιχνεύονται ρητά ή υπόρρητα στο έργο του Μαρξ. Αυτές οι εξ αριστερών κριτικές επί του μαρξισμού μπορεί να επεκτείνονται ευρύτερα και σε κριτική επί όλης της οικονομικής επιστήμης, αν και όχι απαραίτητα.

Κριτική

Η θεωρητική κριτική που έχει ασκηθεί στον κομμουνισμό μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις κατηγορίες: κριτική στην ίδια τη σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας ως ανεπιθύμητης ή ουτοπικής (βλ. αντικομμουνισμός), κριτική στη μεταβατική «δικτατορία του προλεταριάτου» όπως αυτή εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση και στο ανατολικό μπλοκ (εδώ συμπεριλαμβάνεται η κριτική στον λενινιστικό κεντρικό σχεδιασμό ως οικονομικό σύστημα αυτής της «μεταβατικής» περιόδου), ή κριτική στο ανατολικό μπλοκ μόνο μετά από κάποιο χρονικό σημείο (π.χ. μετά τον θάνατο του Λένιν). Τέτοια κριτική μπορεί να γίνεται και από λενινιστές.

Παραπομπές και σημειώσεις

  1. Sherman, Howard. The Economics of Pure Communism
  2. «Άρθρο του αναρχοκομμουνιστή Πιοτρ Κροπότκιν στην Encyclopedia Britannica (1911)». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2010.
  3. Marxism and the Problem of State: «How can we move to a stateless society? We must first overcome the 'illusory community of equals' (Bonefeld, 2002: 130), created by an abstract, formal equality in law and democratic elections, to establish a socialist state concerned with material equality. To achieve this, the working class would have to overcome the division between the members of civil society and their political representatives. Marx saw a model for this transition in the Paris Commune of 1871, which was governed by councillors elected by universal suffrage who were subject to recall at short notice... ...With this set-up, the state would inevitably wither away because those in positions of power would no longer be privileged in relation to the rest of society (Mandel, 2004, Pierson, 1986: 23).»
  4. Price, Wayne. The abolition of the state: Anarchist and Marxist perspectives, AuthorHouse, 2007
  5. Μαρξ, Ένγκελς: Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης
  6. Καρλ Μαρξ: Το κεφάλαιο
  7. Καρλ Μαρξ: Μισθός, τιμή και κέρδος
  8. Τάσης, Θεοφάνης. Καστοριάδης, μια φιλοσοφία της αυτονομίας, Εκδ. Ευρασία
  9. Marx, Karl. The Communist Manifesto. Penguin, 2002, σελ 25: «To define socialism as the critique of political economy was to obscure the fact that socialism was one of a cluster of highly idiosyncratic forms of that criticism, since it was directed not at the defects of an exchange economy but at the exchange economy itself.»
  10. Schumpeter, Joseph Alois. The Theory of Economic Development: An Inquiry Into Profits, Capital, Credit, University of Chicago Press, 1982, σελ. 176: «In a communistic or non-exchange society in general there would be no interest as an independent value phenomenon. Obviously no interest would be paid. Obviously there would still exist the value phenomena from which interest flows in an exchange economy. But as a special value phenomenon, as an economic quantity, even as a concept, interest would not exist there. It is dependent upon the organization of an exchange economy. Let us formulate this still more precisely. Wages and rent would not be paid in a purely communist organization. But the services of labor and land would still exist there, they would be valued, and their values would be a fundamental element in the economic plan. Nothing of this holds for interest. The agent for which interest is paid simply would not exist in a communist economy. Hence it could not be the object of a valuation. And consequently there could not be a net return corresponding to the interest form of income. Thus interest is indeed an economic category - not created directly by non-economic forces - but one which only arises in an exchange economy. Why there is no interest in a communist society, although there is in an exchange economy?»
  11. Αυτός ο ορισμός είναι μάλλον πολύ πλατύς αφού αγκαλιάζει, όπως υπέδειξε ο Καρλ Πόπερ, και την πρώιμη χριστιανική Εκκλησία, όπως περιγράφεται από τις Πράξεις Αποστόλων
  12. «Άρθρο της Εγκυκλοπαίδειας Cambridge για την οικονομία δώρων». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2010.
  13. Καρλ Μαρξ: Μισθός, τιμή, κέρδος
  14. Β. Λένιν: Κράτος και επανάσταση
  15. Φρ. Ένγκελς: Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους
  16. Θέσεις: Για μια μαρξιστική προσέγγιση των προβλημάτων του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων
  17. Marxism and Democracy: Apex and Abrogation Αρχειοθετήθηκε 2004-09-07 στο Wayback Machine.: «We are considering here a fundamentally different society from the one in which we live; so different that it is hard for those brought up to believe in the egoistic individual to even contemplate. We are considering a society where people fish in the morning and criticise after lunch, where work is not seen as an unfortunate necessity in order to live, but, through its ability to unleash the creativity of the individual, the main reason for life. Work and leisure are no longer separate parts of the day. Productivity has risen to such a high level that there is a surplus of wealth, enough and more for every member of society. Individual differences between members of society are recognised so that those more able to produce wealth do so and those with the most need (e.g. where they have larger families or where disability prevents them from the same level of productive labour) are rewarded to the extent they require. Distribution is voluntary because of the abundance of wealth and the organisation of society. It is a vision where each will take the amount of product he needs, no more and no less. Hence it is a society where a state, regulating the differences between people and organising distribution, is no longer necessary.»
  18. Όχι όμως και οι αναρχοκολεκτιβιστές, οι οποίοι πρεσβεύουν την πλήρη κατάργηση του κράτους μετεπαναστατικά αλλά τη διατήρηση χρήματος και μισθολογικού συστήματος για μία μεταβατική χρονική περίοδο.
  19. Εδώ δεν εννοείται φιλελεύθερα κόμματα, αλλά πολιτικές οργανώσεις που μιμούνται τη δομή τους και συμμετέχουν νομότυπα στις πολιτικές διεργασίες του αστικού κράτους.

Βιβλιογραφία

Δείτε επίσης

Έννοιες

Πρόσωπα

Πολιτική - Ιστορία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαδικτυακές πηγές πρωτότυπων μαρξιστικών πηγών

Σχετικοί σύνδεσμοι

Αντίθετες απόψεις

Αναρχοκομμουνισμός

O αναρχοκομμουνισμός είναι ένας πολιτικός χώρος ο οποίος υποστηρίζει την κατάργηση του κράτους, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) και του καπιταλισμού, με σκοπό την αντικατάστασή τους από ένα κομμουνιστικό σύστημα συλλογικής ιδιοκτησίας και διαχείρισης των μέσων παραγωγής, στηριγμένο σε ένα δίκτυο εθελοντικών συνεταιρισμών μεταξύ ισότιμων παραγωγών και πολιτών, το οποίο θα λειτουργεί στη βάση της άμεσης δημοκρατίας.

Ο αναρχοκομμουνισμός τοποθετείται στο ευρύτερο πλαίσιο του ελευθεριακού σοσιαλισμού και έχει τις ρίζες του στον αναρχοκολεκτιβισμό του Μιχαήλ Μπακούνιν της Πρώτης Διεθνούς. Ο Πιοτρ Κροπότκιν (1842-1921) υποστήριξε ότι η πραγματική καταγωγή του αναρχισμού ήταν «η δημιουργική, εποικοδομητική δράση των μαζών». Τόνισε χαρακτηριστικά πως «ο αναρχισμός έλκει την καταγωγή του από το λαό και θα διατηρήσει τη ζωτικότητα και τη δημιουργική του δύναμη αρκετά μόνο εάν παραμείνει κίνημα του λαού».

Δύο ζητήματα που δίχασαν ιστορικά τους αναρχοκομμουνιστές ήταν το αν οι διαχειριστικές αποφάσεις στις κομμούνες θα λαμβάνονται πλειοψηφικά ή συναινετικά, και το αν οι αναρχικοί πρέπει να ενσωματωθούν σε μία ενιαία οργάνωση με κοινή γραμμή και τακτικές (πλατφορμισμός), ή οι επιμέρους τοπικές αναρχικές ομάδες να διατηρήσουν πλήρη αυτονομία. Ο πλατφορμισμός διαμορφώθηκε αρχικά κατά τον Μεσοπόλεμο, στο πλαίσιο μίας προσπάθειας αντιμετώπισης των αιτιών που οδήγησαν στην ήττα του αναρχισμού κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η αντιοργανωτική πτέρυγα του αναρχοκομμουνισμού έχει επηρεάσει πολύ σημαντικά τον σύγχρονο αναρχισμό μετά τη δεκαετία του 1950, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και πλατφορμιστικές οργανώσεις.

Αριστερά (πολιτική)

Ο όρος Αριστερά στην πολιτική, σήμερα, αναφέρεται κυρίως σε αντιλήψεις και θέσεις που: α) Αντιμάχονται την αδικία, τις βαθιές ανισότητες και τις διακρίσεις που απορρέουν από την ταξική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, β) Προωθούν την κοινωνική ισότητα, την φιλία και την συνεργασία ανάμεσα στα έθνη και τους λαούς, με σεβασμό στην κουλτούρα κάθε λαού, γ) Αγωνίζονται για ουσιαστική παιδεία και μόρφωση που να αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας, εναντίον του σκοταδισμού είτε εθνικιστικού, είτε θρησκευτικού.

Αριστερός κομμουνισμός

Aριστερός κομμουνισμός είναι ένα εύρος κομμουνιστικών απόψεων που κριτικάρουν τις πολιτικές ιδέες των Μπολσεβίκων σε συγκεκριμένες περιόδους, μετά από την θέση που υιοθετήθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή ότι οι ιδέες του Λενινισμού είναι οι αυθεντικές που σχετίζονται με τον Μαρξισμό και το προλεταριάτο. Οι αριστεροί κομμουνιστές βλέπουν τον εαυτό τους πιο αριστερά από τους Λενινιστές και ταυτίζονται σε πολλά με του αναρχοκομμουνιστές και άλλες επαναστατικές τάσεις. Εκφραστές είναι οι Αμαντέο Μπορντίγκα, Άντον Πάνεκουκ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Λίμπκνεχτ και Πολ Μάτικ.

Δικτατορία του προλεταριάτου

Ο πολιτικός όρος δικτατορία του προλεταριάτου στη μαρξιστική θεωρία αφορά τη μετεπαναστατική κατάληψη της κρατικής ισχύος από την εργατική τάξη προς όφελος όλης της κοινωνίας. Ως σύστημα διακρίνεται για την απόλυτη επικράτηση των εργατών επί της αστικής τάξης σε όλους τους τομείς του βίου. Η δικτατορία του προλεταριάτου έχει επίσης ονομαστεί σοσιαλιστική δημοκρατία και εργατική εξουσία.

Ελευθεριακός σοσιαλισμός

Ο ελευθεριακός σοσιαλισμός περιλαμβάνει μία ομάδα πολιτικών θεωριών που στοχεύουν σε μία αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία χωρίς κράτος, όπου οι άνθρωποι συνεργάζονται ελεύθερα ως ίσοι (αυτός είναι περίπου ο ορισμός που δίνει στην ιδεατή αταξική, κομμουνιστική κοινωνία ο Φρίντριχ Έγκελς). Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί δίνοντας τον άμεσο έλεγχο των μέσων παραγωγής (π.χ. εργοστάσια, γαίες, μεγάλες επιχειρήσεις) και την ευθύνη των πολιτικών αποφάσεων στην εργατική τάξη ή, ευρύτερα, στην κοινωνία, η οποία θα τα διαχειρίζεται μέσα από αμεσοδημοκρατικές διεργασίες σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων. Πολλοί ελευθεριακοί σοσιαλιστές έχουν προτείνει την εθελοντική συνομοσπονδιοποίηση αυτών των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων σε περιφερειακό, ή και παγκόσμιο επίπεδο.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Ο Ερνέστο Γκεβάρα (Ernesto Guevara , Ροσάριο, Αργεντινή, 14 Ιουνίου 1928 – Λα Ιγκέρα, Βολιβία, 9 Οκτωβρίου 1967), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα (ισπανική προφορά: [ˈtʃe ɣeˈβaɾa]) ή απλά Τσε, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής Μαρξιστής-Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε.

Όπως και ο Μάο Τσε Τούνγκ, ο Ερνέστο Γκεβάρα ανέπτυξε θεωρίες πάνω στη στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου ανταρτοπολέμου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες στην πράξη.

Ευρωκομμουνισμός

Ο ευρωκομμουνισμός είναι ιδεολογικό ρεύμα του κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε να αναπτύσσεται λίγο πριν το 1970 κυρίως στη Δυτική Ευρώπη. Αν και μετά τη δεκαετία του '90 δεν υπάρχουν αμιγώς ευρωκομμουνιστικά κόμματα, θεωρείται βασική ιδεολογική αναφορά πολλών από τα κόμματα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Βασικό γνώρισμά του είναι η θέληση να δημιουργηθεί ένας στενός δεσμός μεταξύ σοσιαλισμού, ελευθερίας και δημοκρατίας, ο οποίος περιγράφεται ως «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» - όρος που χρησιμοποιείτο ιδιαίτερα στις δεκαετίες '70 και '80, για να δείξει την αντίθεση με το σταλινισμό. Επίσης, οι ευρωκομμουνιστές επιθυμούν να είναι φορείς ενός μοντέλου μετασχηματισμού, προσαρμοσμένου κυρίως στις πολιτικές - κοινωνικές - οικονομικές συνθήκες των χωρών όπου δρουν και όχι σε κάποιο πρότυπο - δόγμα.

Η στρατηγική που υποστηρίζουν για το σοσιαλισμό βάσει των παραπάνω συνθηκών, δίνει το ιδιαίτερο γνώρισμα στους ευρωκομμουνιστές σε σχέση τόσο με τα κομμουνιστικά κόμματα «σοβιετικού τύπου» όσο και με τα τροτσκιστικά. Μεγάλη θεωρείται η επίδραση του γκραμσιανού έργου, ιδιαίτερα της αντίληψής του για την ηγεμονία, την οποία οι ευρωκομμουνιστές χρησιμοποιούν εναλλακτικά στην κλασική μαρξική αντίληψη περί βίαιης κατάληψης της εξουσίας, καθώς και του Έλληνα φιλοσόφου Νίκου Πουλαντζά.

Κομμουνιστική Διεθνής

Ως Κομμουνιστική Διεθνής (ΚΔ) ή Κομιντέρν (αγγλικά: Comintern από το Communist International) έμεινε στην Ιστορία η Τρίτη Διεθνής Ένωση των εθνικών κομμουνιστικών Κομμάτων, που ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1919 στη Μόσχα, αφού κατήγγειλε την προηγούμενη Δεύτερη (σοσιαλιστική) Διεθνή, για την στάση της απέναντι στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας

Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) (γερμ.: Deutsche Demokratische Republik, DDR – Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία), γνωστή ανεπίσημα και ως Ανατολική Γερμανία, ήταν σοσιαλιστικό κράτος το οποίο ιδρύθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1949 στη σοβιετική ζώνη κατοχής, συμπεριλαμβανομένου και του σοβιετικού τμήματος του Βερολίνου. Στις 3 Οκτωβρίου 1990 προσχώρησε με απόφαση της ανατολικογερμανικής βουλής (Φολκσκάμμερ) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Λενινισμός

Ο λενινισμός είναι η μαρξιστική επαναστατική θεωρία και πρακτική που διατύπωσε και εφάρμοσε ο Βλαντίμιρ Λένιν, κατά την οποία η δικτατορία του προλεταριάτου (καθ)οδηγείται από ένα επαναστατικό Κόμμα «εμπροσθοφυλακής» ή «πρωτοπορίας» ευρισκόμενο στην ηγεσία της εργατικής τάξης εν μέσω της ταξικής πάλης. Έτσι οι λενινιστές διακρίνονται από μία συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του μαρξισμού στηριγμένη στις έννοιες της «πρωτοπορίας» και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ενώ συνήθως οργανώνονται σε αστικού-κοινοβουλευτικού τύπου πολιτικά κόμματα, τα οποία ονομάζονται Κομμουνιστικά Κόμματα και συμμετέχουν νομότυπα στις πολιτικές διεργασίες μίας φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Στην Ελλάδα ο πιο μαζικός εκφραστής της κομμουνιστικής ιδεολογίας θεωρείται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, υπάρχουν όμως και άλλες κομμουνιστικές οργανώσεις όπως το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ) που θεωρεί αναγκαιότητα την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος (κομμουνιστική επαναθεμελίωση) και απορρίπτει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Τέλος, υπάρχουν και άλλοι, μικρότερης εμβέλειας και επιρροής μαρξιστικοί-λενινιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί. Ο κομμουνισμός συνήθως αντιπαρατίθεται στο κοινοβουλευτικό επίπεδο με τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία επιχειρεί έναν πιο περιορισμένο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μέσω διαρκών μεταρρυθμίσεων, στοχευμένων μακροπρόθεσμα σε μεγαλύτερη ισοκατανομή του πλούτου, μέσα στο πλαίσιο όμως του αστικού φιλελευθερισμού και της συνταγματικής νομιμότητας. Αντιθέτως ο επαναστατικός σοσιαλισμός, όπου συγκαταλέγεται ο λενινισμός παρά τη συμμετοχή του στο κοινοβουλευτικό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, προσβλέπει στην πλήρη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και εστιάζει στη διεθνή εργατική τάξη ως κλειδί αυτής της επανάστασης.

Ιστορικά οι λενινιστές πέτυχαν να εγκαθιδρύσουν τη δική τους εκδοχή της δικτατορίας του προλεταριάτου μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, η οποία οδήγησε στον σχηματισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή, καθώς και άλλα παρόμοιων δομών κράτη (όπως π.χ. αυτά του ανατολικού μπλοκ κατά τον Ψυχρό Πόλεμο), ευρίσκονταν κατά τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία σε μία μεταβατική φάση προς την αταξική και ακρατική κομμουνιστική κοινωνία. Μέχρι την έλευση ωστόσο του κομμουνισμού, η δικτατορία του προλεταριάτου ενσαρκωνόταν στο πολίτευμα της σοσιαλιστικής λαϊκής δημοκρατίας, προσδιοριζόμενης από μία συγκεντρωτική κυβέρνηση και από κρατική ιδιοκτησία των οικονομικών μέσων παραγωγής. Η κατάσταση αυτή συνιστούσε την υλοποίηση μίας, κατά τους λενινιστές, «σοσιαλιστικής δημοκρατίας», ως «επέκτασης» του μαρξισμού στις συνθήκες του 20ου αιώνα. Πολλοί λενινιστές διεθνώς ωστόσο απέρριψαν αυτές τις κοινωνίες, θεωρώντας πως παρά τις κατακτήσεις που είχαν εκεί οι λαοί (δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία, στέγαση), τα καθεστώτα αυτά εκφυλίστηκαν γρήγορα σε ταξικά / εκμεταλλευτικά. Με εκμεταλλεύτρια τάξη την κρατική / κομματική γραφειοκρατία. Οι συντηρητικοί, οι φιλελεύθεροι και αρκετοί μη λενινιστές σοσιαλιστές, θεωρούν συνήθως τις λαϊκές δημοκρατίες ολοκληρωτικά κράτη.

Οι λενινιστές με τον καιρό έχουν διαφοροποιηθεί σε τροτσκιστές, σταλινικούς (οι ίδιοι συνήθως δεν αυτοαποκαλούνται έτσι) και μαοϊκούς. Κύρια εστία των διαφωνιών τους είναι η αντίληψή τους για τη σοσιαλιστική φύση της Σοβιετικής Ένωσης μετά τον θάνατο του Λένιν ή του Στάλιν. Οι ελευθεριακοί μαρξιστές από την άλλη ερμηνεύουν διαφορετικά την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου (με πρότυπο κυρίως την Παρισινή Κομμούνα και τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας ή / και της εργατικής αυτοδιεύθυνσης) μη δίνοντας συνήθως έμφαση στον ρόλο των πολιτικών κομμάτων, ενώ οι αναρχοκομμουνιστές (και, ευρύτερα, οι περισσότεροι ελευθεριακοί σοσιαλιστές) απορρίπτουν τελείως μία τέτοια μεταβατική φάση για το πέρασμα στην αταξική και ακρατική κομμουνιστική κοινωνία, καθώς και κάθε τύπο κοινοβουλευτικής-κομματικής δραστηριοποίησης στο πλαίσιο ενός αστικού-φιλελεύθερου κράτους.

Μαρξισμός

Μαρξισμός ονομάζεται το ενιαίο σύστημα των φιλοσοφικών, οικονομικών και κοινωνικών ιδεών που θεμελιώνεται στα έργα του Καρλ Μαρξ και του Φρήντριχ Ένκελς. Η πολιτική θεωρία και πρακτική που απορρέει από τα έργα αυτά στηρίζει μία σοσιαλιστική αντίληψη για την κοινωνία και αποσκοπεί στον Κομμουνισμό.

Το βασικό αντικείμενο του έργου του Μαρξ είναι η μελέτη των αιτίων που γεννούν και διαμορφώνουν τον τρόπο παραγωγής, τις κοινωνικές τάξεις και την πολιτική υπόσταση κάθε ταξικής κοινωνίας και πιο ειδικά του καπιταλισμού. Η οικονομία και η πάλη των τάξεων αποτελούν για τον μαρξισμό, την πραγματική μηχανή της ιστορικής διαδικασίας (ιστορικός υλισμός), η οποία καθορίζει άμεσα ή έμμεσα την εξέλιξη των κοινωνιών. Σημαντική φιλοσοφική αφετηρία του Μαρξ είναι επίσης η θεώρηση του ανθρώπου όχι ως μεμονωμένου ατόμου με προκαθορισμένες ελευθερίες (κατά το ατομικιστικό πρότυπο του φιλελευθερισμού), αλλά ως κοινωνικού ατόμου. Αυτή η αντίληψη είναι συνήθης ευρύτερα στον σοσιαλισμό.

Εναλλακτικοί ορισμοί που έχουν προταθεί από πολλούς συγγραφείς, χρησιμοποιούν τον όρο «μαρξικό» για να αναφερθούν στο φιλοσοφικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό έργο που διατυπώθηκε από τον Μαρξ, και τον όρο «μαρξιστικό» για οποιοδήποτε αντίστοιχο έργο στηρίχθηκε στον Μαρξ. Κατά αυτή την έννοια ορίζονται πολλοί Μαρξισμοί. Έτσι π.χ. ορίζεται ο «σοβιετικός μαρξισμός» ως το φιλοσοφικό/πολιτικό/ιδεολογικό ρεύμα που διαμορφώθηκε υπό την ηγεμονία του ΚΚΣΕ και της Τρίτης Διεθνούς με κέντρο τη Σοβιετική Ένωση, ο «δομικός μαρξισμός» που προέρχεται κυρίως από το έργο του Λουί Αλτουσέρ, του Νίκου Πουλαντζά και άλλων στρουκτουραλιστών κ.α.

Συχνά συναντάται ο όρος «κριτικός μαρξισμός» για μαρξογενή ρεύματα που διαφοροποιήθηκαν από τις δύο επικρατούσες μορφές του ιστορικού σοσιαλισμού του 20ου αιώνα, τον σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Σ' αυτά συνήθως εντάσσονται ρεύματα με αφετηρία το έργο του Λέον Τρότσκι ή ρεύματα με αναφορές στη σχολή της Φρανκφούρτης, στο έργο του Τόνι Κλιφ κ.α. Θεωρητική αφετηρία του δυτικού ή κριτικού μαρξισμού αποτελεί τόσο το έργο του Γκέοργκ Λούκατς όσο και το έργο του Αντόνιο Γκράμσι.

Άλλος όρος που χρησιμοποιείται από σύγχρονους συγγραφείς και πολιτικές οργανώσεις (στην Ελλάδα κυρίως από το ΝΑΡ) είναι ο όρος «μαχόμενος επαναστατικός μαρξισμός» (βλ. κομμουνιστική επαναθεμελίωση). Βασικά στοιχεία είναι: α. η προσπάθεια εξέλιξης της θεωρίας σύμφωνα με τις σημερινές συνθήκες ανάπτυξης και κρίσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και β. Η αποτίμηση των επαναστάσεων του 20ού αι. και των καθεστώτων του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού" που προέκυψαν από αυτές τις επαναστάσεις.

Συνήθης επίσης είναι και ο όρος μαρξισμός-λενινισμός, που κατά πολλούς ταυτίζεται με τους όρους «σοβιετικός μαρξισμός» και «σταλινισμός». Για όσους αυτοπροσδιορίζονται ως Μαρξιστές-Λενινιστές, που στην Ελλάδα κύριος εκφραστής είναι το ΚΚΕ, ο όρος αποτελεί την πιστή εφαρμογή των λεγόμενων του Μαρξ, όπως αυτά εμπλουτίστηκαν από τον Λένιν. Πρέπει να τονιστεί ότι ο χώρος του Μαρξισμού-Λενινισμού δεν πρέπει να συγχέεται με τον χώρο Μ-Λ (ή μ-λ) που από πολλούς θεωρείται χώρος που ανήκει στο μαοϊκό ρεύμα. Το ρεύμα αυτό (Μ-Λ) (στην Ελλάδα βλέπε τα πολιτικά κόμματα ΟΜΛΕ, ΚΚΕ(μ-λ), Μ-Λ ΚΚΕ, ΚΟΕ, Χοτζέας κ.λπ.) διαφοροποιείται από το επίσημο κομμουνιστικό κίνημα (άρα και από τον «επίσημο» μαρξισμό) μετά τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν και τη διαδοχή του από τον Νικήτα Χρουτσόφ.

Μαρξισμός-Λενινισμός

Ο Μαρξισμός-Λενινισμός είναι μια πολιτική ιδεολογία που συνδυάζει το Μαρξισμό (τις έννοιες του επιστημονικού σοσιαλισμού που περιέγραψαν θεωρητικά οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς) και το Λενινισμό (τη θεωρητική επέκταση του Μαρξισμού από τον Βλαντιμίρ Λένιν, στην οποία περιλαμβάνεται ο αντιιμπεριαλισμός, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός και οι αρχές που διέπουν το κόμμα νέου τύπου ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης). Ο Μαρξισμός-Λενινισμός υπήρξε η επίσημη ιδεολογία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και της Κομμουνιστικής Διεθνούς και συνεπώς η πιο σημαντική ιδεολογία σε σχέση με τον κομμουνισμό και το κομμουνιστικό κίνημα.

Σκοπός του Μαρξισμού-Λενινισμού είναι η μετατροπή ενός κράτους σε σοσιαλιστικό, κάτω από την ηγεσία του κόμματος της επαναστατικής πρωτοπορίας, αποτελούμενου από "επαγγελματίες" επαναστάτες που προέρχονται από την εργατική τάξη και φτάνουν στην ταξική συνειδητοποίηση μέσω της διαλεκτικής της ταξικής πάλης. Το σοσιαλιστικό κράτος, πολιτικό εποικοδόμημα της "δικτατορίας του προλεταριάτου", κυβερνάται κυρίως ή αποκλειστικά από το κόμμα της επαναστατικής πρωτοπορίας μέσω της διαδικασίας του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, τον οποίο ο Λένιν περιέγραψε ως "ελευθερία στη συζήτηση, ενότητα στη δράση" Μέσω της πολιτικής του, το κομμουνιστικό κόμμα ή κάποιος ισοδύναμος οργανισμός γίνεται το ανώτατο πολιτικό όργανο του σοσιαλιστικού κράτους και η κινητήρια δύναμη της σοσιαλιστικής οργάνωσης της εργασίας. Ο Μαρξισμός-Λενινισμός θεωρεί τον πολιτικό πλουραλισμό, δηλαδή τον ανταγωνισμό μεταξύ των κομμάτων, ως ένα αναποτελεσματικό χαρακτηριστικό της πραγματικής δημοκρατίας και διακηρύττει ότι σε μια σοσιαλιστική κοινωνία ο πολιτικός πλουραλισμός εξυπηρετεί μόνο τη διχόνοια και τη δυσλειτουργία της κοινωνίας.Τελικός σκοπός του Μαρξισμού-Λενινισμού είναι η εξέλιξη του σοσιαλιστικού κράτους μέχρι την πλήρη πραγμάτωση του κομμουνισμού, ενός αταξικού κοινωνικού συστήματος με αποκλειστικά κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και με πλήρη κοινωνική ισότητα όλων των μελών της κοινωνίας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, το κομμουνιστικό κόμμα εστιάζει κυρίως στην εντατική ανάπτυξη της βιομηχανίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας, που αποτελούν τη βάση για την αέναη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και αυξάνουν τη ροή του υλικού πλούτου. Το σύνολο της γης και των φυσικών πόρων αποτελούν κοινή ιδιοκτησία, που διαχειρίζεται το Μαρξιστικό-Λενινιστικό κράτος σε συνδυασμό με διάφορες μορφές ατομικής ιδιοκτησίας που μπορεί να υπάρχουν στα πλαίσια σοσιαλιστικών εποικοδομημάτων. Τις τελευταίες δεκαετίες, αρκετά κράτη που επίσημα είναι Μαρξιστικά-Λενινιστικά, όπως η Κίνα και το Βιετνάμ, έχουν ενσωματώσει μεθόδους συναλλαγών της οικονομίας της αγοράς και έχουν διευρύνει το ρόλο που παίζει ο μη κρατικός τομέας στην ανάπτυξη της εθνικής τους οικονομίας.Η φράση "Μαρξισμός-Λενινισμός" χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Ιωσήφ Στάλιν κατά τη δεκαετία του 1930, προκειμένου να περιγραφεί η νέα σύνθεση του Μαρξισμού με τις θεωρίες του Λένιν. Ωστόσο, το ΚΚΣΕ διατήρησε το Μαρξισμό-Λενινισμό στο πρόγραμμά του και μετά την αποκήρυξη του Στάλιν, επιθυμώντας έτσι να τονίσει τη διάκριση μεταξύ Μαρξισμού-Λενινισμού και Σταλινισμού. Ο Μαρξισμός-Λενινισμός, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν στις χώρες όπου εφαρμόστηκε, αναπτύχθηκε σε ιδιαίτερες παραλλαγές, οι πιο γνωστές από τις οποίες είναι ο Σταλινισμός (βασισμένος στη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα) και ο Μαοϊσμός (βασισμένος στην ιδέα της επανάστασης των αγροτών στις υπανάπτυκτες χώρες).

Μπολσεβίκοι

Οι Μπολσεβίκοι (ρωσικά: большевики, большевик, προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ [bəlʲʂɨˈvʲik] προερχόμενο από την λέξη большинство bol'shinstvo, «πλειοψηφία», που προέρχεται από το большe bol'she, που σημαίνει «περισσότερο», και είναι συγκριτικός βαθμός του большой bol'shoi, που σημαίνει μεγάλος) ήταν μια πολιτική φράξια του μαρξιστικού Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ) το οποίο διασπάστηκε από την φράξια των Μενσεβίκων στο 2ο Συνέδριο του Κόμματος το 1903. Οι μπολσεβίκοι αποτελούσαν την πλειοψηφία στην κρίσιμη ψηφοφορία, και έτσι προήλθε και το όνομά τους. Σε τελική ανάλυση έγιναν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία στην Ρωσία κατά την διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης που ήταν μια φάση της Ρωσικής Επανάστασης του 1917, και ίδρυσαν τη Σοβιετική Ένωση.

Οι Μπολσεβίκοι, που οργάνωσε και ίδρυσε ο Βλαντίμιρ Λένιν, ήταν μια οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών με μια εσωτερική δημοκρατική ιεραρχία καθοδηγούμενη από την αρχή του Δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως την εμπροσθοφυλακή της επαναστατικής εργατικής τάξης (προλεταριάτο) της Ρωσίας. Οι ιδέες και οι πρακτικές τους αναφέρονται συχνά και ως Μπολσεβικισμός. Ο Μπολσεβίκος επαναστάτης ηγέτης Λέων Τρότσκι συχνά χρησιμοποιούσε τους όρους «Μπολσεβικισμός» και «Μπολσεβίστες» μετά τον εξοστρακισμό του από την Σοβιετική Ένωση για να δηλώσει την διαφορά μεταξύ αυτού που έβλεπε ως αληθινό Λενινισμό και του καθεστώτος εντός του κράτους και του κόμματος που αναδύθηκε υπό τον Ιωσήφ Στάλιν. Εντούτοις, ο «Μπολσεβικισμός» σήμερα συνδέεται συνήθως με τον Σταλινισμό που κυριάρχησε στη Σοβιετική Ένωση.

Πολιτικό φάσμα

Πολιτικό φάσμα είναι ο τρόπος με τον οποίο απεικονίζεται το σύνολο των πολιτικών πεποιθήσεων, τοποθετώντας τις σε ένα διάγραμμα ενός ή περισσότερων αξόνων, που συμβολίζουν ανεξάρτητες πολιτικές μεταβλητές. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος είναι ο οριζόντιος άξονας (δεξιά-αριστερά), εμπνευσμένος από τον τρόπο διανομής εδρών κατά την Γαλλική Επανάσταση. Σύμφωνα με αυτή την λογική δύο διαστάσεων, ο Κομμουνισμός και ο Σοσιαλισμός παραδοσιακά τοποθετούνται κοντά στο αριστερό άκρο, σε αντίθεση με τον Φασισμό και τον Συντηρητισμό στο δεξιό. Ο όρος Φιλελευθερισμός (liberalism), καθώς χρησιμοποιήθηκε ιστορικά με διάφορες σημασίες που αντιστοιχούν άλλοτε σε αριστερές (ή/και προοδευτικές/ριζοσπαστικές) και άλλοτε σε δεξιές (ή/και συντηρητικές) πεποιθήσεις, τοποθετείται συνήθως συνοδευόμενος από επιπλέον προσδιορισμό («κοινωνικός φιλελευθερισμός», «συντηρητικός φιλελευθερισμός», κ.ο.κ.).

Ερευνητές έχουν τονίσει ότι ο οριζόντιος άξονας είναι συχνά ανεπαρκής για να απεικονίσει σωστά το σύνολο των πολιτικών πεποιθήσεων και συχνά εμπεριέχεται και επιπρόσθετος κάθετος άξονας. Με αυτή τη λογική, σε ένα φάσμα δύο διαστάσεων, υπάρχει μεγαλύτερη ευχέρεια επιλογής θέσεων καθώς υπολογίζονται και οι θέσεις κάθε πολιτικής παράταξης σε επί μέρους θέματα, όπως η οικονομία και η κοινωνική πρόνοια.

Προλεταριακός διεθνισμός

Ο διεθνισμός σύμφωνα με το Χρηστικό Λεξικό Νεοελληνικής Γλώσσας (ΧΛΝΓ), είναι “η πολιτική και πολιτισμική αντίληψη, που προωθεί την ένωση των λαών και των εθνών, πέρα από εθνικά στεγανά και σύνορα”. Σύμφωνα με το Λεξικό Μπαμπινιώτη, η λέξη εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1893. Διεθνισμός, σύμφωνα με το ίδιο λεξικό, είναι επίσης, "η πολιτική και πολιτισμική αντίληψη σύμφωνα με την οποία, πρέπει να επιδιώκεται η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των λαών και των εθνών και η κατάργηση των επιμέρους εθνικών συμφερόντων". Η ελληνική λέξη είναι αντιδάνειο και προέρχεται από την γαλλική λέξη "internationalisme" η οποία πρωτοεμφανίστηκε το 1845. Η αγγλική λέξη "internationalism", πρωτοεμφανίζεται το 1851 και η αντίστοιχη ιταλική "internazionalismo" το 1878 (προηγήθηκε το 1873 το internazzionalista = διεθνιστής).

Ο διεθνισμός ως σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών διαφοροποιείται ριζικά τόσο από τον εθνικισμό, όσο και από τον κοσμοπολιτισμό. Αποδέχεται την ύπαρξη των εθνών και την ανάγκη ισότητας μεταξύ αυτών, ερχόμενος σε αντίθεση με τις εθνικιστικές και ρατσιστικές αντιλήψεις οι οποίες έχουν γίνει η βασική αιτία για γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις από τον 19ο αιώνα έως και τις μέρες μας. Απορρίπτει τόσο τις εθνικιστικές αντιλήψεις (οι οποίες δομούνται πάντα γύρω από το δίπολο "ανώτερο/κατώτερο έθνος"), όσο και τον κοσμοπολιτισμό ο οποίος διατηρεί την ανισότητα και την κυριαρχία μεταξύ των εθνών, μέσω μιας ιμπεριαλιστικής λογικής και πρακτικής (παγκοσμιοποίηση).Σύμφωνα με πολλούς μελετητές ο διεθνισμός γεννήθηκε κατά τον 18ο αιώνα, σχεδόν παράλληλα με τις πολιτικές επαναστάσεις αυτής της περιόδου με κορυφαία τη Γαλλική επανάσταση. Θεωρείται σημαντικό το γεγονός ότι, οι φιλόσοφοι που ενέπνευσαν τις επαναστάσεις αυτές είναι και οι ιδρυτές του σύγχρονου διεθνισμού, με κορυφαίο τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ στη Γαλλία. Ο ίδιος κοινωνικός πολιτικός διεθνισμός εξάγεται στην υπόλοιπη Ευρώπη με τους πολέμους του Ναπολέοντα και είναι ταυτόσημος και παράλληλα δημιουργός των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του 19ου αιώνα (στην Ελλάδα, ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος), ο Ανώνυμος ο Έλλην, ο Αδ. Κοραής εκφράζουν διεθνιστικό εθνικοαπελευθερωτικό πνεύμα). Ο ίδιος επαναστατικός διεθνισμός σύντομα μετατρέπεται και σε εργατικό διεθνισμό και σχετικές είναι οι αναφορές σε αυτόν από την Διεθνή Ένωση Εργατών (Α’ Διεθνή).

Σταλινισμός

Ο Σταλινισμός είναι ιστορικός και πολιτικός όρος. Ιστορικά αναφέρεται στο σύστημα διακυβέρνησης του Ιωσήφ Στάλιν ως ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης - δεν περιγράφει τα συνολικά πεπραγμένα του, αλλά τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία στα ζητήματα της δημοκρατίας και της ελευθερίας λόγου. Με το πέρασμα του χρόνου έλαβε ευρύτερη πολιτική σημασία, αποδιδόμενος σε κάθε αυταρχική μέθοδο όταν καταλογίζεται σε κομμουνιστικές κυβερνήσεις ή κόμματα.

Αν και επινοήθηκε από τον Λάζαρ Καγκανόβιτς, στενότατο συνεργάτη και πιστό φίλο του Στάλιν, πρέπει να τονισθεί ότι χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με αρνητική χροιά - από αντιπάλους της Αριστεράς ή από αριστερούς που δεν υιοθετούν το «σταλινικό» μοντέλο. Όσοι υποστηρίζουν τις καταπιεστικές πολιτικές του σοβιετικού ηγέτη, είτε επειδή εν γένει συμφωνούν με αυτές είτε διότι τις βλέπουν ως αναγκαίες για την υλοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, χρησιμοποιούν σπάνια τους όρους σταλινισμός για το σύστημα και σταλινικός για τους εαυτούς τους (συνήθως χρησιμοποιούν τον γενικότερο όρο μαρξιστές-λενινιστές), αν και υπάρχουν κομμουνιστικές οργανώσεις που χρησιμοποιούν τον όρο, δηλώνοντας ότι κινούνται "στο δρόμο του Μαρξισμού-Λενινισμού-Σταλινισμού" με την ΟΚΜΛΕ στη δεκαετία του 1980 ,και την "Κίνηση για Ανασύνταξη του ΚΚΕ 1918-55" σήμερα να είναι μέσα σε αυτές.

Συμβουλιακός κομμουνισμός

O Συμβουλιακός Κομμουνισμός είναι μία υπεραριστερή κίνηση με καταγωγή από Γερμανία και Ολλανδία το 1920 . Τέτοιο κόμμα ήταν το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας (KAPD ). Ο συμβουλιακός κομμουνισμός τοποθετείται ανάμεσα στον αριστερό μαρξισμό και στον ελευθεριακό σοσιαλισμό.

Το κεντρικό επιχείρημα του Συμβουλίου κομμουνισμού , σε αντίθεση με εκείνα της σοσιαλδημοκρατίας και λενινισμού κομμουνισμού, είναι ότι τα συμβούλια της δημοκρατίας των εργαζομένων που προκύπτουν από τα εργοστάσια και οι δήμοι, είναι η φυσική μορφή της ταξική οργάνωσης και κυβερνητική εξουσίας . Αυτή η άποψη είναι αντίθετη τόσο με την ρεφορμιστική και την λενινιστική ιδεολογία , που αυτοί συμμετείχαν σε κοινοβούλια και κυβερνήσεις .

Η βασική αρχή του κομμουνισμού είναι ότι πρέπει η κυβέρνηση και η οικονομία να διαχειρίζονται από τα εργατικά συμβούλια τα οποία απαρτίζονται από αντιπροσώπους που εκλέγονται στο χώρο εργασίας και είναι ανακλητά ανά πάσα στιγμή . Ως εκ τούτου , οι συμβουλιακοί κομμουνιστές αντιτάχθηκαν στον κρατικό αυταρχικό γραφειοκρατικό σοσιαλισμό. Η ιδέα ενός « επαναστατικού κόμματος » τους βρίσκει αντίθετους, δεδομένου ότι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές πιστεύουν ότι μια επανάσταση υπό την ηγεσία ενός κόμματος θα παράγει αναγκαστικά κομματική δικτατορία. Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές στηρίζουν τη δημοκρατία του εργαζομένου, οι οποίοι θέλουν να παραγάγουν μια ομοσπονδία των εργατικών συμβουλίων .

Σύντροφος

Ο όρος σύντροφος χρησιμοποιείται από μέλη της αριστεράς και οπαδούς του κομμουνισμού. Μετά την Ρωσική επανάσταση, συνήθως συσχετίζεται με τον Κομμουνισμό.

Οι μπολσεβίκοι κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιούσαν τον όρο για να απευθυνθούν στους φιλικά προσκείμενους συμπολίτες τους, ενώ και οι Λευκοί χρησιμοποιούσαν τον όρο υποτιμητικά. Ο όρος είχε αποκτήσει τόση ευρεία χρήση στην ΕΣΣΔ, όσο η λέξη "κύριος".

Τζούτσε

Το Τζούτσε ή Ιδεολογία της Εθνικής Αυτάρκειας (Κορεάτικα: 주체사상) είναι μια πολιτική ιδεολογία που ανέπτυξε ο ηγέτης της Εργατικού Κόμματος της Βόρειας Κορέας Κιμ Ίλ-σονγκ και βασίζεται στον μαρξισμό-λενινισμό.Η ιδεολογία αναφέρεται στην ανάγκη ότι ένα κράτος πρέπει να είναι ανεξάρτητο και αύταρκες, ώστε να μην εξαρτάται οικονομικά, στρατιωτικά ή πολιτικά από τις μεγάλες δυνάμεις. Σύμφωνα με τον Κιμ Ίλ-σονγκ, ο άνθρωπος είναι άρχοντας των πάντων και πρέπει να αποφασίζει μόνος του για τα πάντα. Το Τζούτσε είναι η βασική ιδεολογία της Βόρειας Κορέας.

Πολιτική πυξίδα
Πολιτικές ιδεολογίες

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.