Ιστορία της Κίνας

Ο κινεζικός πολιτισμός δημιουργήθηκε σε ποικίλα τοπικά κέντρα κατά μήκος τόσο της κοιλάδας του Κίτρινου Ποταμού όσο και της κοιλάδας του Ποταμού Γιανγκτσέ στη Νεολιθική Εποχή, με τον Κίτρινο Ποταμό να θεωρείται ως η κοιτίδα του κινεζικού πολιτισμού. Με χιλιάδες χρόνια συνεχούς ιστορίας, η Κίνα αποτελεί έναν από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της υφηλίου. Η γραπτή ιστορία της Κίνας αρχίζει από την εποχή της Δυναστείας Σανγκ (γύρω στα 1700-1046 π.Χ.), παρόλο που αρχαία ιστορικά κείμενα όπως τα Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού (γύρω στο 100 π.Χ.) και τα Χρονικά Μπαμπού επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας δυναστείας ονόματι Σια (μονοσύλλαβη λέξη, προφορά πινγίν: Σια, προφορά Wade-Giles: Χσια) πριν από αυτή των Σανγκ. Οστά από μαντεία, με αρχαία κινεζική γραφή από τον καιρό της δυναστείας Σανγκ έχουν ραδιοχρονολογηθεί μέχρι και το 1500 π.Χ. Μεγάλο μέρος της κινεζικής κουλτούρας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας αναπτύχθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια της Δυναστείας Τσόου (1045-256 π.Χ.).

Η Δυναστεία των Τσόου άρχισε να λυγίζει σε εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις τον 8ο αιώνα π.Χ. και το βασίλειο τελικώς διασπάστηκε σε μικρότερα κρατίδια, ξεκινώντας από την Περίοδο της Άνοιξης και και του Φθινοπώρου και καταλήγοντας στην Περίοδο των Εμπόλεμων Βασιλείων. Αυτή η περίοδος αποτελεί μια από τις πολλές περιόδους αναταραχής στην κινεζική ιστορία (με πιο πρόσφατη τον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο).

Τις περιόδους ανάμεσα σε αυτές των πολλαπλών βασιλείων και των πολεμάρχων, κινεζικές δυναστείες (ή πιο πρόσφατα, δημοκρατίες) κυβέρνησαν όλη την Κίνα, εκτός της περιοχής Σιντζιάνγκ και του Θιβέτ, υπό κινεζική κατοχή σήμερα, όπου η κινεζική Αρχή δεν υπήρξε συνεχής. Η πρακτική αυτή άρχισε με τη Δυναστεία Τσιν: το 221 π.Χ., ο Τσιν Σι Χουάνγκ ένωσε τα διάφορα εμπόλεμα βασίλεια και σχημάτισε την πρώτη κινεζική αυτοκρατορία. Οι επόμενες δυναστείες στην κινεζική ιστορία ανέπτυξαν γραφειοκρατικά συστήματα τα οποία διευκόλυναν τον αυτοκράτορα στον απευθείας έλεγχο αχανών περιοχών.

Η συμβατική όψη της κινεζικής ιστορίας είναι αυτή της εναλλαγής περιόδων πολιτικής ενότητας με περιόδους διχόνοιας και αναταραχών, με την Κίνα να περιέρχεται κατά περιόδους υπό την κυριαρχία άλλων λαών της Ασίας, οι περισσότεροι εκ των οποίων αφομοιώθηκαν από τον κινεζικό πολιτισμό των Χαν. Πολιτιστικές και πολιτικές επιρροές από πολλά μέρη της Ασίας, εισαχθείσες από αλλεπάλληλα κύματα μετανάστευσης, επέκτασης και πολιτιστικής αφομοίωσης, αποτελούν μέρος της μοντέρνας κουλτούρας της Κίνας.

Territories of Dynasties in China
Η Κίνα από το 1000 π.Χ. μέχρι σήμερα

Προϊστορικοί Χρόνοι

Παλαιολιθική Εποχή

Πίθηκοι τεραστίων διαστάσεων, οι μεγαλάνθρωποι ή γιγαντοπίθηκοι, εντοπίστηκαν στη νότια Κίνα.[1] Τα σημερινά εδάφη της Κίνας κατοικήθηκαν από τον Homo erectus περισσότερο από ένα εκατομμύριο χρόνια πριν. Πρόσφατη μελέτη αποδεικνύει ότι τα λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στην τοποθεσία Σιαοτσανγκλιάνγκ στη σημερινή επαρχία Χεμπέι, χρονολογούνται 1,36 εκατομμύρια χρόνια πριν[2]. Η αρχαιολογική τοποθεσία Σιχοουντού στην επαρχία Σαανσί αποτελεί την αρχαιότερη καταγεγραμμένη περίπτωση χρησιμοποίησης της φωτιάς από τον Homo erectus, η οποία χρονολογείται στα 1,27 εκατομμύρια χρόνια πριν. Οι δε ανασκαφές στην επαρχία Γιουνάν δείχνουν εποικισμό από πολύ νωρίς.

Zhoukoudian Upper Cave
Η είσοδος του σπηλαίου Τσουκουτιέν όπου βρέθηκαν τα ευρήματα του Ανθρώπου του Πεκίνου

Ίσως το πιο διάσημο δείγμα του Homo erectus που βρέθηκε ποτέ στην Κίνα είναι ο αποκαλούμενος Άνθρωπος του Πεκίνου, ο οποίος χρησιμοποιούσε εργαλεία και ήταν οι αρχαιότερος γνωστός χρήστης της φωτιάς. Τα ευρήματα στο σπήλαιο του Τσουκουτιέν στην περιοχή του Πεκίνου είναι ίσως τα πλουσιότερα που έχουν βρεθεί: μέσα στο έδαφος του σπηλαίου έχουν ανακαλυφθεί απολιθώματα περίπου 50 ατόμων, καθώς και 17.000 λίθινα εργαλεία.[3], που ανακαλύφθηκαν στα 1923-1927.[4]

Peking Man
Ομοίωμα του Ανθρώπου του Πεκίνου

Νεολιθική Εποχή

Η Νεολιθική Εποχή στην Κίνα χρονολογείται ανάμεσα στα 12.000 και 10.000 π.Χ. Πρώιμες αποδείξεις πρωτοκινεζικής γεωργίας κεχριού βρέθηκαν με ραδιοχρονολόγηση να ανάγονται γύρω στο 7.000 π.Χ. Ο πολιτισμός Πεϊλιγκάνγκ της περιοχής Σιντζένγκ της επαρχίας Χενάν, ανακαλύφθηκε το 1977. Με τη γεωργία ο πληθυσμός αυξήθηκε, όπως και η ικανότητα να αποθηκεύονται τρόφιμα, να αναδιανέμονται οι σοδειές και να αναδιαμορφώνονται οι καλλιέργειες. Παρουσιάστηκε επίσης η δυνατότητα ύπαρξης ειδικών τεχνιτών και διοίκησης, μιας και ένας αριθμός ατόμων μπορούσε τώρα να απέχει από τη σοδειά και να ασχοληθεί με άλλα πράγματα εφόσον η τροφή επαρκούσε για όλους. Στα ύστερα νεολιθικά χρόνια, η κοιλάδα του Κίτρινου Ποταμού άρχισε ν΄ αναδεικνύεται ως πολιτιστικό κέντρο, όπου ιδρύθηκαν τα πρώτα χωριά. Το πιο σημαντικό από αυτά από αρχαιολογικής πλευράς βρέθηκε στον αρχαιολογικό χώρο Μπανπό της επαρχίας Σαανσί. Ο Κίτρινος Ποταμός ονομάστηκε έτσι επειδή η εναπόθεση του χώματος από τον άνεμο που σχημάτιζε τις όχθες του έδινε μια κιτρινωπή απόχρωση στο νερό.

Η αρχική ιστορία της Κίνας είναι ασαφής λόγω της έλλειψης γραπτών ντοκουμέντων από εκείνη την εποχή, αλλά και λόγω της ύπαρξης αρχείων γραμμένων σε μεταγενέστερες περιόδους που επιχειρούσαν να καταγράψουν γεγονότα που είχαν συμβεί αρκετούς αιώνες πριν. Υπό μία έννοια, το πρόβλημα πηγάζει από αιώνες ενδοσκόπησης του κινεζικού λαού, η οποία έκανε θολή την εύρεση της διαφοράς μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας όσον αφορά την πρώιμη ιστορία της Κίνας.

Περί το 7.000 π.Χ., οι Κινέζοι ασχολούνται ως αγρότες κεχριού, δίνοντας ώθηση στον πολιτισμό Τζιαχού. Στο Νταμάιντι της επαρχίας Νινγκσιά, ανακαλύφθηκαν 3.172 χαρακτικά σε βράχο, τα οποία απεικόνιζαν 8.453 χαρακτήρες, όπως τον ήλιο, το φεγγάρι, θεούς και σκηνές κυνηγιού και βοσκής οικόσιτων ζώων. Αυτά τα ιδεογράμματα θεωρούνται οι αρχαιότεροι επιβεβαιωμένοι χαρακτήρες κινεζικής γραφής.

Αρχαίοι Χρόνοι

3η χιλιετία π.Χ.

Η κοινωνική οργάνωση της περιόδου, όπως οι κινεζικές φιλολογικές πηγές μαρτυρούν, δείχνουν επιβίωση της μητριαρχίας. Ο ιστορικός Σιμά Τσιεν αναφέρει πως οι κυβερνήτες εκλέγονται από ένα συμβούλιο των επικεφαλής των γενών, χωρίς να μπορούν να ορίσουν ως διαδόχους τους γιους τους. Από τα τέλη όμως της 3ης χιλιετίας οι αρχηγοί των φυλών ορίζουν διαδόχους χωρίς εκλογή.[5]

Δυναστεία των Σια (2100 περίπου-1600 π.Χ. περίπου)

Η Δυναστεία Σια ή Χσια της Κίνας είναι η πρώτη δυναστεία που περιγράφεται στα αρχαία ιστορικά κείμενα όπως τα Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού και τα Χρονικά Μπαμπού. Αν και υπάρχει διχογνωμία ως προς την ύπαρξη ή μη της συγκεκριμένης δυναστείας, υπάρχουν κάποιες αρχαιολογικές ενδείξεις ότι πιθανόν να υπήρξε[6]. Ο ιστορικός Σιμά Τσιεν (145/135-86 π.Χ.), ο οποίος έγραψε τα Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού και τα αποκαλούμενα Χρονικά Μπαμπού, χρονολογεί την ίδρυση της δυναστείας Σια 4.200 έτη πριν (από το 2200 με 2100 π.Χ. περίπου), χωρίς όμως αυτό να έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικώς. Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι συνδέουν τους Σια με ανασκαφές στην τοποθεσία Ερλιτού στην κεντρική κινεζική επαρχία Χενάν. Πρώιμα γραπτά σημάδια από αυτή την περίοδο που βρέθηκαν σε αγγεία και σε όστρακα θεωρείται ότι είναι πρόγονοι των σύγχρονων κινεζικών γραμμάτων. Με λίγα καθαρά αρχεία να ταιριάζουν με τα μαντικά οστά της εποχής της δυναστείας Σανγκ και τους χαρακτήρες από ορείχαλκο στα πλοιάρια της εποχής της δυναστείας των Τσόου, η εποχή των Σια παραμένει σχετικώς ένα μυστήριο. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η δυναστεία τερμάτισε το βίο της γύρω στο 1600 π.Χ., συνεπεία της μάχης του Μινγκτιάο και της ήττας της από τη φυλή Σανγκ.[7]

Δυναστεία των Σανγκ (1600-1046 π.Χ. περίπου)

Η ονομασία προέρχεται από την τοποθεσία όπου βρίσκονταν τα κτήματα των γενών των φυλάρχων των Σανγκ. Το κράτος των Σανγκ περιελάμβανε περιοχές της σημερινής επαρχίας Γιουνάν. Περιβαλλόταν από διάφορες ημιαυτόνομες και υποταγμένες φυλές. Η κτηνοτροφία και η γεωργία αρχίζει να παίζει πιο σημαντικό ρόλο στην οικονομία της περιόδου[8]. Πλατιά διάδοση αρχίζει να γνωρίζει η χρήση του ορείχαλκου για την κατασκευή όπλων και γεωργικών εργαλείων. Στη γεωργία αρχίζουν να χρησιμοποιούν προδρομικά την άρδευση, μεταλλικά εργαλεία και ζώα[9]. Σημαντική είναι και η ανάπτυξη της βιοτεχνίας[10] Εμπορικές σχέσεις αναπτύσσονται με τους Ινδούς, καθώς και με νομαδικές και ημινομαδικές φυλές στα βόρεια (Σιβηρία) και δυτικά.[11] Η κοινωνική διάρθρωση του κράτους των Σανγκ ήταν πυραμιδοειδής: στην κορυφή βρισκόταν ο βασιλιάς-ο ανώτατος ιδιοκτήτης όλης της γης που είχε το κράτος και ταυτόχρονα ο ανώτατος στρατιωτικός αρχηγός και ανώτατος ιερέας: ήταν ο γιος του θεού Ουρανού. Ακολουθούσαν οι δουλοκτήτες, οι ελεύθεροι γεωργοί, και οι δούλοι. Η διάρθρωση του κράτους ήταν στρατιωτική, με στρατιωτικούς διοικητές επικεφαλής των διάφορων περιοχών. Οι αρχηγοί των υποτελών φυλών αποτελούσαν κι αυτοί τους αντιπροσώπους του κράτους των Σανγκ.[12]

Δυναστεία των Τσόου (1046–256 π.Χ.)

Η δυναστεία Τσόου ήταν η μακροβιότερη δυναστεία στην κινεζική ιστορία. Με το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ., η δυναστεία Τσόου άρχισε να προβάλλει στην κοιλάδα του Κίτρινου Ποταμού, λυμαίνοντας την επικράτεια των Σανγκ. Οι Τσόου εμφανίζονται να έχουν ξεκινήσει την εξουσία τους υπό ένα ημιφεουδαρχικό σύστημα. Οι Τσόου ζούσαν δυτικά των Σανγκ, όντες ημιαυτόνομοι υποτελείς τους, και ο βασιλιάς των Τσόου είχε διοριστεί ως "Προστάτης της Δύσης" από τους Σανγκ. Στη συνέχεια όμως, ο ηγέτης των Τσόου, βασιλιάς Γου, με τη βοήθεια του αδερφού του, Δούκα του Τσόου, ως αντιβασιλέα, κατάφερε να νικήσει τους Σανγκ στη μάχη του Μουγιέ.

Ο βασιλιάς των Τσόου εκείνη τη στιγμή επικαλέστηκε την αρχή της Εντολής του Ουρανού για να νομιμοποιήσει την εξουσία του, ένα μοτίβο που θα αποτελούσε κοινή πρακτική για σχεδόν καθεμία επόμενη δυναστεία. Θεωρείτο ότι ένας ηγέτης είχε απωλέσει την εύνοια του θεού Ουρανού όταν φυσικές καταστροφές συνέβαιναν σε μεγάλη συχνότητα, και όταν ο ηγέτης αυτός είχε χάσει προφανώς το ενδιαφέρον του για τους υπηκόους του. Ως επακόλουθο, ο βασιλικός οίκος θα ανατρεπόταν και ένας νέος οίκος θα κυβερνούσε, έχοντας λάβει τη χάρη του θεού Ουρανού.

Οι Τσόου αρχικώς μετέφεραν την πρωτεύουσά τους δυτικά σε μια περιοχή κοντά στη σημερινή Σιάν, στον ποταμό Βέι, έναν παραπόταμο του Κίτρινου Ποταμού, αλλά θα κατηύθηναν και θ΄ ασκούσαν τον έλεγχο σε μια σειρά επακόλουθων επεκτάσεων στην κοιλάδα του ποταμού Γιανγκτσέ. Αυτή θα αποτελούσε την πρώτη από μια σειρά πληθυσμιακών μεταναστεύσεων από το βορρά στο νότο στην κινεζική ιστορία.

Η Κίνα από τον 5ο έως τον 3ο αι. π.Χ.

Η περίοδος από το 481 π.Χ. έως το 221 π.Χ. ονομάζεται των αντιμαχομένων βασιλείων ή Τσανγκό: τα πολλά βασίλεια που υπήρχαν στην Κίνα ήλθαν σε εμφύλια σύγκρουση μεταξύ τους και τελικά απόμειναν όχι περισσότερα από δέκα[13]. Την περίοδο αυτή αρχίζει να διαδίδεται η επεξεργασία του σιδήρου και των σχετικών εργαλείων. Η γεωργία συνιστά τη βάση της οικονομίας στην αρχαία Κίνα: σιτάρι, κεχρί και σόργο καλλιεργούνται στο Βορρά και ρύζι στο Νότο. Η αγροτική οικονομία στην Κίνα στηρίζεται στους ελεύθερους καλλιεργητές.[14]. Η οργωτή καλλιέργεια διαδίδεται στη χώρα άνισα και με αργούς ρυθμούς. Ανάπτυξη γνωρίζει και η μεταλλωρυχία η ο οποία βρίσκεται σε χέρια ιδιωτών.[15] Ευρύνεται ο καταμερισμός της εργασίας: πλήθος βιοτεχνικών ειδικοτήτων αναπτύσσονται και σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε βασίλεια με μεγαλύτερη βιοτεχνική εξειδίκευση και ανάλογες επιδόσεις, όπως η υφαντουργία στο βασίλειο του Τσι, το οποίο φημιζόταν για τα μεταξωτά και λινά υφάσματά του.[16] Συνακόλουθα αναπτύσσεται και το εμπόριο μεταξύ των κινεζικών βασιλείων και των βασιλείων και των διαφόρων φυλών. Από τις τελευταίες προμηθεύονταν δούλους, άλογα, κερασφόρα ζώα, πρόβατα, τομάρια, μαλλί, χρώματα, πολύτιμα μέταλλα και μαργαριτάρια. Η άνοδος της κοινωνικής σημασίας και του ρόλου των εμπόρων στην κοινωνική και πολιτική ζωή των βασιλείων αρχίζει να γίνεται αισθητή την περίοδο αυτή: στο βασίλειο Βέι ο έμπορος Μπάι Γούι (4ος αι.π.Χ.) έγινε σημαντικός αξιωματούχος και ο έμπορος αλόγων Λιούι μπου Βέι (3ος αι. π.Χ.) έγινε αρχισύμβουλος στο βασίλειο Τσιν. Το προηγούμενο σύστημα της κληρονομικής διαδοχής στα αξιώματα κλονίζεται.[17] Εμπόδια στην ανάπτυξη του εμπορίου ήταν η ποικιλία νομισματικών συστημάτων και μέτρων και σταθμών αλλά και η πληθώρα τελωνειακών σταθμών.[18] Η γιγάντωση των αστικών κέντρων είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό της περιόδου: πόλεις με δέκα χιλιάδες κατοίκους πολλαπλασιάζονται αν και στην αρχαιότητα οι πόλεις δεν υπερέβαιναν τις τρεις χιλιάδες κατοίκους. Η φορολόγηση των φυσικών προσώπων μεταβάλλεται: πριν ήταν η κοινότητα στο σύνολό της ενώ πλέον είναι η κάθε οικογένεια χωριστά. Θεσπίζεται ο έγγειος φόρος, δηλαδή το ποσοστό επί της σοδειάς και καταβαλλόταν σε γέννημα. Εμπόδια στην ανάπτυξη του εμπορίου ήταν η ποικιλία νομισματικών συστημάτων και μέτρων και σταθμών αλλά και η πληθώρα τελωνειακών σταθμών.[19] Τις κοινωνικές αντιθέσεις αντικατόπτριζαν τα θρησκευτικοφιλοσοφικά ρεύματα της περιόδου: ο Ταοϊσμός και ο θεμελιωτής του, ο Λάο Τσε αν και δεν κρύβει τη συμπάθειά του στις λαϊκές μάζες και αποδοκιμάζει την αυθαιρεσία της αριστοκρατίας, προβάλλει μια «παθητική διαμαρτυρία της γεωργικής κοινότητας» και την «απραξία», την καρτερική συμμόρφωση με τους ρυθμούς του Τάο[20]. Από την περίοδο αυτή διασώζονται και τα ποιήματα του Κου Γουάν, σημαντικής μορφής της αρχαίας κινεζικής ποίησης.

H Κίνα από τα μέσα του 1ου αι.π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ.

Στο κράτος των Χαν υπάρχουν δύο τάσεις στην εξωτερική πολιτική: η μία ήταν υπέρμαχος των εκστρατειών και κατακτήσεων, ενώ η άλλη τις απέρριπτε από το φόβο εκδήλωσης εντός του κράτους αντιπερισπασμών. Κατά κύριο λόγο η εξωτερική πολιτική της δυναστείας των Χαν ήταν αμυντική. Η κυριότερη εκστρατεία που σημειώνεται είναι αυτή κατά των Ούννων (36 π.Χ), αλλά τελικά οι τελευταίοι θα αποκόψουν την πρόσβαση των Κινέζων προς τις δυτικές χώρες.[21].Η εποχή Χαν σημαδεύεται από την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων: η μεγάλη γαιοκτησία ενισχύεται ακόμα πιο πολύ σε βάρος της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας. Υπό την προοπτική λαϊκής εξέγερσης τα φορολογικά βάρη μετριάζονταν.[22] Καθώς είχαν ξεσπάσει και λαϊκές εξεγέρσεις στα τέλη του 1ου αι. π.χ. από εξαθλιωμένους γεωργούς και κρατικούς δούλους, η αυτοκρατορία γίνεται πιο μετριοπαθής: η συγκέντρωση γης και δούλων με το διάταγμα Αϊντί (6-1 π.Χ) περιοριζόταν. Όμως η εφαρμογή του ανεστάλη. Το 8 μ.Χ. όμως, ο Oυάνγκ Μανγκ ανέρχεται στν θρόνο και εμπνεόμενος από τις κομφουκιανές απόψεις[23] περί χρυσού αιώνος κατά το παρελθόν, οπότε απουσίαζε ο πλούτος και η φτώχεια, εξαγγέλλει την απαγόρευση αγοραπωλησίας γης και δούλων. Χωρίς να επιδιώκει την ανακατανομή της ιδιοκτησίας ήθελε να μη μετατραπούν σε ακτήμονες και δούλους οι ελεύθεροι γεωργοί της κοινότητας.[24]

Όμως το σύνολο των μέτρων που έλαβε ενίσχυσε την κρατική δουλοκτησία[25]. Επιχείρησε να ελέγξει τους τόκους των δανείων και τις τιμές της αγοράς. Επίσης ενίσχυσε τα διάφορα κρατικά μονοπώλια. Υπό την κοινωνική πίεση επέτρεψε το δουλεμπόριο και τη δουλοκτησία που την υπερφορολόγησε. Η υπερφορολόγηση που επέβαλε εξυπηρετούσε τη χρηματοδότηση των πολέμων κατά των Ούννων και τον υπερτροφικό γραφειοκρατικό μηχανισμό, που σε συνδυασμό με την υποχρεωτική στράτευση εξαθλίωνε τις μάζες.[26] Πράγματι πληθώρα λαϊκών κινημάτων εκδηλώνονται σαν αντίδραση σε όλα αυτά τα μέτρα, με πολλές ονομασίες. Τελικά σε μια από αυτές τις εξεγέρσεις ο Βανγκ Μανγκ σκοτώθηκε[27]

TaiPingRevolutionSeal
Βασιλική σφραγίδα του Ουράνιου Βασιλείου Τάι Πινγκ

H Κίνα από τον 3ο αι. μ.Χ. έως τον 6ο αι. μ.Χ.

Μετά την πτώση των Χαν ακολούθησε περίοδος διάφορων διαδοχικών βασιλείων και δυναστειών τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια της χώρας. Οι ιστορικοί την προσδιορίζουν ως Περίοδο των Έξι Δυναστειών. Η αυτοκρατορία κατατμήθηκε σε περιοχές διοικούμενες από ισχυρούς πρώην στρατηγούς των Χαν. Τα Τρία Βασίλεια κυριάρχησαν τον 3ο αι. (220-280): οι Γουέι, οι Σου και οι Γου. Από τα τρία αυτά ξεχώρισαν διάφορες δυναστικές φυσιογνωμίες: του κράτους Σου ο Τζούγκε Λιανγκ (181-234) που ξεχώρισε ως ήρωας της κινεζικής ιστορίας και λογοτεχνίας. Οι Γουέι αντάλλαξαν διπλωματικές επαφές με την Ιαπωνία. Τέλος οι Γου επικοινωνούσαν με περιοχές όπως η Ινδοκίνα και με βασίλεια στη σημερινή Καμπότζη και κεντρικό Βιετνάμ.[28] Η δυναστεία Τζιν (265-420) καλύπτει μια περίοδο μερικής ενοποίησης. Η βόρεια Κίνα βρισκόταν υπό την εξουσία ηγεμόνων-φεουδαρχών οι οποίοι κυρίως ήταν αρχηγοί ξένων μειονοτήτων. Γνωστή ως Περίοδος των 16 κρατιδίων (304-439) οι ηγεμόνες στη βόρεια περιοχή εξουσίαζαν πλήθος αντιμαχόμενων κρατιδίων. Επί των Τζιν οι σχέσεις με την Ιαπωνία εμβαθύνονται: οι Κινέζοι μεταλαμπαδεύουν τεχνικές γνώσεις (κεραμική, ύφανση) και τον Κομφουκιανισμό δια των κειμένων του. Τότε και ο Βουδισμός έγινε γνωστός από τις Ινδίες στην Κίνα, ενώ απεσταλμένοι από τη Ρώμη έφτασαν στην αυλή των Τζιν.[28] Διαφορετικές σειρές δυναστειών δεσπόζουν στην ιστορία της νότιας Κίνας: οι Νότιες Δυναστείες καλύπτουν το χρονικό διάστημα μεταξύ 420-589 μ.Χ.

Η Κίνα τον 19ο αιώνα

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα η κινεζική κοινωνία συνίσταται ως επί το πλείστον από χωρικούς και μια μειοψηφία γαιοκτημόνων από τους οποίους προέρχονταν οι μορφωμένοι κυβερνητικοί διευθυντές.[29] Λαϊκές κινητοποιήσεις εκδηλώνονταν από χωρικούς λόγω της φτώχειας και της βαριάς φορολογίας και από μυστικές εταιρείες (οι Τριάδες): μεταξύ 1820-1836 σημειώνονται 15 τέτοιες εξεγέρσεις.[30] Η ήττα από τη Βρετανική Αυτοκρατορία στον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου (1840) οδήγησε στη Συνθήκη της Νανκίνγκ (1842), σύμφωνα με την οποία το Χονγκ Κονγκ μεταβιβάστηκε στη Βρετανία και επιτράπηκε η εισαγωγή οπίου (παραγόμενου σε εδάφη της βρετανικής αυτοκρατορίας). Οι μεταγενέστερες στρατιωτικές ήττες και οι άνισες συνθήκες με άλλες δυτικές δυνάμεις συνεχίστηκαν ακόμα και μετά την πτώση της δυναστείας Τσινγκ. Στα μέσα του αιώνα σημειώνεται η εξέγερση του Ταϊπίνγκ υπό την ηγεσία του Χονγκ Σιουτσουάν που είχε δανειστεί από τους χριστιανούς ιεραποστόλους την ιδέα ενός Μεσσία, ξεσήκωσε μεγάλο μέρος του εσωτερικού της χώρας και για ορισμένο χρονικό διάστημα (1850-1864) διατήρησε την εξουσία.[31] Η σημασία της έγκειτο στο ό,τι ήταν η πιο αιματηρή και έφερε τη δυναστεία των Τσινγκ πολύ κοντά στην πτώση της.[32] Παράλληλα με την ανταρσία Τάι Πινγκ σημειώνονται μεταξύ 1852-1864 και άλλες (μουσουλμανική ανταρσία στα νοτιοδυτικά, εθνικών μειονοτήτων νοτιοδυτικά, στη Φορμόζα, στη Χαϊνάν, των λαμπηδοφόρων στις επαρχίες που επλήγησαν από πλημμύρες του Χουάνγκ Χο.[33] Στο τέλος του αιώνα η εξέγερση των Μπόξερς, κατευθυνόμενη εναντίον των ξένων, έδειχνε το ασταθές του καθεστώτος. Ο ανταγωνισμός με την Ιαπωνία υπέθαλπτε μια κίνηση για εκσυγχρονισμό: πολλοί Κινέζοι στράφηκαν προς την Ιαπωνία για την υιοθέτηση νέων τρόπων ζωής. Ο λόγιος Κανγκ Γιου Βέι δρομολογεί την προώθηση ενός σχεδίου εκσυγχρονισμού, που αν και η χήρα αυτοκράτειρα συνέτριψε στέλνοντας στην εξορία τους εμπνευστές της στα 1898, σημειώνεται ως μια απόπειρα κοινωνικής μεταρρύθμισης, γνωστή με την ονομασία οι εκατό ημέρες του 1898: προσομοιάζοντας με τις κομμούνες επεδίωκε την άρση κάθε διάκρισης ταξικής, οικονομικής, φυλετικής ή φύλου. Συνέπειες υπήρξαν από αυτήν την μεταρρυθμιστική προσπάθεια: καταργήθηκε το παλιό σύστημα των εξετάσεων για τις δημόσιες θέσεις και μαζί το μονοπώλιο της ηγεσίας του κράτους που κρατούσαν οι κομφουκιανιστές λόγιοι. Καθιερώθηκε εκπαίδευση κατά τα δυτικά πρότυπα: ιδρύθηκε πανεπιστήμιο στο Πεκίνο.[34]

Kangnanhai
Ο λόγιος Κανγκ Γιου Βέι ένας εκ των εμπνευστών του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στα τέλη του 19ου αι. στην Κίνα

Το αυτοκρατορικό καθεστώς αποδυναμώνεται σταδιακά: ο σχηματισμός τοπικών ομάδων πολιτοφυλακής, ανεξάρτητων από τον τακτικό στρατό, νομιμόφρονων όμως προς τον αυτοκράτορα, με διαδικασία διορισμού τους εκτός της συνήθους διαδικασίας που προβλεπόταν για τους μανδαρίνους. Η δημοσιονομική εξουσία πέρασε στις επαρχιακές αρχές, κάθε χωριό γινόταν υπόλογο πλέον σαν μονάδα στη διοίκηση κι έτσι ενισχυόταν η τοπική εξουσία. Όλα αυτά συνέβαλαν στη δημιουργία ενός φυγόκεντρου κινεζικού συστήματος στρατιωτικού και δημοσιονομικού: σχηματίστηκαν αυτόνομες περιφερειακές κυβερνήσεις και στρατιωτικοί γαιοκτήμονες.[35]

Η Κίνα μέχρι και το τέλος του Β΄Παγκοσμίου πολέμου

Μέχρι το 1911 η δυναστεία των Μαντσού ήταν τόσο εξασθενημένη ώστε το 1911-1912 ανατράπηκε σχεδόν χωρίς αγώνα: εγκαθιδρύθηκε δημοκρατία με πρώτο πρόεδρο τον Σουν Γιατ-Σεν ο οποίος εμπνεόταν από δυτικά πρότυπα χωρίς όμως και πλήρη αφομοίωση των δυτικών συνταγματικών προτύπων. Στρατιωτικοί και μορφωμένοι κρατικοί διευθυντές διαγκωνίζονταν για τη νομή των δημοσίων θέσεων ενώ το χάσμα ανάμεσα στους χωρικούς και τους διανοουμένους μεγάλωνε. Ο Σουν Γιατ-Σεν διαπιστώνοντας την απήχηση της Οκτωβριανής Επανάστασης οργάνωσε το κόμμα της Κουομιντάγκ, ενώ δέχθηκε και κομμουνιστές ως μέλη, και τους έστειλε να μελετήσουν τις μεθόδους του Ερυθρού Στρατού.

Sunyatsen1
Σουν Γιατ-Σεν ο πρώτος πρόεδρος της Κινεζικής Δημοκρατίας

Οι τρεις αρχές βάσει των οποίων θα μεταμόρφωνε το κράτος του ήταν: ο Εθνικισμός που θα καθιστούσε την Κίνα ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος ισότιμο με τα άλλα κράτη του κόσμου, η Δημοκρατία με την οποία θα περιόριζε το ρόλο των στρατιωτικών και την κηδεμονία από το κόμμα Κουομιτάνγκ, η εγκατάσταση με εκλογές συνταγματικής κυβέρνησης. Τέλος, η αναδιανομή της γης με σκοπό την ευημερία του Λαού. Το κράτος θα ανέπτυσσε το κεφάλαιο. Όταν ο Σουν πέθανε ο διάδοχός του Τσιανγκ Κάι Σεκ αναδιπλώθηκε εγκαταλείποντας το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του προκατόχου του.[36] Από το 1917 η Κίνα μπήκε σε μια μακρά περίοδο εμφύλιων συγκρούσεων ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο, αλλά και ανάμεσα στις στρατιωτικές φατρίες. Από τους εμφυλίους Βορείων και Νοτίων (1919-1920) καταρρέει το φιλοϊαπωνικό καθεστώς Τουάν στο Πεκίνο. Η αντιϊαπωνική δράση δόμησε δύο πολιτικούς χώρους: την κομμουνιστική Αριστερά και την Κεντροαριστερά. Στην πρώτη διακρίθηκε ο Μάο Τσετούνγκ-ιδρυτής του Κ.Κ. Κίνας και στη δεύτερη ο Τσιανγκ Κάι Σεκ. Οι Ιάπωνες απομακρύνονται από πολλές περιοχές της Κίνας με την παρέμβαση των Αμερικανών (1922) και το Πεκίνο καταλαμβάνεται (1924) από τον Φενγκ Γου-σιανγκ (επιτελή του πολέμαρχου Βου Πέι Φου, ο οποίος σχημάτισε δική του αυτόνομη κυβέρνηση). Οι περισσότεροι από τους φορείς των κεντρόφυγων τάσεων στην κινεζική πολιτική σκηνή δεν ήταν παρά εγκάθετοι «των ξένων δυνάμεων, που καρπώνονταν οφέλη από τη ρευστή πολιτική κατάσταση».[37] Το Μάιο του 1925 εκδηλώνονται εξεγέρσεις υποκινημένες από τους κομμουνιστές κατά των ξένων και της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας. Η αντίδραση σε βάρος των κομμουνιστών ήταν σφοδρή: το 1927 σημειώνονται σφαγές κομμουνιστών σε Σαγκάη και Καντώνα. Το 1928 ο Τσιανγκ Κάι Σεκ καταλαμβάνει το Πεκίνο: όμως είναι προσωρινή η επανένωση της Κίνας. Κατά την περίοδο διακυβέρνησής του η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν ενισχύθηκε αλλά υπονομεύθηκε από τη διατήρηση της ισχύος των πολεμάρχων της επαρχίας. Οι ξένες δυνάμεις έκαναν πιο αισθητή την παρουσία τους: η Μαντζουρία περιήλθε στην κατοχή της Ιαπωνίας. Το 1931 συστήθηκε το βραχύβιο κομμουνιστικό κράτος του Τσιανγκσί από τον Μάο, αλλά καταλύθηκε από τον Τσιανγκ Κάι Σεκ το 1943. Αυτό ώθησε τους κομμουνιστές να πραγματοποιήσουν την προς τη Βορειοδυτική Κίνα Μεγάλη Πορεία τους (1934-1936), παίρνοντας με το μέρος τους τις μάζες λόγω και της προσήλωσής τους στον αντιϊαπωνικό αγώνα.[38]

Η Κίνα μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο

Μετά την κατάρρευση της ιαπωνικής κατοχής, οι Εθνικιστές του Τσιανγκ Κάι Σεκ και οι Κομμουνιστές του Μάο Τσετούνγκ, ενώ αγωνίζονταν για την κατάληψη των πρώην κατεχόμενων εδαφών της ανατολικής και βόρειας Κίνας, παράλληλα αγωνίζονταν για τη μεταξύ τους συμφιλίωση. Από το 1946 έως το 1949 εκδηλώθηκε εμφύλιος πόλεμος: προσωρινή ήταν η κατίσχυση των Εθνικιστών στη Μαντζουρία. Όμως αδυνατώντας να συγκροτήσουν σταθερές δομές εξουσίας και ασφάλεια στους χειμαζόμενους από την πείνα και την τρομοκρατία πληθυσμούς, ο Κόκκινος Στρατός επανέκτησε το χαμένο έδαφος εξασφαλίζοντας στους κατοίκους ελευθερία από τα φεουδαρχικά δεσμά και αποκαθιστώντας τις περιουσίες των χωρικών. Τελικά η Νανκίνγκ-έδρα της κυβέρνησης του Τσιανγκ Κάι Σεκ- καταλήφθηκε τον Απρίλιο του 1949 και ακολούθησε η Σαγκάη. Την 1η Οκτωβρίου 1949 έγινε η επίσημη ανακήρυξη της Κίνας σε Λαϊκή Δημοκρατία από τον Μάο Τσετούνγκ. Μετά από λίγους μήνες το κράτος του Θιβέτ τέθηκε υπό τον κινεζικό έλεγχο.[39]

Mao Proclaiming New China
Ο Μάο Τσετούνγκ διακηρύσσοντας την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

Η νέα κομμουνιστική ηγεσία η οποία ανήλθε το 1949 επεδίωξε την ανοικοδόμηση της εγχώριας οικονομίας. Αξιοποιώντας το κύριο πλουτοπαραγωγικό μέσο που διέθετε η Κίνα, την τεράστια εργατική δύναμη και εφαρμόζοντας τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού προσαρμοσμένες όμως στις κινεζικές συνθήκες, προώθησε τη μαζική προσπάθεια σε μια ατμόσφαιρα έντονου εθνικισμού και πατριωτισμού.[40] Η πανάρχαιη αγροτική οικονομία αύξησε τους ρυθμούς παραγωγής της με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση της πείνας αλλά και την αύξηση των εξαγωγών για την εισαγωγή -αντίστοιχα- μηχανημάτων και λοιπού τεχνικού εξοπλισμού από το εξωτερικό μέχρι την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής μηχανημάτων. Άλλα σημαντικά γεγονότα της περιόδου ήταν η σημαντική συμβολή της χώρας στον Πόλεμο της Κορέας (1951-1953) και η αναγόρευση του Μάο σε πρόεδρο του Ανωτάτου Κυβερνητικού Συμβουλίου. Επίσης η εξαγγελία της πολιτικής των Εκατό Λουλουδιών (1956) που στρεφόταν κατά του δογματισμού σε θέματα ιδεολογίας και Τέχνης. Ο Μάο αγωνίστηκε για την ομαλή μετάβαση και αποδέσμευση από την οικονομική κηδεμονία, αλλά και την πολιτική επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό εκφράστηκε με την Πολιτική των Τριών Κόκκινων Σημαιών (΄΄Γενική Γραμμή΄΄-΄΄Μεγάλο Οικονομικό Άλμα΄΄-΄΄Λαϊκές Κομμούνες΄΄) (1958-1959),. Όμως οι επιμέρους στόχοι δεν επιτεύχθηκαν.[39] Το 1959 τον Μάο διαδέχθηκε ο Λιου Σάοσι, εκπρόσωπος της συντηρητικής κατεύθυνσης του Κ.Κ.Κίνας. Το 1961 ο Μάο ήλθε σε ρήξη με την ηγεσία της ΕΣΣΔ: την κατηγορούσε για εγκατάλειψη των επαναστατικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού. Απομακρυνόμενη από την ομάδα των σοσιαλιστικών χωρών και με μόνη σύμμαχό της την Αλβανία , ηγήθηκε στο πλαίσιο του Τρίτου Κόσμου του επαναστατικού σοσιαλιστικού κινήματος.[39] Η ρήξη με την ΕΣΣΔ προκάλεσε εσωτερικό διχασμό εντός των κόλπων του Κ.Κ. Κίνας: δύο τάσεις γεννήθηκαν,, η επαναστατική και δεξιά πτέρυγα. Το 1966 ο Μάο μεθόδευσε την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση. Με αυτήν την επανάσταση μέσα στην Επανάσταση κάθε συντηρητικό στοιχείο απομονώθηκε. Τελικά το 1969 εξέπνευσε το επαναστατικό αυτό πρόγραμμα όταν θεωρήθηκε απειλή και για τους οργανωτές της.[41]

Παραπομπές

  1. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 1 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.31
  2. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 1 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ. 36-37
  3. Τα οστά του Ανθρώπου του Πεκίνου Πολύτιμα κρανία του ανθρωποειδούς εξαφανίστηκαν στον πόλεμο [1] Αρχαιότερος από ό,τι είχε εκτιμηθεί αποδεικνύεται ο Άνθρωπος του Πεκίνου [2]
  4. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 1 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.44-46
  5. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.708
  6. «Για τη φυλή Σια η επιστήμη δεν έχει στη διάθεσή της αξιόπιστα αρχαιολογικά δεδομένα»Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.709
  7. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.710
  8. Καλλιεργούνται κριθάρι, σιτάρι, σόργο, κεχρί, και μουριές για την εκτροφή μεταξοσκώληκων. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.712
  9. βουβάλια, πρόβατα, ίπποι, και εξημερωμένα ελάφια ή ελέφαντες
  10. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.710-711, 713, 715-716
  11. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.716
  12. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.723-724
  13. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.710, 726-730
  14. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.712
  15. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.713-714
  16. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.714-715
  17. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ. Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ. 716, 724
  18. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ. Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ. 718
  19. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.718
  20. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.725
  21. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.794-795
  22. Έπαψε, επί αυτοκράτορος Λιου-Σι το 48-33 π.Χ., ο φόρος για παιδιά από τριών ετών και επάνω κι άρχισε να ισχύει για παιδιά από επτά ετών και πάνω. Ή όταν δεν υπήρχε σοδειά δεν εισπράττονταν κεφαλικός φόρος. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.797
  23. «Το, χωρίς ρωγμές, κοινωνικό και πολιτικό σχήμα του Κομφούκιου πήρε - με την βοήθεια, κυρίως, των αυτοκρατόρων της δυναστείας των Χαν (3ος αι.π.Χ -3ος αι. μ.Χ), των Τανγκ και των Σουνγκ (7ος αι. -13ος αι. μ.Χ)- επίσημο χαρακτήρα και εφαρμόστηκε,...»[3]
  24. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ. 800-801
  25. Δούλοι γίνονταν από το κράτος οι εγκληματίες και τα μέλη των πέντε γειτονικών οικογενειών των εγκληματιών. Χρησιμοποιούνταν για την ανέγερση δημοσίων κτισμάτων ή για εκστρατείες Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.801
  26. Σηροτρόφοι, κυνηγοί και ψαράδες επλήγησαν από τη βαριά φορολογία. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.802-803
  27. Τα σώματα των εξεγερμένων ψαράδων, στρατιωτών, βοσκών, φτωχών, μικρεμπόρων κλπ. ονομάζονται άλλοτε Μεγάλες λόγχες, άλλοτε Κόκκινα φρύδια, ή Άνω ρους του ποταμού, ή Χάλκινα άλογα κλπ. Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.804,806
  28. 28,0 28,1 Κλαίρη Παπαπαύλου, Όθων Τσουνάκος, «Κίνα», Παγκόσμια Ιστορία, τ. Β, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1999, σελ.38
  29. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 22, χ.χ., σελ.7842
  30. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 17, χ.χ., σελ.6304
  31. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 17, χ.χ., σελ.6306-6308
  32. Ξενοφών Χαλάτσης, «Η εξέγερση των Ταϊπίνγκ. Δεκαπέντε χρόνια πολέμου- 20.000 νεκροί (1851-1866)», Στρατιωτική Ιστορία, τχ.85 (Σεπτέμβριος 2003), [4] Αρχειοθετήθηκε 2015-05-01 στο Wayback Machine.
  33. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 17, χ.χ., σελ.6305
  34. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 22, χ.χ., σελ.7842-7843
  35. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 17, χ.χ., σελ.6308
  36. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 22, χ.χ., σελ.7843-7844
  37. Κλαίρη Παπαπαύλου, Όθων Τσουνάκος, «Κίνα», Παγκόσμια Ιστορία, τ. Β, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1999, σελ. 50-51
  38. Κλαίρη Παπαπαύλου, Όθων Τσουνάκος, «Κίνα», Παγκόσμια Ιστορία, τ. Β, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1999, σελ. 51
  39. 39,0 39,1 39,2 Κλαίρη Παπαπαύλου, Όθων Τσουνάκος, «Κίνα», Παγκόσμια Ιστορία, τ. Β, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1999, σελ.52
  40. Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 20, χ.χ., σελ.7403-7404
  41. Κλαίρη Παπαπαύλου, Όθων Τσουνάκος, «Κίνα», Παγκόσμια Ιστορία, τ. Β, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1999, σελ.53

Πηγές

  • Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 1 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.369-373
  • Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Α 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, 1956 ,σελ.705-728, 967-992
  • Συλλογικό: Ακαδημία Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Παγκόσμια Ιστορία, τομ.Β 2 , μτφρ.Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ.Μέλισσα, Αθήνα, [1958;] ,σελ.709-842
  • Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 17, χ.χ., σελ.6283-6309
  • Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 18, χ.χ., σελ.6315-6386
  • Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 20, χ.χ., σελ.7402-7409
  • Συλλογικό, Ιστορία της Ανθρωπότητος, υπό την αιγίδα της Unesco, Αθήνα, εκδ.Ελευθεροτυπία,τομ. 22, χ.χ., σελ.7841-7846
  • Κλαίρη Παπαπαύλου, Όθων Τσουνάκος, «Κίνα», Παγκόσμια Ιστορία, τ. Β, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1999, σελ.33-53

Επιπλέον βιβλιογραφία

  • Συλλογικό, Η Κίνα και οι άλλοι. Οι σχέσεις της Κίνας με την Ευρώπη και τον κόσμο, εκδ.Παπαζήσης,Αθήνα, 2014
  • Σωτήρης Χαλκιάς, Παράδοση και νεοτερικότητα στην Κίνα. Το χρονικό μιας αναπάντητης πρόκλησης, εκδ. Ίνδικτος, 2013
  • Harry G. Gelber, Κίνα, ο δράκος της Ασίας. Η Κίνα και ο κόσμος από το 1100 π.Χ. έως σήμερα, εκδ.Ψυχογιός, 2012
  • Συλλογικό, Κίνα οι άγνωστες δυναστείες, εκδ.National Geografic, 2010
  • Δημήτρης Κιτσίκης, Συγκριτική ιστορία Ελλάδας και Κίνας, εκδ.Ηρόδοτος, 2007
  • Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Η Κίνα από την ουράνια αυτοκρατορία στην ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα, εκδ. Ποιότητα, 2013
  • Patricia Ebrey, Κίνα από την αρχαιότητα ως σήμερα, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 2008
  • Θόδωρος Καρζής,Ιστορία και πολιτισμός της Κίνας, εκδ.Λιβάνης,
  • Michael Loewe, Η καθημερινή ζωή στην πρώιμη αυτοκρατορική Κίνα : (κατά την περίοδο των Han,202 π.Χ. - 220 μ.Χ), μτφρ. Αντ. Η. Σακελλαρίου εκδ. Δ. Παπαδήμας ,Αθήνα, 1990
  • Σωτήρης Πετρόπουλος, «Από τον Μάο στη σύγχρονη Κίνα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.543
  • Δημήτριος Πάνταβος, «19ος αιώνας: η Κίνα κλειστή στο Ευρωπαϊκό εμπόριο», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.469 (Ιούλιος 2007)
  • Νίκος Κυριαζής, «Τσιν Σι Χουάνγκ Τι: ο πρώτος αυτοκράτορας της Κίνας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 380 (Φεβρουάριος 2000), σελ.46-53
  • Μιχάλης Κορδώσης, «Πρεσβείες μεταξύ Fu-lin (Βυζαντίου) και Κίνας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και η ιστορικογεωγραφική πραγματικότητα», «Δωδώνη»,23/1(1994), σ.111-260
  • Μιχάλης Κορδώσης,«The sea route from China to Ta-ch’in (Roman-early byzantine state) according to the chinese sources»: Byzantinische Forschungen 25 (1999), σ.47-54
  • Μιχάλης Κορδώσης, «Συμβολή των κινεζικών πηγών στη μελέτη τριών θεμάτων που αφορούν στο Βυζάντιο και κατ’ επέκτασιν στη Δύση...», Ιστορικογεωγραφικά 10(2004),σ.237-253
  • Μιχάλης Κορδώσης, «Από την Κίνα στο Βυζάντιο. Οι κινεζικές πηγές» : Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συμποσίου «Η επικοινωνία στο Βυζάντιο», Αθήνα 1993, σ. 551-564
  • Μιχάλης Κορδώσης, «China and the West»The silk route: Πρακτικά Sixth International Congers of Graeco-Oriental Studies, Nicosie 2000, σ.233-241.
  • Μιχάλης Κορδώσης, «Βυζάντιο και Κίνα των T’ang. Γεγονότα και συμπτώσεις» : Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Σινο-ελληνικών Σπουδών, Ιωάννινα 2008, σ.235-252.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

  • Σωτήριος Λέκκας, «Οι Βυζαντινές πρεσβείες στην Κίνα μέσα 7ου και 8ου αι.»[5]
  • Τα οστά του Ανθρώπου του Πεκίνου Πολύτιμα κρανία του ανθρωποειδούς εξαφανίστηκαν στον πόλεμο [6]
  • Αρχαιότερος από ό,τι είχε εκτιμηθεί αποδεικνύεται ο Ανθρωπος του Πεκίνου [7]
  • Μαρία Ευθυμίου, «Οι θεωρίες του Κομφούκιου και οι κρίσεις στην Κίνα και την Ανατολική Ασία»[8]
  • Ξενοφών Χαλάτσης, «Η εξέγερση των Ταϊπίνγκ. Δεκαπέντε χρόνια πολέμου- 20.000 νεκροί (1851-1866)», Στρατιωτική Ιστορία, τχ.85 (Σεπτέμβριος 2003), [9]
Α΄ Σινοϊαπωνικός Πόλεμος

Ο Α΄ Σινοϊαπωνικός πόλεμος (1 Αυγούστου 1894 – 17 Απριλίου 1895) ήταν πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στην Ιαπωνική Αυτοκρατορία Μεΐτζι και την Κίνα των Τσινγκ, κυρίως για τον έλεγχο της Κορέας. Η ήττα των Κινέζων μετά από έξι μήνες, εξέπληξε τον κόσμο και αποκάλυψε τη δύναμη του ιαπωνικού στρατού, ο οποίος έδρασε με θαυμαστή ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Η Ιαπωνία αποκόμισε σημαντικά εδαφικά οφέλη, αλλά η παρέμβαση της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας την ανάγκασαν να παραιτηθεί από ορισμένα. Η ταπείνωση που ένιωσαν οι Ιάπωνες γέννησε ένα αίσθημα εθνικισμού που κατέκλυσε ολόκληρη τη χώρα και που ήταν πρωτεύων παράγοντας για την ιμπεριαλιστική πολιτική της Ιαπωνίας κατά τον 19ο και 20ό αιώνα.

Απαγορευμένη Πόλη

Η Αυτοκρατορική Πόλη ή Απαγορευμένη Πόλη (κινεζικά: Gugong, Γκουγκόνγκ) είναι η πόλη – ανάκτορο των αυτοκρατόρων της Κίνας, η οποία συμβολίζει τον αυτοκράτορα ως γιο του ουρανού. Βρίσκεται στην καρδιά της παλιάς πόλης του Πεκίνου, την οποία οι Δυτικοί αποκαλούσαν «Ταταρική Πόλη». Στα νότια της αυτοκρατορικής πόλης βρίσκεται η ιστορική Πλατεία Τιενανμέν της κινεζικής πρωτεύουσας. Ήταν κινεζικό αυτοκρατορικό παλάτι από τη Δυναστεία Μινγκ μέχρι το τέλος της Δυναστείας Τσινγκ. Είναι πλέον δημόσιο μουσείο γνωστό ως το Παλάτι Μουσείο με μεγάλη συλλογή κινέζικης τέχνης.

Δημοκρατία της Κίνας (1912–49)

Η Δημοκρατία της Κίνας (παραδοσιακά κινεζικά: 中華民國, απλοποιημένα κινεζικά: 中华民国, πινγίν: Zhonghua Mínguó, γουέιντ-τζάιλς: Chung1-hua2 Min2-kuo2) ήταν κράτος της Ανατολικής Ασίας που κατείχε τα εδάφη της σημερινής Κίνας, της Μογγολίας και της Ταϊβάν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους μεταξύ 1912 και 1949. Ως εποχή της κινεζικής ιστορίας, προηγήθηκε της τελευταίας αυτοκρατορικής δυναστείας της Κίνας, της δυναστείας Τσινγκ. Το τέλος της σημαδεύτηκε από τον Κινεζικό Εμφύλιο Πόλεμο, ο οποίος έφερε την διαίρεση του κράτους. Η ήττα του Κουομιντάνγκ οδήγησε στην διαφυγή του στο νησί της Ταϊβάν και την ίδρυση του σύγχρονου κράτους της Δημοκρατίας της Κίνας, περισσότερο γνωστής ως Ταϊβάν. Η νίκη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας οδήγησε στον έλεγχο του υπόλοιπου εδάφους στην ηπειρωτική χώρα, και την ίδρυση εκεί της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, περισσότερο γνωστή ως Κίνα.

Δυναστεία Μινγκ

Η δυναστεία των Μινγκ (Μινγκ Τσάο) ήταν η δυναστεία που κυβέρνησε την Κίνα από το 1368 έως το 1644. Ήταν η τελευταία δυναστεία εθνικότητας Χαν και υποσκέλισε τη μογγολικής εθνικότητας δυναστεία των Γιουάν προτού παραδώσει τα σκήπτρα στη μαντσουριανής εθνικότητας δυναστεία των Τσινγκ. Η επικράτεια της δυναστείας των Μινγκ, η Κίνα της εποχής, ονομαζόταν Αυτοκρατορία του μεγάλου Μινγκ. Αν και η πρωτεύουσα των Μινγκ, το Πεκίνο, έπεσε το 1644, υπολείματα της εξουσίας των Μινγκ άντεξαν έως το 1662.

Οι Μινγκ συγκρότησαν τεράστιο στρατό και ναυτικό. Το ναυτικό τους περιελάμβανε τετρακάταρτα πλοία εκτοπίσματος 1.500 τόνων. Ο δε στρατός τους είχε σε ετοιμότητα 1.000.000 άνδρες. Πάνω από 100.000 τόνοι σιδήρου εξορύσσονταν κάθε χρόνο στη βόρεια Κίνα και τυπώθηκαν πολλά βιβλία με σύστημα μεταβλητών στοιχείων. Από την εποχή της διαδοχής των Μινγκ από τους Τσινγκ και μέχρι τη μοντέρνα εποχή, είχε εκφραστεί έντονα από μερίδα του πληθυσμού η αντίθεση στην εξουσία των μη - Χαν και η πρόθεση για αποκατάσταση των Μινγκ.

Δυναστεία Σανγκ

H Δυναστεία Σανγκ (Chinese: 商朝; pinyin: Shāng cháo) ή δυναστεία Γιν (殷代; Yīn dài) (1600-1046 π.Χ.), σύμφωνα με την παραδοσιακή ιστοριογραφία ήταν κινεζική δυναστεία που βασίλεψε στην κοιλάδα του Κίτρινου Ποταμού τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., διαδεχόμενη τη δυναστεία Χσιά, και πριν από τη δυναστεία Τσόου. Η ιστορία των Σανγκ προέρχεται από κείμενα όπως το "Βιβλίο των Εγγράφων", "Χρονικά Μπαμπού" και "Τα Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού". Σύμφωνα με την παραδοσιακή χρονολογία βασισμένη σε υπολογισμούς που έγιναν ακριβώς 2.000 χρόνια πριν από τον Λιου Σιν, οι Σανγκ βασίλεψαν την περίοδο 1766-1122 π.Χ. (644 έτη), αλλά σύμφωνα με τη χρονολογία που βασίζεται στο κείμενο στα "Χρονικά του Μπαμπού", βασίλεψαν την περίοδο 1566-1046 π.Χ.

Οι Σανγκ αποτελούν την πρώτη δυναστεία της παραδοσιακής κινεζικής ιστορίας που η ύπαρξή της στηρίζεται σε αρχαιολογικές αποδείξεις. Ανασκαφές στα Ερείπια του Γιν (σημερινή Ανγιάνγκ), που ταυτοποιήθηκε ως η τελευταία πρωτεύουσα των Σανγκ, αποκάλυψαν έντεκα μεγάλους βασιλικούς τάφουυς και τα θεμέλια του παλατιού και λατρευτικών χώρων, ενώ περιείχαν όπλα και υπολείμματα από θυσίες ανθρώπων και ζώων. Δεκάδες χιλιάδες αντικείμενα μπρούντζινα, πέτρινα, οστέινα, κεραμικά, καθώς και από νεφρίτη, βρέθηκαν επίσης στις ανασκαφές αυτές.

Οι ανασκαφές στην Ανγιάνγκ έφεραν επίσης στο φως το πρωιμότερο δείγμα κινεζικής γραφής, κυρίως χρησμούς χαραγμένους σε οστά που χρησιμοποιούνταν σε μαντικές τελετές, καύκαλα χελωνών, σφάγια αγελάδων, και άλλα οστά. Περισσότερα από 20.000 τέτοια κομμάτια ανακαλύφθηκαν στις αρχικές επιστημονικές ανασκαφές κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, ενώ από τότε έχουν βρεθεί τέσσερεις φορές περισσότερα. Οι επιγραφές παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για πολλά ζητήματα της πολιτικής, οικονομίας, καθώς και των θρησκευτικών πρακτικών στην τέχνη και την ιατρική εκείνης της εποχής της κινέζικης ιστορίας.

Δυναστεία Σονγκ

Η Δυναστεία των Σονγκ (960 - 1279) ήταν μια από τις μακροβιότερες κινεζικές δυναστείες και κυβέρνησε την Κίνα για 319 χρόνια. Ιδρύθηκε το 960 και καταλύθηκε τον Μάρτιο του 1279, μετά από την ήττα του αυτοκράτορα Μπινγκ σε μάχη εναντίον των Μογγόλων. Ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Ταϊτζού αφού σφετερίστηκε τον θρόνο από τον τελευταίο αυτοκράτορα των Τζόου τερματίζοντας την περίοδο των Πέντε Δυναστειών και των Δέκα Βασιλείων. Η Δυναστεία των Σονγκ ήταν η πρώτη στην παγκόσμια ιστορία που εξέδωσε χαρτονομίσματα σε όλο το έθνος της και η πρώτη κινέζικη κυβέρνηση που καθιέρωσε μόνιμο ναυτικό σώμα.

Δυναστεία Σουέι

Η Δυναστεία Σουέι (581 - 18 Ιουνίου 618) ήταν μια αυτοκρατορική δυναστεία που κυβέρνησε την Κίνα για 37 χρόνια, δηλαδή ήταν μια βραχύβια δυναστεία.

Δυναστεία Τανγκ

Η δυναστεία των Τανγκ (18 Ιουνίου 618 - 4 Ιουνίου 907) ήταν μια αυτοκρατορική δυναστεία της Κίνας, που διαδέχθηκε την Δυναστεία Σουί και ακολουθείται από την περίοδο των πέντε δυναστειών και των δέκα βασίλειων. Ιδρύθηκε από την οικογένεια Λι (李), η οποία κατέλαβε την εξουσία κατά τη διάρκεια της παρακμής και κατάρρευσης της Αυτοκρατορίας των Σουί. Η δυναστεία διακόπηκε για λίγο από τη δεύτερη δυναστεία Τσόου (8 Οκτωβρίου, 690-3 Μαρτίου, 705), όταν η αυτοκράτειρα Γου Ζετιάν κατέλαβε το θρόνο, γινόμενη η πρώτη και μοναδική αυτοκράτειρα που βασίλευσε στην Κίνα.

Η δυναστεία των Τανγκ, με πρωτεύουσα το Τσανγκ-αν (σημερινή Σιάν), πιο πυκνοκατοικημένη πόλη στον κόσμο εκείνη την περίοδο, θεωρείται γενικά ως μια χρυσή εποχή του κινεζικού πολιτισμού (ίση ή ξεπερνά εκείνη της δυναστείας Χαν). Η έκτασή της, που αποκτήθηκε μέσω των στρατιωτικών εκστρατειών των πρώτων αυτοκρατόρων της, ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των Χαν και συναγωνίστηκε αυτή της τελευταίας δυναστείας Γιουάν και Τσινγκ. Σε δύο απογραφές του 7ου και 8ου αιώνα, τα αρχεία των Τανγκ υπολόγισαν τον πληθυσμό από τον αριθμό των εγγεγραμμένων νοικοκυριών, σε περίπου 50 εκατομμύρια άτομα. Όμως, ακόμη και όταν η κεντρική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και δεν ήταν σε θέση να καταρτιστεί μια ακριβής απογραφή του πληθυσμού τον 9ο αιώνα, εκτιμάται ότι ο πληθυσμός είχε αυξηθεί από τότε σε περίπου 80 εκατομμύρια άτομα.

Με βάση τον πληθυσμό της, η δυναστεία ήταν σε θέση να αυξήσει τους επαγγελματίες στρατιώτες και την επιστράτευση στρατιών εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών για να υποστηρίξουν την άμυνα ενάντια σε νομαδικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν στην εσωτερική Ασία (κυρίως τα διάφορα τουρκικά φύλα, όπως οι Ουιγούροι, που έκαναν εκείνη την περίοδο την εμφάνισή τους στην περιοχή) και τις προσοδοφόρες εμπορικές διαδρομές κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού, χωρίς όμως να λείπει από τις στρατηγικές τους και η διπλωματία.

Μέχρι τη μαζική εξέγερση υπό τον στρατηγό Αν Λουσάν κατά του αυτοκράτορα Σιουάν-τσονγκ, από το 755 έως το 763, η Κίνα συνέχιζε να επεκτείνεται. Διάφορα βασίλεια πλήρωναν φόρο υποτέλειας στο δικαστήριο των Τανγκ, ενώ κατακτήθηκαν επίσης πολλές περιοχές που ελέγχονταν έμμεσα μέσω ενός συστήματος προτεκτοράτων. Η εξέγερση του Αν Λουσάν σταμάτησε την τάση αυτή αλλά ταυτόχρονα έδωσε νέα ώθηση στην οικονομία, κυρίως των πιο απομακρυσμένων περιοχών, καθώς ελάττωσε τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας πάνω στο εμπόριο.

Εκτός από την πολιτική ηγεμονία, οι Τανγκ επίσης έχουν ασκήσει μια ισχυρή πολιτιστική επιρροή στα γειτονικά κράτη, όπως στην Κορέα, την Ιαπωνία και το Βιετνάμ. Παράλληλα όμως, δέχθηκαν με άνεση τις ξενικές επιρροές που κατέφθαναν μέσω των εμπορικών συναλλαγών με τους γείτονές της, κυρίως πάνω στις τέχνες, όπως η μουσική. Χαρακτηριστικό επίσης υπήρξε η διείσδυση όλο και περισσότερο του Βουδισμού στην καθημερινή ζωή των πολιτών, παρά τις προσπάθειες κάποιων αυτοκρατόρων της περιόδου να τον καταστείλουν με τη βία, όπως με τα μέτρα του 843, όταν η Αυλή κατάργησε όλα τα βουδιστικά μοναστικά τάγματα, κατεδαφίζοντας μεγάλο αριθμό ναών και μοναστηριών.

Προς το τέλος της περιόδου των Τανγκ και τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, η παρακμή της κοινωνίας και έλλειψη ελέγχου από το κράτος, οδήγησε στην επανάκαμψη του Κομφουκιανισμού αλλά και την ανάπτυξη μιας πιο ανθεκτικής σε πολιτικές κρίσεις κοινωνίας, κάτι που επέτρεψε την οικονομική ανάπτυξη κατά την περίοδο της δυναστείας των Σονγκ.

Δυναστεία Τζόου

H Δυναστεία Τζόου (κινεζικά: 周朝; πινγίν: Zhōu cháo, αναφέρεται συχνά ως Τσόου, ορθή προφορά: Τζόου) ήταν βασιλική δυναστεία της Κίνας, την περίοδο 1046–256 π.Χ. Διαδέχθηκε τη δυναστεία Σανγκ και την ακολούθησε η δυναστεία Τσιν. Παρόλο που η δυναστεία Τζόου διήρκεσε περισσότερο από κάθε άλλη στην κινεζική ιστορία, η πραγματική πολιτική και στρατιωτική εξουσία της κράτησε μέχρι το 771 π.Χ. Η περίοδος αυτή (1046-771 π.Χ.) ονομάστηκε "Περίοδος των Δυτικών Τζόου".

Το 771 π.Χ. οι Τζόου εκδιώχθηκαν από την κοιλάδα του ποταμού Ουέι, και η πραγματική εξουσία πέρασε στα χέρια των υποτελών φεουδαρχών.

Δυναστεία Τσιν

Η Δυναστεία Τσιν (Chinese: 秦朝; πινγίν: Qín Cháo; Wade–Giles: Ch'in2 Ch'ao2), ήταν η πρώτη δυναστεία της Αυτοκρατορικής Κίνας, από το 221 π.Χ. έως το 206 π.Χ. Πήρε το όνομά της από την καρδιά της περιοχής εξουσίας της, Τσιν, στις σημερινές επαρχίες Κανσού και Σαανσί. Η δυναστεία σχηματίστηκε μετά την κατάκτηση έξι άλλων κρατών από το κράτος των Τσιν, ενώ ιδρυτής της ήταν ο Τσιν Σι Χουάνγκ, πρώτος αυτοκράτορας της δυναστείας.

Η δύναμη του κράτους των Τσιν αυξήθηκε σημαντικά από τις νομικίστικες μεταρρυθμίσεις του Σανγκ Γιανγκ τον 4ο αιώνα π.Χ., κατά τη διάρκεια της περιόδου των "Εμπόλεμων Κρατών". Στα μέσα και τέλη του 3ου αιώνα π.Χ., οι Τσιν κατάφεραν μια σειρά από γρήγορες κατακτήσεις, τερματίζοντας αρχικώς την ανίσχυρη δυναστεία των Τσόου, και τελικώς κατακτώντας τα υπόλοιπα έξι από τα "Επτά Εμπόλεμα Κράτη", επιβάλλοντας την εξουσία τους στο σύνολο της Κίνας.

Από τη δυναστεία αυτή πήρε το όνομά της η Κίνα.

Δυναστεία Τσινγκ

Η Δυναστεία Τσινγκ επίσης γνωστή ως Δυναστεία Μαντσού, ήταν η τελευταία αυτοκρατορική δυναστεία της Κίνας, η οποία εξουσίαζε την περίοδο 1644 - 1912 (με μία σύντομη, άκαρπη αποκατάσταση το 1917). Είχε προηγηθεί η δυναστεία Μινγκ και ακολουθεί το αστικό δημοκρατικό καθεστώς του Σουν Γιατ Σεν.

Η δυναστεία ιδρύθηκε από τη φυλή Αϊσίν Γκιόρο της εθνότητας των Μαντσού σε αυτό που είναι σήμερα η βορειοανατολική Κίνα (γνωστή και ως Μαντζουρία). Ξεκινώντας το 1644 εγκαθίδρυσε την εξουσία της στην Κίνα και τις γύρω περιοχές, για την ίδρυση της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Τσινγκ (απλοποιημένα κινέζικα: 大 清 国? Παραδοσιακά κινέζικα: 大 国 清? Pinyin: Da Qing Guo? Wade-Giles: Tα Τσινγκ Kουό, ή απλουστευμένα κινέζικα: 大 帝国 清? παραδοσιακά κινέζικα: 大 帝国 清? pinyin: Da Qing Di Guo? Wade-Giles: Τα Τσίνγκ Τι Kουό). Η πλήρης ειρήνευση της Κίνας ολοκληρώθηκε γύρω στο 1683 από τον αυτοκράτορα Κανγξί.

Αρχικά καθιερώθηκε ως Ύστερη Δυναστεία Τζιν (απλοποιημένα κινέζικα: 后 金? Παραδοσιακά κινέζικα: 后 金? Pinyin: Χου jin) Amaga Aisin Gurun () το 1616, άλλαξε την επωνυμία της σε «Τσινγκ», που σημαίνει «καθαρό» ή «διαφανής» το 1636. Το 1644 το Πεκίνο κατακτήθηκε από μια συμμαχία των επαναστατικών δυνάμεων υπό την ηγεσία του Λι Ζιτσένγκ, ένας μικρής σημασίας ηγέτης των Μινγκ που ήταν επικεφαλής της εξέγερσης των αγροτών. Ο τελευταίος αυτοκράτορας των Μινγκ Τσονγκτσέν αυτοκτόνησε όταν η πόλη έπεσε, σηματοδοτώντας το επίσημο τέλος της δυναστείας. οι Μαντσού συνέχεια συμμάχησε με το στρατηγό της δυναστείας Μινγκ Γου Σανγκούι και πήρε τον έλεγχο του Πεκίνου και ανέτρεψε τη βραχύβια δυναστεία Σουν Λι.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας της δυναστείας των Τσινγκ έγινε ιδιαίτερα ολοκληρωμένη με την κινεζική κουλτούρα. Η δυναστεία έφτασε την κορύφωσή της τον 18ο αιώνα, στη διάρκεια της οποίας τόσο η επικράτεια όσο και ο πληθυσμός αυξήθηκαν. Ωστόσο, η στρατιωτική της δύναμη αποδυναμώθηκε μετά την εξέγερση των Ταϊπίνγκ, καθώς και την ήττα στους πολέμους του οπίου με τους Ευρωπαίους, και η Δυναστεία Τσινγκ παράκμασε μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Η δυναστεία Τσινγκ ανατράπηκε μετά τη Επανάσταση Ξινχάι, όταν η χήρα αυτοκράτειρα Λονγκγιού παραιτήθηκε για λογαριασμό του τελευταίου αυτοκράτορα, Που γι, στις 12 Φεβρουαρίου 1912.

Δυναστεία Χαν

Η δυναστεία Χαν (παραδοσιακά κινέζικα: 漢朝, απλοποιημένα: 汉朝, 206 π.Χ. - 220 μ.Χ.) ήταν αυτοκρατορική δυναστεία της Κίνας, μετά τη δυναστεία Τσιν (221-207 π.Χ.) και πριν τα Τρία Βασιλεία (220-265). Ιδρύθηκε από τον επαναστατικό ηγέτη Λιόου Μπανγκ, γνωστό μετά θάνατον ως αυτοκράτορα Γκαοτζού. Αφού ανέβηκε στο θρόνο, όρισε νέα πρωτεύουσα το Τσανγκ-αν. Η δυναστεία των Χαν διεκόπη για λίγο από τη Δυναστεία Σιν (9 έως 23 μ.Χ.) του πρώην αντιβασιλέα Oυάνγκ Μανγκ. Η λανθασμένη πολιτική του πάνω σε οικονομικά θέματα, κάποιες φυσικές καταστροφές και η απέχθεια λόγω των κομφουκιανικών αντιλήψεων λόγιων της εποχής για τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε στην εξουσία, οδήγησαν σε μια περίοδο αναταραχών, από την οποία τελικά στην εξουσία της Κίνας ανήλθε ο Λιόου Σιόου (25 μ.Χ.) ο οποίος βασίλευσε με το όνομα Γκουανγκγού. Ο Γκουανγκγού μετέφερε την πρωτεύουσα ανατολικότερα, από το Τσανγκ-αν στο Λο-γιανγκ. Αυτό το μεσοδιάστημα χωρίζει τους Χαν σε δύο περιόδους: τους Δυτικούς Χαν (206 π.Χ. - 9 μ.Χ.) και τους Ανατολικούς Χαν (25-220 μ.Χ.). Με διάρκεια πάνω από τέσσερις αιώνες, η περίοδος της δυναστείας των Χαν, θεωρείται ως μια χρυσή εποχή στην ιστορία της Κίνας. Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη εθνοτική ομάδα της Κίνας αναφέρεται στον εαυτό της ως "άνθρωποι Χαν".

Δυναστεία Χσιά

Η Δυναστεία Χσιά (ορθή προφορά: Σια, μονοσύλλαβη λέξη, (Κινέζικα)Ουέιντ-Τζάιλς: Hsia-Ch'ao; IPA: [ɕiâ tʂʰɑ̌ʊ̯]; π. 2070 - 1600 π.Χ.) είναι η πρώτη δυναστεία στην κινέζικη ιστορία. Σύμφωνα με τον θρύλο η δυναστεία ιδρύθηκε από τον θρυλικό Γιου τον Μεγάλο όταν ο Σουν, ο τελευταίος από τους 5 αυτοκράτορες, έδωσε στον πρώτο τον θρόνο. Η διάδοχη δυναστεία των Χσιά είναι η Δυναστεία Σανγκ (1600 - 1046 π.Χ.)

Σύμφωνα με την χρονολογία που βασίστηκε σε υπολογισμούς από τον Λιου Τσιν η δυναστεία κυβέρνησε από το 2205 μέχρι το 1766 π.Χ., ενώ ένα άλλο κινεζικό χρονικό αναφέρει ότι η δυναστεία υπήρχε από το 1989 μέχρι το 1558 π.Χ. Σύμφωνα με το χρονολογικό πρότζεκτ Χσιά-Σανγκ-Τζόου οι Χσιά υπήρξαν από το 2070 μέχρι το 1600 π.Χ. Από ένα βιβλίο που λέει για την ιστορία της Κίνας προ του 13ου αιώνα π.Χ. μαθαίνουμε ότι την περίοδο των Χσιά έχουμε το πρώτο κινεζικό αλφάβητο. Υπάρχουν αρκετοί αρχαιολόγοι που συνδέουν τους Χσιά με τους αρχαιολογικούς χώρους του πολιτισμού Ερλιτού.

Εξέγερση των Μπόξερς

Η Εξέγερση των Μπόξερς (στα αγγλικά: The Boxer Rebellion‎, ή The Boxer Revolution), γνωστή σε παλαιότερη βιβλιογραφία και ως Εξέγερση των Δίκαιων Γροθιών, ήταν εθνικιστική αιματηρή εξέγερση από μέλη της λεγόμενης "Ομάδας της Ηθικής Αρμονίας της Κίνας", ενάντια σε κάθε ξένη και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή, ιμπεριαλιστική επιρροή στην Κίνα. Η εξέγερση διήρκεσε από το Νοέμβριο του 1899 μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου του 1901 και καταπνίγηκε στο αίμα.

Οι επαναστάτες ονομάστηκαν «Μπόξερς» (= πυγμάχοι) από τους Δυτικούς εξαιτίας των πολεμικών τεχνών στις οποίες ασκούνταν στην ύπαιθρο της χώρας. Στη πραγματικότητα, αυτή η επωνυμία προέκυψε από την απόδοση του εμβλήματος και του μότο των εξεγερμένων "Γροθιές της Δίκαιης Αρμονίας", στα κινεζικά Ι-χο Τσουάν. Οι Μπόξερς πίστευαν ότι τα φυλαχτά και η γυμναστική τούς έκαναν άτρωτους. Στερούνταν όμως στρατιωτικών ικανοτήτων, καθώς τους έλειπαν ο στρατιωτικός εξοπλισμός και η οργάνωση.

Μαντσουκούο

Με την ονομασία Μαντσουκούο (παραδοσιακά κινέζικα: 滿洲國, απλοποιημένα κινέζικα: 满洲国? Pinyin: Mǎnzhōuguó, Ιαπωνικά: 滿洲国? Κυριολεκτικά: «Κράτος της Μαντζουρίας») ανακηρύχθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1932 από την Ιαπωνία ως ανεξάρτητο κράτος, τα εδάφη της Μαντζουρίας που είχαν καταληφθεί από τα ιαπωνικά στρατεύματα το προηγούμενο έτος, γενόμενο ουσιαστικά προτεκτοράτο αυτής.

Η Ματσουκούο διεπόταν αρχικά από μία φιλο-ιαπωνική μονοκομματική κυβέρνηση συνταγματικής μοναρχίας υπό τον τελευταίο αυτοκράτορα των Ματσού της Κίνας μέχρι το 1934 όταν ο ίδιος ανέλαβε αυτοκράτορας της λεγόμενης Αυτοκρατορίας της Μαντσουκούο. Ο δε πληθυσμός της χώρας αποτελούνταν στη πλειονότητά τους από Κινέζους και άλλες μειονοτικές ομάδες από Κορεάτες, Μογγόλους, Ιάπωνες και Λευκορώσους. Στη δε επικράτεια αυτής υπήρχαν δύο περιοχές με ιδιαίτερο καθεστώς το ένα στη δυτική περιοχή με πλειονότητα Μογγόλων καθώς και το νότιο τμήμα της χερσονήσου Λιαοντόγκ, στην ανατολική περιοχή. που αποτελούσε μισθωμένη επικράτεια της Ιαπωνίας.

Η Αυτοκρατορία της Μαντσουκούο αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος από πλείστα άλλα κράτη της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής, μεταξύ των οποίων και από τη Σοβιετική Ρωσία, σημειωτέον πολύ πριν ξεσπάσει ο Β' Π.Π.. Η σθεναρή όμως άρνηση της Κοινωνίας των Εθνών αφενός μεν να ικανοποιήσει τα αιτήματα τόσο της Ιαπωνίας όσο ακόμα και της Κίνας για λήψη απόφασης "περί αναγνώρισης της ισότητας των λαών της Γης", και τούτο για να μη δυσαρεστήσει τις τότε ιμπεριαλιστικές αποικιοκρατικές δυνάμεις και φέρει σε δύσκολη θέση τις κυβερνήσεις αυτών, και αφετέρου η άρνηση της αναγνώρισης του κράτους της Ματσουκούο, και τούτο για να μη αποτελέσει απαρχή της ανεξαρτησίας των αποικιών, οδήγησαν την Ιαπωνία στην έξοδό της από τον διεθνή οργανισμό, παρότι αποτελούσε ένα από τα τέσσερα βασικά μέλη του. Η δε αποχώρηση αυτή επέφερε σταδιακά και την κατάρρευση του οργανισμού.

Η Μαντσουκούο έπαυσε να υφίσταται αμέσως μετά το διάγγελμα του Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας Χιροχίτο στις 15 Αυγούστου του 1945. Σήμερα τα εδάφη της αποτελούν μέρος του εδάφους της Κίνας.

Μεγάλο κανάλι

Μεγάλο κανάλι ονομάζεται ένα κανάλι της αρχαίας Κίνας που εκτείνεται από το Πεκίνο μέχρι και την ανατολική Κίνα στη Χανγκτσόου. Είναι το μεγαλύτερο κανάλι ή τεχνητό ποτάμι που έχει κατασκευαστεί ποτέ στην ιστορία.

Τα πρώτα τμήματα του καναλιού άρχισαν να κατασκευάζονται τον 6ο με 5ο αιώνα π.Χ. Κάθε δυναστεία συντηρούσε, επέκτεινε και βελτίωνε το κανάλι.

Το μεγάλο κανάλι καθώς και άλλα μικρότερα κανάλια προσέφεραν σημαντικό πλεονέκτημα στην κινεζική οικονομία, αυξάνοντας την εμπορική κίνηση των γύρω πόλεων. Για την εποχή του το μεγάλο κανάλι λειτουργούσε όπως λειτουργεί σήμερα μια μεγάλη λεωφόρος ή μια σιδηροδρομική γραμμή. Το μεγάλο κανάλι χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα.

Το 2014 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Νταγιουάν

Οι Νταγιουάν ή Ταγιουάν (κινεζικά: 大宛, πινγίν: Dàyuān, Ουέιντ-Τζάιλς: Ta4-yuan1, Μεγάλοι Ίωνες) ήταν ελληνιστικός πολιτισμός στην κοιλάδα Φεργκάνα της κεντρικής Ασίας, ο οποίος περιγράφεται στα κινεζικά ιστορικά έργα των γραπτών του Μεγάλου Ιστορικού και του βιβλίου των Χαν. Αναφέρεται επίσης στα γραπτά του διάσημου Κινέζου εξερευνητή Ζανγκ Κιάν το 130 π.Χ., κατά τις πολυάριθμες αποστολές και εξερευνήσεις που έκανε στην κεντρική Ασία. Η χώρα των Νταγιουάν είναι γενικά αποδεκτό πως σχετίζεται με την κοιλάδα της Φεργκάνα, τοποθεσία που αντιστοιχεί στην διασταύρωση των περιοχών του σημερινού Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, και Κιργιστάν, κοντά στην βορειοδυτική Κίνα.

Οι κινεζικές μαρτυρίες, περιγράφουν τους Νταγιουάν ως κατοίκους οχυρωμένων πόλεων με τους ίδιους να έχουν καυκάσια χαρακτηριστικά, και οι τρόποι και έθιμα τους να είναι πανομοιότυποι με τους κατοίκους του ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής, ελληνιστικό βασίλειο το οποίο κυβερνούσε νοτιότερα στην περιοχή της Βακτρίας -σημερινό βόρειο Αφγανιστάν-. Οι Νταγιουάν περιγράφονται επίσης ως ικανοί τεχνίτες καθώς και πως έτρεφαν ιδιαίτερη αγάπη στο κρασί.Ήταν πιθανώς οι απόγονοι των Ελλήνων αποίκων και στρατιωτών οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 329 π.Χ. μέσω των εκστρατειών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και αργότερα μετακινήθηκαν βορειότερα από την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη, και αναπτύχθηκαν παράλληλα με τα ελληνιστικά βασίλεια των Σελευκιδών και των Ελληνοβακτρών, μέχρι που απομονώθηκαν από τους νότιους πληθυσμούς λόγω των μαζικών μεταναστεύσεων των Τόχαρων περίπου το 160 π.Χ. από τα βόρεια της Κίνας. Φαίνεται πως η ονομασία Γιουάν, ήταν απλώς μεταγραφή της ινδικής λέξης Γιόνα ή Γιαβάνα, η οποία χρησιμοποιούνταν σε όλη την Ασία για να περιγράψει τους Έλληνες (Ίωνες), έτσι το Τα-γιουάν αποδίδεται ως Μεγάλοι Ίωνες.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ των Νταγιουάν και των Κινέζων είναι ιστορικά κρίσιμη, καθώς αντιπροσωπεύει μια από τις πρώτες κύριες επαφές μεταξύ ενός αστικοποιημένου δυτικού πολιτισμού με τον κινεζικό, προλειαίνοντας το έδαφος για τον μετέπειτα σχηματισμό του δρόμου του Μεταξιού, ο οποίος έγινε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ ανατολής και δύσης κατά τις εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές που ξεκίνησαν από τον 1ο αιώνα π.Χ. και συνεχίστηκαν έως τον 15ο αιώνα.

Τζόγκα

Η Τζόγκα (εκ της γαλλικής "jonque", αγγλικής "junk" και μαλαϊκή άτζογκ) ήταν τύπος πολεμικού πλοίου του παλαιού αυτοκρατορικού κινεζικού ναυτικού. Ήταν τρικάταρτο με ανυψωμένη πρύμνη και έφερε ωτοειδή ψάθινα πανιά τα οποία με οριζόντιες εγκάρσιες κεραίες αναδιπλώνονταν σταδιακά κατά ριπές αυξομειώνοντας έτσι την επιφάνειά τους σε οποιοδήποτε καθ΄ ύψος σημείο τους. Είχε χωρητικότητα από 100 μέχρι 500 τόνους. Στο σχήμα του σκάφους έμοιαζε με την καραβέλα. Ίσως να πρόκειται για το περιγραφόμενο από τον Αρριανό αρχαίο "κότυβον".

Εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται μέχρι τον προηγούμενο αιώνα ως παράκτιο ιστιοφόρο περιπολικό εξοπλισμένο με πυροβόλα για την προστασία των ακτών κυρίως από πειρατές που χρησιμοποιούσαν κι εκείνοι παρόμοια μικρότερα σκάφη που αν και στερούνταν σε ταχύτητα έπλεαν όμως ασφαλώς. Όπως και στα ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία, κατά τον Μεσαίωνα, η πλώρη της Τζόγκας απεικόνιζε κάποιο πρόσωπο (ακρόπρωρο) τα δε όκια (οπές) από τις οποίες φέρονταν οι άγκυρες ή τα ναυτικά σχοινιά αυτών ήταν ζωγραφισμένα ως μάτια προκειμένου "... να βλέπει η Τζόγκα τους θαλάσσιους κινδύνους και να τους αποφεύγει.", κατά παλαιό σινικό αυτοκρατορικό διάταγμα.

Στα τέλη της δεκαετίας του "70 όταν οι Αμερικανοί εγκατέλειψαν το Βιετνάμ πολλοί εθνικιστές Βιετναμέζοι κατέφυγαν κατά κύματα, με τέτοιο τύπο πλοίων, ως πρόσφυγες, στο Χονγκ Κονγκ.

Τόχαροι

Οι Τόχαροι ήταν κάτοικοι των μεσαιωνικών πόλεων-κρατών που βρίσκονταν στις οάσεις του βορείου άκρου της Λεκάνης Ταρίμ (σημερινή επαρχία Σιντζιάνγκ της Κίνας). Η γλώσσα τους, η τοχαρική (κλάδος της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας), είναι γνωστή από χειρόγραφα της περιόδου μεταξύ 6ου-8ου αιώνα μ.Χ., μετά την οποία εκτοπίστηκε από τις τουρκικές γλώσσες ουιγουρικών φυλών που κατέκλυσαν την περιοχή της κοιλάδας Ταρίμ.

Κάποιοι επιστήμονες συνέδεσαν τους Τόχαρους με τον πολιτισμό Αφανάσεβο της ανατολικής Σιβηρίας (περίπου 3.500–2.500 π.Χ.), τις μούμιες της κοιλάδας Ταρίμ (περίπου 1.800 π.Χ.) και τους Γιουέ-τσι των κινεζικών χρονικών, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετανάστευσαν από τη νότια Γκανσού στη Βακτριανή τον 2ο αιώνα μ.Χ., και αργότερα στη βορειοδυτική Ινδία όπου και ίδρυσαν την Αυτοκρατορία των Κοσσανών (Κουσάν).

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.