Η καταγωγή των ειδών

Η καταγωγή των ειδών (αγγλ.: On the Origin of Species, πλήρης τίτλος: On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or The Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life) είναι έργο του Άγγλου επιστήμονα, Κάρολου Δαρβίνου, που εκδόθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1859. Είναι επιστημονικό σύγγραμμα που θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις της εξελικτικής βιολογίας. Το έργο αυτό του Δαρβίνου εισήγαγε τη θεωρία ότι οι πληθυσμοί εξελίσσονται από γενιά σε γενιά με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής. Παρουσίαζε μία σειρά από στοιχεία και αποδείξεις ως συμπέρασμα παρατηρήσεων, πειραμάτων και επιστημονικών συζητήσεων. Πιο συγκεκριμένα Η Καταγωγή των Ειδών εμπεριέχει δύο βασικές θέσεις: α) ότι όλα τα είδη προήλθαν, μέσω τροποποιήσεων, από κοινά προγονικά είδη και β) ότι οι τροποποιήσεις αυτές οφείλονται στη φυσική επιλογή που δρα πάνω στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ατόμων ενός είδους. [1]

Εκείνη την εποχή, οι θεωρίες «περί Εξέλιξης» υπονοούσαν δημιουργία χωρίς θεϊκή παρέμβαση, και ο Δαρβίνος απέφυγε τη χρήση των λέξεων «εξέλιξη» και «εξελίσσομαι». Το βιβλίο έκανε μόνο έναν σύντομο υπαινιγμό στην ιδέα ότι και ο άνθρωπος μπορούσε να εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο όπως και οι άλλοι οργανισμοί.

Το έργο, παρά τις αρχικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από κύκλους της Εκκλησίας της Αγγλίας, προσέλκυσε το γενικό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης της εποχής, καθώς είχε γραφτεί σε ύφος κατανοητό στον απλό αναγνώστη. Εντός είκοσι ετών από τη δημοσίευση η θεωρία της εξέλιξης έγινε γενικά αποδεκτή στον επιστημονικό κόσμο, όμως με την πάροδο του χρόνου κυριάρχησαν διάφορα μοντέλα αυτής της επιστημονικής προσέγγισης, βασισμένα στις απόψεις του Δαρβίνου.

Origin of Species title page
Εξώφυλλο του έργου.

Υπόβαθρο

Μέχρι το 17ο/18ο αιώνα, οπότε έγινε κοινό κτήμα το έργο των παλαιοντολόγων και γεωλόγων, η έννοια της σταθερότητας των ειδών αποτελούσε επαρκή θεώρηση σχετικά με το σύνολο της οργανικής ζωής της Γης. Άλλωστε, η ομοιότητα μεταξύ καταγραφών διαφορετικών βιολογικών ειδών, από την αρχαιότητα μέχρι εκείνη την εποχή, φαινόταν να ενισχύει την άποψη πως τα είδη δεν είχαν εξελιχθεί για χιλιάδες χρόνια. Συγχρόνως, εναλλακτικές θεωρίες που αμφισβητούν τη στατικότητα των ειδών μπορούν να εντοπιστούν ήδη από την αρχαιότητα. Σε ένα σύντομο ιστορικό σχεδίασμα των απόψεων περί της καταγωγής των ειδών, σε μεταγενέστερες εκδόσεις της Καταγωγής των Ειδών, ο Δαρβίνος αναγνώρισε ίχνη εξελικτικών ιδεών στο έργο Περί Φυσικής Ακροάσεως του Αριστοτέλη[2]. Ο Αναξίμανδρος (π. 610-546 π.Χ.) και ο Εμπεδοκλής (π. 492-432 π.Χ.) ισχυρίστηκαν επίσης πως τα ζώα μεταλλάσσονταν και αφανίζονταν, ωστόσο μέχρι τον 17ο αιώνα, η εξαφάνιση ορισμένων ειδών θεωρούνταν αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής, όπως του κατακλυσμού που περιγράφεται στο βιβλίο της Γένεσης[3]. Τέτοιου είδους προσεγγίσεις προσέκρουσαν σύντομα σε παρατηρησιακά δεδομένα, όπως το γεγονός πως ορισμένα είδη ευδοκιμούσαν σε συγκεκριμένες περιοχές.

Πριν τη δημοσίευση του έργου τού Δαρβίνου, τα ερωτήματα περί της καταγωγής των ειδών έβρισκαν εξηγήσεις στα πλαίσια της φυσικής θεολογίας που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από φιλοσόφους και θεολόγους του 17ου αιώνα. Σύμφωνα με αυτή, η φύση αποτελούσε πηγή γνώσης για τον Θεό, ο οποίος αποκαλυπτόταν μέσα από την ομορφιά και την οργάνωση του φυσικού κόσμου. Ενδεικτικό είναι το έργο του Βρετανού θεολόγου Γουίλιαμ Πέϊλι (1743-1805), όπως καταγράφεται αναλυτικά στις πραγματείες A View of the Evidences of Christianity (1794) και Natural Theology: or, Evidences of the Existence and Attributes of the Deity, Collected from the Appearances of Nature (1802). Κατά τον Πέϊλι και τις αποδεκτές αντιλήψεις της εποχής, ο κόσμος είχε ηλικία μερικών χιλιάδων ετών και είχε υποστεί τουλάχιστον μία μεγάλη φυσική καταστροφή στην ιστορία του, γεγονός που εξηγούσε την ύπαρξη απολιθωμάτων που ανήκαν σε εξαφανισμένα είδη. Η πολυπλοκότητα και ευταξία του φυσικού κόσμου μπορούσε να εξηγηθεί μόνο ως έργο ενός Θεού δημιουργού και λίγα περιθώρια αφήνονταν για αλλαγές στη φύση.

Στις αρχές του 19ου αιώνα τέτοιες αλλαγές έγιναν αντικείμενο μελέτης για αρκετούς φυσιοδίφες, που προσπαθούσαν να ταξινομήσουν τα είδη. Σήμερα, το έργο του Τζον Ρέι, του Λινναίου και του Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό ως προς τη διαμόρφωση των δαρβινικών ιδεών. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Δαρβίνος, η βασική αιτία που οδήγησε τον Λαμάρκ στην ιδέα πως τα είδη αλλάζουν βαθμιαία ήταν η δυσκολία της διάκρισης ανάμεσα σε είδος και ποικιλία[4]. Ο Έρασμος Δαρβίνος, παππούς του Κάρολου, διατύπωσε πρώτος την υπόθεση περί μεταλλάξεων των ειδών κατά τη δεκαετία του 1790, αλλά ο Λαμάρκ ανέπτυξε και δημοσίευσε μια περισσότερο αναλυτική θεωρία το 1809. Ανάλογες αντιλήψεις εξέφρασε και ο φυσιοδίφης Ζωφρουά Σεντ-Ιλέρ (1772-1844), ο οποίος διατύπωσε την άποψη πως τα είδη δεν διαιωνίστηκαν με την ίδια μορφή. Ο Δαρβίνος βασίστηκε σε πλήθος επιστημονικών γνώσεων και παρατηρήσεων της εποχής του, χωρίς τις οποίες θα ήταν μάλλον αδύνατο να γράψει την Καταγωγή των Ειδών. Από την άλλη πλευρά, εξίσου σημαντικές ήταν οι παρατηρήσεις και τα πειράματα που πραγματοποίησε ο ίδιος, και η μεγάλη συμβολή του έγκειται στο γεγονός πως κατάφερε να ενοποιήσει με μοναδικό τρόπο τα συμπεράσματα διαφορετικών ερευνών, συνθέτοντας μία συνεπή και καλά τεκμηριωμένη γενική θεωρία για την καταγωγή των ειδών.

Παραπομπές

  1. Futuyma, Douglas (1995). Εξελικτική Βιολογία. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. σελ. 740. ISBN 960- 7309- 20- 0.
  2. Darwin 1872, xii
  3. Francis, 44
  4. Darwin 1872, xiv

Πηγές

  • Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή
  • Darwin, Charles. The Origin of Species by Means of Natural Selection, or the Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life (6th ed.), London: John Murray, 1872
  • Francis, Keith: Charles Darwin and The Origin of Species, Greenwood Press, 2006

Δικτυακοί τόποι

1859

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1859 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Ανθρώπινη εξέλιξη

Ανθρώπινη εξέλιξη, ή ανθρωπογένεση, ονομάζεται η διαδικασία της εξέλιξης κατά την οποία οι άνθρωποι (Homo s. sapiens) εμφανίζονται/εξετάζονται ως ξεχωριστό είδος σε σχέση με τις άλλες ανθρωπίδες, τους μεγάλους πιθήκους και τα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Είναι το αντικείμενο της γενικότερης συστηματικής επιστημονικής αναζήτησης που προσπαθεί να κατανοήσει και να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο συνέβησαν αυτές οι αλλαγές. Η μελέτη της ανθρώπινης εξέλιξης περικλείει αρκετούς επιστημονικούς κλάδους, κυρίως όμως τη φυσική ανθρωπολογία και την γενετική.Ο όρος "άνθρωπος" όταν αναφέρεται στην ανθρώπινη εξέλιξη εννοεί το γένος Homo, όμως οι μελέτες τις ανθρώπινης εξέλιξης περιλαμβάνουν συνήθως και άλλα ανθρωποειδή, όπως είναι ο Αυστραλοπίθηκος, η εξελικτική πορεία του οποίου διαχωρίστηκε από αυτήν του ανθρώπινου γένους περίπου 2,3 εκατομμύρια χρονιά πριν, στην Αφρική. Οι επιστήμονες εκτιμούν πως οι άνθρωποι μοιράζονται τον τελευταίο κοινό τους πρόγονο με τους χιμπαντζήδες, οι οποίοι έζησαν περίπου 5-7 εκατομμύρια χρόνια πριν. Πολλά είδη και υποείδη του γένους Homo έχουν αφανιστεί. Μεταξύ όλων αυτών είναι και ο Homo erectus, ο οποίος έζησε στην Ασία, και ο Homo sapiens neanderthalensis ο οποίος έζησε στην Ευρώπη. Οι Αρχαϊκοί Homo sapiens εξελίχτηκαν περίπου 400.000 με 250.000 χρόνια πριν.

Η κυρίαρχη άποψη στον επιστημονικό χώρο σχετικά με την καταγωγή των ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων ονομάζεται "Πέρα από την Αφρική" ("Out of Africa") και υποστηρίζει πως ο Homo sapiens εξελίχτηκε στην Αφρική και μετακινήθηκε στις γύρω ηπείρους περίπου 50.000 με 100.000 χρόνια πριν, αντικαθιστώντας τους πληθυσμούς του Homo erectus στην Ασία και του Homo neanderthalensis στην Ευρώπη.

Ανρί Μπεργκσόν

Ο Ανρί-Λουίς Μπεργκσόν (ή Μπερξόν γαλλ.: Henri-Louis Bergson, 18 Οκτωβρίου 1859 – 4 Ιανουαρίου 1941) ήταν Γάλλος φιλόσοφος. Τα θέματα που θίγει ο Μπεργκσόν σχετίζονται με το χρόνο και την ταυτότητα, την ελεύθερη θέληση, την αντίληψη, την αλλαγή, τη μνήμη, τη συνείδηση, τη γλώσσα, και τα όρια της λογικής. Το 1927 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Βραχιόποδα

Τα βραχιόποδα είναι συνομοταξία θαλασσίων ασπόνδυλων, εφοδιασμένων με δίθυρο όστρακο (παρ' όλα αυτά δεν ανήκουν στα Δίθυρα), τα οποία ζουν προσκολλημένα σε υποβρύχια αντικείμενα με ένα μίσχο που διαπερνάει τη μια από τις βαλβίδες από μια οπή. Τα ζώα αυτά είναι εφοδιασμένα με κροσσωτούς βραχίονες που με αυτούς πιάνουν και φέρνουν την τροφή τους στο στόμα.

Tα περισσότερα είδη αποφεύγουν περιοχές με δυνατά θαλάσσια ρεύματα και βρίσκονται συνήθως σε βραχώδεις περιοχές ή στα μεγάλα βάθη των ωκεανών.

Γενετική

Ως γενετική ορίζεται η μελέτη των γονιδίων, της κληρονομικότητας και της βιοποικιλότητας στους ζωντανούς οργανισμούς. Γενικά, η γενετική θεωρείται κλάδος της Βιολογίας. Ως εκ τούτου συμβάλλει στην κατανόηση της κληρονομικότητας σε πολλές εφαρμοσμένες επιστήμες της ζωής, ενώ παράλληλα συνδέεται στενά με την μελέτη των συστημάτων πληροφοριών.

Αν και ο όρος γενετική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Άγγλο επιστήμονα Γουίλλιαμ Μπέιτσον (William Bateson), σε ένα γράμμα του προς τον Άνταμ Σέντζγουϊκ, με ημερομηνία 18 Απριλίου 1905, ο πατέρας της γενετικής θεωρείται ο Γκρέγκορ Μέντελ, ένας επιστήμονας και Αυγουστίνος μοναχός. Ο Μέντελ μελέτησε την «κληρονομικότητα των χαρακτηριστικών», τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο τα χαρακτηριστικά κληρονομήθηκαν από τους γονείς στους απογόνους τους. Παρατήρησε ότι οι οργανισμοί (και συγκεκριμένα το φυτό lathyrus odoratus (μοσχομπίζελο)) κληρονομούν τα γνωρίσματα τους μέσω διακριτών «μονάδων κληρονομικότητας». Αυτός ο όρος, ο οποίος χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα, αποτελεί έναν διφορούμενο ορισμό του τι αναφέρεται ως γονίδιο.

Οι γονιδιακοί μηχανισμοί της κληρονομικότητας γνωρισμάτων καθώς και της μοριακής κληρονομικότητας αποτελούν ακόμα μια βασική αρχή της γενετικής του 21ου αιώνα,αλλά η σύγχρονη γενετική έχει επεκταθεί πέρα από την κληρονομικότητα για την μελέτη της συμπεριφοράς και της λειτουργίας των γονιδίων. Η δομή, η λειτουργία, η ποικιλομορφία και η διανομή των γονιδίων έχουν μελετηθεί τόσο στο πλαίσιο του κυττάρου όσο και του οργανισμού, αλλά και του ευρύτερου πληθυσμού. Η γενετική έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας σειράς από επιμέρους επιστημονικούς τομείς, όπως για παράδειγμα της επιγενετικής και της πληθυσμιακής γενετικής. Οι οργανισμοί, οι οποίοι έχουν μελετηθεί, καλύπτουν όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων,των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων.

Οι γενετικές διαδικασίες λειτουργούν σε συνεργασία με το περιβάλλον ενός οργανισμού και επιχειρούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη και την συμπεριφορά, διαδικασία που συχνά αναφέρεται ως «η φύση εναντίον της ανατροφής». Το ενδο -ή το έξω- κυτταρικό περιβάλλον ενός κυττάρου ή οργανισμού μπορεί να μεταπέσει από την κατάσταση ενεργούς στην κατάσταση ανενεργούς μεταγραφής γονιδίων και αντίστροφα. Ένα κλασσικό παράδειγμα αυτής της συνεργασίας της γενετικής με τις περιβαλλοντικές συνθήκες αποτελούν δύο σπόροι από γενετικά πανομοιότυπο καλαμπόκι, οι οποίοι τοποθετήθηκαν ο ένας σε εύκρατο και ο άλλος σε ξηρό κλίμα. Το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου πειράματος, παρόλο που το φυσιολογικό ύψος, το οποίο επρόκειτο να αποκτήσουν τα κοτσάνια από τα δυο καλαμπόκια, ήταν γενετικά καθορισμένο να είναι ίσο, το κοτσάνι του σπόρου που τοποθετήθηκε στο ξηρό κλίμα, εξαιτίας έλλειψης νερού και θρεπτικών συστατικών στο περιβάλλον του, τελικά έφτασε μόνο στο μισό του ύψους του κοτσανιού του δεύτερου σπόρου, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο εύκρατο κλίμα.

Γκρέγκορ Μέντελ

Ο Γκρέγκορ Γιόχαν Μέντελ (Gregor Mendel, 20 Ιουλίου[1] 1822 – 6 Ιανουαρίου 1884) ήταν Αυστριακός μοναχός, γνωστός για τις μελέτες που πραγματοποίησε σχετικά με τους μηχανισμούς της κληρονομικότητας χαρακτηριστικών στα φυτά. Προερχόταν από γερμανόφωνη οικογένεια της Σιλεσίας, σε περιοχή που ανήκει στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία (σήμερα στην Τσεχία). Συχνά αναφέρεται και ως ο "πατέρας της Γενετικής", λόγω της σημασίας που είχαν οι νόμοι της Μεντελικής κληρονομικότητας και για τη μελέτη της κληρονομικότητας στα υπόλοιπα είδη, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Η αναγνώριση του επιστημονικού έργου του Μέντελ πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, δύο δεκαετίες μετά τον θάνατό του.

Δαρβινισμός

Ο Δαρβινισμός είναι η θεωρία της εξέλιξης και της διαδοχικής αλληλοπροέλευσης των μορφών του ενόργανου και του ζώντος κόσμου, όπως διατυπώθηκε από κοινού από τον Κάρολο Δαρβίνο και τον Άλφρεντ Ουάλας και αναπτύχθηκε αργότερα από το Δαρβίνο στο έργο του "Η καταγωγή των ειδών μέσω της φυσικής επιλογής". Κατ' αυτόν τα άτομα ενός είδους εμφανίζουν ποικιλία, παράγονται δε κατά μέσο όρο περισσότεροι απόγονοι από όσους χρειάζεται να αντικαταστήσουν τους γονείς.Πρέπει, επομένως, να υπάρχει συναγωνισμός για την επιβίωση και επιβιώνουν και αναπαράγουν οι περισσότερο προσαρμοσμένες(καταλληλότερες)παραλλαγές. Η εξέλιξη συμβαίνει μέσω της φυσικής επιλογής που δρα σε ατομική παραλλαγή και έχει ως αποτέλεσμα την επιβίωση των καταλληλότερων.Η ανακάλυψη του γενετικού μηχανισμού που προκαλεί τις μεταλλάξεις, οδήγησε σε μια τροποποιημένη διατύπωση της θεωρίας που είναι γνωστή ως νεοδαρβινισμός.

Ανάλογες προς τις αντιλήψεις του δαρβινισμού αναφορές υπάρχουν σε θεωρίες αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.

Ειδικότερα ο Εμπεδοκλής επισήμανε την αρχή της επιλογής, στο πλαίσιο της οποίας κυριαρχεί η σκοπιμότητα, ο Αναξίμανδρος αναφέρθηκε στην εξέλιξη του ανθρώπου και των ζώων από τα ψάρια, ενώ ο Επίκουρος επιχείρησε να εξηγήσει τη σκόπιμη συμπεριφορά των ζώων επικαλεσθείς τη διδασκαλία του Εμπεδοκλή.

Εγχυματικά

Τα εγχυματικά (Infusoria) είναι τάξη μικροσκοπικών ζωυφίων που ονομάστηκαν έτσι γιατί πρωτοπαρατηρήθηκαν στα εγχύματα φυτικών ουσιών. Αποτελούνται από μια ζελατινοειδή μάζα που περιβάλλεται από μια λεπτή μεμβράνη, που στο σύνολό της ή κατά μέρη φέρει λεπτά και δονούμενα τριχίδια, τις βλεφαρίδες. Με τις βλεφαρίδες αυτές κολυμπούν, συλλαμβάνουν την τροφή τους και τη φέρνουν στο στόμα. Τα εγχυματικά χρησιμοποιούνται στα ιχθυοτροφεία ως τροφή των γόνων, των ψαριών που μόλις έχουν εκκολαφθεί, λόγω του μικρού τους μεγέθους και της υψηλής, για τα ψάρια, θρεπτικής τους αξίας.

Εξημερωμένη κόκκινη αλεπού

Η ρωσική εξημερωμένη κόκκινη αλεπού είναι μια μορφή της άγριας κόκκινης αλεπούς (Vulpes vulpes) που έχει εξημερωθεί σε ένα βαθμό, υπό εργαστηριακές συνθήκες. Αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός πειράματος το οποίο σχεδιάστηκε για να αποδείξει τη δύναμη της επιλεκτικής αναπαραγωγής για να μεταμορφώσει τα είδη, όπως περιγράφεται από τον Κάρολο Δαρβίνο στο Η καταγωγή των ειδών. Το πείραμα σχεδιάστηκε σκόπιμα για να αντιγράψει τη διαδικασία που είχε παραγάγει σκύλους από τους λύκους, καταγράφοντας τις αλλαγές στις αλεπούδες, όταν σε κάθε γενιά μόνο οι πιο ήμερες αλεπούδες αφέθηκαν να αναπαραχθούν. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι απόγονοι αλεπούδες έγιναν πιο ήμεροι και πιο σκυλίσιοι στη συμπεριφορά τους.Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 1959 στη Σοβιετική Ένωση από τον ζωολόγο Ντμίτρι Μπελιάεβ και από τότε βρίσκεται σε συνεχή λειτουργία. Σήμερα, το πείραμα βρίσκεται υπό την επίβλεψη της Λιουντμίλα Τρουτ, στη Ρωσία, στο Ινστιτούτο Κυτταρολογίας και Γενετικής στο Νοβοσιμπίρσκ.

Ζωίδιο

Σε πολλά από τα κατώτερα ζώα (Κοράλλια, Μέδουσες, κλπ.) η αναπαραγωγή γίνεται με δύο τρόπους: με αυγά και με εκβλαστήσεις που συνεπάγονται ή όχι αποχωρισμό από τον γονέα και που πολύ συχνά τα προϊόντα τους δε μοιάζουν καθόλου με εκείνα που προέρχονται από το αυγό. Οι τελευταίες αυτές μορφές, που φαινομενικά αποτελούν ιδιαίτερα άτομα, έχουν πάρει το όνομα Ζωίδια.

Ιστορία της βιολογίας

Η ιστορία της βιολογίας αποτυπώνει τη μελέτη του έμβιου κόσμου από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια. Παρόλο που η έννοια της βιολογίας ως ένα ενιαίο συνεκτικό πεδίο αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες προέκυψαν από τις ιατρικές παραδόσεις και τη φυσική ιστορία που φτάνουν έως την αρχαία αιγυπτιακή ιατρική και τα έργα του Αριστοτέλη και του Γαληνού στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο. Περαιτέρω ανάπτυξη ήρθε στο μεσαίωνα από μουσουλμάνους γιατρούς και λόγιους όπως ο Αλ Γιασίζ, ο Αβικέννας, ο Ιμπν Ζουχρ, ο Ιμπν αλ Μπαϊτάρ και ο Ιμπν αλ Νάφις. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αναγέννησης και της πρώιμης σύγχρονης εποχής επήλθε επανάσταση στη βιολογική σκέψη από το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον εμπειρισμό και την ανακάλυψη πολλών νέων οργανισμών. Εξέχουσες μορφές ήταν ο Βεσάλιος και ο Ουίλιαμ Χάρβεϊ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον πειραματισμό και την προσεκτική παρατήρηση στην φυσιολογία, καθώς και φυσιοδίφες όπως ο Κάρολος Λινναίος και ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ οι οποίοι ξεκίνησαν τη συστηματική ταξινόμηση της ζωής και του αρχείου απολιθωμάτων, καθώς και της ανάπτυξης και συμπεριφοράς των οργανισμών. Η μικροσκοπία αποκάλυψε τον προηγουμένως άγνωστο κόσμο των μικροοργανισμών και έθεσε το υπόβαθρο για την κυτταρική θεωρία. Η αυξανόμενη σημασία της φυσικής θεολογίας, εν μέρει απήχηση του μηχανιστικού υλισμού, προήγαγε την ανάπτυξη της φυσικής ιστορίας (παρόλο που παραβίαζε το τελεολογικό επιχείρημα).

Το 18ο και 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες, όπως η βοτανική και η ζωολογία κατέστησαν αυξανόμενα επαγγελματικοί επιστημονικοί κλάδοι. Ο Λαβουαζιέ και άλλοι φυσικοί επιστήμονες άρχισαν να συνδέουν τον έμψυχο με του άψυχο κόσμο, μέσω της φυσικής και της χημείας. Εξερευνητές φυσιοδίφες όπως ο Αλεξάντερ φον Χούμπολντ ερεύνησαν την αλληλεπίδραση των οργανισμών με το περιβάλλον τους και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η σχέση εξαρτάται από την γεωγραφία, θέτοντας τα θεμέλια της βιογεωγραφίας, της οικολογίας και της ηθολογίας. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να απορρίπτουν την ουσιοκρατία και να εξετάζουν τη σημασία της εξαφάνισης και της μεταλλαξιμότητας των ειδών. Η κυτταρική θεωρία παρείχε νέα προοπτική στην θεμελιώδη βάση της ζωής. Αυτές οι εξελίξεις, καθώς και αποτελέσματα από την εμβρυολογία και την παλαιοντολογία συντέθηκαν στη θεωρία της Εξέλιξης δια της φυσικής επιλογής του Κάρολου Δαρβίνου. Το τέλος του 19ου αιώνα σήμανε το τέλος της θεωρίας της αυτόματης γένεσης και την ανάπτυξη της μικροβιακής θεωρίας, παρόλο που ο μηχανισμός της κληρονομικότητας παρέμενε άγνωστος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η επανανακάλυψη του έργου του Γκρέγκορ Μέντελ οδήγησε στη ραγδαία ανάπτυξη της γενετικής από τον Τόμας Χαντ Μόργκαν (Thomas Hunt Morgan) και τους φοιτητές του, και από τη δεκαετία του 1930 στο συνδυασμό της γενετικής των πληθυσμών και της φυσικής επιλογής στη «νεοδαρβινική σύνθεση». Εξελίχθηκαν ραγδαία νέοι τομείς, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της δομής του DNA από τους Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ. Μετά την καθιέρωση του κεντρικού δόγματος και την ανάγνωση του γενετικού κώδικα, η βιολογία χωρίστηκε σε δύο κύριες ομάδες πεδίων, την οργανική βιολογία — τα πεδία που μελετούν ολόκληρους οργανισμούς και ομάδες οργανισμών — και τα πεδία που σχετίζονται με την κυτταρική και μοριακή βιολογία. Στα τέλη του 20ού αιώνα, νέα πεδία, όπως η πρωτεωμική και η γενωμική, ανέστρεψαν αυτό το κλίμα, καθώς οι οργανικοί βιολόγοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τεχνικές της μοριακής βιολογίας, και μοριακοί και κυτταρικοί βιολόγοι να μελετούν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος, καθώς τη γενετική φυσικών πληθυσμών οργανισμών.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Ιστορία του αθεϊσμού

Η ιστορία του αθεϊσμού ξεκινάει περίπου την ίδια χρονική περίοδο στην Αρχαία Ελλάδα και την Κίνα. Επεκτάθηκε στην Αρχαία Ρώμη, αλλά εξασθένισε δραματικά κατά την περίοδο του Μεσαίωνα στην Ευρώπη. Μετά την αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ο αθεϊσμός εμφανίστηκε εκ νέου στην Ευρώπη, και επηρέασε αρκετά φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα του 19ου και 20ου αιώνα. Σήμερα οι άθεοι αριθμούν σημαντικά ποσοστά -αν και δύσκολο να καταμετρηθούν επακριβώς εξ αιτίας της πληθώρας ορισμών.Οι πρώτες αθεϊστικές απόψεις ξεπήδησαν από την Αρχαία Ελλάδα, με κύριους εκπροσώπους τον Πρωταγόρα και άλλους προσωκρατικούς φιλόσοφους. Την ίδια εποχή αναπτυσσόταν αθεϊστικές απόψεις στην Κίνα από τον Κομφουκιανισμό. Στην Αρχαία Ρώμη ήταν διαδεδομένες οι αθεϊστικές απόψεις, παράδειγμα αποτελούν ο Λουκρήτιος, ο Κικέρων, ο Οβίδιος, ο Σενέκας και ο Ιούλιος Καίσαρ Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι ανθρωπιστικές ιδέες θα υποχωρήσουν για να επανεμφανιστούν μετά τον Μεσαίωνα, κατά την Αναγέννηση. Κατά την εποχή του Διαφωτισμού η έννοια του αθεϊσμού αναδύθηκε εκ νέου ως κατηγορία εναντίον εκείνων που αμφισβητούσαν το θρησκευτικό status quo, αλλά μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα είχε γίνει ανεκτός και αποτέλεσε τη φιλοσοφική τοποθέτηση μιας μικρής αλλά αυξανόμενης μειονότητας. Μέχρι τον 20ο αιώνα, παράλληλα με την εξάπλωση του ορθολογισμού και του ανθρωπισμού, ο αθεϊσμός είχε γίνει μια κοινότοπη τοποθέτηση, με σημαντικά ποσοστά κυρίως μεταξύ των επιστημόνων και των ανώτερων τάξεων.

Κάρολος Δαρβίνος

Ο Κάρολος Ροβέρτος Δαρβίνος (αγγλικά: Charles Robert Darwin, 12 Φεβρουαρίου 1809 – 19 Απριλίου 1882) ήταν Άγγλος φυσιοδίφης και γεωλόγος, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ο θεμελιωτής της θεωρίας της εξέλιξης, μια σύλληψη που -σύμφωνα με τα λόγια του Τζούλιαν Χάξλεϋ- υπήρξε «αδιαμφισβήτητα η πιο σημαντική ανακάλυψη στον τομέα της βιολογίας». Έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις σπουδαιότερες μορφές της ανθρώπινης ιστορίας. Υπήρξε ο εισηγητής του μηχανισμού της φυσικής επιλογής, και υποστηρικτής της κοινή καταγωγής των ειδών, σύμφωνα με την οποία όλα τα είδη μοιράζονται εξελικτικά έναν κοινό πρόγονο. Σε κοινή δημοσίευση με τον Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας εισήγαγε τη θεωρία της φυσικής επιλογής, στην οποία η πάλη για επιβίωση δημιουργεί τη διακλάδωση των ειδών και έχει παρόμοια αποτελέσματα με την πρακτική της τεχνητής επιλογής.

Ο Δαρβίνος ανέπτυξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη φύση, όταν σπούδαζε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, που τον οδήγησε στη μελέτη των θαλάσσιων ασπόνδυλων. Στη διάρκεια της πενταετούς εξερεύνησής του με το πλοίο HMS Beagle (Ιχνηλάτης) διαμόρφωσε θεωρίες που υποστήριζαν την ιδέα του ομοιομορφισμού του Τσαρλς Λάιελ και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη ως γεωλόγος. Η έκδοση του ημερολογίου του για το ταξίδι τον κατέστησε επίσης δημοφιλή συγγραφέα. Οι λεπτομερείς παρατηρήσεις του στη βιολογία και τα δείγματα άγριας ζωής και απολιθωμάτων που συνέλεξε τον οδήγησαν να μελετήσει την ποικιλομορφία των ειδών και να αναπτύξει τη θεωρία του για τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής το 1838. Είχε πολύ καλή επίγνωση του γεγονότος ότι πολλοί άλλοι είχαν τιμωρηθεί αυστηρά για τέτοιες αιρετικές ιδέες, όμως, συνέχισε τις έρευνές του, μιλώντας μόνο στους πιο στενούς του φίλους αφού χρειαζόταν χρόνο για τις γεωλογικές του έρευνες ώστε να συγκεντρώσει τις αποδείξεις που χρειαζόταν. Παράλληλα με τον Δαρβίνο, μια παρόμοια θεωρία περί της εξέλιξης των ειδών ανέπτυξε και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας, γεγονός που οδήγησε τελικά σε μία κοινή παρουσίαση δύο δημοσιεύσεων τους στη «Λινναία Εταιρία του Λονδίνου», την 1η Ιουλίου 1858. Το βιβλίο του On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or The Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life, που αναφέρεται ως Η καταγωγή των ειδών, εκδόθηκε το 1859 και καθιέρωσε τα επόμενα χρόνια την εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής ως την πρωταρχική επιστημονική εξήγηση για την ποικιλότητα στη φύση. Κατά την περίοδο της λεγόμενης «έκλειψης του Δαρβινισμού» (περ. 1880 - 1920), αναπτύχθηκαν, χωρίς επιτυχία, διάφορες εναλλακτικές θεωρίες, ωστόσο στις επόμενες δεκαετίες είχε γίνει πλέον γενικά αποδεκτή η φυσική επιλογή ως ο κύριος μηχανισμός πίσω από τη θεωρία της εξέλιξης. Κατά την περίοδο 1936-47 και τη συνένωση δαρβινισμού και στοιχείων γενετικής, οικολογίας, συστηματικής και παλαιοντολογίας, ωρίμασε η σύγχρονη θεωρία της εξέλιξης, γνωστή και ως εξελικτική σύνθεση, η οποία ερευνά και εξηγεί τη βιοποικιλότητα της Γης. Σε μεταγενέστερα βιβλία του το 1871, ο Δαρβίνος εξέτασε την ανθρώπινη εξέλιξη και τη σεξουαλική επιλογή, στο The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex και το The Expression of the Emotions in Man and Animals. Επίσης, έγραψε μια σειρά από βιβλία που αναφέρονται στις έρευνες του για τα φυτά. Το τελευταίο βιβλίο του Δαρβίνου ασχολείται με τους γεωσκώληκες και την επίδρασή τους στο έδαφος. Σε αναγνώριση της σπουδαιότητας του ως επιστήμονα, ο Δαρβίνος τάφηκε στο Αββαείο του Γουέστμινστερ, κοντά στον Ουίλιαμ Χέρσελ και τον Ισαάκ Νεύτωνα.

Κιρρίποδα

Τάξη Μαλακοστράκων που περιλαμβάνει τους Βαλάνους. Τα νεογνά τους μοιάζουν με τα νεογνά πολλών άλλων Μαλακοστράκων, όταν όμως μεγαλώσουν, προσκολλώνται πάτνα σε άλλα αντικείμενα, είτε άμεσα είτε με ένα μίσχο, και το σώμα τους περιβάλλεται από ένα ασβεστούχο κέλυφος. Το κέλυφος αυτό αποτελείται από πολλά τμήματα. Δυο από αυτά ανοίγουν για να δώσουν διέξοδο σε μια δέσμη συστραμένων και αρθρωτών πλοκάμων, τα μέλη τους.

Κοινή καταγωγή

Στην εξελικτική βιολογία, μία ομάδα οργανισμών έχει κοινή καταγωγή όταν τα μέλη αυτής μοιράζονται έναν κοινό πρόγονο μεταξύ τους. Υπάρχει πλούσιο αποδεικτικό υλικό, από επίσημες έρευνες που να υποστηρίζει την θεωρία περί καταγωγής όλων των έμβιων οργανισμών της Γης, από έναν παγκόσμιο κοινό πρόγονο.Ο Κάρολος Δαρβίνος πρώτος πρότεινε τη θεωρία περί παγκόσμιας καταγωγής των ειδών μέσω της εξελικτικής διαδικασίας στο έργο του Η καταγωγή των ειδών. Ο τελευταίος παγκόσμιος κοινός πρόγονος, είναι ο πιο πρόσφατος πρόγονος όλων των ζώντων οργανισμών, και πιστεύεται πως έζησε 3,9 δισεκατομμύρια χρόνια πριν.

Νίκος Καζαντζάκης

Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 18 Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου 1883 – Φράιμπουργκ, Γερμανία, 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας, δημοσιογράφος, πολιτικός, μουσικός, ποιητής και φιλόσοφος, με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμη γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό και από τους πλέον αναγνωρισμένους στο εξωτερικό, συγγραφείς. Από το 1945 έως το 1948, ήταν πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Τζον Χέρσελ

Ο Τζον Χέρσελ, (αγγλικά: John Herschel‎) ήταν Άγγλος πολίτης, αστρονόμος και μαθηματικός (7 Μαρτίου 1792 – 11 Μαΐου 1871), γιος του εξίσου διάσημου αστρονόμου Ουίλιαμ Χέρσελ. Ο Τζον Χέρσελ εισήγαγε τη χρήση του συστήματος της Ιουλιανής ημέρας στην Αστρονομία και συνεισέφερε σημαντικά στη βελτίωση της Φωτογραφίας (κυανοτυπία). Δικοί του είναι οι φωτογραφικοί όροι «φωτογραφία», «αρνητικό» και «θετικό». Υπήρξε Α' Βαρονέτος Ιππότης του βασιλικού Γκελφικού Τάγματος του Ανόβερου και έταιρος της Βασιλικής Εταιρείας. Το πλήρες όνομά του ήταν Sir John Frederick William Herschel.

Τόμας Χάξλεϋ

Ο Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ (Thomas Henry Huxley, 4 Μαΐου 1825 - 29 Ιουνίου 1895) ήταν Άγγλος βιολόγος, γνωστός και ως το «μπουλντόγκ του Δαρβίνου», λόγω της ένθερμης υποστήριξης της θεωρίας της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου.

Οι επιστημονικές του αντιπαραθέσεις με τον Ρίτσαρντ Όουεν οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της ανατομίας του εγκεφάλου του ανθρώπου και του γορίλα.

Προσπάθησε να εκλαϊκεύσει την επιστήμη, και σε αυτόν αποδίδεται η επινόηση του όρου «αγνωστικισμός», που περιέγραφε τη στάση του απέναντι στη θρησκευτική πίστη.

Επίσης, του αποδίδεται η επινόηση της έννοιας της «βιογένεσης», μιας θεωρίας που δηλώνει ότι όλα τα κύτταρα δημιουργούνται από άλλα κύτταρα, και της έννοιας της «αβιογένεσης», που περιγράφει την δημιουργία ζωής από μη ζωντανή ύλη.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.