Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ

Ο Ζαν Μπατίστ Πιέρ Αντουάν ντε Μονέ, Σεβαλιέ ντε λα Μαρκ (Jean-Baptiste Pierre Antoine de Monet, Chevalier de la Marck, Μπαζεντέν, 1 Αυγούστου 1744 - Παρίσι, 18 Δεκεμβρίου 1829), συχνά γνωστός απλώς ως Λαμάρκ, ήταν Γάλλος φυσιοδίφης, ακαδημαϊκός και υποστηρικτής της ιδέας ότι η εξέλιξη συμβαίνει και διεξάγεται σύμφωνα με φυσικούς νόμους.

Ο Λαμάρκ πολέμησε στον Επταετή Πόλεμο με την Πρωσία, και τιμήθηκε για την ανδρεία του στο πεδίο της μάχης.[2] Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μονακό, ενδιαφέρθηκε για την φυσική ιστορία και αποφάσισε να σπουδάσει ιατρική.[3] Αποσύρθηκε από τον στρατό αφού τραυματίστηκε το 1766 και συνέχισε τις ιατρικές σπουδές του.[3]

Ο Λαμάρκ ανέπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην βοτανική, και αργότερα, μετά την δημοσίευση του τρίτομου έργου του, Flora française, έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών το 1779. Άρχισε να ασχολείται με τον Jardin des Plantes (Κήπος των Φυτών) και διορίστηκε στην Έδρα της Βοτανικής το 1788. Όταν ιδρύθηκε το Muséum national d'Histoire naturelle (Εθνικό μουσείο φυσικής ιστορίας) το 1793, ο Λαμάρκ διορίστηκε καθηγητής ζωολογίας. Το 1801, δημοσίευσε το Système des animaux sans vertèbres, ένα μείζον έργο στην ταξινόμηση των ασπόνδυλων, όρο τον οποίο εφηύρε ο ίδιος. Σε μία δημοσίευση του 1802, έγινε ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τον όρο βιολογία με την σύγχρονη σημασία του.[4][5] Ο Λαμάρκ συνέχισε το έργο του στην βιολογία των ασπόνδυλων ως αυθεντία.

Στη σύγχρονη εποχή, ο Λαμάρκ μνημονεύεται κυρίως για την θεωρία της κληρονομικότητας των επίκτητων χαρακτηριστικών, αποκαλούμενη και μαλακή κληρονομικότητα ή Λαμαρκισμός. Ωστόσο, η ιδέα του για την μαλακή κληρονομικότητα ήταν ίσως απήχηση της λαϊκής σοφίας της εποχής, αποδεκτή από πολλούς φυσιοδίφες. Η συνεισφορά του Λαμάρκ στην εξελικτική θεωρία συνίσταται από την πρώτη πραγματικά συνεκτική θεωρία εξέλιξης, στην οποία μια αλχημιστική περιπλεκτική δύναμη οδηγεί τους οργανισμούς στην κλίμακα της πολυπλοκότητας, και μία άλλη περιβαλλοντική δύναμη τους προσαρμόζει στα τοπικά περιβάλλοντά τους μέσω της χρήσης ή παύσης της χρήσης χαρακτηριστικών, διαφοροποιώντας τους από άλλους οργανισμούς.[6]

Jean-Baptiste Pierre Antoine de Monet, Chevalier de la Marck
Jean-baptiste lamarck2
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jean-Baptiste Pierre Antoine de Monet de Lamarck (Γαλλικά)
Γέννηση1 Αυγούστου 1744
Μπαζεντέν, Πικαρδία, Γαλλία
Θάνατος18 Δεκεμβρίου 1829 (85 ετών)
Παρίσι, Γαλλία
Αιτία θανάτουνόσος
Τόπος ταφήςΚοιμητήριο του Μονπαρνάς
ΕθνικότηταΓαλλική
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[1]
ΣπουδέςΓαλλική Ακαδημία Επιστημών
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΦυσιοδίφης

Βιογραφία

Ο Λαμάρκ γεννήθηκε στην Μπαζεντέν (Bazentin) της Πικαρδίας, στη βόρεια Γαλλία,[3] ως το ενδέκατο παιδί μιας πτωχευμένης αριστοκρατικής οικογένειας.[7] Τα αρσενικά μέλη της οικογένειας Λαμάρκ υπηρετούσαν παραδοσιακά στον γαλλικό στρατό. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Λαμάρκ σκοτώθηκε στην μάχη, στην πολιορκία του Bergen-op-Zoom, και δύο ακόμα αδέρφια του ήταν σε υπηρεσία όταν ο Λαμάρκ ήταν 13 χρονών. Ακολουθώντας την επιθυμία του πατέρα του εγγράφηκε σε κολέγιο Ιησουϊτών στην Αμιένη στα τέλη της δεκαετίας του 1750.[3] Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1760, ο Λαμάρκ αγόρασε ένα άλογο, και ταξίδεψε ώστε να καταταχθεί στον γαλλικό στρατό, ο οποίος βρίσκονταν στην Γερμανία εκείνη την εποχή. Ο Λαμάρκ επέδειξε μεγάλο ψυχικό σθένος στο πεδίο της μάχης του Επταετούς Πολέμου με την Πρωσία, και προτάθηκε για υπολοχαγός.[3] Ο λόχος του αφέθηκε έκθετος σε άμεσα εχθρικά πυρά πυροβολικού, και γρήγορα αποδεκατίστηκε μένοντας με δεκατέσσερις άνδρες χωρίς αξιωματικούς. Ένας από τους άνδρες πρότεινε ο δεκαεπτάχρονος Λαμάρκ να αναλάβει την διοίκηση και να δώσει διαταγή για υποχώρηση, αλλά παρά το ότι ο Λαμάρκ δέχτηκε να αναλάβει την διοίκηση, επέμεινε να παραμείνουν στις θέσεις τους μέχρι να δεχτούν ενισχύσεις. Όταν ο συνταγματάρχης τους προσέγγισε τα υπολείμματα του λόχου τους, εντυπωσιάστηκε τόσο από την ανδρεία και την αφοσίωση του Λαμάρκ, ώστε τον προήγαγε σε αξιωματικό επί τόπου. Ωστόσο όταν ένας από τους συντρόφους του αστειευόμενος τον σήκωσε από το κεφάλι, υπέστη φλεγμονή στους λεμφαδένες του λαιμού και στάλθηκε στο Παρίσι για θεραπεία.[3] Μετά από μία πολύπλοκη εγχείρηση, συνέχισε την θεραπεία του για ένα χρόνο.[8] Του απονεμήθηκε ο βαθμός του αξιωματικού και εγκαταστάθηκε στο Μονακό. Εκεί γνώρισε το έργο βοτανικής του James Francis Chomel, Traité des plantes usuelles.[3]

Lamarckat35
Γκραβούρα του Λαμάρκ σε ηλικία 35 ετών.

Με μειωμένη σύνταξη μόλις 400 φράγκων τον χρόνο, ο Λαμάρκ αποφάσισε να βρει επάγγελμα. Αποπειράθηκε να σπουδάσει ιατρική, δουλεύοντας ταυτόχρονα σε τράπεζα.[3] Σπούδασε ιατρική για τέσσερα χρόνια αλλά τα παράτησε πειθόμενος από τον μεγαλύτερο αδερφό του. Ενδιαφέρονταν για την βοτανική, ειδικά μετά την επίσκεψή του στον Jardin du Roi, και έγινε μαθητής του Μπερνάρ ντε Ζουσιέ (Bernard de Jussieu), ενός σημαντικού Γάλλου φυσιοδίφη.[3] Ο Λαμάρκ έμεινε δέκα χρόνια με τον Jussieu μελετώντας την γαλλική χλωρίδα. Μετά τις σπουδές του, το 1778, δημοσίευσε κάποιες από τις παρατηρήσεις του και αποτελέσματα σε ένα τρίτομο έργο υπό τον τίτλο Flora française (Γαλλική πανίδα). Το έργο του Λαμάρκ είχε τον σεβασμό πολλών λογίων και τον κατέστησε σημαντικό στην γαλλική επιστήμη. Στις 8 Αυγούστου του 1778 παντρεύτηκε την Marie Anne Rosalie Delaporte.[9] Ο Georges-Louis Leclerc, Comte de Buffon, ένας από τους κορυφαίους Γάλλους επιστήμονες της εποχής, καθοδήγησε τον Λαμάρκ και τον βοήθησε να γίνει μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών το 1779 καθώς και να διοριστεί βασιλικός βοτανολόγος το 1781, θέση, χάρη στην οποία ταξίδεψε σε ξένους κήπους και μουσεία.[10] Ο πρώτος γιος του Λαμάρκ, ο Αντρέ, γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1781 και βαπτίστηκε από τον συνάδελφο του,Αντρέ Τουίν (André Thouin).

Κληρονομιά

LamarckStatue
Άγαλμα του Λαμάρκ από τον Léon Fagel στον Κήπο των Φυτών (Jardin des Plantes), Παρίσι.

Ο Λαμάρκ κατασκεύασε το πρώτο θεωρητικό πλαίσιο οργανικής εξέλιξης. Ενώ η θεωρία του εν γένει απορρίφθηκε όσο ακόμα ζούσε,[11] ο Στίβεν Υζέι Γκουλντ (Stephen Jay Gould) ισχυρίζεται ότι ο Λαμάρκ ήταν ο «κύριος εξελικτικός θεωρητικός», καθώς οι ιδέες του και ο τρόπος με τον οποίο δόμησε την θεωρία του έθεσαν τις βάσεις για τον μετέπειτα τρόπο σκέψης στην εξελικτική βιολογία μέχρι σήμερα.[12]

Παραπομπές

  1. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb120006510. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Damkaer, David M. (2002). The Copepodologist's Cabinet: A biographical and bibliographical bistory. Philadelphia: American Philosophical Society. σελ. 117. ISBN 0-87169-240-6.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 Packard, Alpheus Spring (1901). Lamarck, the founder of Evolution: his life and work with translations of his writings on organic evolution. New York: Longmans, Green.
  4. Coleman, William L. (1977). Biology in the Nineteenth Century: problems of form, function, and transformation. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 1–2. ISBN 0-521-29293-X.
  5. Ο όρος «βιολογία» χρησιμοποιήθηκε ανεξάρτητα και από τον Καρλ Φρίντριχ Μπούρνταχ (το 1800) και τον Γκότφριντ Ράινχολντ Τρεβιράνους (Biologie oder Philosophie der lebenden Natur, 1802).
  6. Gould, Stephen Jay (2002). The Structure of Evolutionary Theory. Harvard: Belknap Harvard. σελίδες 187. ISBN 0-674-00613-5.
  7. Ο τίτλος ευγενείας του ήταν Σεβαλιέ (Chevalier) ο οποίος είναι ο αντίστοιχος γαλλικός τίτλος για τον ιππότη.
  8. Cuvier, Georges (January 1836). «Elegy of Lamarck». Edinburgh New Philosophical Journal 20: 1–22. http://www.victorianweb.org/science/science_texts/cuvier/cuvier_on_lamarck.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-07-09.
  9. Mantoy, Bernard (1968). Lamarck. Paris: Seghers. σελ. 19.
  10. Packard (1901), σσ. 20-21.
  11. Richard W. Burkhardt. «Lamarck, Jean-Baptiste». Encyclopædia Britannica Online. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2009.
  12. Gould (2002), pp. 170-197.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Jean-Baptiste Lamarck της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
1744

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1744 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1829

Η παρούσα σελίδα αφορά το έτος 1829 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

18 Δεκεμβρίου

Οκτώβριος | Νοέμβριος | Δεκέμβριος | Ιανουάριος | Φεβρουάριος

17 Δεκεμβρίου | 18 Δεκεμβρίου | 19 Δεκεμβρίου

H 18η Δεκεμβρίου είναι η 352η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (353η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 13 ημέρες.

1 Αυγούστου

Ιούνιος | Ιούλιος | Αύγουστος | Σεπτέμβριος | Οκτώβριος

31 Ιουλίου | 1 Αυγούστου | 2 Αυγούστου

H 1η Αυγούστου είναι η 213η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (214η σε δίσεκτα έτη) και Παγκόσμια Ημέρα Προσκοπικού Μαντηλιού. Υπολείπονται 152 ημέρες.

Άουγκουστ Βάισμαν

Ο Φρήντριχ Λέοπολντ Άουγκουστ Βάισμαν (Friedrich Leopold August Weismann, 17 Ιανουαρίου 1834 – 5 Νοεμβρίου 1914) ήταν Γερμανός εξελικτικός βιολόγος. Ο Ερνστ Μάυρ τον κατέταξε ως τον δεύτερο πιο αξιόλογο θεωρητικό εξελικτικό του 19ου αιώνα μετά τον ίδιο τον Κάρολο Δαρβίνο και ως έναν «από τους μεγαλύτερους βιολόγους όλων των εποχών».

Ο Βάισμαν, γιος καθηγητή γυμνασίου, γεννήθηκε στη Φραγκφούρτη. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν και αργότερα διετέλεσε διευθυντής του Ζωολογικού Ινστιτούτου και ο πρώτος καθηγητής της ζωολογίας στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Απεβίωσε στο Φράιμπουργκ σε ηλικία 80 ετών.

Έρασμος Δαρβίνος

Ο Έρασμος Δαρβίνος (Erasmus Darwin, 12 Δεκεμβρίου 1731 – 18 Απριλίου 1802) ήταν Άγγλος γιατρός, φιλόσοφος και φυσιοδίφης. Έζησε στο Λίτσφιλντ και το Ντέρμπι της Αγγλίας. Ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Lunar Society και παππούς του Κάρολου Δαρβίνου.

Ίδρυσε τη Βοτανική Εταιρεία του Λίτσφιλντ για τη μετάφραση των έργων του Κάρολου Λινναίου από τα λατινικά στα αγγλικά. Η μετάφραση ολοκληρώθηκε σε επτά χρόνια και οδήγησε στις εκδόσεις των συγγραμμάτων A System of Vegetables (1783-85) και The Families of Plants (1787). Σε αυτούς τους τόμους, ο Δαρβίνος έπλασε πολλά από τα αγγλικά ονόματα φυτών που χρησιμοποιούνται σήμερα. Πιο σημαντικό επιστημονικό έργο του θεωρείται το Zoönomia (Ζωονομία) (1794-1796), στο οποίο περιέχονται υποθέσεις που μεταγενέστερα διατυπώθηκαν και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τον Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ σχετικά με τις μεταλλάξεις των ειδών. Ο Δαρβίνος έχτισε τις θεωρίες του με βάση τη ψυχολογική θεωρία συναναστροφής («associationism») του Ντέιβιντ Χάρτλεϊ.

Βιολογία

Η βιολογία είναι η φυσική επιστήμη που μελετά τη ζωή και τους ζωντανούς οργανισμούς, δηλαδή τις φυσικές δομές, χημικές διεργασίες, μοριακές αλληλεπιδράσεις, φυσιολογικούς μηχανισμούς, την ανάπτυξη και την εξέλιξη. H Βιολογία αναγνωρίζει το κύτταρο ως δομική μονάδα της ζωής, τα γονίδια ως βασικούς φορείς της κληρονομικότητας και την εξέλιξη ως μηχανισμό που επηρρεάζει την δημιουργία και εξαφάνιση των ειδών. Οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ανοικτά συστήματα που καταναλώνουν ενέργεια για να ζήσουν και περιορίζουν την εντροπία του περιβάλλοντος για να εξασφαλίσουν ομοιόσταση σε ένα σταθερό περιβάλλον. Η διεθνής σήμερα ονομασία της, ως όρος, είναι ελληνογενής και προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ''βίος'' (= ζωή) + ''λογία'' (= διήγηση, έρευνα, ερμηνεία). Πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Γερμανός φυσιοδίφης Γκότφριντ Ράινχολντ στο ομώνυμο έργο του Biologie το 1802. Στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία πρωτοαναφέρθηκε από τον Δημήτριο Μαυροκορδάτο το 1836.Οι κλάδοι της βιολογίας ορίζονται από τις ερευνητικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και το είδος του συστήματος που μελετήθηκε: η θεωρητική βιολογία χρησιμοποιεί μαθηματικές μεθόδους για να διατυπώσει ποσοτικά πρότυπα, ενώ η πειραματική βιολογία διεξάγει πειραματικές δοκιμασίες για να εξετάσει την εγκυρότητα των προτεινόμενων θεωριών και να διερευνήσει τους υποκείμενους μηχανισμούς της ζωής όπως εμφανίστηκε και εξελίχθηκε από άβια ύλη προ 4 δισεκατομμυρίων χρόνων μέσω σταδιακής αύξησης στην πολυπλοκότητα του συστήματος.

Ετιέν Ζοφρουά ντε Σεν Ιλέρ

Ο Ετιέν Ζοφρουά ντε Σεν Ιλέρ (Étienne Geoffroy Saint-Hilaire, 15 Απριλίου 1772 - 19 Ιουνίου 1844) ήταν Γάλλος φυσιοδίφης ο οποίος καθιέρωσε την αρχή της «ενότητας της σύνθεσης». Ήταν συνάδελφος του Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ και επεξέτεινε και υπεραμύνθηκε των εξελικτικών του θεωριών. Οι επιστημονικές απόψεις του Ζοφρουά είχαν μια υπερβατική αντίληψη εν αντιθέσει με τις υλιστικές απόψεις του Λαμάρκ, και ήταν παρόμοιες με αυτές των Γερμανών μορφολογιστών, όπως του Λόρεντζ Όκεν. Πίστευε στην υποκείμενη ενότητα των σχεδίων των οργανισμών, και την πιθανότητα μεταλλαγής των ειδών με τον χρόνο, συγκεντρώνοντας στοιχεία για τους ισχυρισμούς του μέσω έρευνας στη συγκριτική ανατομία, την παλαιοντολογία και την εμβρυολογία.

Ζώο

Τα Ζώα είναι πολυκύτταροι ευκαρυωτικοί οργανισμοί οι οποίοι σχηματίζουν ιδιαίτερο βασίλειο με την επιστημονική ονομασία Animalia. Κατά κανόνα τα περισσότερα ζώα είναι ετερότροφα, αναπνέουν οξυγόνο, μπορούν να κινούνται, αναπαράγονται εγγενώς και κατά την πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξή τους σχηματίζουν μία κοίλη σφαίρα κυττάρων, το βλαστίδιο. Έχουν περιγραφεί περισσότερα από 1,5 εκατομμύρια αρτίγονα είδη ζώων—εκ των οποίων περίπου το 1 εκατομμύριο είναι έντομα—αλλά υπολογίζεται ότι συνολικά ξεπερνούν τα 7 εκατομμύρια. Το μήκος των ζώων κυμαίνεται από 8,5 χιλιοστόμετρα έως 33,6 μέτρα. Παρουσιάζουν πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, δημιουργώντας περίπλοκα τροφικά πλέγματα. Η επιστήμη που μελετά τα ζώα ονομάζεται ζωολογία.

Τα περισσότερα είδη ζώων ανήκουν στον κλάδο των αμφίπλευρων (Bilateria), δηλαδή το σώμα τους έχει αμφίπλευρη συμμετρία (διαχωρίζεται από ένα μοναδικό επίπεδο σε δύο κατοπτρικά ημίσεα, ένα δεξί και ένα αριστερό). Στα αμφίπλευρα περιλαμβάνονται τα πρωτοστόμια—στα οποία με την σειρά τους ανήκουν πολλές ομάδες ασπονδύλων όπως οι νηματώδεις, τα αρθρόποδα και τα μαλάκια—και τα δευτεροστόμια, όπου ανήκουν τα εχινόδερμα και τα χορδωτά (περιλαμβάνουν τα σπονδυλωτά). Διάφορες μορφές ζωής της εδιακάριας περιόδου του ύστερου προκάμβριου θεωρούνται από πολλούς ότι αποτελούν πρώιμα ζώα. Ωστόσο τα περισσότερα σύγχρονα ζωικά φύλα κάνουν σαφή εμάνιση στο αρχείο των απολιθωμάτων ως θαλλάσια είδη κατά την διαρκεια της κάμβριας έκρηξης περίπου 542 εκατομμύρια χρόνια πριν. Από την άλλη έχουν ταυτοποιηθεί 6,331 ομάδες γονιδίων που είναι κοινά σε όλα τα ζώα· πιθανώς αποτελούν κληρονομιά ενός μοναδικού κοινού προγόνου ο οποίος υπολογίζεται ότι έζησε περίπου 650 εκατομμύρια χρόνια πριν, κατά την Κρυογενή περίοδο.

Ο Αριστοτέλης είχε διαιρέσει τα ζώα σε δύο κατηγορίες ανάλογα με την παρουσία ή μη αίματος. Ο Κάρολος Λινναίος είναι ο δημιουργός του πρώτου ιεραρχικού συστήματος βιολογικής ταξινόμησης των ζώων, του Systema Naturae το 1758, το οποίο ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ επέκτεινε σε 14 φύλα το 1809. Το 1874, ο Ερνστ Χέκελ διαχώρισε τα ζώα στα πολυκύτταρα Μετάζωα (πλέον συνώνυμο του όρου Ζώα) και στα Πρωτόζωα, μονοκύτταρους οργανισμούς οι οποίοι δεν θεωρούνται πια ζώα. Στην σύγχρονη εποχή, η βιολογική ταξινόμηση των ζώων βασίζεται σε προχωρημένες τεχνικές, όπως η μοριακή φυλογένεση, που μπορούν να αποκαλύψουν με ακρίβεια τις εξελικτικές σχέσεις μεταξύ των ζωικών τάξων.

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πολλά ζώα για παροχή τροφής, όπως κρέατος, γάλακτος και αβγών, για πρώτες ύλες, όπως δέρμα και μαλλί, ως κατοικίδια και ως ζώα εργασίας είτε για την δύναμή τους είτε για μεταφορές. Οι σκύλοι χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στο κυνήγι, ενώ πολλά άλλα χερσαία και υδρόβια ζώα αποτελούν τα θηράματα του κυνηγιού. Επίσης τα ζώα εμφανίζονται στην τέχνη ήδη από πολύ νωρίς και παρουσιάζονται στην μυθολογία και την θρησκεία.

Η καταγωγή των ειδών

Η καταγωγή των ειδών (αγγλ.: On the Origin of Species, πλήρης τίτλος: On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or The Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life) είναι έργο του Άγγλου επιστήμονα, Κάρολου Δαρβίνου, που εκδόθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1859. Είναι επιστημονικό σύγγραμμα που θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις της εξελικτικής βιολογίας. Το έργο αυτό του Δαρβίνου εισήγαγε τη θεωρία ότι οι πληθυσμοί εξελίσσονται από γενιά σε γενιά με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής. Παρουσίαζε μία σειρά από στοιχεία και αποδείξεις ως συμπέρασμα παρατηρήσεων, πειραμάτων και επιστημονικών συζητήσεων. Πιο συγκεκριμένα Η Καταγωγή των Ειδών εμπεριέχει δύο βασικές θέσεις: α) ότι όλα τα είδη προήλθαν, μέσω τροποποιήσεων, από κοινά προγονικά είδη και β) ότι οι τροποποιήσεις αυτές οφείλονται στη φυσική επιλογή που δρα πάνω στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ατόμων ενός είδους. Εκείνη την εποχή, οι θεωρίες «περί Εξέλιξης» υπονοούσαν δημιουργία χωρίς θεϊκή παρέμβαση, και ο Δαρβίνος απέφυγε τη χρήση των λέξεων «εξέλιξη» και «εξελίσσομαι». Το βιβλίο έκανε μόνο έναν σύντομο υπαινιγμό στην ιδέα ότι και ο άνθρωπος μπορούσε να εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο όπως και οι άλλοι οργανισμοί.

Το έργο, παρά τις αρχικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από κύκλους της Εκκλησίας της Αγγλίας, προσέλκυσε το γενικό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης της εποχής, καθώς είχε γραφτεί σε ύφος κατανοητό στον απλό αναγνώστη. Εντός είκοσι ετών από τη δημοσίευση η θεωρία της εξέλιξης έγινε γενικά αποδεκτή στον επιστημονικό κόσμο, όμως με την πάροδο του χρόνου κυριάρχησαν διάφορα μοντέλα αυτής της επιστημονικής προσέγγισης, βασισμένα στις απόψεις του Δαρβίνου.

Ινδική κάνναβη

Η Ινδική κάνναβη, επισήμως γνωστή ως Cannabis sativa forma indica, είναι ένα ετήσιο φυτό της οικογένειας Cannabaceae. Ένα υποθετικό είδος του γένους Cannabis, το οποίο τυπικά διαφέρει από την Cannabis sativa.

Ιστορία της βιολογίας

Η ιστορία της βιολογίας αποτυπώνει τη μελέτη του έμβιου κόσμου από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια. Παρόλο που η έννοια της βιολογίας ως ένα ενιαίο συνεκτικό πεδίο αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες προέκυψαν από τις ιατρικές παραδόσεις και τη φυσική ιστορία που φτάνουν έως την αρχαία αιγυπτιακή ιατρική και τα έργα του Αριστοτέλη και του Γαληνού στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο. Περαιτέρω ανάπτυξη ήρθε στο μεσαίωνα από μουσουλμάνους γιατρούς και λόγιους όπως ο Αλ Γιασίζ, ο Αβικέννας, ο Ιμπν Ζουχρ, ο Ιμπν αλ Μπαϊτάρ και ο Ιμπν αλ Νάφις. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αναγέννησης και της πρώιμης σύγχρονης εποχής επήλθε επανάσταση στη βιολογική σκέψη από το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον εμπειρισμό και την ανακάλυψη πολλών νέων οργανισμών. Εξέχουσες μορφές ήταν ο Βεσάλιος και ο Ουίλιαμ Χάρβεϊ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον πειραματισμό και την προσεκτική παρατήρηση στην φυσιολογία, καθώς και φυσιοδίφες όπως ο Κάρολος Λινναίος και ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ οι οποίοι ξεκίνησαν τη συστηματική ταξινόμηση της ζωής και του αρχείου απολιθωμάτων, καθώς και της ανάπτυξης και συμπεριφοράς των οργανισμών. Η μικροσκοπία αποκάλυψε τον προηγουμένως άγνωστο κόσμο των μικροοργανισμών και έθεσε το υπόβαθρο για την κυτταρική θεωρία. Η αυξανόμενη σημασία της φυσικής θεολογίας, εν μέρει απήχηση του μηχανιστικού υλισμού, προήγαγε την ανάπτυξη της φυσικής ιστορίας (παρόλο που παραβίαζε το τελεολογικό επιχείρημα).

Το 18ο και 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες, όπως η βοτανική και η ζωολογία κατέστησαν αυξανόμενα επαγγελματικοί επιστημονικοί κλάδοι. Ο Λαβουαζιέ και άλλοι φυσικοί επιστήμονες άρχισαν να συνδέουν τον έμψυχο με του άψυχο κόσμο, μέσω της φυσικής και της χημείας. Εξερευνητές φυσιοδίφες όπως ο Αλεξάντερ φον Χούμπολντ ερεύνησαν την αλληλεπίδραση των οργανισμών με το περιβάλλον τους και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η σχέση εξαρτάται από την γεωγραφία, θέτοντας τα θεμέλια της βιογεωγραφίας, της οικολογίας και της ηθολογίας. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να απορρίπτουν την ουσιοκρατία και να εξετάζουν τη σημασία της εξαφάνισης και της μεταλλαξιμότητας των ειδών. Η κυτταρική θεωρία παρείχε νέα προοπτική στην θεμελιώδη βάση της ζωής. Αυτές οι εξελίξεις, καθώς και αποτελέσματα από την εμβρυολογία και την παλαιοντολογία συντέθηκαν στη θεωρία της Εξέλιξης δια της φυσικής επιλογής του Κάρολου Δαρβίνου. Το τέλος του 19ου αιώνα σήμανε το τέλος της θεωρίας της αυτόματης γένεσης και την ανάπτυξη της μικροβιακής θεωρίας, παρόλο που ο μηχανισμός της κληρονομικότητας παρέμενε άγνωστος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η επανανακάλυψη του έργου του Γκρέγκορ Μέντελ οδήγησε στη ραγδαία ανάπτυξη της γενετικής από τον Τόμας Χαντ Μόργκαν (Thomas Hunt Morgan) και τους φοιτητές του, και από τη δεκαετία του 1930 στο συνδυασμό της γενετικής των πληθυσμών και της φυσικής επιλογής στη «νεοδαρβινική σύνθεση». Εξελίχθηκαν ραγδαία νέοι τομείς, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της δομής του DNA από τους Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ. Μετά την καθιέρωση του κεντρικού δόγματος και την ανάγνωση του γενετικού κώδικα, η βιολογία χωρίστηκε σε δύο κύριες ομάδες πεδίων, την οργανική βιολογία — τα πεδία που μελετούν ολόκληρους οργανισμούς και ομάδες οργανισμών — και τα πεδία που σχετίζονται με την κυτταρική και μοριακή βιολογία. Στα τέλη του 20ού αιώνα, νέα πεδία, όπως η πρωτεωμική και η γενωμική, ανέστρεψαν αυτό το κλίμα, καθώς οι οργανικοί βιολόγοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τεχνικές της μοριακής βιολογίας, και μοριακοί και κυτταρικοί βιολόγοι να μελετούν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος, καθώς τη γενετική φυσικών πληθυσμών οργανισμών.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Κάρολος Δαρβίνος

Ο Κάρολος Ροβέρτος Δαρβίνος (αγγλικά: Charles Robert Darwin, 12 Φεβρουαρίου 1809 – 19 Απριλίου 1882) ήταν Άγγλος φυσιοδίφης και γεωλόγος, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ο θεμελιωτής της θεωρίας της εξέλιξης, μια σύλληψη που -σύμφωνα με τα λόγια του Τζούλιαν Χάξλεϋ- υπήρξε «αδιαμφισβήτητα η πιο σημαντική ανακάλυψη στον τομέα της βιολογίας». Έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις σπουδαιότερες μορφές της ανθρώπινης ιστορίας. Υπήρξε ο εισηγητής του μηχανισμού της φυσικής επιλογής, και υποστηρικτής της κοινή καταγωγής των ειδών, σύμφωνα με την οποία όλα τα είδη μοιράζονται εξελικτικά έναν κοινό πρόγονο. Σε κοινή δημοσίευση με τον Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας εισήγαγε τη θεωρία της φυσικής επιλογής, στην οποία η πάλη για επιβίωση δημιουργεί τη διακλάδωση των ειδών και έχει παρόμοια αποτελέσματα με την πρακτική της τεχνητής επιλογής.

Ο Δαρβίνος ανέπτυξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη φύση, όταν σπούδαζε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, που τον οδήγησε στη μελέτη των θαλάσσιων ασπόνδυλων. Στη διάρκεια της πενταετούς εξερεύνησής του με το πλοίο HMS Beagle (Ιχνηλάτης) διαμόρφωσε θεωρίες που υποστήριζαν την ιδέα του ομοιομορφισμού του Τσαρλς Λάιελ και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη ως γεωλόγος. Η έκδοση του ημερολογίου του για το ταξίδι τον κατέστησε επίσης δημοφιλή συγγραφέα. Οι λεπτομερείς παρατηρήσεις του στη βιολογία και τα δείγματα άγριας ζωής και απολιθωμάτων που συνέλεξε τον οδήγησαν να μελετήσει την ποικιλομορφία των ειδών και να αναπτύξει τη θεωρία του για τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής το 1838. Είχε πολύ καλή επίγνωση του γεγονότος ότι πολλοί άλλοι είχαν τιμωρηθεί αυστηρά για τέτοιες αιρετικές ιδέες, όμως, συνέχισε τις έρευνές του, μιλώντας μόνο στους πιο στενούς του φίλους αφού χρειαζόταν χρόνο για τις γεωλογικές του έρευνες ώστε να συγκεντρώσει τις αποδείξεις που χρειαζόταν. Παράλληλα με τον Δαρβίνο, μια παρόμοια θεωρία περί της εξέλιξης των ειδών ανέπτυξε και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας, γεγονός που οδήγησε τελικά σε μία κοινή παρουσίαση δύο δημοσιεύσεων τους στη «Λινναία Εταιρία του Λονδίνου», την 1η Ιουλίου 1858. Το βιβλίο του On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or The Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life, που αναφέρεται ως Η καταγωγή των ειδών, εκδόθηκε το 1859 και καθιέρωσε τα επόμενα χρόνια την εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής ως την πρωταρχική επιστημονική εξήγηση για την ποικιλότητα στη φύση. Κατά την περίοδο της λεγόμενης «έκλειψης του Δαρβινισμού» (περ. 1880 - 1920), αναπτύχθηκαν, χωρίς επιτυχία, διάφορες εναλλακτικές θεωρίες, ωστόσο στις επόμενες δεκαετίες είχε γίνει πλέον γενικά αποδεκτή η φυσική επιλογή ως ο κύριος μηχανισμός πίσω από τη θεωρία της εξέλιξης. Κατά την περίοδο 1936-47 και τη συνένωση δαρβινισμού και στοιχείων γενετικής, οικολογίας, συστηματικής και παλαιοντολογίας, ωρίμασε η σύγχρονη θεωρία της εξέλιξης, γνωστή και ως εξελικτική σύνθεση, η οποία ερευνά και εξηγεί τη βιοποικιλότητα της Γης. Σε μεταγενέστερα βιβλία του το 1871, ο Δαρβίνος εξέτασε την ανθρώπινη εξέλιξη και τη σεξουαλική επιλογή, στο The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex και το The Expression of the Emotions in Man and Animals. Επίσης, έγραψε μια σειρά από βιβλία που αναφέρονται στις έρευνες του για τα φυτά. Το τελευταίο βιβλίο του Δαρβίνου ασχολείται με τους γεωσκώληκες και την επίδρασή τους στο έδαφος. Σε αναγνώριση της σπουδαιότητας του ως επιστήμονα, ο Δαρβίνος τάφηκε στο Αββαείο του Γουέστμινστερ, κοντά στον Ουίλιαμ Χέρσελ και τον Ισαάκ Νεύτωνα.

Σκουλήκι

Το σκουλήκι είναι ατελές ασπόνδυλο ζώο, με μακρύ κυλινδρικό και γυμνό σώμα, που αποτελείται από δακτύλιους. Δεν έχει κεφάλι, ούτε εσωτερικό σκελετό. Το στόμα του βρίσκεται στον πρώτο δακτύλιο και αναπνέει από το δέρμα του.

Ζει σε υπόγειες στοές, μέσα στο νερό ή σε λασπώδεις εκτάσεις. Τη νύχτα βγαίνει στην επιφάνεια έρποντας για να βρει τροφή. Ορισμένα είδη σκουληκιών κινούνται με τη βοήθεια του μυϊκού σωλήνα.

Τα σκουλήκια κατατάσσονται σε διάφορες συνομοταξίες: δακτυλιοσκώληκες, λωριδοσκώληκες, ακανθοκέφαλοι κ.ά.

Είναι ερμαφρόδιτα ζώα και πολλαπλασιάζονται με αυγά. Ορισμένα είδη, όπως η ταινία, ζουν ως παράσιτα στο σώμα άλλων ζώων ή φυτών. Άλλα ζουν μέσα στη θάλασσα ή σε αμμώδεις παραλίες, όπως ο σκωλόπους.

Τα σκουλήκια ποικίλλουν σε μέγεθος από μικροσκοπικά μέχρι μήκος 1 μέτρου για σκώληκες θαλάσσιων πολυχαιδιών (σκώληκες τριχών), σε 67 μέτρα για το Αφρικανικό γιγάντιο γεωσκώληκα Microchaetus rappi, και σε 58 μέτρα για το σκουλήκι Lineus longissimus.

Τόμας Χάξλεϋ

Ο Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ (Thomas Henry Huxley, 4 Μαΐου 1825 - 29 Ιουνίου 1895) ήταν Άγγλος βιολόγος, γνωστός και ως το «μπουλντόγκ του Δαρβίνου», λόγω της ένθερμης υποστήριξης της θεωρίας της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου.

Οι επιστημονικές του αντιπαραθέσεις με τον Ρίτσαρντ Όουεν οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της ανατομίας του εγκεφάλου του ανθρώπου και του γορίλα.

Προσπάθησε να εκλαϊκεύσει την επιστήμη, και σε αυτόν αποδίδεται η επινόηση του όρου «αγνωστικισμός», που περιέγραφε τη στάση του απέναντι στη θρησκευτική πίστη.

Επίσης, του αποδίδεται η επινόηση της έννοιας της «βιογένεσης», μιας θεωρίας που δηλώνει ότι όλα τα κύτταρα δημιουργούνται από άλλα κύτταρα, και της έννοιας της «αβιογένεσης», που περιγράφει την δημιουργία ζωής από μη ζωντανή ύλη.

Χέρμπερτ Σπένσερ

Ο Χέρμπερτ Σπένσερ (27 Απριλίου 1820 - 8 Δεκεμβρίου 1903) ήταν Άγγλος φιλόσοφος, βιολόγος, κοινωνιολόγος και πολιτικός φιλόσοφος της Βικτωριανής εποχής.

Ο Σπένσερ ανέπτυξε την έννοια της εξέλιξης ως την προοδευτική ανάπτυξη του φυσικού κόσμου, των βιολογικών οργανισμών, του ανθρώπινου μυαλού, του ανθρώπινου πολιτισμού και των κοινωνιών σύμφωνα με την οποία ο κόσμος προοδεύει σταθερά προς το καλύτερο. Οι ιδεές του για την εξέλιξη επηρέασαν την ανάπτυξη της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της βιολογίας και της φιλοσοφίας. Στη διάρκεια της ζωής του απέκτησε μεγάλη φήμη κυρίως στην αγγλόφωνη ακαδημαϊκή κοινότητα. Η φήμη του ανταγωνιζόταν εκείνη του Δαρβίνου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες οι οπαδοί του κάποια στιγμή δε δίστασαν να τον συγκρίνουν με τον Αριστοτέλη.

Εμπνεόμενος από την Καταγωγή των Ειδών του Κάρολου Δαρβίνου, υποστήριξε την έννοια της επιβίωσης του ικανότερου στον κοινωνικό κόσμο, προσέγγιση η οποία ονομάστηκε κοινωνικός δαρβινισμός. Σύμφωνα με αυτή, το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις φυσικές διεργασίες της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο θα επιβιώσουν οι ισχυρότεροι άνθρωποι αφήνοντας τους ανίσχυρους να χαθούν και έτσι θα φτάσουν σε όλο και υψηλότερα επίπεδα ιστορικής εξέλιξης. Η κατάχρηση των ιδεών του Σπένσερ για την βιολογική αιτιολόγηση ενός ανελέητου οικονομικού ανταγωνισμού, σύμφωνα με τον Richard Hofstadter, οφείλεται σε μεταγενέστερους εκλαϊκευτές του έργου του, όπως οι Andrew Carnegie και William Graham Sumner, που το έκαναν για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ιδεολογίες.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.