Εποχή του Ορείχαλκου

Ως Εποχή του Ορείχαλκου ή Εποχή του Χαλκού εννοείται εκείνη η περίοδος ανάπτυξης ενός πολιτισμού κατά την οποία έχουν αναπτυχθεί μεταλλουργικές τεχνικές εξόρυξης του χαλκού από φυσικά κοιτάσματα και ανάμειξής του με άλλα μέταλλα για τη δημιουργία ορείχαλκου. Η Εποχή του Ορείχαλκου είναι τμήμα του Συστήματος τριών εποχών, μιας μεθόδου χρονολόγησης των προϊστορικών κοινωνιών και ακολουθεί την Νεολιθική σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη. Σε ορισμένες περιοχές μεταξύ της Νεολιθικής και της Εποχής του Ορείχαλκου υπήρξε και μια ενδιάμεση Χαλκολιθική περίοδος, μια μεταβατική περίοδος. Στα περισσότερα τμήματα της υποσαχάρειας Αφρικής την Νεολιθική διαδέχθηκε αμέσως η Εποχή του Σιδήρου. Τα περισσότερα ορειχάλκινα ευρήματα είναι εργαλεία ή όπλα και σπανιότερα τελετουργικά τέχνεργα. Ο χρόνος έναρξης της εποχής του Χαλκού διαφέρει από πολιτισμό σε πολιτισμό.

Middle Bronze Age weapons Trésor de Blanot musée archéologique Dijon France
Ευρήματα της εποχής του χαλκού.
αριστερά: όπλα, 1600 - 1200 π.Χ. στην κεντρική Ευρώπη
δεξιά: κοσμήματα (Ντιζόν)

Εγγύς Ανατολή

Η αρχή της εποχής του χαλκού στην Εγγύς Ανατολή υπολογίζεται γύρω στο 3.300 π.Χ. με την αυξανόμενη χρήση του χαλκού και την ανάπτυξη σύνθετων αστικών πολιτισμών στα κύρια πολιτισμικά κέντρα της περιοχής, Αίγυπτο και Μεσοποταμία.

Κύπρος

Στην Κύπρο η εποχή του χαλκού που ακολουθεί την χαλκολιθική περίοδο, αρχίζει το 2600 π.Χ. περίπου, φέρνοντας σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στο νησί. Αρχαιολογικά ευρήματα έχουμε ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού, τα οποία δείχνουν ότι προφανώς το νησί δέχτηκε εισβολή από την Μικρά Ασία. Στα μέσα της χάλκινης εποχής (1990 - 1650 π.Χ.) βρίσκουμε πολεμικές συγκρούσεις με διάφορους άλλους πολιτισμούς της Μεσογείου της εποχής εκείνης. Στα κείμενα σε σφηνοειδή γραφή της εποχής εκείνης η Κύπρος ονομάζεται Αλασγία.

Στο τέλος της περιόδου οι συγκρούσεις αυξάνονται σε ένταση και συχνότητες, όπως δείχνουν τα πολυάριθμα αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ οι οικισμοί οχυρώνονται, και στην άλλη όχθη, στην Συρία και την Μέση Ανατολή, σημειώνονται πολεμικές αναταραχές. Την ίδια εποχή ανθίζει το εμπόριο με την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη. Η Κύπρος γίνεται εξαγωγέας χαλκού, αλλά και άλλων εμπορευμάτων, όπως φιαλιδίων που περιείχαν πολυτελή αρώματα και καλλυντικές αλοιφές. Στο τέλος της εποχής του χαλκού (1650 - 1050 π.Χ.) σχηματίζονται οι πρώτες πόλεις και διαμορφώνεται η γραφή, εισάγοντας το νησί και τον πολιτισμό της Κύπρου στην σύγχρονη ιστορία.

Αιγαίο

Minoan copper ingot from Zakros, Crete
Έυρημα από την χάλκινη εποχή στην Κρήτη.

Στο Αιγαίο η χάλκινη εποχή αρχίζει περίπου το 3000 π.Χ. με την εξέλιξη των εμπορικών δραστηριοτήτων των αρχαίων πολιτισμών. Χάρη στις εμπορικές αυτές επαφές έγινε εισαγωγή κασσίτερου και ξυλάνθρακα στη Κύπρο, όπου γινότανε εξόρυξη και κατεργασία χαλκού καθώς και παραγωγή χάλκινων αντικειμένων. Με τα μπρούντζινα προϊόντα της μεταλλουργίας χαλκού άνθισε η εξαγωγή και το εμπόριο.

Στην Κρήτη αναπτύσσονται πολυάριθμοι οικισμοί και αναπτύσσονται ως κύριοι βιομηχανικοί και εμπορικοί κόμβοι. Ο Μινωικός πολιτισμός είναι ο πρώτος εξελιγμένος πολιτισμός της Ευρώπης. Η άρχουσα τάξη που κυριαρχούσε στο εμπόριο εγκαθίδρυσε και πολιτικά την μοναρχία, αναπτύσσοντας παράλληλα και την αρχιτεκτονική των Μινωικών παλατιών που διαδόθηκε και στον Ελλαδικό χώρο.

Στον Ελλαδικό χώρο η εποχή του χαλκού ξεκινάει με τον Ελλαδικό Πολιτισμό στα κυκλαδίτικα νησιά του νότιου Αιγαίου και με τον Κυκλαδικό πολιτισμό. Η επιρροή του Μινωικού πολιτισμού οδήγησε στην ανάπτυξη και άλλων κέντρων ιδίως στις Μυκήνες με τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, που κυριάρχησε στο τέλος της εποχής του χαλκού στην Ελλάδα.

Κεντρική Ευρώπη

Nebra Scheibe
Ο δίσκος της Νέμπρα

Ένα από τα εκπληκτικότερα ευρήματα της εποχής του χαλκού είναι ο δίσκος της Νέμπρα, ένας χάρτης του ουρανού κατασκευασμένος στην Κεντρική Ευρώπη. Είναι ένας χάλκινος δίσκος με διάμετρο περίπου 30 εκατοστών, μπλε-πράσινη πατίνα και ένθετα χρυσά σύμβολα. Τα σύμβολα αυτά ερμηνεύονται γενικά σαν απεικόνιση του ήλιου ή της πανσέληνου, ενός μισοφέγγαρου και άστρων (των Πλειάδων μεταξύ άλλων). Δυο χρυσά τόξα στο χείλος του δίσκου, που αντιπροσωπεύουν την γωνιακή απόσταση μεταξύ των ηλιοστασίων προστέθηκαν αργότερα, όπως και ένα τρίτο τόξο που περιστοιχίζεται από μικρές χαρακιές. Η σημασία του τελευταίου αυτού συμβόλου δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως, και πιστεύεται ότι πρόκειται για μια αναφορά στο πλοίο του Ήλιου, ή μια αναπαράσταση του Γαλαξία ή του ουράνιου τόξου.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bronze Age της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bronzezeit της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
3η χιλιετία π.Χ.

4η χιλιετία π.Χ. | 3η χιλιετία π.Χ. | 2η χιλιετία π.Χ.

30ος αιώνας π.Χ. | 29ος αιώνας π.Χ. | 28ος αιώνας π.Χ.| 27ος αιώνας π.Χ. | 26ος αιώνας π.Χ. 25ος αιώνας π.Χ. | 24ος αιώνας π.Χ. | 23ος αιώνας π.Χ.| 22ος αιώνας π.Χ. | 21ος αιώνας π.Χ.

Η 3η χιλιετία π.Χ. άρχισε την 1η Ιανουαρίου 3000 π.Χ. και τελείωσε την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001 π.Χ..

Η 3η χιλιετία π.Χ. άνοιξε την Πρώιμη και τη Μέση Εποχή του Ορείχαλκου.

Αντιπροσωπεύει μια χρονική περίοδο κατά την οποία αναπτύχθηκε και κυριάρχησε ο ιμπεριαλισμός, ή η επιθυμία για κατακτήσεις, στις πόλεις-κράτη της Μέσης Ανατολής, αλλά επίσης και στην υπόλοιπη Ευρασία, με την επέκταση Ινδοευρωπαϊκών φυλών στην Ανατολία, στην Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία. Είναι η πρώτη περίοδος για την οποία υπάρχει γνωστή καταγραφή πληροφοριών για πολέμους, μάχες και οργανωμένους στρατούς. Ο πολιτισμός της Αρχαίας Αιγύπτου ανυψώθηκε στο απόγειο του «Παλαιού Βασιλείου». Ο παγκόσμιος πληθυσμός εκτιμάται ότι διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια της χιλιετίας σε περίπου 30.000.000 ανθρώπους.

Έλυμοι

Οι Έλυμοι ήταν αρχαίος λαός που κατοικούσε στην δυτική Σικελία από την Εποχή του Ορείχαλκου μέχρι την Κλασική αρχαιότητα. Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τον πολιτισμό τους, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές είχαν σημαντικές διαφορές με τους γείτονες τους Σικανούς που ζούσαν στο νησί ταυτόχρονα στην Εποχή του Σιδήρου.

Αρχαία Ιστορία

Με τον όρο Αρχαία Ιστορία εννοείται σύνολο των γεγονότων του παρελθόντος από την έναρξη της καταγεγραμμένης ανθρώπινης ιστορίας έως τις αρχές του μεσαίωνα ή την ύστερη αρχαιότητα. Η διάρκεια της καταγεγραμμένης ιστορίας είναι περίπου 5.000 χρόνων, που αρχίζει με το κείμενα σφηνοειδούς γραφής των Σουμερίων την αρχαιότερη μορφή συνεκτικής γραφής κατά τον 30ο αι. π.Χ.

Ο όρος κλασική αρχαιότητα χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο της ιστορίας του Παλαιού Κόσμου με αρχή της καταγεγραμμένης ελληνικής ιστορίας το 776 π.Χ (πρώτη Ολυμπιάδα). Η ημερομηνία συμπίπτει προσεγγιστικά με την παραδοσιακή ημερομηνία της ίδρυσης της Ρώμης το 753 π.Χ, την αρχή της ιστορίας της αρχαίας Ρώμης, και την αρχή της αρχαϊκής περιόδου στην αρχαία Ελλάδα. Δεδομένου ότι η ημερομηνία λήξης της αρχαίας ιστορίας αμφισβητείται, οι δυτικοί μελετητές χρησιμοποιούν την πτώση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476 (η πλέον χρησιμοποιούμενη) το κλείσιμο της πλατωνική ακαδημία στο 529[, τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιουστινιανού το 565, την έλευση του Ισλάμ , ή την άνοδο του Καρλομάγνου ως το τέλος της αρχαίας και της κλασικής ευρωπαϊκής ιστορίας.

Όσον αφορά στην ιστορία των σημαντικών πολιτισμών της Ινδίας και της Κίνας, η ινδική αρχαία ιστορία περιλαμβάνει την πρώιμη περίοδο των μέσων βασιλείων και η αρχαία κινεζική ιστορία, έως τη δυναστεία Τσιν.

Γκρακλιάνι

Ο Λόφος Γκρακλιάνι (γεωργιανά: გრაკლიანი გორა, Grakliani Gora) είναι αρχαιολογικός τόπος ανασκαφών στην ανατολική Γεωργία, πλησίον του Κάσπι, ο οποίος παρουσιάζει ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας χρονολογούμενης, πιθανώς, από χρονολογία προ 300.000 ετών.Η συγκεκριμένη τοποθεσία ανακαλύφθηκε το 2007, κατά τη διάρκεια εργασιών διεύρυνσης του αυτοκινητοδρόμου μεταξύ Τιφλίδας-Σενάκι-Λεσελίντζε. Έρευνες πραγματοποιούνται από φοιτητές, καθώς και καθηγητές του Κρατικού Πανεπιστημίου Τιφλίδας. Το 2015, μία φερόμενη ως γραφή ανακαλύφθηκε επί του βωμού ναού μίας θεάς της γονιμότητας, η οποία προηγείτο χρονολογικά των υπολοίπων γνωστών γραφών της περιοχής κατά, τουλάχιστον, χίλια έτη.

Γραμμική Β

Η Γραμμική Β είναι η πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσας, μεταγενέστερη μορφή της Γραμμικής Α, και χρησιμοποιήθηκε στη Μυκηναϊκή Περίοδο, από το 17ο ως τον 13ο αι. π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα.

Επαρχία Κιλίς

To Κιλίς είναι επαρχία της Τουρκίας. Η επαρχία βρίσκεται στη νοτιοανατολική Τουρκία, στο διαμέρισμα της Νοτιοανατολικής Ανατολίας. Η επαρχία σχηματίστηκε το 1994, ενώ προηγουμένως αποτελούσε τμήμα της επαρχίας του Γκαζιαντέπ. Πρωτεύουσα της επαρχίας αποτελεί η κωμόπολη Κιλίς, η οποία συγκεντρώνει περίπου το 67% του πληθυσμού της επαρχίας, οι υπόλοιποι οικισμοί είναι μικρά χωριά.

Ζώνη (ένδυμα)

Η ζώνη είναι μία εύκαμπτη ταινία ή ιμάντας, συνήθως κατασκευασμένη από δέρμα ή σκληρό ύφασμα, και φοριέται γύρω από τη μέση. Μία ζώνη υποστηρίζει ένα παντελόνι ή άλλα είδη ένδυσης.

Θράκες

Οι Θράκες ήταν ένα σημαντικό Ινδοευρωπαϊκό (Παλαιοβαλκανικό) φύλο, που κατοικούσε μεγάλη έκταση στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Συνόρευαν με τους Σκύθες στο βορρά, τους Κέλτες και τους Ιλλυριούς στη δύση, τους Έλληνες στο νότο και τη Μαύρη Θάλασσα στην ανατολή. Μιλούσαν τη Θρακική γλώσσα - ελάχιστα μαρτυρούμενο κλάδο της Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Η μελέτη των Θρακών και του Θρακικού πολιτισμού είναι γνωστή ως Θρακολογία.

Οι Θράκες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, ως σύμμαχοι των Τρώων κατά των Τρωικό Πόλεμο. Oι ονομασίες «Θράκες» και «Θράκη» είναι εξώνυμα καθώς δημιουργήθηκαν από τους Έλληνες.

Στην Ελληνική μυθολογία ο Θραξ θεωρείτο ένας από τους περίφημους γιους του θεού Άρη. Στην Άλκηστι ο Ευριπίδης αναφέρει ότι ένα από τα ονόματα του ίδιου του Άρη ήταν Θραξ, καθώς θεωρείτο προστάτης της Θράκης (η χρυσή ή επιχρυσωμένη ασπίδα του φυλασσόταν στο ναό του στη Βιστονία της Θράκης).

H καταγωγή των Θρακών παραμένει ασαφής, λόγω απουσίας γραπτών ιστορικών πηγών. Στοιχεία για τους πρωτοθράκες στην προϊστορική περίοδο στηρίζονται σε αντικείμενα υλικού πολιτισμού. O Λέο Κλέιν ταυτοποιεί τους πρωτοθράκες με ένα πολιτισμό της Μέσης Εποχής του Ορείχαλκου (22ος έως 18ος αιώνας π.Χ.), που απωθήθηκε από την Ουκρανία από τον προελαύνοντα πολιτισμό Σρούμπνα της Ύστερης Εποχής του Ορείχαλκου (18ος - 12ος αιώνες π.Χ.). Θεωρείται γενικά ότι ένας λαός πρωτοθρακών προήλθε από την ανάμειξη ιθαγενών λαών και Ινδοευρωπαίων από την εποχή της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής επέκτασης την Πρώιμη Εποχή του Ορείχαλκου (1500 π.Χ.). Πρόκειται για Πρωτοθράκες, από τους οποίους, κατά την Εποχή του Σιδήρου (περίπου 1000 π.Χ.), προέκυψαν οι Δάκες και οι Θράκες.

Διαιρεμένοι σε ξεχωριστές φυλές οι Θράκες δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν πολιτική οργάνωση με διάρκεια μέχρι που ιδρύθηκε το κράτος των Οδρυσών τον 5ο αιώνα π.Χ. Στις ορεινές περιοχές ζούσαν πολεμικές και άγριες Θρακικές φυλές, όπως και οι Ιλλυριοί, ενώ οι λαοί στις πεδιάδες θεωρούντο πιο ειρηνικοί. Οι Θράκες κατοίκησαν τμήματα των αρχαίων επαρχιών: Θράκη, Μοισία, Μακεδονία, Δακία, Μικρά Σκυθία, Σαρματία, Βιθυνία, Μυσία, Παννονία και άλλες περιοχές στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία.

Κάπρι

Το Κάπρι (ιταλ. Capri) είναι νησί της Ιταλίας με έκταση 10,4 τ.χλμ. και πληθυσμό 12.200 κατοίκους. Πρωτεύουσα του νησιού είναι το Κάπρι με πληθυσμό 7.278 κατοίκους. To νησί βρίσκεται στην Τυρρηνική θάλασσα, ανοιχτά της Χερσονήσου του Σορρέντο, στην περιφέρεια της Καμπανίας, στην Επαρχία της Νάπολης. Είναι θέρετρο από την εποχή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

Χαρακτηριστικά του νησιού είναι η Μαρίνα Πίκολα (μικρό λιμάνι), το Μπελβεντέρε Τραγκάρα (ένας ψηλός χώρος περιπάτου πλαισιωμένος από βίλες), οι ασβεστολιθικοί βράχοι, που λέγονται θαλάσσιες στήλες και προβάλλουν πάνω από τη θάλασσα (τα Φαραλιόνι), η πόλη του Ανακάπρι, η Γαλάζια Σπηλιά (Γκρότα Ατζούρα) και τα ερείπια των Αυτοκρατορικών Ρωμαϊκών επαύλεων.

H πόλη του Κάπρι είναι το κύριο πληθυσμιακό κέντρο του νησιού. Το νησί έχει δύο λιμάνια, τη Μαρίνα Πίκολα και τη Μαρίνα Γκράντε (το κύριο λιμάνι του νησιού). Ο ξεχωριστός δήμος του Ανακάπρι βρίσκεται ψηλά στους λόφους προς τα δυτικά.

Κάρες

Οι Κάρες ήταν αρχαιότατος λαός στην Μικρά Ασία, που κατοικούσε ΝΔ της Ιωνίας, στην Καρία. Γείτονες λαοί τους ήταν οι Πελασγοί, οι Καυκάνοι, και οι Λέλεγες. Οι Κάρες κατοικούσαν κυρίως στη απόκρημνη Μυκάλη, την Μίλητο και την κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου. Ο Ηρόδοτος τους ταυτίζει με τους Λέλεγες θεωρώντας ότι αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά τους πριν μετοικήσουν από το Αιγαίο Πέλαγος στην Καρία. Οι εγχώριες όμως παραδόσεις δείχνουν ότι είναι αυτόχθονες συγγενείς με τους Μυσούς, Λυδούς και μετείχαν στη λατρεία του «Καρίου Διός» στα Μύλασσα.

Ο Στράβων αναφέρει ότι είναι τόσο αναμεμειγμένοι με τους Λέλεγες ώστε συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Σύμφωνα με πιο πρόσφατα πορίσματα επιστημονικών ερευνών οι Κάρες θεωρείται θρακική φυλή ή Πελασγική (προελληνική), κατά μία άποψη ή κατ΄ άλλους έχουν κοινή καταγωγή με τους Κρήτες και τους κατοίκους της Λυκίας. Η δεύτερη άποψη στηρίζεται από τις καταλήξεις των πόλεων και τοπωνυμιών σε –σος, -νδα, (όπως Κνωσσός, Αλικαρνασσός, Λυρνησσός, Τυλισσός κ.ά.) και στη λατρεία κοινών θεών όπως του Διός και της Αρτέμιδας.

Κασσίτερος

Ο κασσίτερος (λατινικά: stannum, αγγλικά: tin) είναι το χημικό στοιχείο με χημικό σύμβολο Sn, ατομικό αριθμό 50 και ατομική μάζα 118,69 amu. Ανήκει στην ομάδα 14 (πρώην IVA) του περιοδικού συστήματος. Η χημική του συμπεριφορά είναι παρόμοια με την αντίστοιχη και των δυο γειτονικών του στοιχείων της ίδιας ομάδας του πίνακα, δηλαδή του γερμανίου (Ge) και του μολύβδου (Pb). Έτσι, ο κασσίτερος έχει δυο πιθανούς και σταθερούς αριθμούς οξείδωσης, +2 και +4, από τους οποίους λίγο σταθερότερος είναι ο αριθμός οξείδωσης +4. Ο κασσίτερος είναι το 49ο χημικό στοιχείο σε αφθονία. Με συνολικά 10 σταθερά ισότοπα, είναι το χημικό στοιχείο με το μεγαλύτερο αριθμό σταθερών ισοτόπων στο περιοδικό σύστημα. Ο χημικά καθαρός κασσίτερος, στις συνηθισμένες συνθήκες, δηλαδή σε θερμοκρασία 25 °C και υπό πίεση 1 atm, είναι αργυρόλευκο ελατό μεταλλικό στερεό, που δεν οξειδώνεται εύκολα από τον αέρα (ή και από το νερό) και λαμβάνεται κυρίως από ορυκτό κασσιτερίτη, που περιέχει διοξείδιο του κασσιτέρου (SnO2). Η παγκόσμια παραγωγή φτάνει τους 300.000 τόνους ετησίως. Κύριες χώρες παραγωγής είναι η Κίνα, η Ινδονησία, το Περού, η Βολιβία και η Βραζιλία.

Το πρώτο κράμα, που χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα από το 3.000 π.Χ., με αναφορές για χρήση του από το 3.500 π.Χ., ήταν ο μπρούτζος, που είναι κράμα κασσιτέρου και χαλκού (Cu). Ο καθαρός μεταλλικός κασσίτερος άρχισε να παράγεται μετά από το 600 π.Χ.. Το πηούτερ (pewter) είναι ένα κράμα από κασσίτερο (85-90%) και το υπόλοιπο αποτελείται από χαλκό, αντιμόνιο (Sb), βισμούθιο (Bi), μόλυβδο (Pb), μερικές φορές και άργυρο (Ag), και χρησιμοποιούνταν συνήθως για επίπεδα σκεύη (πιατικά και δίσκους σερβιρίσματος) από την Εποχή του Ορείχαλκου ως τον 20ό αιώνα. Στη σύγχρονη εποχή ο κασσίτερος χρησιμοποιείται σε πολλά κράματά του, με πιο αξιοσημείωτο ένα κράμα κασσιτέρου (60% και πάνω) - μολύβδου, που χρησιμοποιείται για «μαλακές συγκολλήσεις». Μια άλλη μεγάλη εφαρμογή του κασσιτέρου, εξαιτίας της σχετικής αντίστασής του στη διάβρωση, είναι η επιμετάλλωση (επικασσιτερίωση) του χάλυβα. Εξαιτίας της σχετικά χαμηλής τοξικότητάς του, επικασσιτερωμένα μέταλλα, συνήθως χάλυβας, χρησιμοποιούνται συχνά για την κονσερβοποίηση τροφίμων. Άλλες χρήσεις του είναι σε εύτηκτα κράματα και σε οργανοκασσιτερικές ενώσεις, όπως σταθεροποιητικά πρόσθετα πολυμερών.

Μαχαίρι

Μαχαίρι ονομάζεται το κοφτερό εργαλείο που συναντάται σε πολλά σχήματα και ποιότητες και αποτελείται από τη λεπίδα και τη λαβή.

Η λεπίδα κατασκευάζεται από ατσάλι και η λαβή από το ίδιο μέταλλο (ενιαία κατασκευή, όπως στα τραπεζομάχαιρα) ή από άλλο υλικό, όπως ξύλο, ελεφαντόδοντο κλπ. Ανάλογα με τη χρήση τους, τα μαχαίρια ονομάζονται μαχαίρια φαγητού, ψωμομάχαιρα, κρεατομάχαιρα, σουγιάδες, νυστέρια, μπαλντάδες, στιλέτα, κ.ά.

Το μαχαίρι είναι από τα πρώτα εργαλεία που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Τα πρώτα λίθινα, σχεδόν ακατέργαστα, μαχαίρια παρουσιάζονται κατά τη μέση ευρωπαϊκή παλαιολιθική εποχή, ενώ κατά τη νεότερη παλαιολιθική εποχή συναντούνται οι λεπτές λεπίδες από πυριτόλιθο. Τα μεταλλικά μαχαίρια εμφανίστηκαν κατά την εποχή του ορείχαλκου. Κατά την εποχή του σιδήρου, το μαχαίρι τελειοποιήθηκε και έφερε πολλά γλυπτά διακοσμητικά στοιχεία. Η τέχνη της μαχαιροποιίας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά το 14ο αιώνα με θαυμάσια δείγματα τις ατσάλινες λεπίδες της αγγλικής πόλης Σέφιλντ. Κατά το 15ο αι. εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα τραπεζομάχαιρα, με εξαιρετικά διακοσμημένες χειρολαβές και το οικόσημο του ιδιοκτήτη (π.χ. του Δούκα της Βουργουνδίας, που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου).

Το μαχαίρι χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα και ως πολεμικό όπλο.

Νάπολη

Η Νάπολη (ιταλικά: Napoli, αρχαία ελληνικά: Νεάπολις) είναι πόλη και σημαντικό λιμάνι της Νότιας Ιταλίας, πρωτεύουσα της περιφέρειας της Καμπανίας και της ομώνυμης επαρχίας. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ιταλίας μετά τη Ρώμη και το Μιλάνο. Το 2012 περίπου 960.000 κάτοικοι ζούσαν μέσα στα διοικητικά όρια του ομώνυμου δήμου. Το συνολικό πολεοδομικό συγκρότημα, με έκταση 1023 τ.χ., έχει πληθυσμό 3,7 εκατομμύρια και είναι η 9η πολυπληθέστερη αστική περιοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της Νάπολης ζουν μεταξύ 4,1 και 4,9 εκατομμύρια άνθρωποι.

Η Νάπολη είναι μια από τις αρχαιότερες συνεχώς κατοικημένες πόλεις στον κόσμο, από την Εποχή του Ορείχαλκου. Τη 2η χιλιετία π.Χ. στη θέση της ιδρύθηκαν Ελληνικοί οικισμοί, με μια μεγαλύτερη ηπειρωτική αποικία - γνωστή αρχικά ως Παρθενόπη - να αναπτύσσεται γύρω στον ένατο αιώνα π.Χ., στο τέλος της Γεωμετρικής Εποχής. H πόλη επανιδρύθηκε ως Νεάπολις τον 6ο αιώνα π.Χ. και έγινε το κέντρο της Μεγάλης Ελλάδας, παίζοντας βασικό ρόλο στην ενσωμάτωση του Ελληνικού πολιτισμού στη Ρωμαϊκή κοινωνία και γινόμενη στη συνέχεια πολιτιστικό κέντρο της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Η Νάπολη διατήρησε την επιρροή της μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μεταξύ 1282 και 1816 ήταν πρωτεύουσα ενός βασιλείου που έφερε το όνομά της -Βασίλειο της Νάπολης. Τότε, σε ένωση με τη Σικελία, έγινε πρωτεύουσα των Δύο Σικελιών, μέχρι την ενοποίηση της Ιταλίας το 1861. Κατά τον Πόλεμο της Νάπολης το 1815 η πόλη προώθησε έντονα την Ιταλική ενοποίηση. Η Νάπολη υπήρξε η πιο βομβαρδισμένη πόλη κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου τομέα της πόλης κατασκευάσθηκε υπό τη φασιστική κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι και κατά την περίοδο της ανοικοδόμησης μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τις τελευταίες δεκαετίες η Νάπολη έχει κατασκευάσει ένα μεγάλο επιχειρηματικό κέντρο, το Τσέντρο Ντιρετσιονάλε, και έχει αναπτύξει προηγμένες μεταφορικές υποδομές, όπως υψηλής ταχύτητας σιδηροδρομική σύνδεση με τη Ρώμη και το Σαλέρνο και εκτεταμένο υπόγειο δίκτυο μετρό, που σχεδιάζεται να καλύψει τελικά το μισό της περιοχής. Η πόλη έχει βιώσει σημαντική οικονομική ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες και τα επίπεδα ανεργίας στην πόλη και την ευρύτερη Καμπανία έχουν μειωθεί από το 1999. Εντούτοις η Νάπολη ακόμη χαρακτηρίζεται από πολιτική και οικονομική διαφθορά και ακμάζουσα μαύρη αγορά, ενώ τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν υψηλά.

Η Νάπολη έχει την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία πόλης στην Ιταλία μετά το Μιλάνο, τη Ρώμη και το Τορίνο. Είναι η 103η πλουσιότερη πόλη του κόσμου σε αγοραστική δύναμη με εκτιμώμενο ΑΕΠ το 2011 83,6 δις US$. Το λιμάνι της Νάπολης είναι ένα από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη και το δεύτερο σε επιβατική κίνηση στον κόσμο μετά το λιμάνι του Χονγκ Κονγκ. Πολλές μεγάλες Ιταλικές εταιρείες, όπως η MSC Cruises Italy S.p.A. έχουν την έδρα τους στη Νάπολη. Η πόλη φιλοξενεί επίσης το Συμμαχικό Στρατηγείο του ΝΑΤΟ, το Ίδρυμα Οικονομικής Έρευνας SRM και την Εταιρεία και Κέντρο Μελετών ΟΡΕ και είναι πλήρες μέλος του δικτύου των Ευρωπαϊκών πόλεων Eurocities. Η πόλη επελέγη ως έδρα του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος ACP/UE (Αφρικής, Καραϊβική, Ειρηνικού/Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ονομάστηκε Πόλη της Λογοτεχνίας από το Δίκτυο Δημιουργικών Πόλεων της UNESCO. Στη συνοικία της πόλης Ποζιλίπο βρίσκεται η Βίλα Ρόζμπερυ, μία από τις τρεις επίσημες κατοικίες του Προέδρου της Ιταλίας.

Το ιστορικό κέντρο της Νάπολης είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη καλύπτοντας 17 τ.χ. και έχει καταγραφεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Στην πορεία της μακράς ιστορίας της η Νάπολη υπήρξε πρωτεύουσα δουκάτων, βασιλείων και μιας Αυτοκρατορίας και αδιάλειπτα μεγάλο πολιτιστικό κέντρο με παγκόσμια σφαίρα επιρροής, ιδιαίτερα τις εποχές της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Πολύ κοντά στη Νάπολη βρίσκονται πολλές πολιτιστικά και ιστορικά σημαντικές τοποθεσίες, όπως το Ανάκτορο της Καζέρτας και τα Ρωμαϊκά ερείπια της Πομπηίας και του Ερκουλάνουμ. Γαστρονομικά η πόλη είναι συνώνυμη με την πίτσα, που επινοήθηκε εδώ. Η Ναπολιτάνικη ακόμη μουσική έχει σπουδαία επιρροή, καθώς της αποδίδεται η εφεύρεση της ρομαντικής κιθάρας και του μαντολίνου και σημαντική συμβολή στην όπερα και τη λαϊκή μουσική. Δημοφιλείς χαρακτήρες και ιστορικές μορφές που συμβολίζουν την πόλη είναι ο Ιανουάριος, πολιούχος άγιος της Νάπολης, η κωμική μορφή Πουλτσινέλα και οι Σειρήνες από την Οδύσσεια.

Νομός Βοιωτίας

Ο Νομός Βοιωτίας είναι νομός της Στερεάς Ελλάδας, με έκταση 2.954 τ.χλμ. και πληθυσμό 117.920 κατοίκους (2011).

Προϊστορία

Η προϊστορία είναι η περίοδος από την εποχή που πρωτοεμφανίσθηκαν οι σύγχρονοι άνθρωποι, ως προς τη συμπεριφορά και ανατομία τους, μέχρι την εμφάνιση της γραπτής ιστορίας, που ακολούθησε την εμφάνιση των συστημάτων γραφής.. Καθώς τόσο ο χρόνος κατοίκησης των σύγχρονων ανθρώπων, όσο και η εξέλιξη των ανθρώπινων πολιτισμών, διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, η προϊστορία αρχίζει και τελειώνει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, ανάλογα με τη συγκεκριμένη περιοχή. Σε ένα ευρύτερο εννοιολογικό πλαίσιο, αναφέρεται στον χρόνο που εκτείνεται από την εμφάνιση του ανθρώπου περίπου 5.000.000 χρόνια π.π. έως το 6.000 ΠΚΕ, χιλιετία στην οποία συμβατικά αποδίδεται η επινόηση της γραφής και η γνώση της βασίζεται αποκλειστικά στην αρχαιολογική μαρτυρία.

Οι Σουμέριοι στη Μεσοποταμία και η Αρχαία Αίγυπτος ήταν οι πρώτοι πολιτισμοί που ανέπτυξαν τη δική τους γραφή και τήρησαν ιστορικές καταγραφές. Αυτό έλαβε χώρα ήδη κατά την πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Oι γειτονικοί πολιτισμοί της Αρχαίας Μέσης Ανατολής ακολούθησαν πρώτοι. Οι περισσότεροι άλλοι πολιτισμοί έφθασαν στο τέλος της προϊστορίας κατά την Εποχή του Σιδήρου.

Πόρος (νησί)

Ο Πόρος είναι νησί του Σαρωνικού Κόλπου. Η αρχαία ονομασία του ήταν Καλαυρία. Έχει 3.993 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2011 που αποτελούν ομώνυμο δήμο. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την ακτή Πελοποννήσου και το απέναντι χωριό Γαλατάς της Τροιζηνίας. Είναι γνωστός, μεταξύ άλλων, για το σπουδαίο λεμονοδάσος που βρίσκεται στην παραπάνω ακτή, ενώ είναι δημοφιλής σαν τόπος μικρών αποδράσεων από την Αθήνα.

Σίδηρος

Ο σίδηρος (αγγλικά: iron, λατινικά: ferrum), είναι το χημικό στοιχείο με χημικό σύμβολο Fe, ατομικό αριθμό 26 και ατομική μάζα 55,847. Πιο συγκεριμένα, είναι μέταλλο που ανήκει στην πρώτη (1η) κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης, της ομάδας 8 (πρώην ομάδας VIII) του περιοδικού συστήματος. Κατά μάζα είναι ρο πιο συνηθισμένο χημικό στοιχείο στη Γη, σχηματίζοντας πολύ μεγάλο ποσοστό τόσο του εξωτερικού, όσο και του εσωτερικού πυρήνα του πλανήτη μας. Ακόμη, είναι το τέταρτο (4ο) αφθονότερο χημικό στοιχείο στο φλοιό της Γης, μετά από το οξυγόνο (Ο), το πυρίτιο (Si) και το αργίλιο (Al) .

Ο καθαρός (στοιχειακός) σίδηρος είναι πολύ σπάνιος στο φλοιό της Γης. Ουσιαστικά, η ύπαρξη καθαρού σιδήρου είναι περιορισμένη στους μετεωρίτες και σε άλλα χαμηλής συγκέντρωσης οξυγόνου και υγρασίας περιβάλλοντα. Ωστόσο είναι αρκετά άφθονα τα σιδηρούχα ορυκτά. Ο σίδηρος ήταν γνωστός στους ανθρώπους από την προϊστορική εποχή. Όμως η εξόρυξη μεταλλικού σιδήρου από τα ορυκτά του απαιτεί κλιβάνους ικανούς να αναπτύξουν θερμοκρασία τουλάχιστον 1.500°C, δηλαδή περίπου 500°C περισσότερο από την αντίστοιχη του χαλκού. Οι άνθρωποι άρχησαν να κυριαρχούν στη διεργασία αυτή στην Ευρασία, μόλις από το 2.000 π.Χ., ενώ ο σίδηρος άρχησε να εκτοπίζει τα κράματα του χαλκού σε εργαλεία και όπλα περί το 1.200 π.Χ.. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε με μετάβαση από την Εποχή του Ορείχαλκου στην Εποχή του Σιδήρου.

Ο καθαρός μεταλλικός σίδηρος είναι μαλακός, μαλακότερος και από το αλουμίνιο, αλλά είναι αδύνατο να εξαχθεί κατά τη διεργασία της ερυθροπύρωσης. Το υλικό σκληραίνει σημαντικά κατά την διάρκεια της διεργασίας, απορροφώντας διάφορες προσμίξεις, όπως ο άνθρακας. Με συγκέντρωση άνθρακα μεταξύ 0,2% και 2,1% παράγεται χάλυβας (steel ή «ατσάλι» εκ του λατινικού acciaio), που μπορεί να είναι μέχρι και 1.000 φορές σκληρότερος από τον καθαρό μεταλλικό σίδηρο. Ο «ακατέργαστος σίδηρος» (crude iron) παράγεται σε υψικαμίνους, όπου σιδηρομετάλλευμα, συνήθως αιματίτης (με βασικό συστατικό το τριοξείδιο του σιδήρου, Fe2O3) ανάγεται από κωκ (C και παραγόμενο CO) σε «επεξεργασμένο σίδηρο» (pig iron), που συμπεριέχει σχετικά μεγάλη συγκέντρωση άνθρακα. Με παραπέρα «εξευγενισμό» (refinement) με οξυγόνο ανάγεται το ανθρακούχο περιεχόμενο, ελαττώνοντας τη συγκέντρωση του άνθρακα στο κράμα στις προδιαγραφές του χάλυβα. Χάλυβες και διάφορα κράματα σιδήρου με σχετικά μικρή περιεκτικότητα σε άνθρακα που περιέχουν και κάποια άλλα μέταλλα ή και στοιχεία («κράματα χάλυβα» alloy steels) χρησιμοποιούνται πλέον πολύ ευρύτερα στη σύγχρονη βιομηχανική χρήση.

Τα κράματα του σιδήρου, όπως ο χάλυβας, ο ανοξείδωτος χάλυβας και ορισμένα ειδικά κράματα χάλυβα αποτελούν από τότε (αρχή Εποχής Σιδήρου, φυσικά όχι όλα τα κράματα ταυτόχρονα) μέχρι και σήμερα τα πιο συνηθισμένα βιομηχανικά μέταλλα, εξαιτίας του μεγάλου εύρους των επιθυμητών μηχανικών ιδιοτήτων τους, αλλά και της σχετικής αφθονίας του σιδήρου, άμεσα συνδεμένης με το (σχετικά) χαμηλό κόστος παραγωγής του.

Ακόμη, ο σίδηρος είναι πολύ συνηθισμένος στους πετρώδεις πλανήτες, στους πλανήτες νάνους, στους δορυφόρους και στους αστεροειδείς του ηλιακού συστήματος κι αυτό χάρη στην άφθονη παραγωγή τους ως τελικό προϊόν πυρηνικής σύντηξης σε άστρα υψηλής μάζας.Ο σίδηρος βρίσκεται σε σχετικά μεγάλο εύρος αριθμών οξείδωσης από -2 ως και +6, αν και οι αριθμοί οξείδωσης +2 και +3 είναι οι πιο συνηθισμένοι του. Στοιχειακός σίδηρος βρίσκεται σε Είναι πολύ ευαίσθητος στην παρουσία οξυγόνου και νερού. Επιφάνειες νεοσχηματισμένου στοιχειακού σιδήρου φαίνονται ασημόγκριζες, αλλά οξειδώνονται στον κανονικό ατμοσφαιρικό αέρα, δίνοντας οξείδια του σιδήρου, γνωστά ως «σκουριά». Αντίθετα από πολλά άλλα μέταλλα, που σχηματίζουν μόνο ένα προστατευτικό στρώμα οξειδίου, το οξείδιο του σιδήρου καταλαμβάνει μεγαλύτερο όγκο σε σύγκριση με το κομμάτι μεταλλικού (δηλαδή στοιχειακού) σιδήρου από το οποίο προήλθε. Έτσι, κατά διαστήματα «σκάει», εκθέτοντας νέες επιφάνειες μεταλλικού σιδήρου για διάβρωση.

Οι χημικές ενώσεις του σιδήρου, που περιλαμβάνουν τις «σιδηρο-» (ενώσεις του FeII) και τις «σιδηρη-» (ενώσεις του FeIII) (κυρίως) ενώσεις, έχουν επίσης πολλές εφαρμογές. Μίγμα (σκόνης) οξειδίου του σιδήρου (FeO) και σκόνης αλουμινίου μπορεί να αναφλεγεί, δημιουργώντας τη γνωστή αντίδραση θερμίτη, που χρησιμοποιείται στη συγκόλληση και στον καθαρισμό μεταλλευμάτων. Δημιουργεί δυαδικές ενώσεις με τα αλογόνα και τα χαλκογόνα. Ανάμεσα στις οργανομεταλλικές ενώσεις του σιδήρου είναι η φερροκίνη, η πρώτη ένωση σάντουιτς που ανακαλύφθηκε.

Ο σίδηρος παίζει σημαντικό ρόλο στη βιοχημεία, σχηματίζοντας σύμπλοκα με το μοριακό οξυγόνο (O2) στην αιμογλοβίνη και στη μυογλοβίνη, δυο συνηθισμένες μεταφορικές πρωτεΐνες οξυγόνου, που το μεταφέρουν στα σπονδυλωτά. Ο σίδηρος είναι ακόμη το μέταλλο που βρίσκεται στο ενεργό κέντρο πολλών σημαντικών οξειδοαναγωγικών ενζύμων που ασχολούνται με την κυτταρική αναπνοή και την οξειδοαναγωγή πολλών βιοχημικών ενώσεων σε φυτά και ζώα.

Φυλακωπή

Η Φυλακωπή, που βρίσκεται στη βόρεια ακτή της Μήλου, είναι ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς της εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες. Η σπουδαιότητα της Φυλακωπης συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού (δηλαδή από το ήμισυ της 3ης χιλιετίας π.Χ. μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ.) και γι 'αυτό είναι ο τύπος για την διερεύνηση αρκετών χρονολογικών περιόδων του Αιγαίου της Εποχής του Χαλκού.

Χαλκολιθική περίοδος

H Χαλκολιθική περίοδος (ετυμολογείται από τις λέξεις Χαλκός + λίθος), επίσης γνωστή ως Εποχή του Χαλκού, είναι μια φάση ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού κατά την οποία εμφανίζονται πρώιμα μεταλικά εργαλεία ταυτόχρονα με τη χρήση των λίθινων.

Η περίοδος είναι μεταβατική και δεν συνυπολογίζεται στο παραδοσιακό σύστημα τριών εποχών, ενώ εκτείνεται χρονικά ανάμεσα στην νεολιθική περίοδο και την Εποχή του Ορείχαλκου ή Χαλκού, όπως αναφέρεται συχνότερα. Φαίνεται ότι ο χαλκός δεν χρησιμοποιήθηκε εξαρχής ευρέως εξαιτίας της φυσικής του πλαστικότητας και οι προσπάθειες ανάμειξής του με ψευδάργυρο άρχισαν πολύ σύντομα, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αναγνώριση των αμιγώς χαλκολιθικών πολιτισμών.

Ακριβώς εξαιτίας αυτού οι αρχαιολόγοι εφαρμόζουν τον όρο μόνον σε ορισμένες περιοχές, κυρίως την νοτιοανατολική Ευρώπη την Κεντρική και την Δυτική Ασία, όπου η αμιγής χρήση του χαλκού εμφανίζεται κατά το πρώτο μισό της τρίτης χιλιετίας Π.Κ.Ε.

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός του Λάγυνου (Beaker people ή folk) θεωρείται συχνά χαλκολιθικός, όπως και οι πολιτισμοί που υιοθέτησαν πρώτοι την αστικοποίηση στην νοτιοδυτική Ασία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αρκετοί μεγάλιθοι ανηγέρθηκαν στην Ευρώπη και έχει προταθεί η υπόθεση ότι η πρωτο-ινδοευρωπαϊκή ομάδα γλωσσών ανάγεται στα ίδια περίπου χρόνια. O Ότζι, (Oetzi the Iceman) η αρχαιότερη μούμια που βρέθηκε πολύ καλά διατηρημένη μέσα στον πάγο ενός παγετώνα των Άλπεων του Τυρόλου και χρονολογήθηκε περί το 3300 Π.Κ.Ε., έφερε χάλκινο πέλεκυ και μαχαίρι.

Ιστορία του δυτικού κόσμου
World Map 1689
Προϊστορία
Παλαιολιθική (2.5 εκ. - 10000 π.Χ.)
Μεσολιθική (10000 - 3000 π.Χ.)
Νεολιθική (3000 - 2000 π.Χ.)
Χαλκολιθική (3500 - 1500 π.Χ.)
Εποχή του Χαλκού (2000 - 1000 π.Χ.)
Εποχή του Σιδήρου (1600 - 600 π.Χ.)
Αρχαία Ιστορία
Αρχαϊκή (10ος - 7ος αιώνας π.Χ.)
Κλασική (7ος - 4ος αιώνας π.Χ.)
Ύστερη (3ος αι. π.Χ. - 5ος αι. μ.Χ.)
Μεσαίωνας
Πρώιμος (6ος - 10ος αιώνας)
Ώριμος (10ος - 13ος αιώνας)
Ύστερος (14ος - 15ος αιώνας)
Νεότερη ιστορία
Πρώιμη νεότερη περίοδος (14ος - 16ος αιώνας)
Νεότερη Εποχή (17ος - 19ος αιώνας)
Σύγχρονη ιστορία
20ός αιώνας
21ος αιώνας
Σύστημα τριών εποχών

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.