Κεραμικό υλικό

O όρος κεραμικά υλικά έχει ευρύτερη χρήση και περιλαμβάνει όλα τα ανόργανα μη μεταλλικά υλικά που έχουν υποστεί θερμική κατεργασία σε υψηλές θερμοκρασίες (>1000 °C) είτε κατά το στάδιο της επεξεργασίας είτε κατά το στάδιο της εφαρμογής.[1]

Τα παραδοσιακά κεραμικά είναι τα πήλινα αντικείμενα, τούβλα και κεραμίδια. Στα κεραμικά περιλαμβάνονται επίσης το τσιμέντο και το γυαλί. Ως προηγμένα κεραμικά αναφέρονται υλικά τα οποία είναι χρήσιμα για τις ηλεκτρικές, ηλεκτρονικές, οπτικές ή μαγνητικές ιδιότητές τους.

Τα κεραμικά υλικά αποτελούνται από ενώσεις με ισχυρούς ομοιοπολικούς δεσμούς, όπως[1]:

  • Οξείδια (π.χ. Al2O3)
  • Καρβίδια (π.χ. B4C)
  • Νιτρίδια (π.χ. Si3N4)
  • Βορίδια (π.χ. Nd2Fe14B)

Συνήθεις ιδιότητες των κεραμικών είναι[1]:

  • αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες
  • μονωτικές ιδιότητες, ή ημιαγώγιμη συμπεριφορά με διάφορες μαγνητικές και διηλεκτρικές ιδιότητες
  • αντίσταση στην παραμόρφωση - ευθραυστότητα
  • χαμηλές τιμές στις μηχανικές ιδιότητες

Στην πράξη, οι ιδιότητες των κεραμικών υλικών έχουν μεγάλες διαφορές από υλικό σε υλικό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους κεραμικούς υπεραγωγούς υψηλών θερμοκρασιών (π.χ.YBa2Cu3O7-x).

Αναφορές

  1. 1,0 1,1 1,2 «ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ (CERAMICS)» (PDF). Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ανακτήθηκε στις 23/5/2015. Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
Όψεις πορσελάνης

Οι όψεις πορσελάνης είναι τεχνική της αισθητικής οδοντιατρικής που χρησιμοποιείται για να βελτιωθεί η εμφάνιση των δοντιών.

Αναφλεκτήρας

Ο αναφλεκτήρας ή μπουζί (γαλλ. Bougie) είναι στοιχείο του συστήματος ανάφλεξης ενός κινητήρα βενζίνης ή αερίου, το οποίο αποτελείται από την μπαταρία, τον διακόπτη ανάφλεξης, τον πολλαπλασιαστή, τις πλατίνες, τον διανομέα (πλατίνες και διανομέας στα σύγχρονα συστήματα έχουν αντικατασταθεί από πλακέτα που αποκαλείται ηλεκτρονική ανάφλεξη) και τα καλώδια υψηλής τάσης. Όταν μεταξύ των ηλεκτροδίων του αναφλεκτήρα εφαρμοσθεί υψηλή τάση, δημιουργείται σπινθήρας, ο οποίος και προκαλεί την ανάφλεξη του μίγματος αέρα-καυσίμου.

Κολωνές Τρωάδας

Οι Κολωνές ή Κολώνες ή Κολώνη (αρχαία ελληνικά: αἱ Κολωναί), ήταν αρχαία ελληνική πόλη στο νοτιοδυτικά της Τρωάδας, περιοχής της Μικράς Ασίας.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Μεταλλάκτης θερμοκρασίας

Ο όρος μεταλλάκτης θερμοκρασίας αναφέρεται σε μια κατηγορία επιστημονικών οργάνων που χρησιμοποιούνται στην μέτρηση του φυσικού μεγέθους της θερμοκρασίας. Για την μέτρηση της θερμοκρασίας χρησιμοποιούμε τις ιδιότητες των σωμάτων που μεταβάλλονται ανάλογα με αυτή, π.χ. μεταβολή όγκου υγρού, ηλεκτρική αντίσταση μετάλλου, ακτινοβολία μέλανος σώματος κτλ. Για το συνήθες όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας, βλέπε Θερμόμετρο.

Μεταλλοτεχνία

Μεταλλοτεχνία είναι η τέχνη της δημιουργίας αντικειμένων από μεταλλικά υλικά (καθαρά μέταλλα ή κράματα). Επίσης, μεταλλοτεχνία αποκαλείται και ο κλάδος της επιστήμης της μεταλλογνωσίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της συμπεριφοράς μεταλλικών υλικών όταν σ' αυτά ασκούνται διάφορες δυνάμεις.

Η μεταλλοτεχνία ως τέχνη (αγγλ., metalworking) έχει μεγάλη ιστορία και συνδέεται με την ιστορία του ανθρώπινου γένους. Αντιθέτως, η μεταλλοτεχνία ως επιστήμη (αγγλ., Mechanical Metallurgy) διαμορφώθηκε κατά το β΄ μισό του 20ού αι., με τη συστηματική μελέτη της μηχανικής συμπεριφοράς των μετάλλων σε μακροσκοπικό και μικροσκοπικό επίπεδο.

Οξείδιο του βηρυλλίου

To οξείδιο του βηρυλλίου (αγγλικά beryllium oxide) είναι ανόργανη ένωση, που περιέχει βηρύλλιο και οξυγόνο, με εμπειρικό τύπο BeO. Το χημικά καθαρό οξείδιο του βηρυλλίου, στις συνηθισμένες συνθήκες, δηλαδή σε θερμοκρασία 25°C και υπό πίεση 1 atm, είναι άχρωμο ή λευκό στερεό με αξιοσημείωτη ηλεκτρική αντίσταση (δηλαδή είναι ηλεκτρικός μονωτής) αλλά ταυτόχρονα και θερμική αγωγιμότητα υψηλότερη από κάθε άλλο μη μεταλλικό υλικό, με μόνη εξαίρεση το διαμάντι. Μάλιστα, η θερμική του αγωγιμότητα ξεπερνά και ορισμένα μέταλλα. Η υψηλή θερμοκρασία τήξης του οδηγεί στη χρήση του ως πυρίμαχο υλικό. Βρίσκεται στη φύση με τη μορφή του ορυκτού βρωμελλίτη. Ιστορικά, το οξείδιο του βηρυλλίου ονομαζόταν γλουσίνα ή οξείδιο του γλουσίνιου. Ο σχηματισμός οξειδίου του βηρυλλίου με ολική σύνθεση (δηλαδή από τα συστατικά του στοιχεία) απελευθερώνει τη μεγαλύτερη κατά μάζα ενέργεια από κάθε χημική αντίδραση, κοντά στα 24 MJ/kg.

Ουέσκα

Η Ουέσκα (ισπανικά: Huesca‎ (προφέρεται: ˈweska), αραγωνικά: Uesca) είναι μία πόλη της Ισπανίας και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Βρίσκεται στην βορειοανατολική Ισπανία κοντά στα Πυρηναία όρη στην αυτόνομη κοινότητα της Αραγωνίας. Η Ουέσκα έχει πληθυσμό 52.223 κατοίκους.

Πίπα

Μία πίπα καπνίσματος ή απλώς πίπα είναι μία συσκευή ειδικά κατασκευασμένη για το κάπνισμα καπνού. Αποτελείται από ένα θάλαμο καύσεως για τον καπνό (κύπελλο), στον οποίο είναι προσαρμοσμένο ένα λεπτό κοίλο στέλεχος, που καταλήγει σε ένα επιστόμιο. Οι πίπες μπορεί να είναι πολύ απλές, μοντέλα μαζικής παραγωγής, μέχρι πολύ ακριβά χειροποίητα έργα τέχνης από φημισμένους κατασκευαστές, τα οποία συχνά αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα. Το κάπνισμα πίπας είναι ο αρχαιότερος γνωστός παραδοσιακός τρόπός καπνίσματος.

Τα κύπελλα κατασκευάζονται συνήθως από ξύλο βατομουριάς, σηπιόλιθο ή πηλό. Λιγότερο συχνά είναι άλλα πυκνόκοκκα ξύλα, όπως κερασιάς, ελιάς, σφενταμιού, δρυός κ.ά.. Ορυκτά όπως ο κατλινίτης και ο στεατίτης έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί. Το κύπελλο της πίπας διακοσμείται κάποιες φορές με ανάγλυφα.

Ασυνήθιστα υλικά κατασκευής είναι το νεροκολόκυθο (όπως στην πίπα calabash) και ο πυρολυτικός άνθρακας (γνωστός και ως πυρολυτικός γραφίτης). Το μέταλλο και το γυαλί είναι ασυνήθιστα υλικά για πίπες καπνού, αλλά απαντώνται σε πίπες για το κάπνισμα άλλων ουσιών, όπως η κάνναβη.

Το στέλεχος χρειάζεται να έχει έναν μακρύ δίαυλο σταθερής διαμέτρου για σωστό τράβηγμα, παρότι οι πίπες με προσαρμογέα φίλτρου έχουν μεταβλητή διάμετρο και μπορούν να χρησιμοποιηθούν και χωρίς φίλτρο. Ο πηλός μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για ολόκληρη την πίπα, είτε μόνο για το κύπελλό της, αλλά οι πίπες από τα άλλα υλικά έχουν συνήθως ξεχωριστό στέλεχος που μπορεί να αποσπασθεί. Τα στελέχη και επιστόμια κατασκευάζονται συνήθως από υλικά που χύνονται σε καλούπι, όπως ο λουσίτης, ο βακελίτης και μαλακά πλαστικά. Λιγότερο συνήθη είναι στελέχη από καλάμι, μπαμπού ή κουφισμένα κομμάτια ξύλου. Οι ακριβές πίπες είχαν κάποτε στελέχη από κεχριμπάρι, αλλά αυτό είναι πλέον σπάνιο.

Τα καπνά που προορίζονται για κάπνισμα σε πίπες συχνά δέχονται προσεκτική επεξεργασία και ανάμιξη για την επίτευξη αρώματος που δεν υπάρχει σε άλλα προϊόντα καπνού.

Πυρίτιο

Το πυρίτιο (λατινικά silicium και αγγλικά: silicon) είναι το χημικό στοιχείο με χημικό σύμβολο Si, ατομικό αριθμό 14 και ατομική μάζα 28,0855 amu. Είναι τετρασθενές μεταλλοειδές, που ανήκει στην ομάδα 14 (πρώην IVA) του περιοδικού πίνακα μαζί με τον άνθρακα, το γερμάνιο, τον κασσίτερο και το μόλυβδο. Αυτό σημαίνει ότι έχει τέσσερα (4) ηλεκτρόνια στην εξωτερική του στιβάδα και είναι ηλεκτροθετικότερο από τον άνθρακα. Είναι λιγότερο δραστικό από τον άνθρακα (C), το αμέταλλο που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το πυρίτιο στον περιοδικό πίνακα, αλλά πιο δραστικό από το γερμάνιο (Ge), το μεταλλοειδές που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το πυρίτιο στον περιοδικό πίνακα. Η αμφισβήτηση γύρω από τη φύση του πυριτίου χρονολογείται από την ανακάλυψή του. Παράχθηκε και χαρακτηρίστηκε για πρώτη φορά σε καθαρή μορφή το 1823. Το 1808 του δόθηκε το λατινικό του όνομα silicium, που προέρχεται από τη λατινική λέξη silex, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «πυρόλιθος», και την κατάληξη -ium, που υπονοεί μέταλλο. Η ονομασία αυτή παραμένει σε χρήση σε αρκετές γλώσσες. Η αγγλόφωνη ονομασία (silicon) προτάθηκε και υιοθετήθηκε το 1817, για να εναρμονισθεί η ονομασία του στοιχείου με τις αντίστοιχες ονομασίες του άνθρακα (carbon στα αγγλικά) και του βορίου (B, boron στα αγγλικά).

Το πυρίτιο είναι το όγδοο (8o) κατά μάζα σε αφθονία χημικό στοιχείο στο σύμπαν, αλλά σπανίως βρίσκεται σε χημικά καθαρή στοιχειακή μορφή στη φύση. Η πιο συνηθισμένη μορφή του, τόσο στη διαστρική σκόνη, όσο και σε αστεροειδείς, δορυφόρους και πλανήτες είναι το διοξείδιο του πυριτίου (SiO2) και διάφορες άλλες πυριτικές ενώσεις. Πάνω από το 90% του φλοιού της Γης αποτελείται από πυριτιούχα ορυκτά, γεγονός που το καθιστά το δεύτερο (2ο) κατά μάζα σε αφθονία χημικό στοιχείο στον πλανήτη μας (περίπου 28%, πάντα κατά μάζα), μετά από το οξυγόνο (Ο).

Το πυρίτιο και οι ενώσεις του έχουν πολλές βιομηχανικές χρήσεις. Το περισσότερο πυρίτιο χρησιμοποιείται εμπορικά χωρίς να διαχωριστεί και συχνά με λίγη επεξεργασία των ενώσεών του που λαμβάνονται από τη φύση. Αυτό περιλαμβάνει την απευθείας χρήση πυριτιούχων ενώσεων με τη μορφή πηλού, άμμου και πετρωμάτων. Τα πυριτικά άλατα χρησιμοποιούνται (συνήθως) για την παραγωγή τσιμέντου και στόκου, και όταν συνδυάζεται με άμμο και χαλίκια, παράγεται μπετόν. Πυριτικά άλατα παράγουν επίσης λευκά κεραμικά, όπως η πορσελάνη, και συνδυασμός άμμου, σόδας ή και ασβέστη παράγει διάφορα παραδοσιακά είδη γυαλιού. Πιο σύγχρονες πυριτιούχες ενώσεις, όπως το καρβίδιο του πυριτίου (SiC) παράγουν λειαντικά και υψηλής αντοχής κεραμικά. Ακόμη, το πυρίτιο είναι η βάση διαφόρων συνθετικών πολυμερών, όπως οι σιλικόνες, που είναι μια τάξη πολυμερών που περιέχουν πυρίτιο, άνθρακα, οξυγόνο και υδρογόνο (με γενικό τύπο [R2SiO]n, όπου τα R δεν είναι αναγκαστικά τα ίδια και είναι μονοσθενής οργανική ρίζα, και όχι αποκλειστικά αλκύλιο).

Το ίδιο το στοιχειακό πυρίτιο έχει επίσης τεράστια σημασία για τη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία. Το περισσότερο στοιχειακό πυρίτιο χρησιμοποιείται στην κατεργασία του χάλυβα, στη «βαφή» αλουμινίου και σημαντικές χημικές βιομηχανίες χρησιμοποιούν χημικά πολύ καθαρό πυρίτιο για την παραγωγή ημιαγωγών για ηλεκτρονικές συσκευές. Το πυρίτιο είναι κύριο συστατικό των περισσότερων ημιαγωγικών συστημάτων. Οι ημιαγωγικές ιδιότητες των ημιαγωγών πυριτίου παραμένουν σε υψηλότερες θερμοκρασίες σε σύγκριση με των αντίστοιχων του γερμανίου. Ακόμη, το φυσικό του οξείδιο (SiO2) είναι πιο εύχρηστο και έτσι σχηματίζεται καλύτερο ζεύγος ημιαγωγών - διηλεκτρικών, σε σχέση με κάθε άλλο γνωστό υλικό. Το ποσοστό του εμπορικά αξιοποιούμενου πυριτίου που χρησιμοποιείται σε τέτοιες εφαρμογές είναι σχετικά μικρό (< 10%), αλλά ίσως είναι το πλέον κρίσιμο για τη σύγχρονη οικονομία. Κι αυτό γιατί αποτελεί τη βάση των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων και ιδιαίτερα των μικροτσίπ, που αποτελούν, με τη σειρά τους, τη βάση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε όλες τους τις μορφές, που απαιτεί σε μεγάλο βαθμό η σύγχρονη τεχνολογία και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, γενικότερα.

Το πυρίτιο είναι απαραίτητο στοιχείο στη βιολογία, αν και φαίνεται ότι, ειδικά για τα περισσότερα ζώα αποτελεί, απλά ιχνοστοιχείο. Ωστόσο, αρκετά είδη θαλάσσιων σπόγγων, καθώς και μικροοργανισμών, όπως τα διάτομα και τα ακτινόζωα χρησιμοποιούν σκελετικές δομές που περιέχουν πυρίτιο. Ακόμη, το πυρίτιο συχνά αποτελεί συστατικό των φυτικών ιστών, όπως στο φλοιό και στο ξύλο (δηλαδή στον ξυλώδη ιστό) του Chrysobalanaceae και τα πυριτιούχα κύτταρα και τα πυριτιούχα τριχώματα του Cannabis sativa, του Equisetum και πολλών άλλων ποωδών φυτών.

Υδρίδιο του λιθίου

Το υδρίδιο του λιθίου (αγγλικά lithium hydride) είναι ανόργανη δυαδική χημική ένωση, με εμπειρικό τύπο LiH. Το χημικά καθαρό υδρίδιο του λιθίου, στις κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος, δηλαδή σε θερμοκρασία 25 °C και υπό πίεση 1 atm, είναι άχρωμο κρυσταλλικό στερεό, αν και εμπορικά δείγματά του παρουσιάζουν (συχνά) γκρι χροιά, λόγω προσμείξεων.

Είναι χαρακτηριστικό αλατόμορφο ιονικό υδρίδιο, με (σχετικά) υψηλή κανονική θερμοκρασία τήξης (692°C). Το ίδιο το υδρίδιο είναι αδιάλυτο σε όλους τους οργανικούς και τους πρωτικούς διαλύτες, αλλά όμως, με τους τελευταίους αντιδρά χημικά. Από την άλλη είναι διαλυτό σε τήγματα αλάτων και άλλων υδριδίων όπως το φθοριούχο λίθιο (LiF), το λιθιοβοριοϋδρίδιο (LiBH4) και το υδρίδιο του νατρίου (NaH). Με αυτές τις ενώσεις δεν αντιδρά.

Έχει σταθερή θερμοχωρητικότητα 29,73 J/mole·K, ενώ η θερμική αγωγιμότητά του μεταβάλλεται ανάλογα με τη σύνθεση (που αλλοιώνεται από την παρουσία προσμείξεων) και την πίεση, αλλά μειώνεται με την αύξηση της θερμοκρασίας. Με μοριακή μάζα ελαφρά μικρότερη από 8 amu, αποτελεί την ελαφρύτερη ιονική ένωση.

Υπεραγωγιμότητα

Υπεραγωγιμότητα ονομάζεται η κατάσταση κατά την οποία συγκεκριμένα υλικά (μεταλλικά στοιχεία, κράματα, κεραμικά κ.α) παρουσιάζουν μηδενική dc ηλεκτρική ειδική αντίσταση κάτω από μια κρίσιμη θερμοκρασία ΤC, συγκεκριμένη για κάθε υλικό. Τα αντίστοιχα υλικά ονομάζονται υπεραγωγοί. Η υπεραγωγιμότητα ανακαλύφθηκε στις 8 Απριλίου το 1911 από τον φυσικό Χάικε Κάμερλιν Όνες (Heike Kamerlingh Onnes) του πανεπιστημίου Λέιντεν της Ολλανδίας. Μια δεύτερη βασική ιδιότητα των υπεραγωγών είναι ότι συμπεριφέρονται ως τέλειοι διαμαγνήτες. Ένα δείγμα υπεραγωγού σε θερμική ισορροπία σε ένα μαγνητικό πεδίο ασθενέστερο μιας κρίσιμης τιμής ΗC απαλείφει τελείως το εφαρμοζόμενο μαγνητικό πεδίο στο εσωτερικό του. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται φαινόμενο Μeissner.

Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες υπεραγωγών με βάση το φαινόμενο Meissner:

Υπεραγωγοί τύπου Ι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από μια τιμή κρίσιμου εφαρμοζόμενου μαγνητικού ΗC πεδίου πάνω από την οποία η υπεραγωγιμότητα εξαφανίζεται.

Υπεραγωγοί τύπου ΙΙ, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από δύο τιμές κρίσιμου εφαρμοζόμενου μαγνητικού πεδίου ΗC1, ΗC2 μεταξύ των οποίων το μαγνητικό πεδίο διεισδύει μερικώς στο εσωτερικό του υπεραγωγού.Εναλλακτικές κατηγοριοποιήσεις υπάρχουν με βάση το θεωρητικό μοντέλο που περιγράφει την συμπεριφορά του υπεραγωγού, την περιοχή κρίσιμων θερμοκρασιών (χαμηλών/υψηλών) στην οποία ανήκει το υλικό, ή ακόμα τις κλάσεις διαφόρων υλικών (χημικά στοιχεία, κράματα, κεραμικά, οργανικά υλικά).

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.