Ιαπωνία

Η Ιαπωνία (ιαπωνικά: 日本, επίσημα: 日本国‎, προφορά▶) είναι χώρα της Ανατολικής Ασίας. Οι Ιάπωνες ή Νιχόν-τζιν (日本人) την αποκαλούν Νιχόν (Nihon) ή Νιππόν (Nippon) και το όνομά της είναι συνδυασμός δύο ιδεογραμμάτων, που σημαίνουν ήλιος και αρχή αντίστοιχα. Είναι γνωστή επίσης ως Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Εκτείνεται σε μεγάλο μέρος του Ιαπωνικού Αρχιπελάγους, στον βορειοδυτικό Ειρηνικό ωκεανό και κατά μήκος των ακτών της Ρωσίας και της Κορέας, από τις οποίες χωρίζεται από τη Θάλασσα της Ιαπωνίας. Αποτελείται από τέσσερα μεγάλα νησιά, Χοκκάιντο, Σικόκου, Κιούσου και Χονσού, τα οποία συνοδεύονται επίσης από χιλιάδες μικρότερα (για την ακρίβεια το αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας αποτελείται από 6.852 νησιά).[1] Τα περισσότερα από αυτά είναι ορεινά και ηφαιστειακά· για παράδειγμα η ψηλότερη κορυφή της Ιαπωνίας το όρος Φούτζι, είναι ηφαίστειο. Έχει πληθυσμό 126.220.000[2] κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2019 και συνολική έκταση 377.972 τ.χλμ.[1] Η μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας και εκ των πραγμάτων πρωτεύουσα είναι το Τόκιο, το οποίο μαζί με τη μητροπολιτική περιοχή έχει περισσότερους των 30 εκατομμυρίων κατοίκων. Είναι η μεγαλύτερη Μητροπολιτική Περιοχή στον κόσμο. Οι Ιάπωνες αποτελούν το 98,5% του πληθυσμού της χώρας. Από την μεταρρύθμιση του 1947, η χώρα έχει έναν Αυτοκράτορα και εκλεγμένο κοινοβούλιο που ονομάζεται Εθνική Δίαιτα.

Μεγάλη οικονομική δύναμη, η Ιαπωνία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο σε ονομαστικό ΑΕΠ (πρόσφατοι αριθμοί της κυβέρνησης από την Κίνα υποστηρίζουν ότι η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη)[6] και η τέταρτη μεγαλύτερη σε αγοραστική δύναμη. Επίσης, είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο και ο τέταρτος μεγαλύτερος εισαγωγέας. Είναι, επίσης, σήμερα μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Παρόλο που η Ιαπωνία έχει επισήμως παραιτηθεί του δικαιώματός της να κηρύξει πόλεμο, διατηρεί σύγχρονο και εκτεταμένο στρατό που απασχολείται με την αυτοάμυνα και τη διατήρηση της ειρήνης. Πρόκειται για μια ανεπτυγμένη χώρα με πολύ υψηλό βιοτικό επίπεδο (δέκατος υψηλότερος Δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης). Μετά τη Σιγκαπούρη, η Ιαπωνία έχει τα χαμηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών (συμπεριλαμβανομένης της απόπειρας ανθρωποκτονίας) στον κόσμο.[7] Η Ιαπωνία έχει το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου (σύμφωνα τόσο με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ και του ΠΟΥ) και το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας.[8][9]

Συντεταγμένες: 35°09′22″N 136°03′36″E / 35.1561°N 136.06°E

Ιαπωνία
日本国
Σημαία
Σημαία
Έμβλημα
Εθνόσημο
Εθνικός ύμνος: Kimi Ga Yo (Είθε η βασιλεία σου να διαρκεί για πάντα)
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
και μεγαλύτερη πόληΤόκιο
35°41′N 139°46′E / 35.68°N 139.76°E
Ιαπωνικά
Βασιλευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Ναρουχίτο
Σίνζο Άμπε
Συγκρότηση
Ημέρα Εθνικής Ίδρυσης
Σύνταγμα Μέιντζι
Ισχύον Σύνταγμα

11 Φεβρουαρίου 660 π.Χ.

29 Νοεμβρίου 1890
3 Μαΐου 1947
 • Σύνολο
 • % Νερό
Ακτογραμμή

377.972[1] km2 (63η)
0,8
33.889 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 7-2019 
 • Απογραφή 2010 
 • Πυκνότητα 

126.220.000[2] (11η) 
128.057.352[3]  
333,9 κατ./km2 (40η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2016)
 • Κατά κεφαλή 

$5.238 δισεκατομμύρια [4]  
$41.274 [4]  
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2016)
 • Κατά κεφαλή 

$4.939 δισ. [4]  
$38.917 [4]  
ΔΑΑ (2017)Αύξηση 0,909 [5] (19η) – πολύ υψηλός
ΝόμισμαΓιέν (¥) (JPY)
JST (UTC +9)
ISO 3166-1.jp
Internet TLDJP
Οδηγούν απόαριστερά
Κωδικός κλήσης+81
Το Εθνόσημο χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας

Ιστορία

Προϊστορία και αρχαία ιστορία

Οι επιστήμονες πιστεύουν πως οι Ιάπωνες ως ενιαίο σύνολο προέρχονται από πολλές ομάδες, οι οποίες μετανάστευσαν στα νησιά από άλλα σημεία της Ασίας, στα οποία περιλαμβάνονται η Κίνα και η Κορέα. Οι αρχαιολογικές έρευνες, ωστόσο, υποδεικνύουν πως τα ιαπωνικά νησιά κατοικούνταν ήδη από το 30.000 π.Χ.. Αυτό ακολουθήθηκε στην αρχή της περιόδου Τζόμον (περίπου 14.000 π.Χ.) από ένα μεσολιθικό προς νεολιθικό ημινομαδικό πολιτισμό κυνηγών και τροφοσυλλέκτων, που περιλαμβάνουν τους προγόνους των σύγχρονων Αϊνού και Γιαμάτο,[10][11] και χαρακτηρίζεται από κατοικίες λάκκους και στοιχειώδεις καλλιέργειες.[12] Διακοσμημένα πήλινα αγγεία αυτής της περιόδου αποτελούν μερικά από τα παλαιότερα σωζόμενα ίχνη αγγειοπλαστικής στο κόσμο. Περίπου το 300 π.Χ., οι Γιαγιόι άρχισαν να φτάνουν στα ιαπωνικά νησιά και να αναμειγνύονται με τους Τζόμον.[13] Η περίοδος Γιαγιόι αρχίζει περίπου το 500 π.Χ. και κατά τη διάρκειά της άρχισε η καλλιέργεια σε ορυζώνες,[14] νέος ρυθμός διακόσμησης αγγείων[15] και η μεταλλουργία, που εισήχθη από την Κίνα και την Κορέα.[16]

Η Ιαπωνία εμφανίζεται για πρώτη φορά στη γραφόμενη ιστορία στο κινεζικό βιβλίο Χανσού.[17] Σύμφωνα με τα Χρονικά των Τριών Βασιλείων, το πιο ισχυρό βασίλειο στο αρχιπέλαγος κατά τον 3ο αιώνα ονομαζόταν Γιαματαϊκόκου. Ο Βουδισμός εισήχθη στην Ιαπωνία από τον Μπαεκτζέ της Κορέας, αλλά η μετέπειτα ανάπτυξη του ιαπωνικού βουδισμού επηρεάστηκε κυρίως από τη Κίνα.[18] Παρά τις αρχικές αντιστάσεις, ο Βουδισμός προήχθη στις εξουσιάζουσες τάξεις και είχε ευρεία αποδοχή ξεκινώντας από τη περίοδο Ασούκα (592-710).[19]

Η περίοδος Νάρα (710-784) του 8ου αιώνα σημαδεύτηκε από την άνοδο ενός ισχυρού ιαπωνικού κράτους, επικεντρομένο στην αυτοκρατορική αυλή στο Χεϊτζό-Κυό (σύγχρονη Νάρα). Η περίοδος Νάρα χαρακτηρίστηκε από την εμφάνιση λογοτεχνίας καθώς και την ανάπτυξη τέχνης και αρχιτεκτονικής εμπνευσμένης από το Βουδισμό.[20] Η επιδημία ευλογιάς του 735-737 θεωρείται ότι σκότωσε περίπου το ένα τρίτο που πληθυσμού της Ιαπωνίας.[21] Το 784, ο αυτοκράτορας Κάμμου μετακίνησε την πρωτεύουσα από τη Νάρα στο Ναγκαόκα-Κυό και στη συνέχεια στο Χεϊάν-κυό (Κυότο) το 794. Αυτό σήμανε την έναρξη της περιόδου Χεϊάν (794-1185), κατά τη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκε ένας ευδιάκριτα ιθαγενής ιαπωνικός πολιτισμός, αξιοσημείωτος για την τέχνη, την ποίηση και τη λογοτεχνία του. Το Γκέντζι Μονογκατάρι (Ιστορίες του πρίγκηπα Γκέντζι) της Μουρασάκι Σικίμπου και οι στίχοι του εθνικού ύμνου της Ιαπωνίας Kimi Ga Yo γράφηκαν εκείνη την περίοδο.[22]

Φεουδαρχική περίοδος

Mōko Shūrai Ekotoba 2
Σαμουράι αντιμετωπίζουν τους Μογγόλους

Η φεουδαρχική εποχή της Ιαπωνίας χαρακτηρίστηκε από την εμφάνιση και την κυριαρχία μιας άρχουσας τάξης πολεμιστών, των σαμουράι. Το 1185, μετά την ήττα της φυλής Ταΐρα στον πόλεμο Γκενπέι, που τραγουδιέται στην επική ιστορία του Χεϊκέ, ο σαμουράι Μιναμότο νο Γιοριτόμο διορίστηκε σογκούν με έδρα τη Καμακούρα. Μετά το θάνατό του, η γενιά Χότζο ήρθε στην εξουσία ως αντιβασιλείς για τους σογκούν. Η σχολή Βουδισμού Ζεν εισήχθη από την Κίνα κατά την περίοδο Καμακούρα (1185-1333) και έγινε δημοφιλής στην τάξη των σαμουράι.[23] Ο σογκούν Καμακούρα απώθησε τις επιδρομές των Μογγόλων το 1274 και το 1281, αλλά νικήθηκε τελικά από τον αυτοκράτορα Γκο-Νταϊγκό. Ο Γκο-Νταϊγκό νικήθηκε από τον Ασίκαγκα Τακαούτζι το 1336.

Ο Ασίκαγκα Τακαούτζι ίδρυσε το σογκουνάτο στο Μουρομάτσι, Κιότο. Αυτό ήταν το ξεκίνημα της περιόδου Μουρομάτσι (1336-1573). Το σογκουνάτο Ασίκαγκα απέκτησε δόξα την εποχή του Ασίκαγκα Γιοσιμίτσου, και ο πολιτισμός που βασίζεται στον Ζεν Βουδισμό (τέχνη Μιγιάμπι) ευημερούσε. Αυτός εξελίχθηκε στο πολιτισμό Χιγκασιγιάμα και άκμασε μέχρι τον 16ο αιώνα. Από την άλλη πλευρά, το επόμενο σογκουνάτο Ασίκαγκα απέτυχε να ελέγξει τους φεουδάρχες πολέμαρχους (νταΐμιο), και ένας εμφύλιος πόλεμος (ο πόλεμος Ονίν) ξεκίνησε το 1467, αρχίζοντας την εκατονταετή περίοδο Σενγκόκου («εμπόλεμα κράτη»).[24]

Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, έμποροι και Ιησουίτες ιεραπόστολοι από την Πορτογαλία έφτασαν στην Ιαπωνία για πρώτη φορά, αρχίζοντας άμεσες εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ της Ιαπωνίας και της Δύσης. Ο Όντα Νομπουνάγκα νίκησε πολλούς άλλους νταΐμιο χρησιμοποιώντας ευρωπαϊκή τεχνολογία και όπλα. Αφότου δολοφονήθηκε το 1582, ο διάδοχός του Τογιοτόμι Χιντεγιόσι ένωσε το έθνος το 1590. Ο Χιντεγιόσι εισέβαλε στην Κορέα δύο φορές, αλλά μετά τις ήττες από τις κορεατικές και κινεζικές δυνάμεις των Μινγκ και το θάνατο του Χιντεγιόσι, τα ιαπωνικά στρατεύματα αποσύρθηκαν το 1598.[25] Αυτή η εποχή ονομάζεται Αζούτσι-Μομογιάμα (1573-1603).

Ο Τοκουγκάβα Ιεγιάσου υπηρέτησε ως αντιβασιλέας για το γιο του Χιντεγιόσι και χρησιμοποίησε τη θέση του για να κερδίσει πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, νίκησε τις αντίπαλες φυλές στη μάχη του Σεκιγκαχάρα το 1600 και ο Ιεγιάσου διορίστηκε σογκούν το 1603 και ίδρυσε το σογκουνάτο Τοκουγκάβα στο Έντο (σημερινό Τόκιο).[26] Το σογκουνάτο Τοκουγκάβα θέσπισε μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του μπούκε σοχάτο, ως κώδικα δεοντολογίας για τον έλεγχο των αυτόνομων νταΐμιο[27] και το 1639, η απομονωτική πολιτική σακόκου («κλειστή χώρα») κράτησε για δυόμισι αιώνες αδύναμης πολιτικής ενότητας γνωστή ως περίοδος Έντο (1603-1868).[28] Η μελέτη των δυτικών επιστημών, που είναι γνωστή ως ρανγκάκου, συνεχίστηκε μέσα από την επαφή με τον ολλανδικό θύλακα στο Ντετζίμα στο Ναγκασάκι. Η περίοδος Έντο έδωσε επίσης αφορμή για κοκουγκάκου («εθνικές μελέτες»), τη μελέτη της Ιαπωνίας από τους Ιάπωνες.[29]

Σύγχρονη περίοδος

Στις 31 Μαρτίου 1854 ο Μάθιου Πέρι και τα «Μαύρα Πλοία» του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών ανάγκασαν το άνοιγμα της Ιαπωνίας προς τον έξω κόσμο με τη Σύμβαση της Καναγκάβα. Μεταγενέστερες παρόμοιες συνθήκες με τις δυτικές χώρες κατά την περίοδο Μπακουμάτσου έφεραν οικονομικές και πολιτικές κρίσεις. Η παραίτηση του σογκούν οδήγησε στον πόλεμο Μποσίν και στη δημιουργία ενός συγκεντρωτικού κράτους που ενοποιήθηκε στο πρόσωπο του αυτοκράτορα (η Αποκατάσταση Μεϊτζί).[30]

Υιοθετώντας δυτικούς πολιτικούς, δικαστικούς και στρατιωτικούς θεσμούς, το Υπουργικό Συμβούλιο οργάνωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εισήγαγε το Σύνταγμα Μεϊτζί και την Αυτοκρατορική Δίαιτα. Η Αποκατάσταση Μεϊτζί μετέτρεψε την Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας σε μια βιομηχανοποιημένη παγκόσμια δύναμη που επιδιώκει στρατιωτική σύγκρουση για να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της. Μετά τις νίκες στον Α΄ Σινοϊαπωνικό πόλεμο (1894-1895) και στο Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο (1904-1905), η Ιαπωνία απέκτησε τον έλεγχο της Ταϊβάν, της Κορέας και του νότιου μισού της Σαχαλίνης.[31] Ο πληθυσμός της Ιαπωνίας αυξήθηκε από 35 εκατομμύρια το 1873 σε 70.000.000 το 1935.[32]

Οι αρχές του 20ου αιώνα είδαν μια σύντομη περίοδο «δημοκρατίας Ταϊσό» που επισκιάστηκε από την αύξηση του επεκτατισμού και της στρατιωτικοποίησης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βοήθησε την Ιαπωνία, από την πλευρά των νικητών Συμμάχων, να διευρύνει την επιρροή της και την εδαφική έκταση. Συνέχισε την επεκτατική πολιτική της καταλαμβάνοντας τη Μαντζουρία το 1931. Ως αποτέλεσμα της διεθνούς καταδίκης αυτής της κατοχής, η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας παραιτήθηκε από την Κοινωνία των Εθνών δύο χρόνια αργότερα. Το 1936 η Ιαπωνία υπέγραψε το σύμφωνο Αντι-Κομιντέρν με τη ναζιστική Γερμανία και το 1940, με το Τριμερές Σύμφωνο, έγινε μία από τις Δυνάμεις του Άξονα.[33] Το 1941, η Ιαπωνία διαπραγματεύτηκε το Σοβιετικοϊαπωνικό Σύμφωνο Ουδετερότητας.[34]

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας εισέβαλε σε άλλα μέρη της Κίνας το 1937, επισπεύδοντας το δεύτερο Σινοϊαπωνικό πόλεμου (1937-1945). Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός κατέλαβε γρήγορα την πρωτεύουσα Ναντζίνγκ και διεξήγαγε τη Σφαγή της Ναντσίνγκ.[35] Το 1940, η Αυτοκρατορία στη συνέχεια εισέβαλε στην Γαλλική Ινδοκίνα, μετά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες άσκησαν εμπάργκο πετρελαίου στην Ιαπωνία.[36] Τις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία επιτέθηκε στην ναυτική βάση των ΗΠΑ στο Περλ Χάρμπορ και κήρυξε τον πόλεμο, φέρνοντας τις ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[37][38] Μετά τη σοβιετική εισβολή στη Μαντζουρία και τη ρίψη ατομικών βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι το 1945, η Ιαπωνία συμφώνησε σε άνευ όρων παράδοση στις 15 Αυγούστου.[39] Ο πόλεμος στοίχισε στην Ιαπωνία και στην υπόλοιπη Σφαίρα Συν-Ευημερίας της Ευρύτερης Ανατολικής Ασίας εκατομμύρια ζωές και άφησε ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των υποδομών της χώρας κατεστραμμένο. Οι Σύμμαχοι (με επικεφαλής τις ΗΠΑ) επαναπάτρισαν εκατομμύρια των εθνοτικών Ιαπώνων από τις αποικίες και τα στρατόπεδα σε όλη την Ασία, εξαλείφοντας σε μεγάλο βαθμό την ιαπωνική αυτοκρατορία και αποκατέστησαν την ανεξαρτησία των κατακτημένων εδαφών της.[40] Οι Σύμμαχοι συγκάλεσαν επίσης το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο για την Άπω Ανατολή στις 3 Μαΐου 1946 για τη δίωξη κάποιων Ιαπώνων ηγετών για εγκλήματα πολέμου. Ωστόσο, οι βακτηριολογικές ερευνητικές μονάδες και τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας που ενεπλάκησαν στον πόλεμο είχαν απαλλαγεί από ποινικές διώξεις από τον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή παρά τις εκκλήσεις για δίκη και για τις δύο ομάδες.[41]

Το 1947, η Ιαπωνία υιοθέτησε νέο σύνταγμα, τονίζοντας φιλελεύθερες δημοκρατικές πρακτικές. Η συμμαχική κατοχή έληξε με τη Συνθήκη του Σαν Φρανσίσκο το 1952[42] και η Ιαπωνία εντάχθηκε στα Ηνωμένα Έθνη το 1956. Η Ιαπωνία αργότερα γνώρισε ταχεία ανάπτυξη και έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μέχρι να ξεπεραστεί από την Κίνα το 2010. Αυτό τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η Ιαπωνία υπέστη σοβαρή οικονομική ύφεση. Στις αρχές του 21ου αιώνα, θετική ανάπτυξη έχει σηματοδότησε σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας.[43]

Γεωγραφία

Η Ιαπωνία αποτελεί νησιωτική χώρα, με κυριότερα νησιά το Χονσού, το Χοκκάιντο, το Κιούσου και το Σικόκου, στα οποία μπορούν να προστεθούν περίπου 3.000 μικρότερα νησιά. Ορεινή και ηφαιστειογενής είναι η αλυσίδα των νησιών της, με τα πολυάριθμα ηφαίστειά της, 192 στον αριθμό. Βρίσκεται στην ηφαιστειακή ζώνη του Ειρηνικού Ωκεανού (γνωστή και ως «Δαχτυλίδι της Φωτιάς»), στη συμβολή τριών τεκτονικών πλακών, κάτι που ευθύνεται και για τους συχνούς σεισμούς που συμβαίνουν στη περιοχή. Το έδαφός της είναι κατά βάση ορεινό, με δύο κύριες οροσειρές. Στη μία από αυτές ξεχωρίζει η οροσειρά των Ιαπωνικών Άλπεων που χωρίζει στη μέση το νησί Χονσού και εκτείνεται μέχρι το ηφαίστειο Φούτζι. Οι ποταμοί της Ιαπωνίας έχουν γενικά μικρό μήκος με μόλις έξι από αυτούς να υπερβαίνουν τα 200 χιλιόμετρα. Χαρακτηρίζεται ακόμα από αρκετές λίμνες, πολλές από τις οποίες σχηματίζονται στον κρατήρα των ηφαιστείων της.

Κλίμα

Λόγω της μεγάλης έκτασης της χώρας, το κλίμα της Ιαπωνίας υφίσταται διαφοροποιήσεις ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος και το υψόμετρο. Η μέση θερμοκρασία το καλοκαίρι είναι 30 °C, ενώ τον χειμώνα 4,7 °C. Οι νότιες ακτές χαρακτηρίζονται από ήπιο κλίμα, ενώ στο βορρά τους χειμερινούς μήνες καταγράφονται γενικά πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Ειδικότερα, διακρίνονται έξι ξεχωριστές κλιματικές ζώνες:

  • Χοκκάιντο: Το Χοκκάιντο διαθέτει γενικά ήπιο κλίμα με χαμηλές θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
  • Θάλασσα της Ιαπωνίας: Χαρακτηρίζεται από ισχυρές χιονοπτώσεις λόγω των βορειοδυτικών ανέμων κατά τους χειμερινούς μήνες. Το καλοκαίρι η περιοχή είναι ψυχρότερη από την πλευρά του Ειρηνικού Ωκεανού, αν και υπό ορισμένες συνθήκες μπορούν να αναπτυχθούν και πολύ υψηλές θερμοκρασίες.
  • Κεντρικές ορεινές περιοχές (Τσούο-κότσι): Χαρακτηρίζονται από έντονες θερμοκρασιακές διαφορές μεταξύ του καλοκαιριού και του χειμώνα.
  • Σέτο-ναϊκάι: Είναι η εσωτερική θαλάσσια περιοχή που συνδέει τον Ειρηνικό Ωκεανό με τη Θάλασσα της Ιαπωνίας. Λόγω της παρουσίας των βουνών Τσουγκόκου και Σικόκου, η περιοχή χαρακτηρίζεται από ασθενείς ανέμους και ήπιο κλίμα, με μικρές διαφοροποιήσεις στη θερμοκρασία ανάμεσα στους χειμερινούς και καλοκαιρινούς μήνες.
  • Ειρηνικός Ωκεανός: Χαρακτηρίζεται από χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα με ελαφρές χιονοπτώσεις και υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία το καλοκαίρι.
  • Νοτιοδυτικά νησιά: Χαρακτηρίζονται από ημιτροπικό κλίμα με ζεστούς χειμώνες και υψηλές θερμοκρασίες την διάρκεια του καλοκαιριού. Η εμφάνιση τυφώνων είναι σύνηθες φαινόμενο (το 2004 εμφανίστηκαν συνολικά 10 τυφώνες).

Βιοποικιλότητα

Η Ιαπωνία έχει εννέα δασικές οικολογικές εκτάσεις που αντικατοπτρίζουν το κλίμα και τη γεωγραφία των νησιών. Κυμαίνονται από υποτροπικά υγρά πλατύφυλλα δάση στα νησιά Ριουκιού και Μπονίν, σε εύκρατα πλατύφυλλα και μικτά δάση στις ήπιες κλιματολογικές περιοχές των κύριων νησιών, σε εύκρατα κωνοφόρα δάση στα κρύα, χειμερινά τμήματα των βόρειων νησιών. Η Ιαπωνία έχει πάνω από 90.000 είδη άγριας ζωής, συμπεριλαμβανομένης της καφέ αρκούδας, του ιαπωνικού μακακίου, του ιαπωνικού σκύλου ρακούν, του ιαπωνικού δασοποντικού και της ιαπωνικής γιγαντιαίας σαλαμάνδρας. Έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο δίκτυο εθνικών πάρκων για την προστασία σημαντικών περιοχών χλωρίδας και πανίδας.

Περιβάλλον

Στην περίοδο της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περιβαλλοντικές πολιτικές υποβαθμίστηκαν από την κυβέρνηση και τις βιομηχανικές εταιρείες. Ως εκ τούτου, η περιβαλλοντική ρύπανση ήταν ευρέως διαδεδομένη στη δεκαετία του 1950 και του 1960. Ανταποκρινόμενη στην αυξανόμενη ανησυχία για το πρόβλημα, η κυβέρνηση εισήγαγε αρκετούς νόμους για την προστασία του περιβάλλοντος το 1970. Η πετρελαϊκή κρίση το 1973 ενθάρρυνε επίσης την αποδοτική χρήση της ενέργειας λόγω της έλλειψης φυσικών πόρων στην Ιαπωνία. Τα τρέχοντα περιβαλλοντικά ζητήματα περιλαμβάνουν την αστική ατμοσφαιρική ρύπανση, τη διαχείριση αποβλήτων, τον ευτροφισμό του νερού και την κλιματική αλλαγή.

Η Ιαπωνία κατέχει την 20η θέση στο Δείκτη Περιβαλλοντικής Απόδοσης του 2018, η οποία μετρά τη δέσμευση ενός έθνους για περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

Οικονομία

GoEnDamaScan
νόμισμα των πέντε γιεν

Η Ιαπωνία είναι μια από τις ισχυρότερες βιομηχανικές χώρες και μαζί με άλλες αποτελούν σήμερα μια ισχυρή βιομηχανική και εμπορική ζώνη που ανταγωνίζονται τις Η.Π.Α και την Ευρώπη. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Ιαπωνίας συντελέστηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και ύστερα από σημαντικές καταστροφές που είχαν συμβεί στη χωρά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, γεγονός που αποτέλεσε το ιαπωνικό θαύμα. Πάντως η οικονομία της χώρας τα τελευταία χρόνια μαστίζεται από σοβαρά οικονομικά προβλήματα αφού το δημόσιο χρέος της εκτοξεύτηκε στο 205% που είναι και το μεγαλύτερο στο κόσμο.

Οικονομική ιστορία

Μερικά από τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομικής ανάπτυξης της Ιαπωνίας αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο Έντο, όπως το δίκτυο μεταφορών, οδικών και ναυτιλιακών, και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα των μεσιτών ρυζιού της Οσάκα.[44] Κατά τη διάρκεια της περιόδου Μεϊτζί από το 1868, η Ιαπωνία επεκτάθηκε οικονομικά, εναγκαλιζόμενη την οικονομία της αγοράς.[45] Πολλές από τις σημερινές επιχειρήσεις ιδρύθηκαν εκείνη την εποχή, και την Ιαπωνία αναδείχθηκε ως το πιο ανεπτυγμένο έθνος στην Ασία.[46] Η περίοδος ανάπτυξης της συνολικής πραγματικής οικονομικής από τη δεκαετία του 1960 τη δεκαετία του 1980 έχει χαρακτηριστεί ως το ιαπωνικό μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα: ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 7,5% στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και 3,2% στη δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990.[47]

Η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε σημαντικά στην δεκαετία του 1990, χρονική περίοδο που οι Ιάπωνες αποκαλούν «χαμένη δεκαετία», κυρίως λόγω των επιπτώσεων της ιαπωνικής φούσκας των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και των εγχώριων πολιτικών που προορίζονταν να στραγγαλίσουν κερδοσκοπικά πλεονάσματα από τα χρηματιστήρια και τις αγορές ακινήτων. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης για αναζωογόνηση της οικονομικής ανάπτυξης είχαν μικρή επιτυχία και παρεμποδίστηκαν περισσότερο από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το 2000.[48] Η οικονομία έδειξε σημαντικά σημάδια ανάκαμψης μετά το 2005: η αύξηση του ΑΕΠ για το ίδιο έτος ήταν 2,8%, ξεπερνώντας τους ρυθμούς ανάπτυξης των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.[49]

Από το 2012, η Ιαπωνία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, όσον αφορά το ονομαστικό ΑΕΠ,[50] και η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και την Ινδία, όσον αφορά την αγοραστική δύναμη.[51] Όσον αφορά το Δεκέμβριο του 2013, το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας ήταν περισσότερο από 200 τοις εκατό του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της, το δεύτερο μεγαλύτερο από κάθε έθνος στον κόσμο. Τον Αύγουστο του 2011, η αξιολόγηση της Moody's υποβάθμισε τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας κατά μια βαθμίδα, από Aa3 σε Aa2, σε αντιστοιχία με το μέγεθος του ελλείμματος και το επίπεδο δανεισμού της χώρας. Τα μεγάλα ελλείμματα του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους από την παγκόσμια ύφεση του 2009 και ακολουθούμενα από το σεισμό και το τσουνάμι το Μάρτιο 2011 οδήγησαν στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης.[52]

Οικονομικά στοιχεία

Ο τομέας των υπηρεσιών αποτελεί τα τρία τέταρτα του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.[53] Η Ιαπωνία έχει μεγάλη βιομηχανική βάση, και είναι έδρα μερικών από τους μεγαλύτερους και πιο τεχνολογικά προηγμένους παραγωγούς μηχανοκίνητων οχημάτων, ηλεκτρονικών, εργαλειομηχανών, χάλυβα και μη σιδηρούχων μετάλλων, πλοίων, χημικών ουσιών, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και επεξεργασμένων τροφίμων. Γεωργικές επιχειρήσεις στην Ιαπωνία καλλιεργούν το 13 τοις εκατό του εδάφους της χώρας, και στην Ιαπωνία αλιεύεται σχεδόν το 15 ​​τοις εκατό των παγκόσμιων αλιευμάτων, δεύτερη μόνο μετά την Κίνα.[48] Το 2010, το εργατικό δυναμικό της Ιαπωνίας αποτελείται από 65.900.000 εργαζομένους.[54] Ιαπωνία έχει χαμηλό ποσοστό ανεργίας, της τάξης του τέσσερα τοις εκατό. Περίπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι, περίπου το 17 τοις εκατό του πληθυσμού, ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2007.[55] Η στέγαση στην Ιαπωνία χαρακτηρίζεται από περιορισμένη προσφορά γης σε αστικές περιοχές.[56]

Μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην Ιαπωνία περιλαμβάνουν τις Toyota, Nintendo, NTT DoCoMo, Canon, Honda, Takeda Pharmaceutical, Sony, Panasonic, Toshiba, Sharp, Nippon Steel και Nippon Oil.[57] Έχει κάποια από τις μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο και το Χρηματιστήριο του Τόκιο (γνωστό ως Nikkei 225 και TOPIX) είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στον κόσμο με βάση την κεφαλαιοποίηση της αγοράς.[58] Το 2006, στην Ιαπωνία έδρευαν 326 εταιρείες από τις εταιρείες που συμπεριλήφθηκαν στο Forbes Global 2000, ή 16,3 %.[59]

Κύριες εισαγωγές της Ιαπωνίας είναι μηχανήματα και εξοπλισμός, ορυκτά καύσιμα, τρόφιμα (κυρίως βόειο κρέας), χημικά προϊόντα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες της. Με τα μέτρα του μεριδίου αγοράς του 2008, οι εγχώριες αγορές είναι λιγότερο ανοικτές από οποιαδήποτε χώρα του ΟΟΣΑ.[60]

Υποδομές

JR west N700series N1 maibara
Ένα σινκανσέν, τρένο υψηλής ταχύτητας

Όσον αφορά το 2011, το 46,1% της ενέργειας στην Ιαπωνία παράγεται από πετρέλαιο, 21,3% από τον άνθρακα, 21,4% από το φυσικό αέριο, 4,0% από πυρηνική ενέργεια και 3,3% εκατό από την υδροηλεκτρική ενέργεια. Η πυρηνική ενέργεια παρήγαγε το 9,2% της ιαπωνικής ηλεκτρικής ενέργειας το 2011, κάτω από 24,9 τοις εκατό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.[61] Ωστόσο, όπως τις 5 Μαΐου 2012, το σύνολο των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής της χώρας έχει τεθεί εκτός λειτουργίας, λόγω της συνεχιζόμενης δημόσιας αντιπολίτευσης μετά την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα Νταϊτσί, αν και κυβερνητικοί αξιωματούχοι συνεχίζουν να προσπαθούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη υπέρ της επαναλειτουργίας τουλάχιστον μερικών από τους 50 πυρηνικούς αντιδραστήρες της Ιαπωνίας.[62] Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη της εξάρτηση από την εισαγόμενη ενέργεια,[63] η Ιαπωνία έχει ως στόχο να διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειάς της και να διατηρήσει υψηλά επίπεδα ενεργειακής απόδοσης.[64]

Οι δαπάνες για τους δρόμους της Ιαπωνίας υπήρξαν εκτεταμένες.[65] Τα 1.200.000 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου είναι το κύριο μέσο μετακίνησης.[66] Ένα ενιαίο δίκτυο υψηλής ταχύτητας, διαιρούμενο, περιορισμένης πρόσβασης δρόμοι με διόδια συνδέουν τις μεγάλες πόλεις και τους λειτουργούν επιχειρήσεις που μαζεύουν διόδια. Νέα και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα είναι φθηνά, και οι αμοιβές ιδιοκτησίας αυτοκινήτων και οι εισφορές καυσίμων χρησιμοποιούνται για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης. Ωστόσο, με μόλις το 50 τοις εκατό του συνόλου της διανυόμενης απόστασης, η χρήση των αυτοκινήτων είναι η χαμηλότερη όλων των χωρών του G8.[67] Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά.

Δεκάδες ιαπωνικές σιδηροδρομικές εταιρείες ανταγωνίζονται σε περιφερειακές και τοπικές αγορές τη μεταφορά επιβατών. Μεγάλες εταιρείες περιλαμβάνουν επτά επιχειρήσεις της JP, την Kintetsu Corporation, Seibu Railway και Keio Corporation. Περίπου 250 σινκανσέν τρένα μεγάλης ταχύτητας συνδέουν μεγάλες πόλεις και τα ιαπωνικά τρένα είναι γνωστά για την ασφάλεια και την ακρίβεια τους.[68][69] Προτάσεις για μια νέα διαδρομή τρένων μαγνητικής αιώρησης (Μαγκλέβ) μεταξύ Τόκιο και Οσάκα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο.[70] Υπάρχουν 175 αεροδρόμια στην Ιαπωνία.[48] Το μεγαλύτερο εγχώριο αεροδρόμιο είναι το αεροδρόμιο Χανέντα, το οποίο επίσης είναι το δεύτερο πιο πολυσύχναστο αεροδρόμιο της Ασίας.[71] Οι μεγαλύτερες διεθνείς πύλες είναι το διεθνές αεροδρόμιο Ναρίτα, το Διεθνές Αεροδρόμιο Κανσάι και το διεθνές αεροδρόμιο του Τσούμπου.[72] Το λιμάνι της Ναγκόγια είναι το μεγαλύτερο και πιο πολυσύχναστο λιμάνι στη χώρα, αντιπροσωπεύοντας το 10 τοις εκατό της εμπορικής αξίας της Ιαπωνίας.[73]

Διακυβέρνηση

Αρχηγός Κράτους είναι ο Αυτοκράτορας Ναρουχίτο, ο οποίος ενθρονίστηκε την 1η Μαΐου 2019 στη θέση του πατέρα του αυτοκράτορα Ακιχίτο. Από τις 26 Δεκεμβρίου του 2012 πρωθυπουργός είναι ο Σίνζο Άμπε.

Εκλογές

Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Το διθάλαμο Κοινοβούλιο αποτελείται από την Άνω Βουλή (Οίκος των Συμβούλων) με 242 μέλη με θητεία εξαετή (εκλογές ανά τριετία) και την Κάτω Βουλή (Βουλή των Αντιπροσώπων) με 480 μέλη.

Ανθρώπινα Δικαιώματα

Η Διεθνής Αμνηστία στηλίτευσε το γεγονός ότι η θανατική ποινή ισχύει. Στη χώρα επικρατεί η πρακτική να ειδοποιούνται οι κατάδικοι ότι θα απαγχονιστούν μόλις την ημέρα της εκτέλεσής τους, ενώ οι οικογένειές τους ειδοποιούνται μόνο μετά την εκτέλεση.[74]

Πολιτισμός

Ο ιαπωνικός πολιτισμός δέχτηκε πολλές επιδράσεις από την πολιτισμός της Κίνας και της Κορέας. Ο σύγχρονος πολιτισμός περιλαμβάνει επιρροές από την Ασία, Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Παραδοσιακές ιαπωνικές τέχνες περιλαμβάνουν την κεραμική, την υφαντουργία, την κατασκευή σπαθιών, κουκλών και λάκας και παραστάσεις μπουνράκου, καμπούκι, νο, χορού και ρακούγκο. Άλλες τέχνες από την Ιαπωνία είναι το ικεμπάνα, πολεμικές τέχνες, η καλλιγραφία, το οριγκάμι, η τελετουργία του τσαγιού, τα μάνγκα και τα άνιμε και οι γκέισες.

Το θέατρο στην Ιαπωνία γνωρίζει εξαιρετική άνθηση. Στην Ιαπωνία αναπτύχθηκε το θέατρο Νο, λέξη που σημαίνει «παράσταση, εκτέλεση, δράμα». Οι ηθοποιοί την εκτελούν με αργές και γεμάτες θρησκευτικότητα κινήσεις. Η τοπική θρησκεία είναι ο Σιντοϊσμός και έχει 100,000 ιερά και 78,890 σε όλη την χώρα. Ο Βουδισμός ήρθε στην χώρα το 538 ή το 552, εισηγμένο από το βασίλειο των Μπάεκτζε στην Κορέα.

Εικαστικές τέχνες

The Great Wave off Kanagawa
Ο πίνακας ουκίγιο-ε το 19ου αιώνα Το μεγάλο κύμα έξω από την Καναγκάουα είναι παγκοσμίως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα ιαπωνικής τέχνης

Τα ιερά της Ίσε θεωρούνται το πρωταρχικό δείγμα ιαπωνικής αρχιτεκτονικής.[75] Οι παραδοσιακοί ναοί και κατοικίες είναι κυρίως από ξύλο και χρησιμοποιούν πατώματα από τατάμι και συρρόμενες πόρτες (σόγκι), τα οποία αποσυνθέτουν την έννοια των δωματίων και του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου.[76] Η ιαπωνική γλυπτική, κυρίως σε ξύλο, και η ιαπωνική ζωγραφική είναι ανάμεσα στις παλαιότερες ιαπωνικές τέχνες, με τις πρώτες εικονιστικές παραστάσεις να χρονολογούνται τουλάχιστον από το 300 π.Χ. Η ιστορία της ιαπωνικής ζωγραφικής χαρακτηρίζεται από τη σύνθεση και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην ιθαγενή ιαπωνική αισθητική και την προσαρμογή εισαγώμενων ιδεών.[77]

Η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ιαπωνική και ευρωπαϊκή τέχνη ήταν σημαντική, πχ. το ουκίγιο-ε, το οποίο άρχισε να εξάγεται τον 19ο αιώνα με το κίνημα γνωστό ως Ιαπωνισμός, είχε σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης στη δύση, κυρίως στον μεταϊμπρεσιονισμός.[77] Διάσημοι καλλιτέχνες του ουκίγιο-ε ήταν ο Χοκουσάι και ο Χιροσίτζε. Η σύντηξη παραδοσιακής ξυλοτυπίας και δυτικής τέχνης οδήγησε στην δημιουργία των μάνγκα, μια μορφή κόμικς η οποία είναι δημοφιλής τόσο εντός όσο και εκτός Ιαπωνίας.[78] Τα κινούμενα σχέδια τα οποία είναι εμπνευσμένα από τα μάνγκα ονομάζονται άνιμε. Ιαπωνικές παιχνιδομηχανές είναι δημοφιλείς από τη δεκαετία του 1980.[79]

Μουσική

Η ιαπωνική μουσική είναι εκλεκτική και ποικίλη. Πολλά μουσικά όργανα, όπως το κότο, εισήχθησαν το 9ο και 10ο αιώνα, το συνοδευτικό αφηγηματικό θέατρο Νο από τον 14ο αιώνα και η λαϊκή μουσική, με το σαν κιθάρα σαμισέν, τον 16ο αιώνα.[80] Η δυτική κλασσική μουσική, η οποία εισήχθη στα τέλη του 19ου αιώνα, τώρα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ιαπωνικού πολιτισμού. Η αυτοκρατορική ορχήστρα γκαγκάκου έχει επηρεαστεί από το έργο μερικών σύγχρονων δυτικών συνθετών.[81] Αξιοσημείωτοι κλασσικοί συνθέτες από την Ιαπωνία είναι ο Τόρου Τακεμίστου και ο Ρεντάρο Τάκι.

Η λαϊκή μουσική στην μεταπολεμική Ιαπωνία έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές τάσεις, οι οποίες οδήγησαν στην εξέλιξη της J-pop.[82] Το καραόκε είναι πιο κοινή πολιτιστική δραστηριότητα στην Ιαπωνία. Μια έρευνα του 1993 από το Γραφείο Πολιτιστικών Υποθέσεων βρήκε ότι περισσότεροι Ιάπωνες τραγούδησαν καραόκε εκείνο το χρόνο απ'ότι συμμετείχαν σε παραδοσιακές δραστηριότητες όπως το ικεμπάνα και οι τελετουργίες του τσαγιού.[83]

Κουζίνα

Breakfast at Tamahan Ryokan, Kyoto
Ιαπωνικό πρωινό

Η ιαπωνική κουζίνα χρησιμοποιεί ως βάση τροφές όπως το ιαπωνικό ρύζι και τα νουντλς, τις οποίες αναμιγνύει με σούπα ή οκάζου - πιάτα από ψάρι, λαχανικά, τόφου κ.ά.- για να τους δώσουν γεύση. Στην αρχή της σύγχρονης περιόδου εισήχθησαν στην Ιαπωνία συστατικά όπως το κόκκινο κρέας τα οποία δεν είχαν χρησιμοποιηθεί παλαιότερα. Ο οδηγός Μισελέν έχει δώσει στα εστιατόρια στην Ιαπωνία περισσότερα αστέρια απ'ότι σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο μαζί[84]. Η ιαπωνική κουζίνα είναι γνωστή για την έμφαση που δίνει στην εποχικότητα των τροφίμων, την ποιότητα των συστατικών και την παρουσίαση. Η ιαπωνική κουζίνα προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία από τοπικές σπεσιαλιτέ για τις οποίες χρησιμοποιούνται παραδοσιακές συνταγές και τοπικά συστατικά.

Τα παραδοσιακά ιαπωνικά γλυκά είναι γνωστά ως ''ουαγκάσι''. Χρησιμοποιούνται συστατικά όπως πάστα κόκκινου φασολιού και μότσι. Οι πιο σύγχρονες γεύσεις περιλαμβάνουν παγωτό πράσινου τσαγιού, μια πολύ δημοφιλής γεύση. Το κακιγκόρι είναι ένα επιδόρπιο θρυμματισμένου πάγου στον οποίο για γεύση προστίθεται σιρόπι ή συμπυκνωμένο γάλα. Συνήθως πωλείται στα καλοκαιρινά φεστιβάλ.

Αθλητισμός

Το παραδοσιακό άθλημα της Ιαπωνίας θεωρείται το σούμο.[85] Πολεμικές τέχνες οι οποίες προέρχονται από την Ιαπωνία είναι το τζούντο, το καράτε, το κέντο, το ζιουζίτσου κ.α. Οι Ιάπωνες είναι αθλητικός λαός και συχνά ασχολούνται με κάποιο άθλημα, είτε παραδοσιακό όπως το καράτε, το αϊκίντο ή το σούμο, είτε κάποιο δυτικό όπως το μπέιζμπολ, το ράγκμπι, το ποδόσφαιρο ή το γκολφ. Στη χώρα είναι ανεπτυγμένος επίσης και ο μηχανοκίνητος αθλητισμός, με αρκετές πίστες για αγώνες σε διάφορες κατηγορίες. Η Ιαπωνία φιλοξένησε τους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες το 1964 και τους χειμερινούς το 1972 στο Σαππόρο και το 1998 στο Ναγκάνο.[86] Επίσης οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 2020 θα διεξαχθούν στο Τόκιο, το οποίο θα γίνει η πρώτη ασιατική πόλη που θα φιλοξενήσει τους ολυμπιακούς αγώνες δύο φορές.[87]

Αν και το ποδόσφαιρο δεν είναι δημοφιλές στην Ιαπωνία όσο το μπέιζμπολ, τα τελευταία χρόνια έχει προοδεύσει αρκετά. Υπάρχουν 2 εθνικές κατηγορίες με επαγγελματικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους (J.LEAGUE). Το ιαπωνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου διεξάγεται από το 1992. Επιτυχίες του ιαπωνικού ποδοσφαίρου σε συλλογικό επίπεδο είναι η κατάκτηση του ασιατικού Τσάμπιονς Λιγκ τη χρονιά 2007 από την Ουράβα Ρέζου, και το 2008 από την Γκάνμπα Όσακα. Σε εθνικό επίπεδο, η ιαπωνική ποδοσφαιρική ομάδα συμμετέχει σε όλα τα Μουντιάλ από το 1998. Επίσης, η Ιαπωνία οργάνωσε επιτυχώς το Μουντιάλ του 2002 μαζί με τη Νότια Κορέα. Η γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου της Ιαπωνίας κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου το 2011.

Δημογραφία

Ο πληθυσμός, με βάση την απογραφή του 2010, είναι 128.057.352.[3] Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2016 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 84,2 χρόνια (81,1 χρόνια οι άνδρες και 87,1 οι γυναίκες).[88]

Πόλεις της Ιαπωνίας

Το Τόκιο είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου με περισσότερους από 12.500.000 κατοίκους. Η Γιοκοχάμα βρίσκεται σε απόσταση 35 χιλιομέτρων και έχει περισσότερους από 3,6 εκατομμύρια κατοίκους.[89] Άλλες μεγάλες πόλεις της είναι το Κιότο, η Οσάκα, η Ναγκόγια και οι ιστορικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι, που το 1945 καταστράφηκαν εντελώς από ατομικές βόμβες.

Νομοί

Regions and Prefectures of Japan
Χάρτης με τους νομούς της Ιαπωνίας σύμφωνα με τη σειρά ISO 3166-2:JP και τα διαμερίσματα

Οι νομοί υπάγονται σε ευρύτερα διαμερίσματα. Η λέξη «νομός» αποδίδει τους ιαπωνικούς όρους το (都), ντόου (道), φου (府) και κεν (県). Η λέξη το (πρωτεύουσα) χρησιμοποιείται μόνο για το Τόκυο ως Τόκυο-το, η λέξη ντόου (δρόμος) μόνο ως Χοκκαϊ-ντόου, η λέξη φου (κυβέρνηση) μόνο για το Κυότο και την Όσακα αντίστοιχα ως Κυότο-φου και Όσακα-φου. Τέλος, για όλους τους άλλους νομούς χρησιμοποιείται η λέξη κεν (Ακίτα-κεν, Ιβάτε-κεν κοκ). Οι νομοί από βόρεια προς νότια είναι (σύμφωνα με τη σειρά ISO):

Χοκκάιντο (Χοκκαϊντόου) (北海道)

1.  Χοκκάιντο (Χοκκαϊντόου) (北海道)

Τοουχόκου (東北)

2.  Αομόρι (青森県)
3.  Ιβάτε (岩手県)
4.  Μιγιάγκι (宮城県)
5.  Ακίτα (秋田県)
6.  Γιαμαγκάτα (山形県)
7.  Φουκουσίμα (福島県)

Κάν'τοου (関東)

8.  Ιμπαράκι (茨城県)
9.  Τοτσίγκι (栃木県)
10.  Γκούνμα (群馬県)
11.  Σαϊτάμα (埼玉県)
12.  Τσίμπα (千葉県)
13.  Τόκυο (Τοουκυόου) (東京都)
14.  Καναγκάβα (神奈川県)

Τσ'ούουμπου (中部)

15.  Νιιγκάτα (新潟県)
16.  Τογιάμα (富山県)
17.  Ισικάβα (石川県)
18.  Φουκούι (福井県)
19.  Γιαμανάσι (山梨県)
20.  Ναγκάνο (長野県)
21.  Γκίφου (岐阜県)
22.  Σιζουόκα (静岡県)
23.  Άιτσι (愛知県)

Κανσάι (関西)

24.  Μίε (三重県)
25.  Σίγκα (滋賀県)
26.  Κυότο (Κυόουτο) (京都府)
27.  Οσάκα (Οοσάκα) (大阪府)
28.  Χυόουγκο (兵庫県)
29.  Νάρα (奈良県)
30.  Βακαγιάμα (和歌山県)

Τσ'ουουγκόκου (中国

31.  Τόττορι (鳥取県)
32.  Σιμάνε (島根県)
33.  Οκαγιάμα (岡山県)
34.  Χιροσίμα (広島県)
35.  Γιαμαγκούτσι (山口県)

Σικόκου (四国)

36.  Τοκουσίμα (徳島県)
37.  Καγκάβα (香川県)
38.  Εχίμε (愛媛県)
39.  Κόουτσι (高知県)

Κυούσου (Κυουουσ'ούου) (九州)

40.  Φουκουόκα (福岡県)
41.  Σάγκα (佐賀県)
42.  Ναγκασάκι (長崎県)
43.  Κουμαμότο (熊本県)
44.  Οοϊτά (大分県)
45.  Μιγιαζάκι (宮崎県)
46.  Καγκοσίμα (鹿児島県)
47.  Οκινάβα (沖縄県)

Ελληνική Ονομασία

Η ονομασία "Ιαπωνία" προέρχεται από τη γαλλική "Japon" με την προσθήκη της κατάληξης "ια" η οποία παρατηρείται στις ελληνικές ονομασίες πολλών χωρών. Το νεολατινικό γράμμα "J" προέρχεται από το λατινικό "Ι" το οποίο βασίζεται στο ελληνικό. Η μετατροπή του "ο" σε "ω" παρατηρείται σε αρκετά ελληνικοποιημένα ονόματα όπως "Ρωσσία", "Φλώριδα", και "Κωνσταντίνος".

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Επίσημα στοιχεία
  2. 2,0 2,1 Επίσημη εκτίμηση
  3. 3,0 3,1 Απογραφή 2010
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 «Ιαπωνία». ΔΝΤ. Απρίλιος 2017. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2017.
  5. «Human Development Report 2018». HDRO (Human Development Report Office). Ανακτήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2019.
  6. Altucher, James (2010-01-08). «There's no stopping China». New York Post. http://www.nypost.com/p/news/business/there_no_stopping_china_0H8GJaMgzHCYenL038Yh2N. Ανακτήθηκε στις 2010-08-02.
  7. «Ninth United Nations survey of crime trends and operations of criminal justice systems» (PDF). United Nations Office on drugs and crime. σελίδες 1–9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2006. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2006.
  8. «WHO: Life expectancy in Israel among highest in the world». Haaretz. Μάιος 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Ιανουαρίου 2010.
  9. United Nations World Population Propsects: 2006 revision – Table A.17 for 2005–2010
  10. Matsumara, Hirofumi; Dodo, Yukio; Dodo, Yukio (2009). «Dental characteristics of Tohoku residents in Japan: implications for biological affinity with ancient Emishi». Anthropological Science 117 (2): 95–105. doi:10.1537/ase.080325. https://www.jstage.jst.go.jp/article/ase/117/2/117_080325/_article.
  11. Hammer, Michael F., et al; Karafet, TM; Park, H; Omoto, K; Harihara, S; Stoneking, M; Horai, S (2006). «Dual origins of the Japanese: common ground for hunter-gatherer and farmer Y chromosomes». Journal of Human Genetics 51 (1): 47–58. doi:10.1007/s10038-005-0322-0. PMID 16328082. http://www.nature.com/jhg/journal/v51/n1/abs/jhg20068a.html.
  12. Travis, John. «Jomon Genes». University of Pittsburgh. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2011.
  13. Denoon, Donald; Hudson, Mark (2001). Multicultural Japan: palaeolithic to postmodern. Cambridge University Press. σελίδες 22–23. ISBN 0-521-00362-8.
  14. «Road of rice plant». National Science Museum of Japan. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2011.
  15. «Kofun Period». Metropolitan Museum of Art. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2011.
  16. «Yayoi Culture». Metropolitan Museum of Art. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2011.
  17. Takashi, Okazaki; Goodwin, Janet (1993). «Japan and the continent». The Cambridge history of Japan, Volume 1: Ancient Japan. Cambridge: Cambridge University Press. σελ. 275. ISBN 0-521-22352-0.
  18. Brown, Delmer M., επιμ. (1993). The Cambridge History of Japan. Cambridge University Press. σελίδες 140–149.
  19. Beasley, William Gerald (1999). The Japanese Experience: A Short History of Japan. University of California Press. σελ. 42. ISBN 0-520-22560-0.
  20. Totman, Conrad (2002). A History of Japan. Blackwell. σελίδες 64–79. ISBN 978-1-4051-2359-4.
  21. Hays, J.N. (2005). Epidemics and pandemics: their impacts on human history. ABC-CLIO. σελ. 31. ISBN 1-85109-658-2.
  22. Totman, Conrad (2002). A History of Japan. Blackwell. σελίδες 79–87, 122–123. ISBN 978-1-4051-2359-4.
  23. Totman, Conrad (2005). A History of Japan (2nd ed.). Blackwell. σελίδες 106–112. ISBN 1-4051-2359-1.
  24. Sansom, George (1961). A History of Japan: 1334–1615. Stanford University Press. σελίδες 42, 217. ISBN 0-8047-0525-9.
  25. Turnbull, Stephen (2002). Samurai Invasion: Japan's Korean War. Cassel. σελ. 227. ISBN 978-0-304-35948-6.
  26. Turnbull, Stephen (2010). Toyotomi Hideyoshi. Osprey Publishing. σελ. 61. ISBN 978-1-84603-960-7.
  27. Totman, Conrad (2005). A History of Japan (2nd ed.). Blackwell. σελίδες 142–143. ISBN 1-4051-2359-1.
  28. Toby, Ronald P. (1977). «Reopening the Question of Sakoku: Diplomacy in the Legitimation of the Tokugawa Bakufu». Journal of Japanese Studies 3 (2): 323–363. doi:10.2307/132115.
  29. Ohtsu, M.; Ohtsu, Makoto (1999). «Japanese National Values and Confucianism». Japanese Economy 27 (2): 45–59. doi:10.2753/JES1097-203X270245.
  30. Totman, Conrad (2005). A History of Japan (2nd ed.). Blackwell. σελίδες 289–296. ISBN 1-4051-2359-1.
  31. Matsusaka, Y. Tak (2009). «The Japanese Empire». Στο: Tsutsui, William M. Companion to Japanese History. Blackwell. σελίδες 224–241. ISBN 9781-4051-1690-9.
  32. Hiroshi, Shimizu; Hitoshi, Hirakawa (1999). Japan and Singapore in the world economy: Japan's economic advance into Singapore, 1870–1965. Routledge. σελ. 17. ISBN 978-0-415-19236-1.
  33. «The Axis Alliance». iBiblio. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2011.
  34. Totman, Conrad (2005). A History of Japan (2nd ed.). Blackwell. σελ. 442. ISBN 1-4051-2359-1.
  35. «Judgment International Military Tribunal for the Far East, Chapter VIII: Conventional War Crimes (Atrocities)». iBiblio. Νοέμβριος 1948.
  36. Worth, Roland H., Jr. (1995). No Choice But War: the United States Embargo Against Japan and the Eruption of War in the Pacific. McFarland. σελίδες 56, 86. ISBN 0-7864-0141-9.
  37. «インドネシア独立運動と日本とスカルノ(2)». 馬 樹禮 (στα Ιαπωνικά). 産経新聞社. Απρίλιος 2005. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2009.
  38. «The Kingdom of the Netherlands Declares War with Japan». iBiblio. Ανακτήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2009.
  39. Pape, Robert A. (1993). «Why Japan Surrendered». International Security 18 (2): 154–201. doi:10.2307/2539100.
  40. Watt, Lori (2010). When Empire Comes Home: Repatriation and Reintegration in Postwar Japan. Harvard University Press. σελίδες 1–4. ISBN 978-0-674-05598-8.
  41. Thomas, J.E. (1996). Modern Japan. Longman. σελίδες 284–287. ISBN 0-582-25962-2.
  42. Coleman, Joseph (6 Μαρτίου 2007). «'52 coup plot bid to rearm Japan: CIA». The Japan Times. Ανακτήθηκε στις 3 Απριλίου 2007.
  43. «Japan scraps zero interest rates». BBC News. 2006-07-14. http://news.bbc.co.uk/2/hi/business/5178822.stm. Ανακτήθηκε στις 2006-12-28.
  44. Howe, Christopher (1996). The Origins of Japanese Trade Supremacy. Hurst & Company. σελίδες 58f. ISBN 1-85065-538-3.
  45. Totman, Conrad (2005). A History of Japan (2nd ed.). Blackwell. σελίδες 312–314. ISBN 1-4051-2359-1.
  46. McCargo, Duncan (2000). Contemporary Japan. Macmillan. σελίδες 18–19. ISBN 0-333-71000-2.
  47. Ryan, Liam (2000-01-01). «The "Asian economic miracle" unmasked: The political economy of the reality». International Journal of Social Economics 27 (7–10): 802–815. doi:10.1108/03068290010335235.
  48. 48,0 48,1 48,2 Ιαπωνία CIA World Factbook
  49. Masake, Hisane (2006-03-02). «A farewell to zero». Asia Times. http://www.atimes.com/atimes/Japan/HC02Dh01.html. Ανακτήθηκε στις 2011-01-16.
  50. Inman, James (2011-01-21). «China confirmed as World's Second Largest Economy». The Guardian (London). http://www.guardian.co.uk/business/2011/jan/21/china-confirmed-worlds-second-largest-economy. Ανακτήθηκε στις 2011-01-21.
  51. «Japan». International Monetary Fund. Ανακτήθηκε στις 28 Ιουνίου 2014.
  52. «Moody's cuts Japan's debt rating on deficit concerns». BBC News. 2011-08-24. http://www.bbc.co.uk/news/business-14625969.
  53. «Manufacturing and Construction». Statistical Handbook of Japan. Statistics Bureau. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2011.
  54. «Background Note: Japan». US State Department. Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2011.
  55. Fackler, Martin (2010-04-21). «Japan Tries to Face Up to Growing Poverty Problem». The New York Times. http://www.nytimes.com/2010/04/22/world/asia/22poverty.html?source=patrick.net. Ανακτήθηκε στις 2011-01-16.
  56. «2008 Housing and Land Survey». Statistics Bureau. Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2011.
  57. «Japan 500 2007». Financial Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-07-26. https://web.archive.org/web/20120726122226/http://www.ft.com/cms/s/0/1b939a9a-2587-11dc-b338-000b5df10621.html. Ανακτήθηκε στις 2011-01-23.
  58. «Market Data». New York Stock Exchange. 31 Ιανουαρίου 2006. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2007.
  59. «The Forbes 2000». Forbes. http://www.forbes.com/lists/2006/18/06f2000_The-Forbes-2000_Rank.html. Ανακτήθηκε στις 2011-01-07.
  60. «Economic survey of Japan 2008». OECD. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2010.
  61. «Energy». Statistical Handbook of Japan 2013. Statistics Bureau. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2014.
  62. Tsukimori, Osamu (2012-05-05). «Japan nuclear power-free as last reactor shuts». Reuters. http://www.reuters.com/article/2012/05/05/us-nuclear-japan-idUSBRE84405820120505. Ανακτήθηκε στις 2012-05-08.
  63. «Can nuclear power save Japan from peak oil?». Our World 2.0. 2 Φεβρουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2011.
  64. «Japan». U.S. Department of State. Ανακτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2011.
  65. Pollack, Andrew (1997-03-01). «Japan's Road to Deep Deficit is Paved with Public Works». The New York Times. http://query.nytimes.com/gst/fullpage.html?res=9500E3DC1031F932A35750C0A961958260. Ανακτήθηκε στις 2011-01-16.
  66. «Transport». Statistical Handbook of Japan 2007. Statistics Bureau. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Απριλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2014.
  67. «Transport in Japan». International Transport Statistics Database. International Road Assessment Program. Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Απαιτεί συνδρομή
  68. «About the Shinkansen – Safety». Central Japan Railway Company. Ανακτήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2011.
  69. «Corporate Culture as Strong Diving Force for Punctuality- Another "Just in Time"». Hitachi. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Μαΐου 2008. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2009.
  70. «Japan to approve plans for a new super-train». The Independent (London). 2011-04-27. http://www.independent.co.uk/travel/news-and-advice/japan-to-approve-plans-for-new-supertrain-2275308.html. Ανακτήθηκε στις 2011-05-11.
  71. «Year to Date Passenger Traffic». Airports Council International. 11 Νοεμβρίου 2010. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Ιανουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2014.
  72. Nakagawa, Dai; Matsunaka, Ryoji (2006). Transport Policy and Funding. Elsevier. σελ. 63. ISBN 0-08-044852-6.
  73. «Port Profile». Port of Nagoya. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Νοεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2011.
  74. «Ποινή θανάτου στον πολιτισμό μας». Ελευθεροτυπία. 24 Μαρτίου 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Μαρτίου 2009.
  75. Tange, Kenzo; Kawazoe, Noboru (1965). Ise: Prototype of Japanese Architecture. Massachusetts Institute of Technology Press.
  76. Kazuo, Nishi; Kazuo, Hozumi (1995). What is Japanese Architecture?: A Survey of Traditional Japanese Architecture with a List of Sites and a Map. Kodansha. ISBN 978-4-7700-1992-9.
  77. 77,0 77,1 Arrowsmith, Rupert Richard (2010). Modernism and the Museum: Asian, African, and Pacific Art and the London Avant-Garde. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-959369-9.
  78. «A History of Manga». NMP International. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιανουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2014.
  79. Herman, Leonard; Horwitz, Jer; Kent, Steve; Miller, Skyler (2002). «The History of Video Games». GameSpot. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2007.
  80. Malm, William P. (2000). Traditional Japanese music and musical instruments (Νέα έκδοση). Kodansha International. σελίδες 31–45. ISBN 978-4-7700-2395-7.
  81. Πχ, Olivier Messiaen, Sept haïkaï (1962), (Olivier Messiaen: a research and information guide, Routledge, 2008, By Vincent Perez Benitez, page 67) και (Messiaen the Theologian, Ashgate Publishing, Ltd., 2010, page 243-65, από τον Andrew Shenton)
  82. Campion, Chris (2005-08-22). «J-Pop History». The Observer (London). http://www.guardian.co.uk/music/2005/aug/21/popandrock3. Ανακτήθηκε στις 2007-04-01.
  83. Martinez, D.P., επιμ. (1998). The worlds of Japanese popular culture: gender, shifting boundaries and global cultures. Cambridge University Press. σελ. 76. ISBN 978-0-521-63729-9.
  84. «「ミシュランガイド東京・横浜・鎌倉2011」を発行 三つ星が14軒、 二つ星が54軒、一つ星が198軒に» (στα Ιαπωνικά). Michelin Japan. 24 Νοεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
  85. «Sumo: East and West». PBS. Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2007.
  86. «Olympic History in Japan». Japanese Olympic Committee. Ανακτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2011.
  87. IOC selects Tokyo as host of 2020 Summer Olympic Games
  88. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Προσδόκιμο ζωής και υγιές προσδόκιμο ζωής, Δεδομένα ανά χώρα
  89. «Πόλεις της Ιαπωνίας». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2009. World Gazetteer

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

CiNii

To CiNii (ΔΦΑ:/ˈsaɪniː/, Ιαπωνικά: サイニィ, Αγγλικά: ακρωνύμιο του Citation Information by NII ) είναι βιβλιογραφική βάση δεδομένων για το υλικό των βιβλιοθηκών στην Ιαπωνία, με επίκεντρο τα Ιαπωνικά και τα Αγγλικά έργα τα οποία δημοσιεύονται στην χώρα. Το εγχείρημα ιδρύθηκε το 2005 και διατηρείται από το Εθνικό Ινστιτούτο Πληροφορικής της Ιαπωνίας. Η αναζήτηση των πληροφοριών γίνεται από την ίδια την βάση καθώς με συνδυασμό αποτελεσμάτων από άλλες κρατικές υπηρεσίες και ιδιωτικούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στην Ιαπωνία. Περιέχει πάνω από 15 εκατομμύρια άρθρα από περισσότερα από 3.600 περιοδικά και δημοσιεύσεις. Η βάση, αν και γενική, χρησιμοποιείται κυρίως από τους ερευνητές των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών καθώς παρέχει ευρεία κάλυψη λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων. Οι καταχωρήσεις της βάσης έχουν τα αναγνωριστικά NAID και NCID.

Silent Hill 2

Το Silent Hill 2 (ιαπωνικά: サイレントヒル 2, Χέπμπορν: Sairento Hiru Tsū) είναι βιντεοπαιχνίδι επιβίωσης τρόμου που αναπτύχθηκε από την Team Silent, ομάδα ανάπτυξης της Konami Computer Entertainment Tokyo. Είναι η δεύτερη προσθήκη στη σειρά Silent Hill και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2001. Μία εκτενής εκδοχή του βγήκε για το Xbox τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, η οποία περιέχει ένα πρόσθετο σενάριο και άλλες μικρές προσθήκες. Το 2002 έγινε port (αυτούσια μεταφορά) στα Microsoft Windows. Το 2012 βγήκε η remastered υψηλής ανάλυσης εκδοχή του παιχνιδιού για το PlayStation 3 και το Xbox 360, ως μέρος του Silent Hill HD Collection, μαζί με το Silent Hill 3, που, ωστόσο, είχε τεχνικά προβλήματα και καλλιτεχνικές αλλαγές.

Το σενάριο εξελίσσεται στην πόλη Silent Hill, ωστόσο δεν πρόκειται για sequel του πρώτου παιχνιδιού Silent Hill. Ο πρωταγωνιστής του παιχνιδιού, James Sunderland, λαμβάνει ένα γράμμα από τη νεκρή σύζυγό του, η οποία τον περιμένει στο "ξεχωριστό [τους] μέρος" στο Silent Hill. Ο James καταφθάνει στην πόλη για να ανακαλύψει την αλήθεια για το γράμμα και τη σύζυγό του. Το παιχνίδι έλαβε θετικές κριτικές και από μερικούς θεωρείται το καλύτερο της σειράς.

Άργυρος

Το χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι Ag και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78 °C και θερμοκρασία βρασμού 2162 °C.Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη argentum ή και την ελληνική αργυρός και είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατό, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα, και όλκιμο, μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής αργύρου είναι μεταξύ άλλων τo Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άργυρος χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, κυρίως μαχαιροπίρουνα (τα οποία συλλογικά καλούνται ασημικά), φωτογραφικά φιλμ (όπου υπάρχει στα φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα) και καθρέπτες. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους «βαθμούς» που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο και ούτω καθεξής.

Οι ενώσεις του αργύρου, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

Ο φυσικός άργυρος αποτελείται από δύο σταθερά ισότοπα: 107Ag και 109Ag.

Ίνδιο

Το χημικό στοιχείο ίνδιο (indium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, πτητικό, ελατό και όλκιμο αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 49 και η σχετική ατομική μάζα του 114,818. Το χημικό του σύμβολο είναι «In» και ανήκει στην ομάδα 13 (IIIA, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο p-block. Έχει θερμοκρασία τήξης 156,6 °C και θερμοκρασία βρασμού 2072 °C.

Η μέση περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της γης σε ίνδιο είναι περίπου 0,05 ppm. Το ίνδιο είναι πενήντα φορές αφθονότερο από το χρυσό στη λιθόσφαιρα.

Όταν είναι σε στερεή μορφή και καμφθεί ή τεντωθεί απότομα παράγει χαρακτηριστικό τρίξιμο. Διατηρείται υγρό σε ένα μεγάλο εύρος θερμοκρασιών. Είναι σταθερό στον αέρα και στο νερό, αλλά διαλύεται στα οξέα. Όταν θερμανθεί πάνω από το σημείο τήξης του αναφλέγεται παράγοντας χαρακτηριστική ιώδη φλόγα.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1863 από τους Γερμανούς χημικούς Φέρντιναντ Ράιχ και Ιερώνυμο Τέοντορ Ρίχτερ και ήταν το 49ο χημικό στοιχείο που τοποθετήθηκε στον περιοδικό πίνακα. Πήρε το όνομά του από τη φωτεινή μπλε (indigo blue, ινδικό μπλε, λουλακί) γραμμή στο ατομικό του φάσμα και η οποία ήταν η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξή σε μεταλλεύματα, ενός νέου και άγνωστου μέχρι τότε στοιχείου.

Στη φύση το ίνδιο απαντά σε μορφή σπάνιων ορυκτών, όπως ο ινδίτης (Fe++In2S4) και ο τζαλινδίτης (dzhalindite, In(OH)3). Ανευρίσκεται, επίσης, σε ορισμένα ιδιαίτερα σπάνια ορυκτά, όπως ο σακουραΐτης και ο πετρουκίτης. Είναι ευρέως διεσπαρμένο σε μικρές ποσότητες σε κοιτάσματα ορυκτών άλλων μετάλλων με τα οποία προσομοιάζει κρυσταλλογραφικά. Οι οικονομικά εκμεταλλεύσιμες εμφανίσεις του σχετίζονται με θειούχα ορυκτά κυρίως του ψευδαργύρου σφαλερίτη αλλά και χαλκοπυρίτη. Βρίσκεται όμως και σε κοιτάσματα κασσιτέρου, μαγγανίου, βολφραμίου, χαλκού, σιδήρου, μολύβδου, κοβαλτίου και βισμούθιου αλλά σε ποσότητες μικρότερες από 0,1 %. Εξάγεται ως παραπροϊόν της παραγωγής ψευδαργύρου και μολύβδου. Παλιότερα ο Καναδάς παρήγαγε τη μεγαλύτερη ποσότητα πρωτογενούς ινδίου από τα ορυχεία. Σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός κατεργασμένου και εξευγενισμένου ινδίου είναι η Κίνα. Ίνδιο παράγεται επίσης στη Νότια Κορέα, στην Ιαπωνία, σε Ευρωπαϊκές χώρες κ.ά. Μέχρι το 1982 παράγονταν λιγότεροι από 50 τόνοι ινδίου το χρόνο. Tο 2009 η παγκόσμια παραγωγή ινδίου εκτιμάται πάνω από 600 τόνους ετησίως.

Το ίνδιο προσομοιάζει στις χημικές και φυσικές του ιδιότητες με το αργίλιο, το γάλλιο και το θάλλιο με τα οποία βρίσκεται στην ίδια ομάδα του περιοδικού πίνακα αλλά και με τον κασσίτερο που βρίσκεται στην επόμενη ομάδα. Δε μοιάζει με το βόριο που βρίσκεται στην κορυφή της ομάδας.

Στις ενώσεις του παρουσιάζεται με δύο κυρίως αριθμούς οξείδωσης, +1 και +3. Υπάρχουν όμως και ενώσεις του όπου έχει αριθμό οξείδωσης +2.

Η κυριότερη χρήση του ινδίου είναι με μορφή στερεού διαλύματος οξειδίων ινδίου-κασσιτέρου (Indium Tin Oxide, ITO) που είναι άχρωμο και διαφανές και χρησιμοποιείται στην παραγωγή λεπτών υμενίων και ηλεκτροδίων για οθόνες υγρών κρυστάλλων (LCD) και οθόνες αφής. Το In επίσης χρησιμοποιείται ως επίστρωση σε ρουλεμάν μεγάλης περιστροφικής ταχύτητας, σε καθρέπτες, σε τρανζίστορ, σε φωτοδιόδους, στην παραγωγή κραμάτων χαμηλού σημείου τήξης, σε συγκολλήσεις μετάλλων, στην πυρηνική ιατρική κ.ά.

Η μονάδα εμπορικών συναλλαγών για το ίνδιο είναι η ράβδος του ενός χιλιογράμμου. Η τιμή του ινδίου δεν είναι σταθερή, εξαρτώμενη έντονα από την προσφορά και τη ζήτηση.Δεν υπάρχουν συστηματικές τοξικολογικές μελέτες για την επίδραση του ινδίου στον ανθρώπινο οργανισμό.

Το ίνδιο έχει ένα σταθερό ισότοπο, το 113In και ένα που θεωρείται σταθερό αφού έχει πολύ μεγάλο χρόνο ημιζωής, το 115In.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν παγκόσμιος πόλεμος που διήρκεσε από το 1939 έως το 1945, αν και σχετικές συγκρούσεις ξεκίνησαν από νωρίτερα. Σε αυτόν ενεπλάκη η πλειονότητα των κρατών του τότε κόσμου -συμπεριλαμβανομένων και των μεγάλων δυνάμεων (Η.Π.Α , Ε.Σ.Σ.Δ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία)- δημιουργώντας τελικά δύο αντίπαλες στρατιωτικές συμμαχίες: τους Συμμάχους και τις δυνάμεις του Άξονα.

Αποτέλεσε την πιο εκτεταμένη γεωγραφικά και δαπανηρή σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ένοπλη σύγκρουση στην ιστορία της ανθρωπότητας, στην οποία έλαβαν μέρος περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι από περισσότερες από 30 χώρες. Στο όνομα του απόλυτου πολέμου, οι κύριοι συμμετέχοντες διέθεσαν όλες τις οικονομικές, βιομηχανικές και επιστημονικές ικανότητες τους στην παγκόσμια προσπάθεια, εξαλείφοντας τη διάκριση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών πόρων. Σημαδεύτηκε από μαζικές εκτελέσεις και θανάτους πολιτών. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται το Ολοκαύτωμα (στο οποίο δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 11 εκατομμύρια άνθρωποι) και η στρατηγική βομβαρδισμού βιομηχανικών κέντρων και κατοικημένων περιοχών (κατά τη διάρκεια της οποίας περισσότεροι από 1 εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν και η οποία συμπεριέλαβε την ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι από τις Η.Π.Α. Οι συγκεκριμένες δύο τελευταίες επίθεσεις κατατάσσονται συχνά ως έγκληματα κατά της ανθρωπότητας). Ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι συγκλονιστικός για τα ανθρώπινα δεδομένα και υπολογίζεται σε 50 έως 85 εκατομμύρια απώλειες. Τα δεδομένα αυτά έκαναν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την πιο θανατηφόρα σύγκρουση στην ανθρώπινη ιστορία. Χρονολογικά, άρχισε στις 7 Ιουλίου 1937 στην Ασία και την 1 Σεπτεμβρίου 1939 στην Ευρώπη και τελείωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945.

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας σκόπευε να κυριεύσει την Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό και βρισκόταν ήδη σε πόλεμο με τη δημοκρατία της Κίνας από το 1937, αλλά επικρατεί η άποψη ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 με την εισβολή των γερμανικών δυνάμεων στην Πολωνία και την άμεση κήρυξη πολέμου στη Γερμανία από την Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Από τα τέλη του 1939 μέχρι τις αρχές του 1941, με μια σειρά από εκστρατείες και συνθήκες, η Γερμανία κατάφερε να κατακτήσει ή να θέσει υπό τον έλεγχο της μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης σχηματίζοντας παράλληλα τη συμμαχία του Άξονα με την Ιταλία και την Ιαπωνία. Με την υπογραφή του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης (Σύμφωνο Ρίμπεντροπ- Μολότοφ), οι Γερμανοί μπορούσαν να ασχοληθούν με την Πολωνία δίχως τον κίνδυνο να τους εμποδίσει η Σοβιετική Ένωση, ενώ η ΕΣΣΔ, η οποία γνώριζε καλά την επιθυμία του Χίτλερ να αποκτήσει «ζωτικό χώρο» για τους Γερμανούς στην ανατολική Ευρώπη για επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, κέρδισε χρόνο για να προετοιμάσει τον Κόκκινο Στρατό, την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης καθώς επίσης να κάνει τις απαραίτητες μετεγκαταστάσεις πληθυσμού προς τα ενδότερα της χώρας και για την προστασία τους και για την προστασία των συνόρων από κοινότητες με επικινδυνότητα σύναψης συμμαχίας με τον εχθρό, ώστε να μπορεί να αντισταθεί σε πιθανή επίθεση των ναζιστικών δυνάμεων. Ο πόλεμος συνεχίστηκε κυρίως ανάμεσα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις του Άξονα από την μια μεριά και του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας από την άλλη, με εκστρατείες στην Βόρεια και Ανατολική Αφρική, με την εναέρια μάχη της Βρετανίας, με την Βαλκανική Εκστρατεία καθώς και με την διαρκή μάχη του Ατλαντικού. Τον Ιούνιο του 1941 οι Δυνάμεις του Άξονα άρχισαν να πραγματοποιούν εισβολή στην Σοβιετική Ένωση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την παγίδευση του μεγαλύτερου μέρους των στρατιωτικών δυνάμεων του Άξονα και οδήγησε σε έναν πόλεμο φθοράς.

«Καινοτομία» αυτού του πολέμου: η ατομική βόμβα. Με το τέλος του πολέμου άρχισε ο Ψυχρός Πόλεμος, εξαιτίας του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωσης για την παγκόσμια κυριαρχία, ενώ η Μεγάλη Βρετανία αν και βρίσκονταν στο στρατόπεδο των νικητών, έχασε το μεγαλύτερο μέρος των αποικιών της.

Βρετανική Αυτοκρατορία

Η Βρετανική Αυτοκρατορία (αγγλικά: British Empire) αποτελείτο από τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, τις εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Κατά την ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και για πάνω από ένα αιώνα ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Το 1922 η Βρετανική Αυτοκρατορία διοικούσε έναν πληθυσμό περίπου 458 εκατομμυρίων, το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού, και κάλυπτε περισσότερο από 33.670.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το ένα τέταρτο περίπου της συνολικής έκτασης της ξηράς της Γης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έντονη πολιτική, γλωσσική και πολιτισμική της επίδραση παγκοσμίως. Στο ύψιστο σημείο της δύναμής της, συχνά λεγόταν ότι «ο ήλιος δεν δύει ποτέ στην Βρετανική Αυτοκρατορία», επειδή η εξάπλωσή της σε όλα σχεδόν τα γεωγραφικά μήκη του κόσμου σήμαινε ότι ο ήλιος πάντα έλαμπε σε τουλάχιστον ένα από τα πολυάριθμα εδάφη της.

Κατά την Εποχή των ανακαλύψεων το 15ο και 16ο αιώνα, η Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες. Εποφθαλμιώντας τον πλούτο που προσέφεραν αυτές οι αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία. Μία σειρά πολέμων το 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στην Ολλανδία και τη Γαλλία κατέστησε την Αγγλία (Βρετανία μετά την πράξη ένωσης με τη Σκωτία το 1707) κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στη Βόρεια Αμερική και την Ινδία. Η απώλεια όμως των δεκατριών αποικιών στη Βόρεια Αμερική το 1783 μετά από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία, καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον σύντομα στράφηκε προς την Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Μετά την ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας το 1815, η Βρετανία γνώρισε έναν αιώνα αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας και επεξέτεινε την κυριαρχία της σε όλο τον κόσμο. Δόθηκε σταδιακή αυτονομία στις αποικίες με λευκό πληθυσμό, κάποιες από τις οποίες μετατράπηκαν σε κτήσεις.

Η ανάπτυξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ περιόρισε την οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι επακόλουθες στρατιωτικές και οικονομικές εντάσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία ήταν τα κύρια αίτια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Βρετανία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκρατορία της. Ο πόλεμος επέφερε τεράστια οικονομική επιβάρυνση στη Βρετανία και παρόλο που η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν ήταν πια μια απαράμιλλη βιομηχανική ή στρατιωτική δύναμη. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι βρετανικές αποικίες της Νοτιοανατολικής Ασίας καταλήφθηκαν από την Ιαπωνία, γεγονός που έπληξε το γόητρό της και επιτάχυνε την παρακμή της αυτοκρατορίας παρά τη νίκη της στον πόλεμο. Δυο χρόνια μετά τον πόλεμο η Βρετανία παραχώρησε ανεξαρτησία στην Ινδία, την πολυπληθέστερη και πολυτιμότερη αποικία της.

Κατά το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, στα πλαίσια του κινήματος της αποαποικιοποίησης, οι περισσότερες περιοχές της αυτοκρατορίας απέκτησαν ανεξαρτησία, με κατάληξη την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα το 1997. Δεκατέσσερα εδάφη παρέμειναν κάτω από βρετανική κυριαρχία, τα Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη. Μετά την ανεξαρτητοποίησή τους πολλές πρώην αποικίες εντάχθηκαν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, μια ελεύθερη ένωση ανεξάρτητων κρατών. Δεκαέξι κοινοπολιτειακά κράτη έχουν κοινό αρχηγό κράτους τον εκάστοτε μονάρχη του Ηνωμένου Βασειλείου.

Γάλλιο

Το χημικό στοιχείο γάλλιο (αγγλικά: gallium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, εύθρυπτο σε χαμηλές θερμοκρασίες, αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 31 και η σχετική ατομική μάζα του 69,723(1). Το χημικό του σύμβολο είναι "Ga" και ανήκει στην ομάδα 13 (ομάδα του βορίου, IIIA, με την παλαιότερη αρίθμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 4 και στον τομέα p. Έχει θερμοκρασία τήξης 29,7646 °C και θερμοκρασία βρασμού 2204 °C.

Ανακαλύφθηκε το 1875 από τον Γάλλο χημικό Πολ-Εμίλ (Φρανσουά) Λεκόκ ντε Μπουαμποντράν με φασματοσκοπική μελέτη και πήρε το όνομά του από την Gallia, παλιά λατινική ονομασία της Γαλλίας. Ανεπιβεβαίωτες φήμες εκείνης της εποχής λένε ότι το όνομα γάλλιο μπορεί να προέρχεται από το όνομά του "Λε Κοκ" (Le Coq) που στα λατινικά (γκάλιουμ) σημαίνει πετεινός, αρσενική γαλοπούλα, γάλος. Στην ελληνική γλώσσα η ονομασία "Γάλλιον" όπως αποδόθηκε το "Γκάλιουμ", ή "Γκάλιαμ", αναφέρεται από το 1885 από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστάσιο Δαμβέργη (1857-1920)Το γάλλιο δεν υπάρχει σε ελεύθερη μορφή στη φύση. Τα λίγα ορυκτά με υψηλή περιεκτικότητα σ' αυτό, όπως ο γαλλίτης, αφενός είναι πολύ σπάνια για να χρησιμεύσουν ως βασική πηγή του στοιχείου ή των ενώσεών του και αφετέρου χωρίς οικονομική σπουδαιότητα. Η περιεκτικότητα του μετάλλου στο στερεό φλοιό της γης κυμαίνεται από 15 ppm (ή 0,0015 %) έως και 19 ppm (ή 0,0019 %).

Το μεγαλύτερο μέρος του μετάλλου παράγεται σήμερα ως παραπροϊόν κατά την επεξεργασία της αλουμίνας που προέρχεται από το βωξίτη. Μικρό ποσοστό παράγεται από την επεξεργασία των καταλοίπων της εξαγωγής ψευδαργύρου από το σφαλερίτη αλλά και από την ιπτάμενη τέφρα. Κυριότερες χώρες παραγωγής καθαρού γαλλίου είναι η Κίνα, η Γερμανία, το Καζακστάν, η Ρωσία, η Ιαπωνία κ.ά.. Ένα σημαντικό ποσοστό του μετάλλου προκύπτει επίσης από τη δευτερογενή παραγωγή, κυρίως από ανακύκλωση ηλεκτρονικών συσκευών που περιέχουν ενώσεις όπως το αρσενικούχο γάλλιο (GaAs). Τα βασικά κέντρα για τη δευτερογενή αυτή παραγωγή είναι ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία και οι Η.Π.Α.Το γάλλιο υγροποιείται λίγο πάνω από τη θερμοκρασία δωματίου και λιώνει εύκολα στο χέρι. Διαλύεται αργά στο υδροχλωρικό οξύ και στο υδροξείδιο του καλίου. Είναι διαβρωτικό για διάφορα μέταλλα ειδικά όταν είναι ζεστό. Σχηματίζει ένα οξείδιο, το Ga2O3, ενώ είναι γνωστά επίσης διάφορα χλωρίδια, σουλφίδια και νιτρικά άλατά του. Από μια ένωσή του, το θειικό γάλλιο, μπορούμε να παρασκευάσουμε στυπτηρία.

Το γάλλιο χρησιμοποιείται σε θερμομετρικές εφαρμογές και το τριπλό σημείο του που είναι 29,767 °C εφαρμόζεται στην υλοποίηση της Διεθνούς Θερμοκρασιακής Κλίμακας του 1990 (ITS-90) από το N.I.S.T. (National Institute of Standards and Technology). Επίσης, το γάλλιο χρησιμοποιείται και για την παρασκευή μεταλλικών κραμάτων με ασυνήθιστες ιδιότητες σταθερότητας και ευκολίας τήξης. Για παράδειγμα, το κράμα galinstan που περιέχει μεταξύ άλλων και Ga έχει σημείο τήξης -19 °C. Ενώσεις, όπως το αρσενίδιο και το νιτρίδιο του γαλλίου, χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως ημιαγωγοί σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, σε υπέρυθρες εφαρμογές, σε διόδους λέιζερ και γενικά σε πολύ μεγάλη ποικιλία οπτικοηλεκτρονικών εφαρμογών. Σχεδόν το 95 % του παραγομένου παγκοσμίως γαλλίου διοχετεύεται σε εφαρμογές ημιαγωγών, παρόλο που ανακαλύπτονται συνεχώς καινούργιες χρήσεις του μετάλλου σε νέα κράματα και κυψέλες καυσίμων.

Το καθαρό γάλλιο δεν αποτελεί επιβλαβή ουσία για τους ανθρώπους κατά την επαφή, αν και αφήνει σημάδι στα χέρια. Πολλές φορές αγγίζεται μόνο και μόνο για την απλή ευχαρίστηση που προκαλεί η παρατήρησή του όταν λειώνει από τη θερμότητα που εκπέμπεται από το ανθρώπινο χέρι.

Το φυσικό γάλλιο βρίσκεται με τη μορφή δύο σταθερών ισοτόπων, το 69Ga και το 71Ga.

Γάτα

Η γάτα (Felis catus – Αίλουρος η γαλή ή Felis silvestris catus) είναι ζώο που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Πρόκειται για ένα απο τα δημοφιλέστερα κατοικίδια ζώα και ίσως το μοναδικό οικόσιτο αιλουροειδές. Ζει στο περιβάλλον του ανθρώπου εδώ και τουλάχιστον 9.500 χρόνια.Δεινός θηρευτής, η γάτα κυνηγά πάνω από 1.000 είδη ζώων για τροφή. Μπορεί να εκπαιδευτεί ώστε να υπακούει σε απλές διαταγές. Οι γάτες επίσης έχει διαπιστωθεί ότι μαθαίνουν να χειρίζονται απλούς μηχανισμούς, όπως πόμολα πόρτας. Τα ζώα χρησιμοποιούν μια ποικιλία φωνών και ένα είδος γλώσσας του σώματος που τους χρησιμεύει στη μεταξύ τους επικοινωνία. Τα νιαουρίσματα, τα γουργουρίσματα και τα μουγκρίσματα είναι από τους πιο γνωστούς τρόπους επικοινωνίας. Το 1906 ιδρύθηκε η Διεθνής Ένωση Φίλων της Γάτας (Cat Fancier's Association, αρκτικόλεξο CFA).Στην Κίνα οι γάτες εκτρέφονται με σκοπό το εμπόριο της γούνας τους. Το γεγονός ότι στοιβάζονται σε κλουβιά και θανατώνονται έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ζωοφιλικές οργανώσεις παγκοσμίως.

Μέχρι πρόσφατα, πιστευόταν ότι η γάτα εξημερώθηκε στην αρχαία Αίγυπτο, όπου θεωρούνταν ιερό ζώο. Ωστόσο, τα αποτελέσματα έρευνας του 2007 έδειξαν ότι η καταγωγή όλων των κατοικίδιων γατών πιθανώς ανάγεται σε πέντε αφρικανικές αγριόγατες (Felis silvestris lybica) που έζησαν στην Εγγύς Ανατολή γύρω στο 8000 π.Χ.Η γάτα διακρίνεται για την εξαιρετική της όραση στο σκοτάδι και για τις ικανότητές της στο σκαρφάλωμα.

Γιαμάτο (θωρηκτό)

To Γιαμάτο (ιαπωνικά: 大和‎), ονομασμένο έτσι από την αρχαία Ιαπωνική Επαρχία Γιαμάτο, ήταν το πρωτοπόρο πλοίο των θωρηκτών της εξ αυτού ομώνυμης κλάσης Γιαμάτο που υπηρέτησε στο Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μαζί με το αδελφό πλοίο, Μουσάσι, ήταν τα μεγαλύτερα, βαρύτερα και πλέον βαριά εξοπλισμένα θωρηκτά που κατασκευάστηκαν ποτέ, με εκτόπισμα 72.800 τόνους με πλήρες φορτίο και οπλισμένα με εννέα κύρια πυροβόλα 46 εκατοστών. Κανένα δεν επιβίωσε του πολέμου.

Η ναυπήγησή του Γιαμάτο άρχισε το 1937 και τέθηκε επισήμως σε υπηρεσία στα τέλη του 1941. Είχε σχεδιαστεί ώστε να αντιμετωπίσει τον αριθμητικώς ανώτερο στόλο θωρηκτών των Ηνωμένων Πολιτειών, τον κύριο αντίπαλο της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Κατά την διάρκεια του 1942 υπηρέτησε ως ναυαρχίδα του Ιαπωνικού Συνδυασμένου Στόλου, και τον Ιούνιο του 1942 ο Ναύαρχος Ισορόκου Γιαμαμότο διοίκησε τον στόλο από την γέφυρά του κατά την διάρκεια της καταστροφικής Μάχης του Μίντγουεϊ. Το Μουσάσι ανέλαβε ως ναυαρχίδα του Συνδυασμένου Στόλου στις αρχές του 1943, και το Γιαμάτο πέρασε την υπόλοιπη χρονιά, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του 1944, κινούμενο μεταξύ των ναυτικών βάσεων του Τρουκ και του Κούρε εξαιτίας της Αμερικανικής απειλής. Παρότι ήταν παρόν στην Ναυμαχία της Θάλασσας των Φιλιππίνων τον Ιούνιο του 1944, το Γιαμάτο δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην μάχη. Η μόνη φορά που έβαλλε με τα κύρια πυροβόλα του σε επιφανειακό εχθρικό στόχο ήταν τον Οκτώβριο του 1944, όταν στάλθηκε να αντιμετωπίσει τις Αμερικανικές δυνάμεις που εισέβαλαν στις Φιλιππίνες κατά την Ναυμαχία του Κόλπου Λέυτε. Στο χείλος της επιτυχίας, η Ιαπωνική δύναμη επέστρεψε, πιστεύοντας ότι είχαν εμπλακεί με ολόκληρο στόλο αμερικανικών αεροπλανοφόρων αντί για την ελαφρώς οπλισμένη ομάδα συνοδευτικών αεροπλανοφόρων που υπήρχε στην πραγματικότητα μεταξύ του Γιαμάτο και των ευάλωτων αποβατικών.

Κατά την διάρκεια του 1944 η ισορροπία ναυτικών δυνάμεων στον Ειρηνικό είχε στραφεί αποφασιστικά εναντίον της Ιαπωνίας, και κατά τις αρχές του 1945 ο Ιαπωνικός στόλος είχε κατά κύριο λόγο εξαντληθεί ενώ είχε κρίσιμες ελλείψεις σε καύσιμα περιορίζοντας την χρησιμότητά του. Τον Απρίλιο του 1945, σε μία απελπισμένη προσπάθεια να επιβραδύνουν την συμμαχική προώθηση, το Γιαμάτο αποσπάστηκε σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή στην Οκινάουα, όπου επρόκειτο να προστατεύσει το νησί από ενδεχόμενη απόβαση και να πολεμήσει μέχρι να καταστραφεί. Η δύναμη κρούσης του εντοπίστηκε νοτίως του Κιούσου από αμερικανικά υποβρύχια και αεροσκάφη, και στις 7 Απριλίου βυθίστηκε από βομβαρδιστικά που επιχειρούσαν από αεροπλανοφόρα και τορπιλοπλάνα χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματός του.

Εθνική Βιβλιοθήκη της Δίετας της Ιαπωνίας

Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Δίετας (διεθνώς National Diet Library, NDL, (ιαπωνικά: 国立国会図書館‎) , Kokuritsu Kokkai Toshokan) είναι η μοναδική εθνική βιβλιοθήκη της Ιαπωνίας. Ιδρύθηκε το 1948 με σκοπό την παροχή βοήθειας στα μέλη της Εθνικής Δίαιτας στην έρευνα και μελέτη ζητημάτων δημόσιας πολιτικής. Η βιβλιοθήκη είναι από την άποψη του σκοπού και του αντικειμένου της παρόμοια με την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η βιβλιοθήκη αποτελείται από δύο κύριες εγκαταστάσεις στο Τόκυο και το Κυότο, και αρκετά άλλα παραρτήματα σε όλη την Ιαπωνία.

Ιαπωνική γλώσσα

Η Ιαπωνική (日本語, Nihongo) είναι γλώσσα που ομιλείται από 127 εκατ. ανθρώπους, κυρίως στην Ιαπωνία, αλλά και σε κοινότητες Ιαπώνων μεταναστών σε όλο τον κόσμο. Θεωρείται συγκολλητική γλώσσα και διακρίνεται για το σύνθετο πλέγμα εκφράσεων ευγενείας που απεικονίζουν την ιεραρχική φύση της ιαπωνικής κοινωνίας, με ρηματικούς τύπους και ιδιαίτερο λεξιλόγιο που υποδεικνύει τη σχετική θέση (status) του ομιλητή και του ακροατή. Η δεξαμενή ήχων της Ιαπωνικής είναι σχετικά μικρή και διαθέτει ένα λεξικογραφικά διακριτό σύστημα τόνων (έντασης φωνής). Το ιστορικό αρχείο της γλώσσας ανάγεται στον 8ο αιώνα, όταν συντέθηκαν τα τρία μείζονα έργα της αρχαίας ιαπωνικής.

Η Ιαπωνική γράφεται με συνδυασμό τριών διαφορετικών τύπων χαρακτήρων: Οι κινεζικοί χαρακτήρες (ονομάζονται Κάντζι), ενώ οι δύο συλλαβικές γραφές, χιραγκάνα και κατακάνα. Το λατινικό αλφάβητο (που αποκαλείται ρομάτζι) χρησιμοποιείται συχνά στη σύγχρονη Ιαπωνική, για ονόματα εταιρειών, διαφημιστικούς λόγους ή υπολογιστική χρήση. Η αραβική αρίθμηση χρησιμοποιείται εν γένει, αλλά επίσης κοινός τόπος είναι η παραδοσιακή Κινεζική/Ιαπωνική αρίθμηση.

Το ιαπωνικό λεξιλόγιο έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από δάνεια άλλων γλωσσών. Μεγάλος αριθμός λέξεων προέρχονται από την Κινεζική ή δημιουργήθηκαν βάσει κινεζικών προτύπων, σε μια περίοδο 1.500 τουλάχιστον χρόνων. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η Ιαπωνική δανείστηκε αρκετά μεγάλο αριθμό λέξεων, κυρίως αγγλικών.

Ιρίδιο

Το χημικό στοιχείο ιρίδιο (iridium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 77 και σχετική ατομική μάζα 192,217. Το χημικό του σύμβολο είναι «Ir» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6, στον τομέα d, και στην 3η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 2466 °C και θερμοκρασία βρασμού 4428 °C.

Πήρε το όνομά του από τα έντονα χρώματα που είχαν τα άλατά του, σε συνδυασμό και με την Ίριδα, τη θεά του ουράνιου τόξου των αρχαίων Ελλήνων.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGMs, Platinum Group Metals.

Το ιρίδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 στο Λονδίνο από τον Άγγλο χημικό Τένναντ στα αδιάλυτα κατάλοιπα της κατεργασίας του λευκόχρυσου.

Τα μεγαλύτερα αποθέματά του βρίσκονται στη Νότια Αφρική, στη Ρωσία, και στον Καναδά. Μικρότερα αποθέματα βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αν και είναι ένα από τα σπανιότερα στοιχεία του φλοιού της Γης, με ετήσια παραγωγή και κατανάλωση μόνο τρεις τόνους, παρουσιάζει ως μέταλλο εξαιρετικό ενδιαφέρον εξαιτίας των μηχανικών ιδιοτήτων του. Έτσι, χρησιμοποιείται ευρύτατα στην κατασκευή σκευών ανθεκτικών στις ψηλές θερμοκρασίες και στη διάβρωση όπως είναι τα μπουζί, τα πρότυπα μέτρα και σταθμά, τα χωνευτήρια, τα ηλεκτρόδια και στις θερμοηλεκτρικές γεννήτριες ραδιοϊσοτόπων σε μη επανδρωμένα διαστημόπλοια.

Οι πιο σημαντικές ενώσεις του ιριδίου είναι τα άλατά του με χλώριο και οι οργανομεταλλικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στους καταλύτες των οργανικών αντιδράσεων.

Ιρίδιο έχει βρεθεί και σε μετεωρίτες και μάλιστα σε περιεκτικότητα πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της λιθόσφαιρας. Υπάρχει η σκέψη ότι το ποσό του ιριδίου σ' ολόκληρο τον πλανήτη είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται στη λιθόσφαιρα, αλλά λόγω της υψηλής πυκνότητας και του σιδηρόφιλου χαρακτήρα του, το περισσότερο ιρίδιο κατέβηκε κάτω από το φλοιό και μέσα στον πυρήνα της Γης, όταν ο πλανήτης ήταν ακόμη νεαρής ηλικίας και δεν είχε στερεοποιηθεί πλήρως.

Ασυνήθιστα μεγάλη περιεκτικότητα σε ιρίδιο έχει βρεθεί στο γεωλογικό «όριο Κ-Τ». Αυτή η ανακάλυψη αποτελεί ισχυρή ένδειξη της θεωρίας που υποστηρίζει ότι η εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν 65 εκατομμύρια χρόνια προκλήθηκε από την πτώση μεγάλου μετεωρίτη.

Το ιρίδιο έχει δύο σταθερά ισότοπα, το 191Ir και το 193Ir.

Κλάση θωρηκτών Γιαμάτο

Τα θωρηκτά κλάσης Γιαμάτο (ιαπωνικά: 大和型戦艦‎, Yamato-gata senkan) ήταν θωρηκτά του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού τα οποία κατασκευάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τα πλοία είχαν εκτόπισμα 73.000 τόνους με πλήρες φορτίο όντας τα μεγαλύτερα, βαρύτερα και πλέον οπλισμένα θωρηκτά που κατασκευάστηκαν ποτέ. Έφεραν το μεγαλύτερο ναυτικό πυροβολικό που εγκαταστάθηκε ποτέ σε πολεμικό πλοίο, εννέα ναυτικά πυροβόλα 460 χιλιοστών, το καθένα από τα οποία μπορούσε να βάλλει βλήματα 1.340 κιλών με βεληνεκές 42 χιλιόμετρα. Ολοκληρώθηκαν δύο πλοία της κλάσης (το Γιαμάτο και το Μουσάσι) ενώ ένα τρίτο (το Σινάνο) μετατράπηκε σε αεροπλανοφόρο κατά την διάρκεια της ναυπήγησής του.

Λόγω της απειλής από τα αμερικανικά υποβρύχια και αεροπλανοφόρα, το Γιαμάτο και το Μουσάσι παρέμεναν σε ναυτικές βάσεις στο Μπρουνέι, στο Τρουκ και το Κούρε, επιχειρώντας σποραδικά μετά από αμερικανικές επιδρομές σε ιαπωνικές βάσεις, πριν συμμετάσχουν στην Ναυμαχία του Κόλπου Λέυτε, ως μέρος της Κεντρικής Δύναμης του ναυάρχου Κουρίτα. Το Μουσάσι βυθίστηκε κατά την διάρκεια της ναυμαχίας από αμερικανικά αεροσκάφη. Το Σινάνο βυθίστηκε 10 μέρες μετά την παραλαβή του τον Νοέμβριο του 1944 από το υποβρύχιο USS Archer-Fish, ενώ το Γιαμάτο βυθίστηκε τον Απρίλιο του 1945 κατά την Επιχείρηση Τεν-Γκο.

Τις παραμονές της κατοχής της Ιαπωνίας από τους συμμάχους, ειδικοί αξιωματούχοι του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού κατέστρεψαν σχεδόν όλα τα αρχεία, σχέδια και φωτογραφίες που είχαν σχέση με τα θωρηκτά της κλάσης Γιαμάτο, αφήνοντας μόνο αποσπασματικά αρχεία σχεδιαστικών χαρακτηριστικών και άλλων τεχνικών ζητημάτων. Η καταστροφή αυτών των εγγράφων ήταν τόσο αποδοτική ώστε μέχρι το 1948 οι μόνες γνωστές φωτογραφίες του Γιαμάτο και του Μουσάσι ήταν αυτές που τραβήχτηκαν από αεροσκάφη του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών που συμμετείχαν στις επιθέσεις εναντίον των δύο θωρηκτών. Παρ' όλο που κάποιες επιπλέον φωτογραφίες και πληροφορίες από έγγραφα που δεν είχαν καταστραφεί ήρθαν στο φως με τον καιρό, η απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των γραπτών αρχείων για την κλάση έχει κάνει την έρευνα για αυτήν αρκετά δύσκολη. Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών εξαιτίας αυτής της απώλειας προέρχεται από ανακρίσεις Ιαπώνων αξιωματικών μετά την παράδοση της Ιαπωνίας.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Ολοκαύτωμα

Με τον όρο Ολοκαύτωμα περιγράφεται ο υποκινούμενος από το κράτος συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία διαφόρων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών ομάδων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από τη Ναζιστική Γερμανία και τους συνεργάτες της. Στα αρχικά στοιχεία που συνθέτουν το Ολοκαύτωμα είναι το πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων και το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξόντωση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί. Η ίδια λέξη, συνήθως με μικρό αρχικό και συνοδευόμενη από κάποιο προσδιοριστικό, χρησιμοποιείται και για άλλες γενοκτονίες ή μαζικούς διωγμούς όπως π.χ. για τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Οι Εβραίοι της Ευρώπης ήταν τα κύρια θύματα του Ολοκαυτώματος, μέσω αυτού που οι Ναζί ονόμαζαν «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος». Ο αριθμός των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού συνήθως προσδιορίζεται στα έξι εκατομμύρια, αν και οι τυπικές εκτιμήσεις από τους ιστορικούς για το εύρος των θυμάτων κυμαίνονται από πέντε εκατομμύρια ως και πάνω από έξι εκατομμύρια. Εκτός από τους Εβραίους, περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα (μερικές εκτιμήσεις φτάνουν ως και τις 800.000), δηλαδή το 25-50% του ευρωπαϊκού τους πληθυσμού. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες» ήταν οι εξής: Σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι σε κατεχόμενες περιοχές (περιλαμβανομένων των Ρώσων και άλλων Σλάβων), Πολωνοί μη Εβραίοι (3 εκατομμύρια Πολωνοί Εβραίοι και 2 εκατομμύρια Πολωνοί μη Εβραίοι), διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και κάποιοι Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Κάποιες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος στα 26 εκατομμύρια ανθρώπους, όμως τα 9 έως 11 εκατομμύρια θύματα συνήθως θεωρείται η πιο αξιόπιστη εκτίμηση.

Παλλάδιο

Το χημικό στοιχείο παλλάδιο (palladium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 46 και σχετική ατομική μάζα 106,42. Το χημικό του σύμβολο είναι «Pd». Ανήκει στην ομάδα 10, στην περίοδο 5 και στο d-block του περιοδικού πίνακα, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης.

Είναι σπάνιο, ασημόγκριζο μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη και με θερμοκρασία τήξης 1554,9 °C και θερμοκρασία βρασμού 2963 °C.

Ανακαλύφθηκε από τον Άγγλο χημικό Ουόλλαστον στο Λονδίνο το 1803 και πήρε το όνομά του από τον αστεροειδή «Παλλάς» που είχε ανακαλυφθεί δυο χρόνια νωρίτερα.

Το παλλάδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals.

Εκτεταμένα κοιτάσματα παλλαδίου και των συγγενών μετάλλων έχουν βρεθεί στη Νότια Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στη Ρωσία. Η ανακύκλωση είναι επίσης μια πηγή παλλαδίου, ως επί το πλείστον από τους ανενεργούς καταλυτικούς μετατροπείς.

Το παλλάδιο και οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως καταλύτες σε οργανικές χημικές αντιδράσεις αλλά και στους καταλυτικούς μετατροπείς των αυτοκινήτων. Επίσης χρησιμοποιούνται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, στην οδοντιατρική, τον καθαρισμό του υδρογόνου, στην κατασκευή κοσμημάτων, ανθεκτικών εργαλείων και οργάνων ακριβείας.

Το παλλάδιο που υπάρχει στη φύση είναι μείγμα έξι ισοτόπων με ατομικούς αριθμούς 102, 104, 105, 106, 108 και 110.

Ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των έντεκα παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα μεταλλικό πλαίσιο στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές, το «τέρμα». Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει ενώ αν καμία ομάδα δεν σκοράρει ή και οι δύο ομάδες καταλήξουν στο τέλος του παιχνιδιού με την ίδια βαθμολογία σε σκορ τότε το παιχνίδι λήγει ισόπαλο.

Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη. Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.

Ρήνιο

Το χημικό στοιχείο ρήνιο (rhenium) είναι βαρύ, δύστηκτο, αργυρόλευκο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 75 και σχετική ατομική μάζα 186,207. Το χημικό του σύμβολο είναι «Re» και ανήκει στην ομάδα 7 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block, στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 3186 °C και θερμοκρασία βρασμού 5596 °C.Με μια μέση περιεκτικότητα περίπου 1 ppb (μέρη στο δισεκατομμύριο) στο στερεό φλοιό της γης, το ρήνιο είναι από τα σπανιότερα μέταλλα.

Το καθαρό ρήνιο έχει την 3η μεγαλύτερη θερμοκρασία τήξης, μετά το βολφράμιο και τον άνθρακα και το μεγαλύτερο σημείο βρασμού από όλα τα χημικά στοιχεία.Ανήκει στα λεγόμενα πυρίμαχα μέταλλα μαζί με το μολυβδένιο, το ταντάλιο, το βολφράμιο και το νιόβιο.Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε το 1925 από στους Γερμανούς χημικούς Βάλτερ Νόντακ, Ίντα Τάκε-Νόντακ και Όττο Μπέργκ και είναι το τελευταίο, με φυσική παρουσία, σταθερό χημικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε. Το όνομά του το πήρε από τον ποταμό Ρήνο.

Το ρήνιο δεν υπάρχει ελεύθερο στη φύση. Εμφανίζεται σε μικρές ποσότητες μέσα στο ορυκτό μολυβδαινίτης που αποτελεί και τη μεγαλύτερη εμπορική του πηγή. Η Χιλή, οι Η.Π.Α., και χώρες της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) προμηθεύουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρηνίου παγκοσμίως. Είναι γνωστά μόνο δύο πολύ σπάνια ορυκτά του : ο ρηνιίτης που περιέχει θείο και ρήνιο και ο ταρκιανίτης που περιέχει πολλά συστατικά.

Το ρήνιο προσομοιάζει χημικά περισσότερο με το μολυβδαίνιο, που βρίσκεται στην προηγούμενη ομάδα και στην προηγούμενη περίοδο του περιοδικό πίνακα, παρά με το τεχνήτιο και το μαγγάνιο με τα οποία ανήκει στην ίδια ομάδα.

Παράγεται κυρίως από το ορυκτό μολυβδαινίτης ως παραπροϊόν του μολυβδαινίου και της επεξεργασίας του χαλκού.

Στις ενώσεις του έχει πολλούς αριθμούς οξείδωσης που κυμαίνονται από –3 έως και +7, ενώ τα σύμπλοκά του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας του μεγάλου αριθμού συναρμογής που έχουν και των παραβιάσεων κάποιων κανόνων μοριακής συμμετρίας που εμφανίζουν.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή υπερκραμάτων με το νικέλιο για χρήση σε κινητήρες αεροσκαφών και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων τις περισσότερες φορές ως κράμα με λευκόχρυσο.

Εξαιτίας της χαμηλής διαθεσιμότητάς του σε σχέση με τη ζήτηση, το ρήνιο είναι ένα από τα πιο ακριβά βιομηχανικά μέταλλα.

Το ρήνιο έχει ένα μόνο σταθερό ισότοπο το 185Re.

Σαμουράι

Οι σαμουράι (ιαπωνικά: 侍‎), όπως τουλάχιστον παρουσιάζονται στην ιαπωνική ιστορία, ήταν μια τάξη άφοβων και βίαιων πολεμιστών, που ουσιαστικά κυριάρχησε στην Ιαπωνία για περισσότερα από 600 χρόνια, από τα μέσα του 12ου αιώνα. Η θέση τους στο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο της ιαπωνικής φεουδαρχίας υπήρξε σημαντική, καθώς λειτούργησαν αρκετές φορές ως ρυθμιστές της ροής των ιστορικών γεγονότων. Απέκτησαν παγκόσμια φήμη για τις ικανότητές τους στο χειρισμό των όπλων, ιδιαίτερα στο ξίφος, και τα κατορθώματά τους έγιναν θρύλοι της ενδοχώρας.

Η λέξη σαμουράι προέρχεται από το ιαπωνικό ρήμα σαμoρό ή σαμπουρό και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει τους προσωπικούς υπηρέτες των πλούσιων και πανίσχυρων γαιοκτημόνων του 8ου αιώνα στην Ιαπωνία. Ορισμένοι από αυτούς τους γαιοκτήμονες ήταν αριστοκράτες, ευγενείς που είχαν εγκαταλείψει τη βασιλική αυλή του Κιότο, την πρωτεύουσα, προκειμένου να αναζητήσουν την τύχη τους. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε σταδιακά ένα δίκτυο φυλών ή «οικογενειών» με τη διευρυμένη έννοια. Έτσι, όμως, η κεντρική διακυβέρνηση της χώρας έχασε τη δύναμή της, ενώ ο νόμος και η τάξη ετηρείτο πλέον από τις διαφορετικές οικογένειες. Οι οικογένειες εξοπλίστηκαν με την πάροδο του χρόνου, ώστε να μπορούν να προστατέψουν τη γη τους και τους ανθρώπους τους. Τούτο ήταν και το έναυσμα για την ανάπτυξη της τάξης των σαμουράι, πάνω σε έναν αρχαιότερο κώδικα που ήδη είχαν αναπτύξει οι πολεμιστές Γιαγιόι.

Χώρες της Ασίας
Cartography of Asia

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.