Κοινή καταγωγή

Στην εξελικτική βιολογία, μία ομάδα οργανισμών έχει κοινή καταγωγή όταν τα μέλη αυτής μοιράζονται έναν κοινό πρόγονο μεταξύ τους. Υπάρχει πλούσιο αποδεικτικό υλικό, από επίσημες έρευνες[1] που να υποστηρίζει την θεωρία περί καταγωγής όλων των έμβιων οργανισμών της Γης, από έναν παγκόσμιο κοινό πρόγονο.[2]

Ο Κάρολος Δαρβίνος πρώτος πρότεινε τη θεωρία περί παγκόσμιας καταγωγής των ειδών μέσω της εξελικτικής διαδικασίας στο έργο του Η καταγωγή των ειδών[3]. Ο τελευταίος παγκόσμιος κοινός πρόγονος, είναι ο πιο πρόσφατος πρόγονος όλων των ζώντων οργανισμών,[1] και πιστεύεται πως έζησε 3,9 δισεκατομμύρια χρόνια πριν.[4][5]

Σειρά λημμάτων της Βιολογίας για την
Εξέλιξη
Tree of life with genome size
Μηχανισμοί και διαδικασίες

Προσαρμογή
Γενετική παρέκκλιση
Γονιδιακή ροή
Μετάλλαξη
Φυσική επιλογή
Ειδογένεση

Έρευνα και ιστορία

Εισαγωγή
Τεκμήρια
Εξελικτική ιστορία της ζωής
Ιστορία της εξελικτικής σκέψης
Εξελικτική σύνθεση
Κοινωνική επίδραση της εξέλιξης
Διαμάχη δημιουργισμού και εξέλιξης

Τομείς της εξελικτικής βιολογίας

Κλαδιστική
Οικολογική γενετική
Εξελικτική αναπτυξιακή βιολογία
Ανθρώπινη εξέλιξη
Μοριακή εξέλιξη
Φυλογένεση
Γενετική των πληθυσμών

Βιολογία ·

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Theobald, D.L., Nature 465, 219-222, (2010)
  2. Steel, M. & Penny, D., Nature 465,168 (2010)
  3. Darwin, C., "The Origin of Species by Means of Natural Selection, or the Preservation of Favoured Races in the Struggle For Life", London, John Murrary, (1859) p. 490
  4. Doolittle, W. Ford (February, 2000). Uprooting the tree of life Αρχειοθετήθηκε 2006-09-07 στο Wayback Machine.. Scientific American 282 (6): 90–95.
  5. Nicolas Glansdorff, Ying Xu & Bernard Labedan: The Last Universal Common Ancestor : emergence, constitution and genetic legacy of an elusive forerunner. Biology Direct 2008, 3:29.
159 Αιμιλία

Η Αιμιλία (Aemilia) είναι μεγάλος σκουρόχρωμος αστεροειδής της Κύριας Ζώνης με απόλυτο μέγεθος (όπως ορίζεται για το Ηλιακό Σύστημα) 8,12. Ανακαλύφθηκε το 1876 από τον Γάλλο αστρονόμο Πωλ Ανρί, που παρατηρούσε από το Παρίσι, και έλαβε το όνομά της πιθανότατα από την αρχαία Αιμιλία Οδό της Ιταλίας. Από τροχιακή άποψη, η Αιμιλία ανήκει στην «Οικογένεια αστεροειδών της Υγιείας», παρότι είναι υπερβολικά μεγάλος ώστε να έχει κοινή καταγωγή.

Δύο επιπροσθήσεις αστέρων από την Αιμιλία έχουν καταγραφεί, το 2001 και το 2003.

Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Α.Ο. Διαγόρας Βραχνέικων

Ο Διαγόρας είναι αθλητικός σύλλογος της πρώην επαρχίας Πατρών του Νομού Αχαΐας. Έδρα του Διαγόρα είναι η κωμόπολη των Βραχναίικων και του Μονοδενδρίου. Θεωρείται ο κοινός εκπρόσωπος των δύο κοινοτήτων που οι περισσότεροι κάτοικοι τους έχουν κοινή καταγωγή.

Αρχαίοι Κύπριοι ολυμπιονίκες

Κατά τους αρχαίους συγγραφείς οι Κύπριοι αθλητές, που αναφέρονται ως νικητές σε αγώνες της Ολυμπίας, είχαν κοινή καταγωγή, από τη Σαλαμίνα.

Δημήτριος ο Σαλαμίνιος, νικητής σε τρεις ολυμπιάδες στο στάδιο και σε δύο αμφισβητούμενες στο πένταθλο. Υπήρξε επίσης νικητής σε πολλούς Πανελλήνιους και Ρωμαϊκούς αγώνες.

Ηρακλείδης ο Σαλαμίνιος, νικητής στο στάδιο κατά την 144η Ολυμπιάδα που έγινε το 204 π.Χ.. Τον Ηρακλείδη τον διασώζει μόνο ο Ιούλιος ο Αφρικανός και αναφέρει ότι ήταν Κύπριος από τη Σαλαμίνα.

Ονησίκριτος ο Σαλαμίνιος, νικητής στο στάδιο κατά την 150η Ολυμπιάδα που έγινε το 180 π.Χ., είναι αβέβαιο εάν πρόκειται για την Σαλαμίνα της Κύπρου ή του Σαρωνικού.

Αστική επανάσταση (αρχαιολογία)

Στην αρχαιολογία και την ανθρωπολογία, με τον όρο αστική επανάσταση εννοείται η διαδικασία μετεξέλιξης μικρών αγροτικών οικισμών σε μεγάλα, κοινωνικά σύνθετα, πολιτισμένα αστικά κέντρα. Ο όρος εισήχθη από τον αυστραλό αρχαιολόγο Βερ Γκόρντον Τσάιλντ.

Η νεολιθική επανάσταση πέραν της μόνιμης εγκατάστασης είναι η περίοδος κατά την οποία γίνονται συχνότερες οι εχθροπραξίες με κύριο στόχο την γαιοκτησία. Η ανάγκη για επιβίωση ήταν φυσικό να οδηγήσει στην κατασκευή περισσότερο εξελιγμένων όπλων και φυσικά στην ανάγκη της πληθυσμιακής αύξησης. Ο οίκος υπό την στενή του έννοια της εξ αίματος συγγενείας διευρύνθηκε περιλαμβάνοντας μέλη μη συγγενικά που διεκδικούσαν ωστόσο κοινή καταγωγή από έναν κοινό και συχνά μυθικό πρόγονο και ήταν προσανατολισμένα στις ανάγκες του οίκου. Τούτη η μορφή κοινωνικής διασύνδεσης οδήγησε στην έννοια της φυλής μιας ευρύτερης κοινωνικής μονάδας που αποτελείτο από διαφορετικούς οίκους. Η ενδογαμία ήταν ένας από τους παράγοντες που εξασφάλιζε την φυλετική συνοχή.

Το ίδιο το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτών των νεολιθικών οικισμών δεν σχετίζονται πλέον με εξ αίματος συγγένεια, φαίνεται πως οδήγησε στην ανάγκη ενός άλλου σταθεροποιητικού και ενωτικού παράγοντα, γεγονός που κατέστησε την θρησκεία και τις κοινές λατρευτικές πρακτικές περισσότερο αναγκαίες από ποτέ. Συνεπώς η ανάπτυξη εξειδικευμένων δεξιοτήτων λειτούργησε ως επιπλέον ενωτικός παράγοντας αλληλεξάρτησης των διακριτών ομάδων. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να μάθει όλα όσα χρειαζόταν η κοινότητα προκειμένου να επιβιώσει και οι νεότερες γενιές άρχισαν να εκπαιδεύονται σε ιδιαίτερους κοινωνικούς ρόλους. Η αυξανόμενη εξειδίκευση υπήρξε η θεμελιώδης αιτία της αστικής επανάστασης.

Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες μας στρέφουν στην Μεσοποταμία και πιο συγκεκριμένα στην Σουμερία, -εκεί που βρίσκεται το σημερινό Ιράκ- ως κοιτίδα εμφάνισης και εξάπλωσης της αστικής επανάστασης. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες ως προς το γιατί συνεβη ή γιατί θα έπρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο. Δημοφιλέστερη είναι εκείνη του ιστορικού Άρνολντ Τόινμπι περί πρόκλησης και ανταπόκρισης. Ο Τόινμπι ισχυρίστηκε πως οι κάτοικοι των νεολιθικών οικισμών αντιμετώπισαν την πρόκληση να αυξήσουν την καλλιεργούμενη γη με αποξηράνσεις και αρδευτικά συστήματα, τα οποία απαιτούσαν πληθυσμιακή αύξηση για την εξασφάλιση εργατικού δυναμικού και οργάνωση της διαχείρισης του ανθρώπινου μόχθου. Αν και η υπόθεση του Τόινπι ακούγεται ιδιαίτερα ελκυστική και καλύπτεται εν μέρει από αρχαιολογικές μαρτυρίες, ωστόσο δεν εξηγεί γιατί λαοί όπως οι Σουμέριοι ανταποκρίθηκαν σε μια τέτοια πρόκληση και πολλοί άλλοι παρακείμενοι, οι οποίοι μάλιστα ζούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες δεν το έπραξαν.

Είναι πιθανώς απλούστερο να θεωρήσουμε την αστική επανάσταση ως ένα συνεχές διαδικασιών στους οικισμούς της ύστερης νεολιθικής. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της κατασκευής εργαλείων οδήγησε πιθανώς στην εμφάνιση ομάδων τεχνιτών με εξειδικευμένες δεξιότητες -κάτι που στηρίζεται άλλωστε με την εμφάνιση της αγγειοπλαστικής τις οποίες δεν μοιράζονταν με τους άλλους. Κάποια από αυτές τις ομάδες εξειδικευμένων τεχνιτών ανέλαβε την εκπλήρωση θρησκευτικών δραστηριοτήτων, διαμορφώνοντας διαρκώς πολυπλοκότερες τελετουργικές πρακτικές. Εφ' όσον αυτές οι μαγικο-θρησκευτικές πρακτικές είχαν ως πρωταρχικό στόχο τους την κατανόηση και τον έλεγχο της φύσης, οι συγκεκριμένες ομάδες ανέλαβαν έναν καθοδηγητικό ρόλο, αναπτύσσοντας μέσα και τεχνικές πρόβλεψης επερχόμενων γεγονότων, ημερολόγια και μια πολύπλοκη θεολογία που μπορούσε να αιτιολογήσει τις αποτυχίες τους. Εκτός αυτών, ο καθοδηγητικός τους ρόλος υπήρξε και η αιτία ανάπτυξης αποτελεσματικών μέσων διαχείρισης, υπολογισμών και καταγραφής ιδεών με τρόπο που δεν θα μπορούσε κανείς να τις ξεχάσει. Η ανάπτυξη όλων αυτών των δεξιοτήτων υπήρξε θεμελιώδης για την συγκρότηση του κοινωνικά σύνθετου αστικού περιβάλλοντος.

Αστρονομία

Η Αστρονομία (αγγλικά Astronomy, διεθνής όρος εκ των ελληνικών λέξεων «ἄστρον» + «νέμω») είναι η φυσική επιστήμη που ερευνά όλα τα ουράνια σώματα (όπως άστρα, γαλαξίες, νεφελώματα, πλανήτες (συμπεριλαμβανομένης της Γης) δορυφόροι, αστεροειδεις, κομήτες και άλλα), τη Φυσική, τη Χημεία, την προέλευση και την εξέλιξη τέτοιων αντικειμένων, τα φαινόμενα που συμβαίνουν στον χώρο έξω από την ατμόσφαιρα της Γης, τα οποία συμπεριλαμβάνουν εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων, εκλάμψεις ακτίνων γ και κοσμική ακτινοβολία μικροκυμάτων υποβάθρου.

Ένα σχετικό αλλά διακριτό θέμα αποτελεί η Κοσμολογία, που ασχολείται με τη μελέτη του σύμπαντος ως ολότηταΗ Αστρονομία είναι μια από τις αρχαιότερες επιστήμες. Γενικά, η Αστρονομία γεννήθηκε με την εμφάνιση του «διανοούμενου ανθρώπου» στον ημέτερο πλανήτη. Οι προϊστορικοί πολιτισμοί και οι πρώτοι ιστορικοί πολιτισμοί άφησαν αστρονομικά τεχνουργήματα, όπως αυτά που άφησαν οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Νούβιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Αρχαίοι Κινέζοι, οι Αρχαίοι Ινδοί, οι Αρχαίοι Ιρανοί και οι Μάγιας, που δείχνουν ότι ασχολούνταν με μεθοδικές παρατηρήσεις του νυκτερινού ουρανού. Ειδικότερα, όμως, για τους Αρχαίους Έλληνες, η «Αστρονομία» (και ως όρος που επιβίωσε πια) γεννήθηκε ακριβώς την ίδια εκείνη στιγμή που γεννήθηκε και η ελληνική μυθολογία και μάλιστα σε μια αμφίδρομη σχέση, γιατί η θεία (για τους Έλληνες της εποχής) Μούσα Ουρανία ήταν προστάτιδά της. Ωστόσο, πρακτικά απαιτούνταν η εφεύρεση και η εξέλιξη του τηλεσκοπίου, ώστε η Αστρονομία να μπορέσει να εξελιχθεί σε σύγχρονη επιστήμη. Ιστορικά, η Αστρονομία συμπεριλάμβανε ενασχολήσεις όπως η Αστρομετρία, η Αστρονομική ναυτιλία, η Παρατηρησιακή αστρονομία, ο σχεδιασμός ημερολογίων και η Αστρολογία, ενώ στις μέρες μας η επαγγελματική (τουλάχιστον) Αστρονομία συχνά θεωρείται συνώνυμη με την Αστροφυσική.

Βιολογία

Η βιολογία είναι η φυσική επιστήμη που μελετά τη ζωή και τους ζωντανούς οργανισμούς, δηλαδή τις φυσικές δομές, χημικές διεργασίες, μοριακές αλληλεπιδράσεις, φυσιολογικούς μηχανισμούς, την ανάπτυξη και την εξέλιξη. H Βιολογία αναγνωρίζει το κύτταρο ως δομική μονάδα της ζωής, τα γονίδια ως βασικούς φορείς της κληρονομικότητας και την εξέλιξη ως μηχανισμό που επηρρεάζει την δημιουργία και εξαφάνιση των ειδών. Οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ανοικτά συστήματα που καταναλώνουν ενέργεια για να ζήσουν και περιορίζουν την εντροπία του περιβάλλοντος για να εξασφαλίσουν ομοιόσταση σε ένα σταθερό περιβάλλον. Η διεθνής σήμερα ονομασία της, ως όρος, είναι ελληνογενής και προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ''βίος'' (= ζωή) + ''λογία'' (= διήγηση, έρευνα, ερμηνεία). Πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Γερμανός φυσιοδίφης Γκότφριντ Ράινχολντ στο ομώνυμο έργο του Biologie το 1802. Στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία πρωτοαναφέρθηκε από τον Δημήτριο Μαυροκορδάτο το 1836.Οι κλάδοι της βιολογίας ορίζονται από τις ερευνητικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και το είδος του συστήματος που μελετήθηκε: η θεωρητική βιολογία χρησιμοποιεί μαθηματικές μεθόδους για να διατυπώσει ποσοτικά πρότυπα, ενώ η πειραματική βιολογία διεξάγει πειραματικές δοκιμασίες για να εξετάσει την εγκυρότητα των προτεινόμενων θεωριών και να διερευνήσει τους υποκείμενους μηχανισμούς της ζωής όπως εμφανίστηκε και εξελίχθηκε από άβια ύλη προ 4 δισεκατομμυρίων χρόνων μέσω σταδιακής αύξησης στην πολυπλοκότητα του συστήματος.

Δορυφόροι του Ουρανού

Ο Ουρανός είναι ο έβδομος πλανήτης του Ηλιακού μας συστήματος και έχει είκοσι επτά γνωστούς φυσικούς δορυφόρους. Όλοι οι δορυφόροι του Ουρανού έχουν πάρει τα ονόματά τους από χαρακτήρες των έργων του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και του Αλεξάντερ Πόουπ. Οι δύο πρώτοι δορυφόροι του Ουρανού, η Τιτάνια και ο Όμπερον, ανακαλύφθηκαν από τον Ουίλιαμ Χέρσελ το 1787 ενώ οι υπόλοιποι σφαιροειδείς δορυφόροι ανακαλύφθηκαν το 1851 από τον Ουίλιαμ Λάσελ (Άριελ και Ουμβριήλ) και το 1948 από τον Γκέραρντ Κάιπερ (Μιράντα). Οι υπόλοιποι δορυφόροι ανακαλύφθηκαν μετά το 1985, είτε από το Βόγιατζερ 2 είτε από προηγμένα επίγεια τηλεσκόπια.

Οι δορυφόροι του Ουρανού χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: τους δεκατρείς εσωτερικούς δορυφόρους, τους πέντε κύριους δορυφόρους και τους εννιά ακανόνιστους δορυφόρους. Οι εσωτερικοί δορυφόροι είναι μικρά μαύρα σώματα τα οποία έχουν κοινές ιδιότητες και κοινή καταγωγή με τους δακτύλιους του Ουρανού. Οι πέντε κύριοι δορυφόροι είναι αρκετά ογκώδης ώστε να έχουν επιτύχει υδροστατική ισορροπία και για τους τέσσερις από αυτούς υπάρχουν στοιχεία οτι σε αυτούς παίρνουν μέρος εσωτερικές διεργασίες όπως ο σχηματισμός φαραγγιών. Ο μεγαλύτερος από τους πέντε είναι η Τιτάνια, η οποία έχει διάμετρο 1.578 χιλιόμετρα και είναι ο όγδοος μεγαλύτερος δορυφόρος του ηλιακού μας συστήματος. Οι ακανόνιστοι δορυφόροι του Ουρανού έχουν ελλειπτικές και έντονα κεκλιμένες (συνήθως ανάδρομες) τροχιές σε μεγάλες αποστάσεις από τον πλανήτη.

Εθνοτική ομάδα

Εθνοτική ομάδα ή εθνότητα ονομάζεται μία ορισμένη κοινωνική κατηγορία ανθρώπων που βασίζεται στην αντίληψη των μελών της ότι έχουν κοινή καταγωγή ή εμπειρίες. Τα μέλη μιας εθνοτικής ομάδας θεωρούν ότι μοιράζονται μια κοινή ιστορία και πολιτισμικές παραδόσεις που τους διαχωρίζουν από άλλες ομάδες.Η εθνοτική ταυτότητα είναι περιστασιακή: εξαρτάται από την κοινωνική κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος, σπάνια είναι απόλυτη και ενδέχεται ένα άτομο να προσδιορίζεται με περισσότερες από μία τέτοιες ταυτότητες. Οι εθνοτικές ομάδες δεν είναι σταθερές: οι υπάρχουσες μεταβάλλονται ή εξαφανίζονται, όπως συνέβη π.χ. με τους Ουγενότους που μετεγκαταστάθηκαν στην Αγγλία και τις αγγλικές αποικίες στη Βόρεια Αμερική και αφομοιώθηκαν, και εμφανίζονται νέες.Δύο βασικά χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό μιας εθνοτικής ομάδας είναι η ύπαρξη ενός καταγωγικού μύθου και δεικτών εθνοτικού διαχωρισμού. Ο καταγωγικός μύθος αναφέρεται στις κοινές ιστορικές εμπειρίες που ενώνουν μια ομάδα και τη διαχωρίζουν από τις υπόλοιπες. Ονομάζεται μύθος όχι γιατί αναφέρεται σε μη πραγματικά γεγονότα, αλλά επειδή μέσα από μία επιλεκτική μεταχείριση των ιστορικών γεγονότων χρησιμεύει ως βάση για την κοινή ταυτότητα των μελών της ομάδας και την ξεχωριστή ύπαρξή της, δίνοντάς τους μία αίσθηση διαφορετικότητας και, συχνά, ανωτερότητας. Θέματα και έννοιες του μύθου καταγωγής κάθε εθνοτικής ομάδας βρίσκονται ενσωματωμένα στην κουλτούρα των μελών της που τον αφομοιώνουν ασυνείδητα. Οι δείκτες εθνοτικού διαχωρισμού είναι ο τρόπος με τον οποίο μια εθνοτική ομάδα καθορίζει τα μέλη της. Χρησιμεύουν όχι μόνο για την αναγνώριση των μελών μιας ομάδας μεταξύ τους, αλλά και για τη δήλωση της διαφοράς από όσους δεν είναι μέλη της. Ως τέτοιος δείκτης μπορεί να χρησιμοποιείται η γλώσσα, η θρησκεία και τα φυσικά χαρακτηριστικά ή, παλαιότερα, η ενδυμασία.Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από Αμερικανούς κοινωνιολόγους στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Aπό τα τέλη της επόμενης δεκαετίας καθιερώθηκε στις κοινωνικές επιστήμες, ιδίως την κοινωνική ανθρωπολογία, απαντώντας στην ανάγκη περιγραφής των νέων κοινωνικών συνθηκών μετά το Β΄ Παγκόσμιο και στις θεωρητικές εξελίξεις της ανθρωπολογίας, αντικαθιστώντας την αποικιοκρατική ορολογία περί φυλών. Εισήλθε στο ελληνικό λεξιλόγιο τη δεκαετία του 1990.

Εξέλιξη

Στην επιστήμη της βιολογίας, με τον όρο εξέλιξη εννοείται η αλλαγή στις ιδιότητες ενός πληθυσμού οργανισμών στο πέρασμα του χρόνου, μεταξύ διαφορετικών γενεών. Αν και τέτοιου τύπου μεταβολές παρατηρούνται σε μικρή κλίμακα σε κάθε γενιά, μακροπρόθεσμα και αθροιστικά μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διαφοροποιήσεις στις ιδιότητες ενός οργανισμού, ώστε να οδηγήσουν τελικά στη δημιουργία νέων διακριτών ειδών (βλ. ειδογένεση). Εξελικτικές θεωρούνται ειδικά οι αλλαγές που μεταβιβάζονται μέσω του γενετικού υλικού από γενιά σε γενιά, συνεπώς συνιστούν μια πληθυσμιακή διαδικασία και διακρίνονται από άλλες, όπως η οντογένεση, ή γενικά η ανάπτυξη ενός οργανισμού ατομικά. Η εξέλιξη αποτελεί φαινόμενο που υλοποιείται σταδιακά και σε μεγάλο βάθος χρόνου. Με λίγες εξαιρέσεις, απαιτείται το πέρασμα αρκετών γενεών για εξελικτικές αλλαγές μεγάλης κλίμακας, όπως για παράδειγμα η εξέλιξη των πτηνών από τα ερπετά. Λαμβάνει επίσης χώρα με διαφορετικούς ρυθμούς ανάλογα με το είδος και το περιβάλλον του.Μορφολογικές και άλλες ομοιότητες μεταξύ των ειδών του έμβιου κόσμου υποδεικνύουν ότι όλα διαθέτουν κοινή καταγωγή, προέρχονται δηλαδή από ένα κοινό προγονικό είδος. Πολυάριθμες διαδικασίες, όπως οι μεταλλαγές, η γονιδιακή ροή με μεταφορά γονιδίων ανάμεσα στους πληθυσμούς, και ο γενετικός ανασυνδυασμός, συμβάλλουν σε γενετικές αλλαγές και παρέχουν την παρατηρούμενη φαινοτυπική ποικιλότητα. Οι κληρονομούμενες διαφοροποιήσεις θα είναι περισσότερο κοινές ή σπάνιες σε ένα πληθυσμό, γεγονός που εξαρτάται από δύο κύριους μηχανισμούς. Ο πρώτος περιλαμβάνει τη φυσική επιλογή, μια διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι οργανισμοί με ιδιότητες που οδηγούν σε μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα αφήνουν περισσότερους απογόνους, συνεπώς οι ιδιότητες αυτές θα είναι περισσότερο κοινές. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επιπλέον η διαδικασία της γενετικής παρέκκλισης, δηλαδή της τυχαίας αλλαγής των γονιδιακών συχνοτήτων από μια γενιά στην επόμενη.

Η εξέλιξη, θεμέλιος λίθος της σύγχρονης βιολογίας, αποτελεί αντικείμενο μελέτης του κλάδου της εξελικτικής βιολογίας και τεκμηριώνεται από πληθώρα στοιχείων που προέρχονται από τη συλλογή πληθώρας απολιθωμάτων, τη βιογεωγραφία, την εμβρυολογία, τη συγκριτική ανατομία, τη μοριακή βιολογία και άλλους επιστημονικούς τομείς. Η γνώση του μηχανισμού που διέπει τη διαδικασία της εξέλιξης οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο έργο του Κάρολου Δαρβίνου και του Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας. Αν και ο Δαρβίνος δεν ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της εξέλιξης, με αφετηρία την περίφημη μελέτη Περί της καταγωγής των ειδών (1859), πρόσφερε μια ολοκληρωμένη σύνθεση της θεωρίας της φυσικής επιλογής, με ισχυρά επιχειρήματα. Κατά την περίοδο 1936-47 και τη συνένωση δαρβινισμού και στοιχείων γενετικής, οικολογίας, συστηματικής και παλαιοντολογίας, ωρίμασε η σύγχρονη θεωρία της εξέλιξης, γνωστή και ως εξελικτική σύνθεση, η οποία ερευνά και εξηγεί τη βιοποικιλότητα της Γης.

Ευμετάζωα

Τα Ευμετάζωα (Eumetazoa, ελληνικά: εὖ + μετά + ζῷον) είναι κλάδος που αποτελείται από όλες τις μείζονες ομάδες ζώων εκτός από τους σπόγγους, τα πλακόζωα και μερικά ακόμα αφανή ή εξαφανισμένα ζώα όπως το Dickinsonia. Τα χαρακτηριστικά των ευμετάζωων περιλαμβάνουν πραγματικούς ιστούς οργανωμένους σε βλαστικές στιβάδες, και έμβρυο το οποίο διέρχεται από στάδιο γαστρίδιου. Ο κλάδος συνήθως ορίζεται ώστε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα Κτενοφόρα, τα Κνιδόζωα και τα Αμφίπλευρα. Για το αν περιλαμβάνονται τα μεσόζωα και τα πλακόζωα υπάρχουν διαφωνίες.

Κάποιοι φυλογενετιστές έχουν υποθέσει ότι οι σπόγγοι και τα ευμετάζωα εξελίχθηκαν ξεχωριστά από μονοκύτταρους οργανισμούς, πράγμα που σημαίνει ότι το ζωικό βασίλειο δεν σχηματίζει κλάδο (μία ολοκληρωμένη ομαδοποίηση οργανισμών που κατάγονται από ένα κοινό πρόγονο). Ωστόσο γενετικές μελέτες και κάποια μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως η κοινή παρουσία χοανοκυττάρων υποστηρίζουν την κοινή καταγωγή.Τα ευμετάζωα είναι μείζων ομάδα ζώων στην ταξινόμηση των Πέντε Βασιλείων των Lynn Margulis και K. V. Schwartz, η οποία αποτελείται από τα Ακτινωτά και τα Αμφίπλευρα — όλα τα ζώα εκτός από τους σπόγγους, τα πλακόζωα και τα μεσόζωα. Όταν μεταχειρίζονται ως επίσημο τάξο τυπικά χαρακτηρίζονται υποβασίλειο. Το όνομα Μετάζωα έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την αναφορά στην ομάδα, όμως πιο συχνά χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό των ζώων στην ολότητά τους. Πολλά πλάνα ταξινόμησης δεν περιλαμβάνουν το υποβασίλειο των Ευμετάζωων.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Κάρες

Οι Κάρες ήταν αρχαιότατος λαός στην Μικρά Ασία, που κατοικούσε ΝΔ της Ιωνίας, στην Καρία. Γείτονες λαοί τους ήταν οι Πελασγοί, οι Καυκάνοι, και οι Λέλεγες. Οι Κάρες κατοικούσαν κυρίως στη απόκρημνη Μυκάλη, την Μίλητο και την κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου. Ο Ηρόδοτος τους ταυτίζει με τους Λέλεγες θεωρώντας ότι αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά τους πριν μετοικήσουν από το Αιγαίο Πέλαγος στην Καρία. Οι εγχώριες όμως παραδόσεις δείχνουν ότι είναι αυτόχθονες συγγενείς με τους Μυσούς, Λυδούς και μετείχαν στη λατρεία του «Καρίου Διός» στα Μύλασσα.

Ο Στράβων αναφέρει ότι είναι τόσο αναμεμειγμένοι με τους Λέλεγες ώστε συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Σύμφωνα με πιο πρόσφατα πορίσματα επιστημονικών ερευνών οι Κάρες θεωρείται θρακική φυλή ή Πελασγική (προελληνική), κατά μία άποψη ή κατ΄ άλλους έχουν κοινή καταγωγή με τους Κρήτες και τους κατοίκους της Λυκίας. Η δεύτερη άποψη στηρίζεται από τις καταλήξεις των πόλεων και τοπωνυμιών σε –σος, -νδα, (όπως Κνωσσός, Αλικαρνασσός, Λυρνησσός, Τυλισσός κ.ά.) και στη λατρεία κοινών θεών όπως του Διός και της Αρτέμιδας.

Μαλάουι

Η Δημοκρατία του Μαλάουι είναι το σύγχρονο επίσημο όνομα της άλλοτε Νυασαλάνδης (μέχρι το 1907), μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της τον Ιούλιο του 1964, από πρώην βρετανικό προτεκτοράτο που είχε αναγνωριστεί στις 15 Μαΐου του 1891, στη νοτιοανατολική Αφρική.

Η χώρα εκτείνεται δυτικά και κατά μήκος της ομώνυμης λίμνης Μαλάουι, της τρίτης σε μήκος λίμνης της Αφρικής. Συνορεύει προς Β. με την Τανζανία, Δ. και ΒΔ. με τη Ζάμπια και Ν. Α. και ΒΑ. με τη Μοζαμβίκη. Η συνολική έκταση της χώρας είναι 118.484 τ.χλμ., η οποία και χωρίζεται σε τρεις περιφέρειες και σε 24 συνολικά νομούς.

Η Λίμνη Μαλάουι, συνολικής έκτασης 9.250 τ.μίλια, βασικός πόλος τουριστικής έλξης, μήκους 500 χλμ., λεγόμενη και «λίμνη των αστεριών» καταλαμβάνει περίπου το ένα πέμπτο της έκτασης της χώρας και απλώνεται σχεδόν σε όλα τα ανατολικά της σύνορα. Σ΄ αυτήν ζουν περί τα 500 είδη ψαριών, η δε αλιεία τους αποτελεί μια από τις κύριες πηγές εισοδήματος των κατοίκων.

Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Λιλόνγκουε. Η χώρα έχει πληθυσμό 18.628.747 κατοίκους, με βάση τη μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2019.

Παάλιακ (δορυφόρος)

Ο Παάλιακ (αγγλικά: Paaliaq) ή Κρόνος XX (Saturn XX) είναι ένας, ανώμαλης τροχιάς ([ακανόνιστος δορυφόρος|ακανόνιστος]), φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Κρόνου, με ορθής φοράς κατεύθυνση. Ανακαλύφθηκε από τους Μπρετ Γκλάντμαν, John J. Kavelaars, Jean-Marc Petit, Hans Scholl, Matthew J. Holman, Brian G. Marsden,

Philip D. Nicholson και Joseph A. Burns στις αρχές Οκτωβρίου του 2000., και του δόθηκε το προσωρινό όνομα S/2000 S 2. Πήρε το όνομά του τον Αύγουστο του 2003 από ένα φανταστικό χαρακτήρα, που ήταν σαμάνος στο βιβλίο "Η κατάρα του Σαμάνου" (The Curse of the Shaman) του Michael Kusugak. Ο Κusugak είχε βοηθήσει στο να βρεθούν ονόματα γιγάντων από την μυθολογία των Ινουίτ, για τους άλλους δορυφόρους της ομάδας Ινουίτ (στην οποία ανήκει και ο Παάλιακ).

Πιστεύεται πως έχει διάμετρο περίπου 22 χιλιόμετρα, και περιφέρεται γύρω από τον Κρόνο σε μέση απόσταση 15,2 εκατομμυρίων χιλιομέτρων σε 687 ημέρες. Είναι μέλος της ομάδας Ινουίτ (οι δορυφόροι αυτοί έχουν ανώμαλη τροχιά), ενώ παρουσιάζει εγγύτητα με άλλους 9 δορυφόρους.

Μαζί με τους Κίβιουκ και Σίαρνακ, εμφανίζεται με ανοιχτά-κόκκινα χρώματα και παρόμοιο υπέρυθρο φάσμα, υποστηρίζοντας την θέση πως υπάρχει μία κοινή καταγωγή της ομάδας Ινουίτ, από την διάσπαση ενός προηγούμενου μεγαλύτερου σώματος..

Πρωτεύοντα

Πρωτεύον ονομάζεται κάθε μέλος της βιολογικής τάξης Πρωτεύοντα (Primates), της ομάδας που περιλαμβάνει τους προσιμιίδες (στους οποίους συγκαταλέγονται οι λεμούριοι, οι λόρις, οι γαλάγοι και οι τάρσιοι) και τους σιμιίδες (μαϊμούδες και πίθηκοι). Με εξαίρεση τους ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούν σε όλες τις ηπείρους της Γης, τα περισσότερα πρωτεύοντα ζουν σε τροπικές ή υποτροπικές περιοχές της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας. Ορισμένα από τα πρωτεύοντα που έχουν εξαφανιστεί είναι ο Αρχαιοΐντρις (ένας λεμούριος μεγαλύτερος από τον ασημόρραχο γορίλα) και οι οικογένειες Παλαιοπροπιθηκίδες και Αρχαιολεμουρίδες. Τα πρωτεύοντα ποικίλουν σε μέγεθος, από τον λεμούριο ποντικό της Μαντάμ Μπερθ των 30 γραμμαρίων, μέχρι τον Ορεινό Γορίλα των 200 κιλών. Σύμφωνα με απολιθώματα που έχουν εντοπιστεί, πρόγονοι των πρωτευόντων πιθανότατα έζησαν 65 εκατομμύρια χρόνια πριν κατά την ύστερη Κρητιδική περίοδο. Το παλαιότερο γνωστό πρωτεύον βάσει των απολιθωμάτων που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα ήταν ο Πλησιαδάπης που έζησε 55-58 εκατομμύρια χρόνια πριν, κατά την ύστερη Παλαιόκαινο εποχή. Έρευνες πάνω στο μοριακό ρολόι, υποδεικνύουν πως ο διαχωρισμός των πρωτευόντων ίσως έγινε πολύ παλαιότερα, πιθανότατα κατά τη μέση-Κρητιδική, 85 εκατομμύρια χρόνια πριν.Τα Πρωτεύοντα παραδοσιακά διαιρούνται σε δύο μεγάλες ομάδες: τους προσιμιίδες και τους σιμιίδες. Οι προσιμιίδες έχουν χαρακτηριστικά όμοια με αυτά των πρώιμων πρωτευόντων, και περιλαμβάνουν τους λεμούριους της Μαδαγασκάρης, τα λορισόμορφα, και τους τάρσιους. Οι σιμιίδες περιλαμβάνουν τις μαϊμούδες και τους πιθήκους. Πιο πρόσφατα, οι ταξινομιστές δημιούργησαν την υποτάξη Στρεψίρρινοι για να συμπεριλάβουν όλους τους προσιμιίδες πλην των τάρσιων, και την υποτάξη Απλόρρινοι στους οποίους ταξινόμησαν τους τάρσιους και τους σιμιίδες. Οι σιμιίδες διαιρούνται περαιτέρω σε δύο ομάδες: τους πλατύρρινους (ή μαϊμούδες Νέου Κόσμου) της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής, και τους κατάρρινους πιθήκους και μαϊμούδες της Αφρικής και της Ασίας. Πιο αναλυτικά, οι πλατύρρινοι (ή μαϊμούδες Νέου Κόσμου) περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τους καπουτσίνους και τις σκίουρους μαϊμούδες, και οι κατάρρινοι διαιρούνται σε δύο ομάδες, τα κερκοπιθηκοειδή (ή μαϊμούδες Παλαιού Κόσμου) -όπως είναι οι μπαμπουίνοι και οι μακάκοι, και τα ανθρωποειδή (πίθηκοι) -όπως είναι οι χιμπαντζήδες και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι είναι οι μόνοι κατάρρινοι που έχουν εξαπλωθεί επιτυχώς έξω από την Αφρική, τη Νότια και Ανατολική Ασία, αν και παλαιοντολογικά στοιχεία (απολιθώματα), δείχνουν πως πολλά άλλα είδη κατάρρινων έζησαν κάποια στιγμή στην Ευρώπη.

Όντας ευπροσάρμοστα θηλαστικά, τα πρωτεύοντα παρουσιάζουν ένα μεγάλο εύρος χαρακτηριστικών. Ορισμένα πρωτεύοντα (όπως οι μεγάλοι πίθηκοι και οι μπαμπουίνοι) δεν είναι δενδρόβια, αλλά όλα τα είδη έχουν ανατομικά χαρακτηριστικά που τα διευκολύνουν στην αναρρίχηση δέντρων. Μεταξύ των διαφόρων τρόπων κίνησης των πρωτευόντων, περιλαμβάνεται το πήδημα από δέντρο σε δέντρο, το περπάτημα στα δύο ή στα τέσσερα άκρα, το περπάτημα στηριζόμενο στις αρθρώσεις των δακτύλων, ή οι ταλαντεύσεις στα κλαδιά των δέντρων. Τα πρωτεύοντα χαρακτηρίζονται από το μεγάλο μέγεθος των εγκεφάλων τους, συγκριτικά με τα άλλα θηλαστικά, καθώς επίσης και από την ιδιαίτερη χρήση της στερεοσκοπικής όρασης με τίμημα τη χειροτέρευση της όσφρησης τους, την κυρίαρχη αίσθηση στα περισσότερα θηλαστικά. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι περισσότερο εμφανή στις μαϊμούδες και τους πιθήκους, και λιγότερο εμφανή στους λόρις και τους λεμούριους. Ορισμένα πρωτεύοντα έχουν αναπτύξει τριχρωματική όραση, ενώ τα περισσότερα πρωτεύοντα έχουν αντιτακτούς αντίχειρες και συλληπτήριες ουρές. Πολλά είδη είναι φυλετικά διμορφικά, γεγονός που σημαίνει πως τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά, όπως μάζα σώματος, μέγεθος κυνοδόντων, και χρώμα δέρματος-τριχώματος. Τα πρωτεύοντα έχουν μικρότερο ρυθμό ανάπτυξης από άλλα θηλαστικά ίδιου μεγέθους, και αργούν να ωριμάσουν, αλλά έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Μερικά ζουν μοναχικά, άλλα σε ζευγάρια των δύο φύλων, ενώ άλλα σε ομάδες μέχρι εκατό ατόμων.

Τισαμενός ο Λακεδαιμόνιος

O Τισαμενός ήταν ο τελευταίος μυθικός βασιλιάς της Λακεδαιμονίας, του Άργους και της Αχαΐας.

Ήταν γιος του Ορέστη και της Ερμιόνης. Ο πατέρας ήταν βασιλιάς του Άργους των Μυκηνών και της Σπάρτης αλλά σκοτώθηκε στην τελική μάχη με τους ηρακλείδες. Ο Τισαμενός έχασε το βασίλειο της Σπάρτης από τον Αριστόδημο με δόλο και αμαχητί αφού από προδοσία αποσύρθηκε αρχικά στις Αμύκλες και μετά εκδιώχτηκε εντελώς από το βασίλειο του. Ο Τισαμενός κινήθηκε μαζί με τον λαό του στην Αχαία που ζούσαν Ίωνες και είχαν κοινή καταγωγή, εκεί έγινε δεκτός από τους κατοίκους και επιτράπηκε η κατοίκηση τους στις Ιωνικές πόλεις της Αχαΐας. Η συγκατοίκηση αυτή δεν κράτησε πολύ, οι Αχαιοί φοβούμενοι τον Τισαμενό μην καταλάβει τον θρόνο αποφάσισαν να τον διώξουν μαζί με τον λαό του, η διαμάχη αυτή οδήγησε σε πόλεμο τον οποίο νίκησαν οι Αχαιοί και Τισαμενός έχασε τη ζωή του και τάφηκε στην Ελίκη. Αργότερα τα οστά του μεταφέρθηκαν και τάφηκαν στην Σπάρτη

Φαμίλα Αιτωλοακαρνανίας

Η Φαμίλα είναι ορεινός οικισμός που βρίσκεται στη Ναυπακτία του νομού Αιτωλοακαρνανίας σε υψόμετρο 510 μέτρα. Έχει πληθυσμό 12 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011 και μαζί με τον Πλατανιά και τη Συκέα συναποτελούν την Τοπική Κοινότητα Φαμίλας που ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Πυλλήνης του Δήμου Ναυπακτίας.

Φυλή

Με τον όρο φυλή στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία εννοείται μια θεωρητική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, βασισμένη σε μικρότερες ομάδες που διακρίνονται για την προσωρινή ή μόνιμη πολιτική τους ενσωμάτωση και καθορίζεται από παραδόσεις κοινής καταγωγής ή κοινό ιδρυτικό μύθο, κοινή γλώσσα πολιτισμό και κοινή κυρίαρχη ιδεολογία.

Στη βιολογία, η φυλή είναι μια ταξινομική βαθμίδα πάνω από το γένος, αλλά κάτω από την οικογένεια και την υποοικογένεια. Μερικές φορές υποδιαιρείται σε υποφυλές (subtribes).

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.