Επιστήμη

Ο όρος επιστήμη με την ευρεία έννοια αρχικά δήλωνε το οργανωμένο σώμα της εξακριβωμένης και τεκμηριωμένης γνώσης. Ο πρώτος αυτός ορισμός διατυπώνεται στο έργο Θεαίτητος του Πλάτωνα όπου ένας από τους συνομιλητές αναφέρει ότι «έστιν ουν επιστήμη δόξα αληθής μετά λόγου», δηλαδή η επιστήμη αποτελεί βεβαιωμένη με λογικά επιχειρήματα γνώση. Πολλές από τις ανθρώπινες προκαταλήψεις γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί το σύμπαν έχουν αμφισβητηθεί κατά καιρούς από τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις.

Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος είναι πιο περιορισμένος και δηλώνει το σύστημα απόκτησης γνώσης με βάση την επιστημονική μεθοδολογία που βασίζεται στην επιστημονική έρευνα, καθώς και στην οργάνωση και ταξινόμηση της αποκτώμενης με αυτόν τον τρόπο γνώσης. Διακρίνουμε συνεπώς διαφορετικούς επιστημονικούς τομείς που εντάσσονται συνήθως σε τέσσερις μεγάλες ομάδες, τις θετικές επιστήμες, τις εφαρμοσμένες επιστήμες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις κοινωνικές επιστήμες.

  • Θετικές και φυσικές επιστήμες: ασχολούνται με τη μελέτη των φυσικών φαινομένων και των τυπικών συστημάτων με βάση την παρατήρηση, το πείραμα και τη λογική.
  • Κοινωνικές επιστήμες: ασχολούνται με τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ανθρώπινης κοινωνίας, στη βάση της παρατήρησης και της λογικής.
  • Ανθρωπιστικές επιστήμες: ασχολούνται με τη διερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης μέσω της λογικής και της τέχνης.
  • Εφαρμοσμένες επιστήμες: ασχολούνται με την πρακτική επίλυση προβλημάτων μέσω συστηματικών μεθοδολογιών και την επιστημονική θεμελίωση των μεθόδων αυτών (συνήθως αποτελούν εφαρμογή κάποιων θετικών επιστημών, αλλά μπορεί να έχουν και επιρροές από τις κοινωνικές επιστήμες).

Η ταξινόμηση αυτή είναι μόνο συμβατική, ενώ δεν είναι σπάνιο ένα επιστημονικό πεδίο να συνθέτει στοιχεία από διαφορετικούς κλάδους. Όταν αυτό το γεγονός ορίζει τον χαρακτήρα του πεδίου, μιλάμε για διεπιστημονικό πεδίο, διακλαδική επιστήμη ή διεπιστήμη (π.χ. βιβλιοθηκονομία, επιστήμη συστημάτων, γνωσιακή επιστήμη κλπ).

Η επιστημονική διαδικασία είναι η συστηματική έρευνα της νέας γνώσης σε ένα σύστημα. Αυτή η συστηματική έρευνα είναι γενικώς η επιστημονική μέθοδος και το σύστημα γενικώς είναι η φύση. Επιστήμη επίσης είναι η επιστημονική γνώση που έχει συστηματικά αποκτηθεί μέσω της επιστημονικής διαδικασίας. Μερικά από τα ευρήματα της επιστήμης μπορεί να είναι εντελώς αντίθετα προς την ανθρώπινη διαίσθηση. Η ατομική θεωρία για παράδειγμα υποδηλώνει ότι ένας στερεός βράχος που εμφανίζεται ως βαρύς, σκληρός, γκρίζος κλπ. είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός από υπατομικά σωμάτια με καμία από αυτές τις ιδιότητες, τα οποία κινούνται ταχύτατα σε μία περιοχή που αποτελείται κυρίως από κενό χώρο.

The Scientific Universe
Η κλίμακα του σύμπαντος σχεδιασμένο με διακλαδώσεις της επιστήμης και την ιεραρχία της επιστήμης

Ιστορία και ετυμολογία της επιστήμης

Ενώ οι περιγραφές των εμπειρικών ερευνών για το φυσικό κόσμο υπάρχουν από την κλασσική αρχαιότητα (παραδείγματος χάριν, από τον Αριστοτέλη), και οι επιστημονικές μέθοδοι έχουν υιοθετηθεί από το Μεσαίωνα, η αυγή της σύγχρονης επιστήμης επισημαίνεται γενικά πίσω στην πρόωρη σύγχρονη περίοδο κατά τη διάρκεια αυτό που είναι γνωστό ως επιστημονική επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα.Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από έναν νέο τρόπο παρατήρησης του φυσικού κόσμου, από το συστηματικό πειραματισμό που στόχευσε στον καθορισμό των " νόμων της φύσης" αποφεύγοντας να ασχοληθεί με τις μεταφυσικές ανησυχίες όπως την Αριστοτελική θεωρία για την αιτιότητα.

Η γρήγορη συσσώρευση της γνώσης, που έχει χαρακτηρίσει την ανάπτυξη της επιστήμης από τον 17ο αιώνα, δεν είχε εμφανιστεί ποτέ πριν από εκείνη την περίοδο. Το νέο είδος επιστημονικής δραστηριότητας προέκυψε μόνο σε μερικές χώρες της δυτικής Ευρώπης, και περιορίστηκε σε εκείνη την μικρή περιοχή για περίπου διακόσια έτη. (Από τον 19ο αιώνα η επιστημονική γνώση έχει αφομοιωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο).

Clay cone Lagash Umma Louvre AO12779
Μια πήλινη πινακίδα της Μεσοποταμίας

Αυτή η σύγχρονη επιστήμη αναπτύχθηκε από μια παλαιότερη και ευρύτερη επιχείρηση. Η λέξη " science" είναι από τα παλαιά γαλλικά, και συνέχεια από το λατινικό scientia που ήταν μια από διάφορες λέξεις για τη λέξη "γνώση" σε εκείνη την γλώσσα. Στα φιλοσοφικά πλαίσια,οι λέξεις "scientia" και " science" χρησιμοποιήθηκαν για να μεταφράσουν την ελληνική λέξη επιστήμη, που είχε αποκτήσει έναν συγκεκριμένο καθορισμό στην ελληνική φιλοσοφία, ειδικά ο Αριστοτέλης, ως την είχε ορίσει ως τύπο αξιόπιστης γνώσης που ενισχύεται λογικά, και μπορεί να δημιουργήσει επικοινωνία και να διδαχθεί.

Από τον Μεσαίωνα ως τον Διαφωτισμό η επιστήμη ή αλλιώς scientia συνέχισε να χρησιμοποιείται με αυτή την ευρεία έννοια μέχρι το 20ό αιώνα. Ο όρος "Science" επομένως είχε το ίδιο ευρύ νόημα που είχε και η φιλοσοφία εκείνο τον καιρό. Σε άλλες γλώσσες που είχαν επιρροές από τη λατινική, συμπεριλαμβανομένων των γαλλικών, ισπανικών, πορτογαλικών, και ιταλικών, η λέξη που αντιστοιχεί στην επιστήμη είχε επίσης αυτήν την έννοια.

Πριν από τον 18ο αιώνα, ο προτιμώμενος όρος για τη μελέτη της φύσης μεταξύ των Άγγλων ομιλητών ήταν «φυσική φιλοσοφία», ενώ άλλες φιλοσοφικές επιστήμες (π.χ., λογική, μεταφυσική, επιστημολογία, η ηθική και η αισθητική) συνήθως αναφέρονται ως "ηθική φιλοσοφία». (Σήμερα, η "ηθική φιλοσοφία" είναι περισσότερο ή λιγότερο συνώνυμη με την "ηθική".) Η επιστήμη συνδέθηκε πιο έντονα με τη φυσική φιλοσοφία σε σχέση με άλλες επιστήμες σταδιακά με την ισχυρή προώθηση της σημασίας της πειραματικής επιστημονικής μεθόδου, από ανθρώπους όπως ο Φράνσις Μπέικον (Francis Bacon) . Με τον Μπέικον αρχίζει μια πιο ευρεία και ανοικτή κριτική της επιρροής του Αριστοτέλη που είχε δώσει έμφαση στη θεωρία και δεν αντιμετώπιζε τη συλλογή δεδομένων ως μέρος της ίδιας της επιστήμης. Μια αντίθετη θέση έγινε κοινή: ότι αυτό που είναι κρίσιμο για την επιστήμη στις καλύτερες στιγμές της είναι η συστηματική συλλογή σαφών και χρήσιμων ακατέργαστων δεδομένων, κάτι που είναι ευκολότερο να κάνουμε σε ορισμένους τομείς από ότι σε άλλους.

Η λέξη «επιστήμη» στα αγγλικά πάντως ακόμη χρησιμοποιούνταν κατά τον 17ο αιώνα, αναφερόμενη στην αριστοτελική έννοια της γνώσης, η οποία ήταν αρκετά ασφαλής ώστε να χρησιμοποιηθεί ως μια συνταγή για το πώς ακριβώς να εκτελεστεί μια συγκεκριμένη εργασία. Όσον αφορά στη μεταβατική χρήση του όρου «φυσική φιλοσοφία» κατά την περίοδο αυτή, ο φιλόσοφος Τζων Λοκ (John Locke) έγραψε το 1690 ότι «η φυσική φιλοσοφία δεν είναι ικανή να καθίσταται επιστήμη." Ωστόσο, μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Λοκ δεν χρησιμοποιούσε τη λέξη "επιστήμη" με τη σύγχρονη έννοια, αλλά προτείνοντας ότι η «φυσική φιλοσοφία» δεν μπορούσε να συναχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως τα μαθηματικά και η λογική.

Ο ισχυρισμός του Λοκ παρότι, από τις αρχές του 19ου αιώνα η φυσική φιλοσοφία είχε αρχίσει να διαχωρίζεται από τη φιλοσοφία, διατήρησε συχνά μια πολύ ευρεία έννοια. Σε πολλές περιπτώσεις, η επιστήμη συνέχισε να σημαίνει αξιόπιστη γνώση πάνω σε οποιοδήποτε θέμα, με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, με την ευρεία έννοια, με σύγχρονους όρους, όπως η πολιτική επιστήμη, και η πληροφορική. Στην πιο συγκεκριμένη έννοιά της,ως φυσική φιλοσοφία συνδέθηκε με μια σειρά σαφώς καθορισμένων νόμων (ξεκινώντας με τους νόμους του Γαλιλαίου, τους νόμους του Κέπλερ, και τους νόμους του Νεύτωνα για την κίνηση), έγινε πιο δημοφιλής, να αναφερθώ στη φυσική φιλοσοφία, όπως οι φυσικές επιστήμες. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εξάλλου, υπήρξε αυξημένη τάση να συνδέουν την επιστήμη με τη μελέτη του φυσικού κόσμου (δηλαδή, το μη-ανθρώπινο κόσμο). Η κίνηση αυτή άφησε μερικές φορές τη μελέτη της ανθρώπινης σκέψης και της κοινωνίας (αυτό που θα ονομαστεί αργότερα κοινωνική επιστήμη) σε ένα γλωσσικό κενό από το τέλος του αιώνα και στη συνέχεια του επόμενου

Μέσα από τον 19ο αιώνα, πολλοί αγγλόφωνοι διαφοροποιούσαν την επιστήμη (δηλαδή, τις φυσικές επιστήμες) από όλες τις άλλες μορφές γνώσης με διάφορους τρόπους. Η πλέον γνωστή έκφραση-«επιστημονική μέθοδος», η οποία αναφέρεται στην περιοριστικό μέρος για το πώς κάνεις ανακαλύψεις στη φυσική φιλοσοφία, ήταν σχεδόν αχρησιμοποίητη μέχρι τότε, αλλά διαδόθηκε μετά το 1870, αν και υπήρξε σπάνια συνολική συμφωνία για το τι ακριβώς θα συνεπαγόταν. Ο όρος «επιστήμονας» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1834 από τον Ουίλιαμ Χιούελ σε ένα άρθρο του για την Μαίρη Σόμερβιλ,[1] μία Σκωτσέζα ερευνήτρια που στα βιβλία της συγκέντρωνε και συνέθετε τους μέχρι τότε ξεχωριστούς και απομονωμένους κλάδους των μαθηματικών, της αστρονομίας, της γεωλογίας, της φυσικής και της χημείας σε ένα πρωτότυπο και εμπνευσμένο σύνολο. Ο Χιούελ αισθάνθηκε την ανάγκη να δημιουργήσει μία νέα λέξη για να περιγράψει την Σόμερβιλ, όχι μόνο γιατί η φράση "άνθρωπος της επιστήμης" (man of science) που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε δεν ταίριαζε στο φύλο της, αλλά και γιατί η σκέψη της ήταν τόσο πρωτότυπη και "ολιστική" που έπρεπε να εφεύρει έναν άλλο όρο για να την περιγράψει.[1] Η λέξη "επιστήμονας" μάλιστα δεν είχε ουδέτερο χαρακτήρα όπως σήμερα αλλά αποσκοπούσε, όπως είπε ο Χιούελ, στο να περιγράψει την "ιδιαίτερη διαφώτιση του γυναικείου νου" στο να συνθέτει διαφορετικούς τομείς σε μία ολική επιστήμη.[2] Από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα όμως και μετά η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται γενικά. Ό,τι οι άνθρωποι πραγματικά εννοούσαν με αυτούς τους όρους αρχικά, περιέγραφαν τελικά την επιστήμη, με τη στενή έννοια της συνήθους χρήσης της επιστημονικής μεθόδου και τη γνώση που προέρχεται από αυτή, σαν κάτι το οποίο διακρίνεται από όλες τις άλλες σφαίρες της ανθρώπινης προσπάθειας.

Μέχρι τον 20ό αιώνα, η σύγχρονη αντίληψη της επιστήμης ως ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης για τον κόσμο, που ασκείται από μια ξεχωριστή ομάδα και να πραγματοποιείται μέσα από μια μοναδική μέθοδο, ήταν ουσιαστικά σε ισχύ. Χρησιμοποιήθηκε για να δώσει νομιμότητα σε διάφορους τομείς, μέσα από τέτοιους τίτλους όπως «επιστημονική» ιατρική, μηχανική, διαφήμιση, ή μητρότητα. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας έγινε επίσης όλο και πιο ισχυρή. Όπως εξηγεί ο Martin Rees, η πρόοδος στην επιστημονική γνώση και στην τεχνολογία έχουν συνεργατική και ζωτικής σημασίας σχέση η μία για την άλλη.

Ο Ρίτσαρντ Φάινμαν (Richard Feynman) περιέγραψε την επιστήμη κατά τον ακόλουθο τρόπο για τους μαθητές του: "Η αρχή της επιστήμης, ο ορισμός, σχεδόν, είναι το εξής: Η δοκιμασία όλων των γνώσεων είναι πειραματισμός.Το πείραμα είναι ο μόνος κριτής της επιστημονικής "αλήθειας". Αλλά ποια είναι η πηγή της γνώσης; Από που προέρχονται οι νόμοι που πρέπει να δοκιμαστούν; Το πείραμα, από μόνο του, βοηθά στην παραγωγή αυτών των νόμων, υπό την έννοια ότι μας δίνει εναύσματα. Αλλά αυτό που χρειάζεται επίσης είναι φαντασία για να δημιουργηθούν από αυτά τα εναύσματα για τις μεγάλες γενικεύσεις.

Το επιστημονικό πνεύμα

«Επιστήμη είναι η πίστη στην άγνοια των ειδικών.»

Ρίτσαρντ Φάινμαν

Ο Φάινμαν έδωσε βαρύτητα κάνοντας διαλέξεις για να ξεχωρίσει την επιστημονική διαδικασία από την επιστήμη. Υποστήριζε πως η επιστημονική διαδικασία παράγει «ειδικούς» χωρίς γνώση, όταν ακολουθείται χωρίς το πνεύμα της επιστήμης που είναι η πρόκληση της εκάστοτε εκδοχής της αλήθειας την οποία υποστηρίζουν οι «ειδικοί». Με τη λογική αυτή του Νομπελίστα Φυσικού, κυρίαρχο ρόλο στην επιστήμη παίζει η αμφισβήτηση των απόψεων των «αυθεντιών» και η εμπιστοσύνη στην «κοινή αίσθηση» και τη «νοημοσύνη της φυσικότητας».[3]

Επιστημονικοί τομείς

Φυσικές επιστήμες

Εφαρμοσμένες επιστήμες

Κοινωνικές επιστήμες

Ανθρωπιστικές επιστήμες

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 1963-, Bergland, Renée L., (2008). Maria Mitchell and the sexing of science : an astronomer among the American romantics. Boston: Beacon Press. ISBN 9780807097656. 503445971.
  2. 1954-, Neeley, Kathryn A. (Kathryn Angelyn), (2001). Mary Somerville : science, illumination, and the female mind. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0511019653. 51299513.
  3. Ρίτσαρντ Φάινμαν (1969). «What is Science». The Physics Teacher 7 (6): 313-320. http://www.fotuva.org/feynman/what_is_science.html.

Βιβλιογραφία

  • Bunge, Mario, «Ἡ φύση τῆς Ἐπιστήμης», Δευκαλίων, 16 (1976), σσ. 351-363
  • Hempel, Carl G., «Ἐπιστημονικὴ ἐξήγηση», Δευκαλίων, 16 (1976), σσ. 390-398

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ

Ο Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ (ρωσ. Алекса́ндр Васи́льевич Суво́ров, λατ.: Aleksandr Vassilyevich Suvorov, 24 Νοεμβρίου 1730 – 18 Μαΐου 1800) ήταν Ρώσος στρατιωτικός. Συμμετείχε σε εξήντα μάχες κατά των Πολωνών, των Γάλλων και των Τούρκων, τις οποίες κέρδισε όλες. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος θεμελιωτής της ρωσικής πολεμικής τακτικής και είναι γνωστός για τα στρατιωτικά εγχειρίδια που συνέγραψε. Επί Αικατερίνης Β' είχε νικήσει πολλές φορές τους Τούρκους και τους Πολωνούς και διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με την Αυτοκράτειρα, η οποία λέγεται ότι τον έσωσε από την θανατική ποινή. Ωστόσο, με τον επόμενο Αυτοκράτορα, Παύλο Α', ο Σουβόροφ είχε κακές σχέσεις και έπεσε σε πρόσκαιρη δυσμένεια. Ύστερα όμως του ανατέθηκε να βοηθήσει τους Αυστριακούς στον πόλεμο κατά της Γαλλικής Επανάστασης και εξεστράτευσε στην Ιταλία και στην Ελβετία. Μετά τις εν λόγω εκστρατείες, επέστρεψε στην Ρωσία, όπου άφησε την τελευταία του πνοή έπειτα από λίγες ημέρες. Ο Σουβόροφ έφερε τον τίτλο του κόμη του Ρίμνικ και του απονεμήθηκαν ο ιταλικός τίτλος του πρίγκιπα του Οίκου της Σαβοΐας και ο γερμανικός του κόμη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ έφτασε στον βαθμό του Αρχιστράτηγου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (θεωρείται ο τέταρτος και τελευταίος, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο αυτοτιτλοδοτημένος Στάλιν).

Ανατομική και φυσιολογία πτηνών

Η ανατομική και η φυσιολογία πτηνών είναι οι κλάδοι της ζωολογίας/ορνιθολογίας που μελετούν, αφ’ ενός την μορφή (sensu lato), την κατασκευή, και την συγγένεια των διαφόρων μερών και οργάνων του σώματος των πτηνών, αφ’ ετέρου την –από δυναμική άποψη– λειτουργία τους.

Είναι σαφές ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των δύο αυτών κλάδων, αλλά πρέπει να τονιστεί η –επίσης– στενή σχέση της ανατομικής με την οικολογία, αν και η πρώτη ασχολείται με τις δομές του σώματος και τις συγγένειες που εμφανίζουν αυτές με το εσωτερικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη εξετάζει κατά κύριο λόγο τη σχέση του εκάστοτε οργανισμού με το άμεσο εξωτερικό περιβάλλον. Ωστόσο, μερικές φορές, αυτές οι σχέσεις δεν είναι τόσο σαφείς, όπως και η διάκριση μεταξύ ανατομικής και φυσιολογίας, οπότε είναι αρκετά δύσκολο –ή και αδύνατο– να καθοριστεί το σημείο μετάβασης από τον έναν όρο στον άλλο.

Ανταρκτική

Η Ανταρκτική είναι η νοτιότερη ήπειρος της Γης στην οποία βρίσκεται ο γεωγραφικός Νότιος Πόλος. Βρίσκεται στην Ανταρκτική περιοχή του Νοτίου Ημισφαιρίου, σχεδόν εξ ολοκλήρου νοτίως του Ανταρκτικού Κύκλου, και περιβάλλεται από τον Νότιο ωκεανό. Με έκταση 14,0 εκατομμύρια τ. χλμ., είναι η πέμπτη μεγαλύτερη ήπειρος του πλανήτη μετά την Ασία, την Αφρική, τη Βόρεια Αμερική και τη Νότια Αμερική. Για σύγκριση, η Ανταρκτική έχει το διπλάσιο μέγεθος της Αυστραλίας. Περίπου το 98% της επιφάνειας της Ανταρκτικής είναι καλυμμένη από πάγο με μέσο πάχος τουλάχιστον 1,9 χιλιόμετρα.

Η Ανταρκτική είναι, κατά μέσο όρο, η πιο κρύα, η ξηρότερη, και η πιο ανεμώδης ήπειρος, ενώ έχει και το υψηλότερο μέσο υψόμετρο από όλες τις άλλες ηπείρους. Η Ανταρκτική θεωρείται έρημος, με ετήσιες κατακρημνίσεις μόλις 200 mm κατά μήκος των ακτών, και πολύ λιγότερο στην ενδοχώρα. Η θερμοκρασία στην Ανταρκτική έχει φτάσει και -93 °C. Δεν υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι, κατοικούν όμως από 1.000 έως 5.000 άνθρωποι σε όλη τη διάρκεια του χρόνου σε ερευνητικούς σταθμούς που υπάρχουν διάσπαρτοι στην ήπειρο. Μόνο προσαρμοσμένοι στο κρύο οργανισμοί μπορούν να ζήσουν στην Ανταρκτική, μεταξύ των οποίων πολλά είδη φυκών, ζώων (για παράδειγμα ακάρεα, νηματώδη, πιγκουίνοι, φώκιες και βραδύπορα), βακτήρια, μύκητες, φυτά και πρώτιστα. Η βλάστηση, όπου εμφανίζεται, είναι τύπου τούνδρας.

Η πρώτη επιβεβαιωμένη θέαση της ηπείρου είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνέβη το 1820 από τη ρωσική αποστολή του Φάμπιαν Γκότλιμπ φον Μπέλινγκσχαουζεν και του Μιχαήλ Λαζάρεφ στο Βοστόκ και το Μίρνι, αν και υπήρχαν μύθοι και υποθέσεις για μία Terra Australis («Νότια Γη») από την αρχαιότητα. Η ήπειρος ωστόσο έμεινε εν γένει παραμελημένη για το υπόλοιπο του 19ου αιώνα εξαιτίας του εχθρικού περιβάλλοντος, της έλλειψης πόρων και της απομόνωσης. Η Συνθήκη της Ανταρκτικής υπογράφηκε το 1959 από 12 κράτη, και μέχρι τώρα την έχουν υπογράψει 53. Η συνθήκη απαγορεύει στρατιωτικές δραστηριότητες και εξόρυξη ορυκτών, πυρηνικές εκρήξεις και διάθεση πυρηνικών αποβλήτων, ενώ υποστηρίζει την επιστημονική έρευνα και προστατεύει την οικοζώνη της ηπείρου. Συνεχιζόμενα πειράματα διεξάγονται από πάνω από 4.000 επιστήμονες από διάφορες χώρες.

Αστρονομία

Η Αστρονομία (αγγλικά Astronomy, διεθνής όρος εκ των ελληνικών λέξεων «ἄστρον» + «νέμω») είναι η φυσική επιστήμη που ερευνά όλα τα ουράνια σώματα (όπως άστρα, γαλαξίες, νεφελώματα, πλανήτες (συμπεριλαμβανομένης της Γης) δορυφόροι, αστεροειδεις, κομήτες και άλλα), τη Φυσική, τη Χημεία, την προέλευση και την εξέλιξη τέτοιων αντικειμένων, τα φαινόμενα που συμβαίνουν στον χώρο έξω από την ατμόσφαιρα της Γης, τα οποία συμπεριλαμβάνουν εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων, εκλάμψεις ακτίνων γ και κοσμική ακτινοβολία μικροκυμάτων υποβάθρου.

Ένα σχετικό αλλά διακριτό θέμα αποτελεί η Κοσμολογία, που ασχολείται με τη μελέτη του σύμπαντος ως ολότηταΗ Αστρονομία είναι μια από τις αρχαιότερες επιστήμες. Γενικά, η Αστρονομία γεννήθηκε με την εμφάνιση του «διανοούμενου ανθρώπου» στον ημέτερο πλανήτη. Οι προϊστορικοί πολιτισμοί και οι πρώτοι ιστορικοί πολιτισμοί άφησαν αστρονομικά τεχνουργήματα, όπως αυτά που άφησαν οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Νούβιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Αρχαίοι Κινέζοι, οι Αρχαίοι Ινδοί, οι Αρχαίοι Ιρανοί και οι Μάγιας, που δείχνουν ότι ασχολούνταν με μεθοδικές παρατηρήσεις του νυκτερινού ουρανού. Ειδικότερα, όμως, για τους Αρχαίους Έλληνες, η «Αστρονομία» (και ως όρος που επιβίωσε πια) γεννήθηκε ακριβώς την ίδια εκείνη στιγμή που γεννήθηκε και η ελληνική μυθολογία και μάλιστα σε μια αμφίδρομη σχέση, γιατί η θεία (για τους Έλληνες της εποχής) Μούσα Ουρανία ήταν προστάτιδά της. Ωστόσο, πρακτικά απαιτούνταν η εφεύρεση και η εξέλιξη του τηλεσκοπίου, ώστε η Αστρονομία να μπορέσει να εξελιχθεί σε σύγχρονη επιστήμη. Ιστορικά, η Αστρονομία συμπεριλάμβανε ενασχολήσεις όπως η Αστρομετρία, η Αστρονομική ναυτιλία, η Παρατηρησιακή αστρονομία, ο σχεδιασμός ημερολογίων και η Αστρολογία, ενώ στις μέρες μας η επαγγελματική (τουλάχιστον) Αστρονομία συχνά θεωρείται συνώνυμη με την Αστροφυσική.

Βιολογία

Η βιολογία είναι η φυσική επιστήμη που μελετά τη ζωή και τους ζωντανούς οργανισμούς, δηλαδή τις φυσικές δομές, χημικές διεργασίες, μοριακές αλληλεπιδράσεις, φυσιολογικούς μηχανισμούς, την ανάπτυξη και την εξέλιξη. H Βιολογία αναγνωρίζει το κύτταρο ως δομική μονάδα της ζωής, τα γονίδια ως βασικούς φορείς της κληρονομικότητας και την εξέλιξη ως μηχανισμό που επηρρεάζει την δημιουργία και εξαφάνιση των ειδών. Οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ανοικτά συστήματα που καταναλώνουν ενέργεια για να ζήσουν και περιορίζουν την εντροπία του περιβάλλοντος για να εξασφαλίσουν ομοιόσταση σε ένα σταθερό περιβάλλον. Η διεθνής σήμερα ονομασία της, ως όρος, είναι ελληνογενής και προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ''βίος'' (= ζωή) + ''λογία'' (= διήγηση, έρευνα, ερμηνεία). Πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Γερμανός φυσιοδίφης Γκότφριντ Ράινχολντ στο ομώνυμο έργο του Biologie το 1802. Στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία πρωτοαναφέρθηκε από τον Δημήτριο Μαυροκορδάτο το 1836.Οι κλάδοι της βιολογίας ορίζονται από τις ερευνητικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και το είδος του συστήματος που μελετήθηκε: η θεωρητική βιολογία χρησιμοποιεί μαθηματικές μεθόδους για να διατυπώσει ποσοτικά πρότυπα, ενώ η πειραματική βιολογία διεξάγει πειραματικές δοκιμασίες για να εξετάσει την εγκυρότητα των προτεινόμενων θεωριών και να διερευνήσει τους υποκείμενους μηχανισμούς της ζωής όπως εμφανίστηκε και εξελίχθηκε από άβια ύλη προ 4 δισεκατομμυρίων χρόνων μέσω σταδιακής αύξησης στην πολυπλοκότητα του συστήματος.

Γεωγραφία

Η Γεωγραφία σύμφωνα με τη Διεθνή Γεωγραφική Ένωση είναι η συστηματική σπουδή και περιγραφή τόσο της επιφάνειας της Γης, όσο και των φαινομένων που συμβαίνουν σ΄αυτή.

Είναι η επιστήμη που μελετά και τις κατ΄ επέκταση σχέσεις του ανθρώπου προς τη Γη. Μελετά πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν, αλλά και διαμορφώνουν το χώρο μέσα στον οποίο ζουν, καθώς και πώς η Γη επηρεάζει τον τρόπο που ζουν οι άνθρωποι. Ιδιαίτερα διαμορφώνει τους γενικούς όρους κατανομής και ζωής των όντων στην επιφάνειά της. Η μελέτη της Γεωγραφίας ξεκίνησε από τις καταβολές του ανθρώπινου πολιτισμού – τους Βαβυλώνιους, τους Ασσύριους, τους Κινέζους και τους Άραβες. Όμως, οι απαρχές της ως ξεχωριστού κλάδου συστηματικής έρευνας και μελέτης τοποθετούνται στην Ελληνική Κλασική Αρχαιότητα.

Συνεπώς η Γεωγραφία περιορίζεται εξ αντικειμένου στη σπουδή και την έρευνα μόνο στην επιφάνεια της Γης, στη περιγραφή και στην ερμηνεία των φαινομένων που συμβαίνουν σ΄ αυτή, είτε είναι φυσικά, είτε είναι ανθρωπογενή. Το πεδίο αυτό, της γεωγραφικής έρευνας - μελέτης - περιγραφής και ερμηνείας περιορίζεται σε οτιδήποτε είναι ορατό από έναν υποθετικό παρατηρητή που βρίσκεται σ΄ ένα αερόστατο με απεριόριστη δράση. Υπό την έννοια αυτή η Γεωγραφία παρουσιάζει ασύγκριτο ενδιαφέρον και πολύ ανώτερο από τη "ξηρή" παράταξη και παράθεση ονομάτων και αριθμών.

Και ακριβώς αυτή την αντίληψη σχημάτισαν πρώτοι οι Έλληνες, διακρίνοντας και πρώτοι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά προσδιορίζοντάς τα με μία λέξη "Γεωγραφία". Η λέξη παράγεται από τις ελληνικές λέξεις γη και γράφω («γράφω» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ζωγραφίζω).

Ο επιστήμονας που ασχολείται με αυτή την επιστήμη ονομάζεται γεωγράφος.

Δήμος

Δήμος ονομάζεται μία οντότητα της δημόσιας διοίκησης, η οποία στα περισσότερα κράτη αποτελεί τη βασική αυτοδιοικητική μονάδα και κατά κανόνα περιλαμβάνει μια πόλη ή κωμόπολη και τα γύρω χωριά της. Δεν είναι πάντως σπάνιο φαινόμενο να περιλαμβάνει μόνο κάποια συνοικία ή προάστιο μιας μεγαλούπολης, ή και αντίθετα μόνο χωριά μιας απομονωμένης ορεινής περιοχής ή ενός νησιού.

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Ελληνικό σύστημα αρίθμησης

Το ελληνικό σύστημα αρίθμησης είναι σύστημα αρίθμησης το οποίο αναπτύχθηκε αρχικά στην αρχαία Ελλάδα, στο οποίο γίνεται χρήση γραμμάτων του αλφαβήτου αντί για αριθμούς. Τα αραβικά ψηφία 1, 2, 3, ... που χρησιμοποιούμε σήμερα ακόμη δεν είχαν διαμορφωθεί, ενώ δεν υπήρχε το σύστημα του δεκαδικού τρόπου αναγραφής σε στήλες μονάδων, δεκάδων κλπ, το οποίο πρώτοι εφάρμοσαν οι Ινδοί και διέδωσαν μεταγενέστερα οι Άραβες. Παρόλα αυτά, ο Αρχιμήδης κατόρθωσε με γεωμετρικούς, αλλά και αριθμητικούς υπολογισμούς, να εκτιμήσει τον αριθμό των κόκκων άμμου της Γης, το έργο του αυτό, με τον τίτλο Ψαμμίτης, είναι ορόσημο της μαθηματικής επιστήμης.

Σήμερα το σύστημα χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα κυρίως ως γραφή απαρίθμησης, π.χ. Α´ (πρώτο), Β´ (δεύτερο), κτλ.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Κατάλογος καθιερωμένων όρων

Κατάλογος καθιερωμένων όρων ή αρχείο καθιερωμένων όρων στην επιστήμη της βιβλιοθηκονομίας είναι η διαδικασία με την οποία οργανώνονται οι κατάλογοι των βιβλιοθηκών έτσι ώστε η κάθε οντότητα (πχ πρόσωπο, οργανισμός κτλ) να αναφέρεται με μονοσήμαντο και τυποποιημένο τρόπο. Ο τρόπος αυτός τηρείται με συνέπεια σε όλο τον κατάλογο αλλά και στην σύνδεσή τους με άλλες οντότητες. Οι κατάλογοι αυτοί μπορεί να περιλαμβάνουν πρόσωπα, οργανισμούς, ιδρύματα, συνέδρια ή μπορεί να είναι δομημένοι θεματικά.

Λευκόχρυσος

Το χημικό στοιχείο λευκόχρυσος, κοινώς γνωστό ως πλατίνα (λατινικά: platinum) είναι σπάνιο, βαρύ, πολύ δύστηκτο, αργυρόλευκο, ελατό και όλκιμο μέταλλο με ισχυρή μεταλλική λάμψη και με ατομικό αριθμό 78 και σχετική ατομική μάζα 195,084 (μέχρι το 1995 αναφερόταν η 195,078

). Το χημικό του σύμβολο είναι «Pt» και ανήκει στην ομάδα 10 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 6 και στο d-block και στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1768,3 °C και θερμοκρασία βρασμού 3825 °C. Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην ομάδα που φέρει το όνομά του: «Ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Παρόλο που τα φυσικά κράματα του λευκόχρυσου ήταν γνωστά στους Αρχαίους Αιγυπτίους αλλά και στους ιθαγενείς της Νότιας Αμερικής της προ-Κολομβιανής εποχής (Μάγια, Ίνκας), η πρώτη ευρωπαϊκή αναφορά στο μέταλλο αυτό αποδίδεται στον Ιταλό λόγιο και γιατρό Τζούλιους Σήζαρ Σάλιγκερ του 16ου αιώνα, ενώ συστηματική μελέτη ξεκίνησε το 18ο αιώνα. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ποιος ανακάλυψε, απομόνωσε και μελέτησε για πρώτη φορά το λευκόχρυσο. Η επίσημη εκδοχή αναφέρει τον Ισπανό Αντόνιο ντε Ουλλόα και τον Άγγλο Τσαρλς Γουντ.

Ο λευκόχρυσος θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το ρόδιο και το χρυσό. Για τις συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Παρόλο που δεν έχει την «αίγλη» του χρυσού, ούτε τις ίδιες αναφορές σε μύθους και παραδόσεις, η τιμή του μερικές φορές ξεπερνά αυτήν του «βασιλιά των μετάλλων». Η τιμή του στις 2 Ιανουαρίου 2014 ήταν περίπου 1390 δολάρια/ουγγιά.Ο λευκόχρυσος βρίσκεται ως ελεύθερο μέταλλο, μαζί με τα άλλα PGM, σε μαγματικά κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, στη Σιβηρία, στην Βόρεια Αμερική αλλά και σε προσχωματικές αποθέσεις στη Νότια Αμερική και σε ποταμούς στα Ουράλια όρη και στον Καναδά.

Διαλύεται μόνο στο βασιλικό νερό. Δεν προσβάλλεται από τα οξέα και το οξυγόνο, ενώνεται όμως με το χλώριο και σε ειδικές συνθήκες προσβάλλεται από το θείο, το φωσφόρο, τον άνθρακα και τα λιωμένα υδροξείδια νατρίου και καλίου.

Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία, ως καταλύτης στα αυτοκίνητα και στη βιομηχανία, σε εργαστηριακά όργανα (χωνευτήρια, ηλεκτρόδια κλπ), στην κατεργασία του γυαλιού, στην ηλεκτρονική και ηλεκτρολογία και στην οδοντιατρική. Τα κράματά του, ιδίως με ιρίδιο χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πρότυπων οργάνων διότι δεν επηρεάζονται από τις συνηθισμένες μεταβολές της θερμοκρασίας.

Ο φυσικός λευκόχρυσος αποτελείται από πέντε σταθερά ισότοπα: 192Pt, 194Pt, 195Pt, 196Pt και 198Pt.

Νομική

Η νομική επιστήμη ασχολείται με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου. Παρ’ όλο που κανόνες δικαίου με τη μια ή την άλλη μορφή υπήρχαν σε όλες τις κοινωνίες, η ανάπτυξη της νομικής επιστήμης ξεκίνησε κυρίως από τους Ρωμαίους. Ο Ουλπιανός ορίζει τη νομική επιστήμη ως γνώση θεϊκών και ανθρώπινων πραγμάτων και επιστήμη του δικαίου και του αδίκου: «Iuris prudentia est divinarum atque humanarum rerum notitia, iusti atque iniusti scientia» (Domitius Ulpianus: Ulpian primo libro reg., Πανδ. 1,1,10,2).

Ουγκαριτικά θρησκευτικά κείμενα

Με την ονομασία Ουγκαριτικά κείμενα, χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους οι γραπτές μαρτυρίες που ήρθαν στο φως από Γάλλους αρχαιολόγους, με ανασκαφές που ξεκίνησαν το 1929 επάνω στο λόφο Ρας Σάμρα (=κεφαλή μαράθου) (Ra’s Shamrah ή Ras Shamra) στη βόρεια Συρία. Όπως αποδείχτηκε, ο λόφος αυτός περιέκλειε τα ερείπια της αρχαίας πόλης Ουγκαρίτ (Ugarit), που βρισκόταν σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βόρεια της αλ Λαντικίγια (Λατάκιας ή Λαοδίκειας).

Στα ερείπια της πόλης αυτής, που ήταν ένα σημαντικό εμπορικό και κοσμοπολίτικο κέντρο, κρύβονταν εκτός άλλων, ένας σημαντικός αριθμός κειμένων θρησκευτικών και μη, που χρονολογούνται από το 14ο έως το 12ο αι. π.Χ. και η μελέτη τους μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη θρησκευτικότητα της Χαναάν καθώς και για το μυθολογικό και ιστορικό πλαίσιο της περιοχής. Είναι βέβαιο ότι ειδικά τα ουγκαριτικά θρησκευτικά κείμενα, μαζί με εκείνα του Ναγκ Χαμαντί και τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, άνοιξαν νέους ορίζοντες στην επιστήμη της Βιβλικής Αρχαιολογίας.

Ασφαλώς, τα ουγκαριτικά κείμενα, δεν ήταν τα μόνα ευρήματα στην περιοχή, καθώς οι επιστήμονες διέκριναν εκεί πέντε διαφορετικά αρχαιολογικά στρώματα, το τελευταίο από τα οποία βρισκόταν σε βάθος 18 περίπου μέτρων και μαρτυρεί την ύπαρξη νεολιθικού πολιτισμού στην περιοχή με βάση τα πέτρινα και οστέινα εργαλεία που βρέθηκαν.

Πληροφορική

Πληροφορική ονομάζεται η επιστήμη του επιτελεστικού λόγου, δηλαδή του λόγου (σε διάφορες μορφές) με τη βοήθεια του οποίου είναι εφικτή η επιτέλεση (εκτέλεση) ενεργειών που προκαλούν μεταβολές στον φυσικό κόσμο ή στον τρόπο λειτουργίας τεχνολογικών συσκευών διατάξεων και συστημάτων. Ειδικότερα, η Πληροφορική είναι θετική και εφαρμοσμένη επιστήμη και ερευνά τις τεχνολογικές εφαρμογές σε αυτοματοποιημένα υπολογιστικά συστήματα, από τη σκοπιά της σχεδίασης, της ανάπτυξης, της υλοποίησης, της διερεύνησης, της ανάλυσης και της προδιαγραφής τους. την απόκτηση, την εκπροσώπηση, την επεξεργασία, την αποθήκευση, την επικοινωνία και την πρόσβαση στις πληροφορίες.

Τα εν λόγω υπολογιστικά συστήματα συνήθως είναι ηλεκτρονικές και ψηφιακές συσκευές, όμως τυπικά αυτό δεν είναι απαραίτητο αφού έχουν υπάρξει και μηχανικοί ή κβαντικοί υπολογιστές. Καθώς τα δεδομένα εισόδου, τα οποία ένας αλγόριθμος επεξεργάζεται, και τα δεδομένα εξόδου, τα οποία παράγει μετά την επεξεργασία και τη λήξη των υπολογισμών, αποτελούν κωδικοποιημένες πληροφορίες, η πληροφορική μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή ως η επιστήμη που ερευνά θεωρητικές μεθόδους και πρακτικούς μηχανισμούς διαχείρισης πληροφοριών. Η τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνίας άρχισε να λαμβάνει χώρα ευρέως μετά το 1970, με αποτέλεσμα σημαντικές κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές σε διεθνές επίπεδο.

Η αυτοματοποιημένη υλοποίηση των μεθόδων της πληροφορικής βασίστηκε από την πρώτη στιγμή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Η/Υ). Ωστόσο, αυτή έχει έναν ευρύτερο σκοπό που δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες τεχνολογικές επιλογές. Για παράδειγμα, ο αλγόριθμος της δυαδικής αναζήτησης μπορεί να εφαρμοστεί και σε τηλεφωνικό κατάλογο «χειρωνακτικά», από έναν άνθρωπο χωρίς τη βοήθεια υπολογιστή ο οποίος εκτελεί τους σχετικούς υπολογισμούς με τον νου του, ενώ ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και σε σήματα καπνού - όχι μόνο σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Αναλόγως με το επίπεδο αφαίρεσης, μπορεί να μελετηθεί είτε ανεξάρτητα από τις τεχνολογικές της συνιστώσες, είτε ως ένα ενιαία με αυτές επιστήμη. Επίσης, με την πληροφορική σχετίζεται και η διερεύνηση φυσικών διεργασιών επεξεργασίας πληροφοριών (βλ. γνωσιακή επιστήμη).

Η πληροφορική δεν πρέπει να συγχέεται με τη θεωρία πληροφορίας, ένα πεδίο των εφαρμοσμένων μαθηματικών, ή τη βιβλιοθηκονομία και επιστήμη πληροφόρησης, έναν σύνθετο και πολύ διαφορετικό γνωστικό κλάδο που σχετίζεται με την οργάνωση και διαχείριση βιβλιοθηκών και αυτόματων συστημάτων πληροφόρησης, αξιοποιώντας ορισμένα από τα τεχνολογικά εργαλεία που παρέχει η πληροφορική.

Η αλληλεπίδραση ανθρώπου-υπολογιστή εξετάζει τις προκλήσεις στην κατασκευή των ηλεκτρονικών υπολογιστών, κάνοντας τους υπολογισμούς όσο το δυνατό πιο χρήσιμο, εύχρηστο, και καθολικά προσβάσιμο στους ανθρώπους.

Πολιτική επιστήμη

Πολιτική επιστήμη είναι η κοινωνική επιστήμη που μελετά τις σχέσεις εξουσίας μέσα σε μια κοινωνία. Μελετά τους θεσμούς, το λόγο και έργα τους που έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, τα πολιτικά συστήματα και τις πολιτικές ιδέες. Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη αποτελεί εξέλιξη της Επιστήμης του Κράτους και της Θετικής Κοινωνιολογίας, που αρχικά μελετούσαν τις σχέσεις εξουσίας οι οποίες προκύπτουν μόνο από το κράτος.

Ρόδιο

Το χημικό στοιχείο ρόδιο (αγγλικά: Rhοdium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 45 και σχετική ατομική μάζα 102,9055. Το χημικό του σύμβολο είναι «Rh» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1964 °C και θερμοκρασία βρασμού 3695 °C.

Το όνομα «ρόδιο» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ρόδο» που σημαίνει τριαντάφυλλο, επειδή ορισμένα υδατικά διαλύματα αλάτων του έχουν ροζ χρώμα.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Το ρόδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 από τον Άγγλο χημικό Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι το σπανιότερο μη-ραδιενεργό χημικό στοιχείο στη γη και αυτό με τη μεγαλύτερη αξία από όλα τα ευγενή μέταλλα: η τιμή του 1 Kg ήταν πάνω από 80.000 δολάρια στις αρχές του 2010.

Το ρόδιο χρησιμοποιείται κυρίως ως καταλύτης ενώ, εξαιτίας της σπανιότητάς του, κατεργάζεται συνήθως με τη μορφή κραμάτων με λευκόχρυσο ή παλλάδιο σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη αντοχή στη διάβρωση. Ανιχνευτές ροδίου χρησιμοποιούνται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη μέτρηση της ροής νετρονίων.

Το ρόδιο έχει μόνο ένα σταθερό ισότοπο, το 103Rh.

Σίγκμουντ Φρόυντ

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud, Γερμανική προφορά: [ˈziːkmʊnt ˈfrɔʏt], γεννημένος ως Σίγκισμουντ Σλόμο Φρόυντ, 6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939) ήταν Αυστριακός ιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα που μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, την απώθηση και την παιδική σεξουαλικότητα.

Οι επιστημονικές θεωρίες του Φρόυντ και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα καινοτόμες και αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Ωστόσο και σήμερα συνεχίζουν να εγείρουν έντονο προβληματισμό και αντιπαραθέσεις. Η επίδραση του Φρόυντ δεν περιορίστηκε μόνο στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, αλλά ταυτόχρονα απλώθηκε σε πολλούς τομείς της επιστήμης (ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία) και της τέχνης.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.