Ελληνιστική περίοδος

Η ελληνιστική περίοδος (323 - 30 π.Χ.) αφορά την ελληνική ιστορία και την ιστορία των άλλων εθνοτήτων της Ανατολής αλλά και τη ρωμαϊκή ιστορία μετά τον Β’ Καρχηδονιακό πόλεμο.

Το όνομα της εποχής αυτής δημιουργήθηκε από τον Ντρόυζεν με βάση τον όρο ελληνιστής, που χρησιμοποιείται στην Καινή Διαθήκη (Πράξεις 6,1) για να δηλώσει τους ελληνομαθείς Ιουδαίους, και δηλώνει την ευρεία εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού.

Ασυμφωνία υπάρχει τόσο ως προς την έναρξη όσο και προς τη λήξη της περιόδου. Άλλοι ιστορικοί θέτουν ως έναρξη τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. μετά την οποία οι πόλεις της νότιας Ελλάδας απώλεσαν την πολιτική τους αυτονομία. Άλλοι θέτουν την αρχή της περιόδου λίγα έτη αργότερα με την έναρξη της εκστρατείας του Αλεξάνδρου. Οι πιο πολλοί θέτουν ως αρχή της περιόδου τον θάνατο του Μεγάλου στρατηλάτη το 323 π.Χ. μετά τον οποίο άρχισαν να ιδρύονται τα πολυπολιτισμικά ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής. Αν και παλαιότερα θεωρούνταν ότι αλλοιώθηκε ο προγενέστερος πολιτισμός της κλασικής περιόδου, αυτός αντικαταστάθηκε από τον ελληνιστικό πολιτισμό. Ως προς τη λήξη της περιόδου άλλοι την τοποθετούν στο 146 π.Χ. και άλλοι στο 30 π.Χ. οπότε συμβαίνει η κατάλυση και του τελευταίου ελληνιστικού βασιλείου, αυτού των Πτολεμαίων, από τους Ρωμαίους.

Ο χώρος εξάπλωσης του ελληνισμού την περίοδο αυτή είναι αυτός που δημιουργήθηκε ως συνέπεια του Β’ ελληνικού αποικισμού και όπως διευρύνθηκε με την εκστρατεία του Αλεξάνδρου Ήταν μία περίοδος ανανέωσης, κατά την οποία οι Έλληνες συναντούν τους πολιτισμούς της Ανατολής (αιγυπτιακός, μεσοποταμιακός, περσικός, ινδικός, φοινικικός, συριακός, γηγενείς μικρασιατικοί πολιτισμοί, κ.α.) με τους οποίους βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση, από την οποία προκύπτει ο ελληνιστικός. Η ελληνιστική κοινή, δηλαδή τα απλοποιημένα ελληνικά κυριαρχούν σε όλη την ανατολική Mεσόγειο και αναδεικνύονται στη διεθνή γλώσσα της εποχής αυτής. Είναι η εποχή των μεγάλων ελληνιστικών μοναρχιών και των συμπολιτειών, αλλά και της παρακμής και της πτώσης του πολιτικού συστήματος που είχε κυριαρχήσει και ακμάσει στην μητροπολιτική Ελλάδα και στις αποικίες της για περίπου πέντε αιώνες, της πόλης-κράτους. Την περίοδο αυτή τα πολιτεύματα που κυριαρχούν είναι βασιλεία ή δυναστεία στα όρια των ελληνιστικών βασιλείων, ενώ η ανατολική Μεσόγειος γίνεται ο χώρος δράσης και κυριαρχίας της Ρώμης, με χρονική τομή το 202 π.Χ. έτος λήξης του Β’ καρχηδονιακού πολέμου.

Τα χαρακτηριστικά της περιόδου

Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής είναι τα εξής:

  • Η επέκταση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στην Ανατολή. Είναι η τρίτη και τελευταία φορά στην αρχαία ελληνική ιστορία που επεκτάθηκε ο χώρος όπου δρούσαν οι Έλληνες. Ο Στέφανος Βυζάντιος, ιστορικός του έκτου αιώνα μ.Χ., αναφέρει στα ‘Εθνικά’ του 18 Αλεξάνδρειες. Οι ιδρύσεις νέων πόλεων συνεχίστηκε και από τους διαδόχους και τους επιγόνους και οδήγησε στη δημιουργία δικτύου Ελληνίδων πόλεων, με κυρίαρχο πολιτισμικό στοιχείο το Ελληνικό. Στη συνέχεια, τα όρια της εξάπλωσης του ελληνισμού ταυτίστηκαν με τα όρια της εξάπλωσης της Ρώμης προς την Ανατολή.
  • Στην πολιτική οργάνωση, κυριάρχησε το σχήμα των μεγάλων εδαφικών βασιλείων στο χώρο της Ανατολής. Ιδρύθηκαν νέα βασίλεια, σε αντίθεση με το παλαιό μακεδονικό, με καλά οργανωμένη διοίκηση , οικονομία και στρατιωτική ισχύ που τους επέτρεψε να έχουν πρωτεύοντα ρόλο στις διεθνείς σχέσεις. Σημαντικές πόλεις της εποχής ήταν η Αθήνα, η Ρόδος και οι συμπολιτείες, αλλά απείχαν πολύ απ’ το ονομαστούν ρυθμιστές της κατάστασης.
  • Όλες οι παλαιές λατρείες εξακολούθησαν να υπάρχουν. Παράλληλα, όμως, και νέες, ανατολικές λατρείες διαδόθηκαν με πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο τη λατρεία της προσωπικής ευζωίας βασιλέων και άλλων επιφανών πολιτικών προσώπων. Μολονότι το φαινόμενο πρωτοεμφανίστηκε το 404 π.Χ. με τον Σπαρτιάτη Λύσανδρο, αποτελεί γνώρισμα των ελληνιστικών χρόνων λόγω της συχνότητας της εμφάνισής του.
  • Διεθνής γλώσσα της εποχής σε όλο το μεσογειακό χώρο και πέραν των ορίων των ελληνιστικών βασιλείων είναι η κοινή ελληνική. Με τον όρο αυτόν εννοούμε την ελληνική όπως εξελίχθηκε μετά από το συνδυασμό της αττικής διαλέκτου και του ιωνικού αλφαβήτου, πρώτα στοιχεία για τον οποία συναντούμε το τέλος του 5ου αιώνα π.χ., ενώ τομή στην εξέλιξη αυτή αποτελεί η υιοθέτηση του ιωνικού αλφαβήτου από την Αθήνα το 403/2 π.Χ.
  • Η διάταξη του γεωγραφικού και ιστορικού χώρου στην Ανατολή είχε ως αποτέλεσμα ένα νέο, εκτενή ζωτικό χώρο, που ευνοούσε τη μετακίνηση στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου υπήρχαν μεγαλύτερες δυνατότητες απασχόλησης. Μισθοφόροι, διοικητές, επαγγελματίες σε διάφορα επιτηδεύματα από τον παλαιό ελληνικό χώρο εγκαθίστανται σε πόλεις σε νέες περιοχές.
  • Την περίοδο αυτή λαμβάνουν χώρα πολλά ποικίλα παράλληλα φαινόμενα. Έχουμε μία πολύμορφη πολιτική θεωρία και πρακτική με δεσπόζουσα θέση, αλλά αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς η επιστήμη και η τεχνολογία. Η εμπορική δραστηριότητα αποκτά αυτοτελή αξία. Η διεύρυνση των ορίων του κατοικούμενου κόσμου δημιουργεί την εντύπωση της οικουμένης παράλληλα με την έννοια της πόλης-πατρίδα, αντίληψη η οποία θα τεθεί σε πλήρη εφαρμογή από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι νέες ιστορικές συνθήκες αντανακλώνται στο χώρο της φιλοσοφίας, όπου κυριαρχούν οι στωικοί και οι επικούρειοι φιλόσοφοι, στη διδασκαλία των οποίων κεντρική θέση κατέχουν οι αντιλήψεις περί οικουμένης.

Πηγές της ελληνιστικής εποχής

Όλα τα είδη του γραπτού λόγου (γραμματειακές πηγές, επιγραφές σε παπύρους, όστρακα - κυρίως στο πτολεμαϊκό βασίλειο - και νομίσματα). Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι κανένα ιστοριογραφικό έργο της ελληνιστικής εποχής δεν έχει σωθεί ολόκληρο, αλλά ο μεγάλος αριθμός των σωζόμενων επιγραφών αναπληρώνει το κενό. Έχουμε αποσπάσματα ιστορικών έργων, που ασχολούνται με μία πληθώρα ειδών: παγκόσμια, θεματική, τοπική και ιστορία προσώπων.

Στον 3ο π.Χ. αιώνα, σώζονται μόνο αποσπάσματα ιστορικών έργων συγγραφέων όπως ο Ιερώνυμος ο Καρδιανός, ο Δούρις ο Σάμιος, ο Φύλαρχος ο Αθηναίος, ο Τίμαιος, ο οποίος έγραψε την ιστορία της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας. Οι ιστοριογράφοι αυτοί επηρέασαν τους μεταγενέστερους και τα έργα τους έχουν μεγάλη σημασία.

Τον 2ο π.Χ. αιώνα κυριαρχεί στην ιστοριογραφία ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (περίπου 200 π.Χ. - περίπου 118 π.Χ.), που έζησε τα έτη 168-150 π.Χ. στη Ρώμη ως όμηρος. Μετά τη μάχη της Πύδνας, τα ελληνικά κράτη που είχαν τηρήσει ουδέτερη στάση τιμωρήθηκαν και η Αχαϊκή Συμπολιτεία υποχρεώθηκε να στείλει 1000 επιφανείς πολίτες ως ομήρους στη Ρώμη, ανάμεσα στους οποίους και ο Πολύβιος. Το έργο του «Ιστορίαι» καλύπτει το χρονικό διάστημα 264-146 π.Χ., από την έναρξη του Α΄ καρχηδονιακού πολέμου ως την καταστροφή της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους, και στην πλήρη μορφή του αποτελούνταν από 40 βιβλία, από τα οποία σώθηκαν πλήρως μόνο τα πέντε και πολλά αποσπάσματα από τα υπόλοιπα. Κατά ένα μέρος τα απολεσθέντα τμήματα του έργου του αναπληρώνονται από τον Τίτο Λίβιο, που χρησιμοποίησε ως πηγή του τον Πολύβιο. Ο Πολύβιος αφηγείται τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα, την «πραγματική ιστορία», η οποία απαιτεί την αυτοψία του ιστορικού και τη χρήση αρχείων για την τεκμηρίωση των γεγονότων. Μία πρωτότυπη εξέλιξη του Πολύβιου είναι ότι εξηγεί την ιστορική εξέλιξη με τα είδη των πολιτευμάτων. Πιστεύει ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του βαθμού ανάπτυξης και τον τρόπο διακυβέρνησης ενός κράτους. Έτσι, συσχέτισε την άνοδο μίας δύναμης με το πολίτευμα. Κεντρική ιδέα της πολιτικής του θεωρίας βρίσκεται στο έκτο βιβλίο όπου αναφέρεται στη Ρώμη, την Καρχηδόνα και τη Σπάρτη.

Τους 1ους π.Χ. και μ.Χ. αιώνες, Έλληνες και Λατίνοι ιστορικοί συνεχίζουν το έργο του Πολύβιου. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (ακμή περί τα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα) έγραψε τη «Βιβλιοθήκη ιστορική», μία παγκόσμια ιστορία από τη μυθολογία ως το 60/59 π.Χ. Το πλήρες έργο αποτελούνταν από 40 βιβλία, από τα οποία σώζονται τα πρώτα πέντε και τα βιβλία έντεκα έως είκοσι (τα οποία αναφέρονται στην ιστορία των ετών 480-302) Ο Διόδωρος προτάσσει ένα γενικότερο προοίμιο στο οποίο εκθέτει τις απόψεις του για μία συγκροτημένη θεωρία της ιστορίας. Κάθε επιμέρους βιβλίο εισάγεται με ένα μικρό πρόλογο με γενικές απόψεις. Ο τρόπος γραφής του είναι συγχρονικός και διαχρονικός: αφηγείται τα γεγονότα κατ’ έτος, χρησιμοποιώντας για τη χρονολόγηση τους καταλόγους των Ρωμαίων υπάτων και των επωνύμων αρχόντων, και τα γεγονότα του ίδιου έτους κατά γεωγραφική περιοχή, π.χ. Ελλάδα, Ιταλία, Αφρική, Σικελία). Επειδή θεωρεί την ιστορική γεωγραφία απαραίτητη για την κατανόηση των γεγονότων, κάνει συχνά γεωγραφικές παρεκβάσεις.

Ο Τίτος Λίβιος (59 π.Χ.-17 μ.Χ.) έγραψε τη ρωμαϊκή ιστορία από την ίδρυση της Ρώμης ως το έτος 9 π.Χ. στο έργο του «Ab urbe condita libri» (Βιβλία από ιδρύσεως της πόλης). Αναφέρεται στην ελληνική παράλληλα με τη ρωμαϊκή ιστορία. Για αυτά τα τμήματα της ιστορίας του χρησιμοποιεί ως πηγή το έργο του Πολύβιου.

Το 1ο και 2ο μ.Χ. αιώνα, ο Πλούταρχος από τη Χαιρώνεια της Βοιωτίας (περίπου 50 - περίπου 120 μ.Χ.) έγραψε ιστορικές βιογραφίες, του «Βίους» ιστορικών προσώπων. Δύο ιστορικοί των αυτοκρατορικών χρόνων ξεχωρίζουν: ο πρώτος είναι ο Φλάβιος Αρριανός (…-146 μ.Χ.) από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, που είχε ασκήσει και διοικητικά αξιώματα. Έγραψε την «Αλεξάνδρου Ανάβασις» και μια σύντομη ιστορία των διαδόχων του, της οποίας σώζεται μία περίληψη. Ο Αππιανός από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (τέλος 1ου- προ 165 μ.Χ.) που είναι γενικά σύγχρονος του Αρριανού. Έγραψε σε 24 βιβλία στα ελληνικά την ιστορία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ιστορία των ρωμαϊκών επαρχιών έως την ένταξή τους στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με τη χρονική σειρά που είχαν καταληφθεί. Η «Συριακή», που αναφέρεται στο βασίλειο των Σελευκιδών ως το 63 π.Χ., είναι η μοναδική αφηγηματική πηγή που έχουμε για το βασίλειο αυτό.

Χωρισμός σε υποπεριόδους

Η περίοδος 323-30 π.Χ. διαχωρίζεται σε υποπεριόδους ανάλογα με τις εξελίξεις προκειμένου να επιτραπεί καλύτερη εποπτεία. Η διαμόρφωση των μεγάλων ελληνιστικών βασιλείων γίνεται μέχρι τη μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., αλλά το ζήτημα της εκκρεμότητας της Μακεδονίας έως την άνοδο του Αντίγονου Γονατά στο θρόνο και την παγίωση της κατάσταση μας αναγκάζει να οριοθετήσουμε την πρώτη υποπερίοδο ως εξής: 323-276 π.Χ.

Ο τρίτος αιώνας είναι η εποχή της ακμής και της ισχύος των ελληνιστικών βασιλείων και επικρατεί μία σχετική σταθερότητα, η οποία διαταράσσεται από 200 π.Χ. με την έναρξη του Β’ μακεδονικού πολέμου, ο οποίος εγκαινιάζει τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις των Ρωμαίων στην ελληνική Ανατολή που ολοκληρώνονται το 30 π.Χ. με την ένταξη στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και του τελευταίου ελληνιστικού βασιλείου.

Τα κυριότερα γεγονότα της εποχής

Η διαμόρφωση των ελληνιστικών βασιλείων (323 π.Χ.-301/276 π.Χ.)

Ο θάνατος του Αλεξάνδρου σχεδόν προκάλεσε εμφύλιο πόλεμο διαδοχής ανάμεσα στο ιππικό και το πεζικό του στρατού του. Ο Περδίκκας πρότεινε να περιμένουν να γεννηθεί το αγέννητο παιδί του Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης και να χριστεί βασιλιάς, αν γεννιόταν αγόρι· ωστόσο, η φάλαγγα με ηγέτη τον Μελέαγρο έφερε στο προσκήνιο τον καθυστερημένο νόθο γιό του Φιλίππου Β', τον Αρριδαίο, και μόνο χάρη στον Ευμένη έφτασαν σε συμβιβασμό διορίζοντας και τους δυο συμβασιλείς. Αργότερα αναγνωρίσθηκαν ως Φίλιππος Γ' και Αλέξανδρος Δ', αλλά από την αρχή και οι δυο τους ήταν πιόνια στην πάλη για την εξουσία. Ο Περδίκκας τώρα συγκάλεσε συμβούλιο για να μοιράσει αξιώματα. Ο στρατός συμφώνησε ότι : "Ο Αντίπατρος θα ήταν στρατηγός της Ευρώπης, ο Κρατερός "προστάτης της βασιλείας" του Αρριδαίου, ο Περδίκκας χιλίαρχος της χιλιαρχίας που είχε ο Ηφαιστίων (δηλαδή επόπτης ολόκληρης της βασιλείας) και ο Μελέαγρος βοηθός του Περδίκκα."[1] Ύστερα από αυτά ο Περδίκκας βρέθηκε αδιαμφισβήτητα στην κορυφή, μολονότι ο Αρριανός σημειώνει ότι "όλοι τον υποψιαζόταν και αυτός όλους"[2]. Από τους υπόλοιπους, ο Πτολεμαίος πήρε την Αίγυπτο και πολύ σύντομα εξωράισε την θέση του εκεί, καταφέρνοντας με πανουργία να μεταφέρει στην επαρχία αυτή το σκήνωμα με το ταριχευμένο λείψανο του Αλεξάνδρου. Στον Αντίγονο δόθηκε ολόκληρη η δυτική Μικρά Ασία (που περιλάμβανε την Μεγάλη Φρυγία, την Λυκία και την Παμφυλία), ο Λυσίμαχος πήρε τη Θράκη, ο Λεοννάτος την Ελλησποντική Φρυγία και ο Ευμένης πήρε εντολή να διώξει από την Καππαδοκία και την Παφλαγονία τον Αριαράθη, ένα τοπικό δυνάστη. Από τους άνδρες αυτούς, εκείνοι που αποδείχτηκαν ανθεκτικότεροι και διαδραμάτισαν τον σημαντικότερο ρόλο κατά τις επόμενες δεκαετίες ήταν ο Πτολεμαίος, ο Αντίγονος, ο Ευμένης, και ο Λυσίμαχος.[3]

Η παρακμή των ελληνιστικών βασιλείων (2ος και 1ος π.Χ. αιώνας μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση)

Ο 2ος και ο 1ος π.Χ. αιώνας είναι η εποχή της κατάκτησης της Ανατολικής Μεσογείου από τους Ρωμαίους. Στην ακόλουθη παρουσίαση τα ελληνιστικά βασίλεια παρουσιάζονται κατά τη χρονολογική διαδοχή των γεγονότων, το καθένα κατά την κατάκτησή του από τους Ρωμαίους.

Το βασίλειο της Μακεδονίας

Macedonia and the Aegean World c.200 el
Ο ελληνιστικός κόσμος της μητροπολιτικής Ελλάδας (200 π.χ.)

Πρώτο βασίλειο που καταλύθηκε ήταν το μακεδονικό βασίλειο ή βασίλειο των Αντιγονιδών. Η Ρώμη κήρυξε τον πόλεμο στο μακεδονικό βασίλειο κατά το Β’ μακεδονικό πόλεμο (200-197). Ο λόγος της επιλογής αυτής της χρονικής περίστασης για την έναρξη του πολέμου ήταν ότι τότε οι Ρωμαίοι αποφάσισαν την επέκταση της πολιτικής τους ηγεμονίας, λόγω του ότι το 202 π.Χ. μετά τη μάχη στη Ζάμα, που σηματοδότησε τη λήξη του Β’ καρχηδονιακού πολέμου, μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιήσουν το στρατό που απασχολούνταν έως τότε εκεί. Η αφορμή δόθηκε το 203-202 π.Χ., όταν ο Φίλιππος Ε’, βασιλιάς της Μακεδονίας, και ο Αντίοχος Γ’, βασιλιάς του βασιλείου των Σελευκιδών, έκαναν μεταξύ τους συμφωνία για την κατάλυση και τη διαίρεση του πτολεμαϊκού βασιλείου, στο θρόνο του οποίου βρισκόταν ο, επιτροπευόμενος, λόγω του μικρού της ηλικίας του, Πτολεμαίος ΣΤ’. Η πολιτική της Ρώμης, όμως, αποσκοπούσε στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων. Σε εφαρμογή του σχεδίου που είχε συμφωνήσει με τον Αντίοχο Γ’, την άνοιξη του 202 π.Χ. προχώρησε στην Προποντίδα και κατέλαβε τη Θάσο, το 201 π.Χ. το ανατολικό Αιγαίο, εισέβαλε στο βασίλειο της Περγάμου και έφτασε μέχρι την Καρία. Το φθινόπωρο του 201 π.Χ. απεσταλμένοι της Ρόδου και του Άταλλου του Α’ στη Ρώμη, διαμαρτυρήθηκαν για την πολιτική του Φιλίππου Ε’. Πριν οι Ρωμαίοι λάβουν επίσημα απόφαση, διεμήνυσαν δύο φορές στο Φίλιππο ότι δεν έπρεπε να επιτίθεται στο πτολεμαϊκό κράτος και να αφήσει τις Πτολεμαϊκές κτήσεις που είχε καταλάβει, την περιοχή ανατολικά του Νέστου με τις μεγάλες πόλεις, Μαρώνεια, Άβδηρα και Αίνος, κατά τον Γ’ Συριακό πόλεμο (241-202 π.Χ.)

Ο Φίλιππος και τις δύο φορές απέρριψε το αίτημα των Ρωμαίων που του μετέφερε επιτροπή της Συγκλήτου. Τα μέσα του θέρους 200 π.Χ. ελήφθη απόφαση να μεταβεί στρατός στην Ιλλυρία για τη διεξαγωγή του πολέμου. Το 200 και το 199 π.Χ. δεν έγινε κάποια αποφασιστική επιχείρηση. Τα πράγματα πήραν νέα τροπή από το 198 π.Χ. όταν ο Φλαμινίνος ανέλαβε ως ύπατος την ευθύνη για τη διεξαγωγή του πολέμου. Ενώ προηγουμένως λάμβαναν χώρα μικρότερες επιχειρήσεις, τώρα έγινε μία μεγάλη μάχη, τον Ιούνιο του 197 π.Χ., στις Κυνός Κεφαλαί, η οποία και έκρινε την έκβαση του πολέμου. Τη σημασία του Β’ μακεδονικού πολέμου και της μάχης αυτής διαπιστώνουμε κυρίως αν λάβουμε υπόψη τους όρους της συνθήκης που ανακοίνωσε ο Φλαμινίνος στο Φίλιππο και που το 196 π.Χ. εστάλη για επικύρωση στη Ρώμη.

Οι όροι της ειρήνης δείχνουν τη σημασία της έκβασης του μακεδονικού πολέμου και την επέκταση της ρωμαϊκής πολιτικής, αφού για πρώτη φορά έχουμε ενεργό ανάμιξη στα ελληνικά πράγματα, έχουμε την έναρξη της ηγεμονικής πολιτικής της Ρώμης [Ο όρος ηγεμονία υποδηλώνει ότι δεν έχουμε κατάκτηση, αλλά ρυθμιστική παρέμβαση].

Οι όροι της ειρήνης ήταν οι εξής: 1. ο Φίλιππος υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει όλες τις κτήσεις του στην Ασία και στην Ευρώπη εκτός από τη Μακεδονία, να αποσύρει τις φρουρές που διατηρούσε εκτός των ορίων της Μακεδονίας μέχρι τα Ίσθμια του 196 π.Χ. 2. υποχρεούνταν να παραδώσει όλους τους αυτόμολους και τους αιχμαλώτους στη Ρώμη 3. υποχρεωνόταν να παραδώσει στη Ρώμη όλο το στόλο του εκτός από πέντε ελαφρά πλοία και το βασιλικό πλοίο, μία τριήρη εκκαιδεκήρη. 4. έπρεπε να καταβάλει ως πολεμική αποζημίωση στη Ρώμη χίλια τάλαντα και να συνάψει συνθήκη συμμαχίας με τον όρο να εκστρατεύει μαζί με τους Ρωμαίους. Επίσης ο μικρότερος γιος του, ο στάλθηκε ως όμηρος στη Ρώμη. Κατά τα Ίσθμια του 196 π.Χ. ο Φλαμινίνος διακήρυξε στο στάδιο της Κορίνθου ενώπιον του συγκεντρωμένου πλήθος την «αυτονομία και την ελευθερία των ελληνικών πόλεων». Ο ίδιος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος στον οποίο αποδόθηκαν λατρευτικές τιμές από τους Έλληνες της νότιας Ελλάδας ως δείγμα ευγνωμοσύνης. Ο Φλαμινίνος παρέμεινε στην Ελλάδα ως το 194 π.Χ., οπότε ανακλήθηκε στη Ρώμη, όπου επέστρεψε παίρνοντας μαζί του πολλά έργα τέχνης με τα οποία κόσμησε το θρίαμβό του. Ο Β’ μακεδονικός πόλεμος, λοιπόν, αποτελεί σημαντική τομή, καθώς είναι η πρώτη φορά που οι Ρωμαίοι παρεμβαίνουν ρυθμιστικά στα ελληνικά πράγματα.

Ο Φίλιππος Ε’ ήταν ο πιο διάσημος από τους Αντιγονίδες και είχε ως πρότυπο του το Φίλιππο Β’. Ήταν ο μόνος από τους Αντιγονίδες που επεκτάθηκε ανατολικά του Νέστου, το 202 π.Χ. και το 187 π.Χ. Αν και ηττήθηκε από τη Ρώμη, δεν ησύχασε και δεσμευόταν από ανασυγκρότησε το κράτος του και το 187 π.Χ. κατέλαβε τις πόλεις ανάμεσα στους ποταμούς Νέστο και Έβρο, Μαρώνεια, Άβδηρα και Αίνος. Όμως, στην ίδια περιοχή ζητούσε να κυριαρχήσει και ο Ευμένης Β’, ανταγωνιστής του Φιλίππου Ε’ και, αργότερα, του Περσέα. Ο Φίλιππος Ε’ διεξήγαγε εκστρατείες εναντίον των θρακικών φύλων κατά τα έτη 184, 183 και 181 π.Χ. Το 179 π.Χ., ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία στη Θράκη κατευθυνόμενος από την Αμφίπολη προς το βορρά πέθανε και τον διαδέχτηκε στο θρόνο του ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς του μακεδονικού βασιλείου (179-168).

Με την άνοδό του στο θρόνο, ο Περσέας ζήτησε από τους Ρωμαίους ανανέωση της συμμαχίας μαζί τους και αναγνώρισή του από τη ρωμαϊκή σύγκλητο. Ο Ευμένης, όμως, τον διέβαλε ότι δήθεν προετοίμαζε πόλεμο, κάτι που δεν προέκυπτε από τη διπλωματική του δραστηριότητα, από την οποία φαίνεται ότι επιζητούσε καλές σχέσεις με όλα τα ελληνιστικά κράτη, βασίλεια και πόλεις. Ένα περιστατικό, ωστόσο, του 172 π.Χ. δημιούργησε στη Ρώμη την άποψη ότι ο Περσέας είναι επικίνδυνος. Καθώς ο Ευμένης επέστρεφε από ένα ταξίδι του στη Ρώμη, πέρασε από τους Δελφούς όπου και σημειώθηκε μία απόπειρα δολοφονίας του, ηθικός αυτουργός της οποίας θεωρήθηκε ο Περσέας. Σώζεται ένα μέρος της επιγραφής που αναφέρεται με αρνητικό για τον Περσέα περιεχόμενο στο περιστατικό. Η επίσημη ρωμαϊκή άποψη ήταν ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς ήταν ο ηθικός αυτουργός ενίσχυσε το αρνητικό κλίμα εις βάρος του και οδήγησε στην απόφαση των αρχών του 171 π.Χ. για πόλεμο εναντίον του.

Το 170 και 169 έλαβαν χώρα ελάσσονος σημασίας επιχειρήσεις στην Ιλλυρία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 22 Ιουνίου 168 π.Χ. στην Πύδνα της Μακεδονίας και έληξε με νίκη του ρωμαϊκού στρατού, που είχε ως αρχηγό τον ύπατο Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο. Λόγω της διάλυσης του στρατού του, ο Περσέας πέρασε στην Πέλλα και, στη συνέχεια, στην Αμφίπολη και στη Σαμοθράκη, όπου και παραδόθηκε στους Ρωμαίους. Ο ίδιος και τα παιδιά του κόσμησαν το θρίαμβο του νικητή και ο Περσέας πέθανε στη Ρώμη το 165 π.Χ. Το 167 π.Χ. ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος συγκέντρωσε τους εκπροσώπους των μακεδονικών πόλεων στην Αμφίπολη και τους ανακοίνωσε τις νέες ρυθμίσεις.

Η Μακεδονία ήταν ένα παλαιό βασίλειο με εθνικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τα νεοσύστατα των Σελευκιδών και των Πτολεμαίων. Το βασίλειο των Ατταλιδών ή της Περγάμου ήταν ένα μικρό βασίλειο, που δημιουργήθηκε ως τμήμα του εδάφους του βασιλείου των Σελευκιδών και για πρώτη φορά απόκτησε σχετικά μεγάλη έκταση … στη Μαγνησία παρά τω Σιπύλω.

Οι Ρωμαίοι προέβλεπαν το χωρισμό των εδαφών της Μακεδονίας σε τέσσερις διοικητικές περιοχές, που ονομάστηκαν μερίδες. Καθεμία από αυτές τις περιοχές ήταν αυτοδιοίκητη, ενώ δεν επιτρεπόταν επιγαμίες και ανταλλαγές ανάμεσα στους κατοίκους των περιοχών αυτών. Η πρώτη περιοχή ήταν μεταξύ του Νέστου και του Στρυμώνα με πρωτεύουσα την Αμφίπολη (σε αυτήν υπήχθησαν και οι κτήσεις του Περσέα μεταξύ Νέστου και Έβρου), η δεύτερη τα εδάφη μεταξύ Στρυμώνα και Αξιού, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη, η τρίτη, γνωστή ως κάτω ή παράλια Μακεδονία, περιλάμβανε την περιοχή μεταξύ Αξιού και Πηνειού με πρωτεύουσα την Πέλλα και η τέταρτη, άνω Μακεδονία, με πρωτεύουσα την Ηράκλεια Λυγκηστίδα (η σημερινή πόλη Μοναστήρι-Bitola) που περιλάμβανε ολόκληρη την ορεινή βορειοδυτική Μακεδονία, την ενδοχώρα της τρίτης μερίδας. Με βάση τις νέες ρυθμίσεις οι Ρωμαίοι επέτρεψαν τη διατήρηση στρατού για την άμυνα από επιθέσεις, εκτός από την τρίτη μερίδα. Η απαγόρευση της μεταξύ των μερίδων επικοινωνίας ίσως οφείλεται στην αποτροπή της επιβίωσης του βασιλείου. Οι μερίδες διατηρήθηκαν υπό αυτό το καθεστώς από το 167 π.Χ. έως ότου οργανώθηκαν ως επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.

Το 150 π.Χ. εμφανίστηκε κάποιος Ανδρίσκος ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν γιος του Περσέα, αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς ως Φίλιππος και ξεκινώντας από τη Θράκη, ακολουθούμενος από πλήθη στρατιωτών, σχεδιάζοντας να αναβιώσει το βασίλειο της Μακεδονίας. Το 149 π.Χ. εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, ηττήθηκε, όμως, κοντά στο θέρος του 148 π.Χ. και κατέφυγε στη Θράκη, όπου χάνουμε και τα ίχνη του.

Τότε άλλαξε και ο τρόπος διοίκησης της περιοχής, καθώς η Μακεδονία οργανώθηκε ως ρωμαϊκή επαρχία διοικούμενη από έναν Ρωμαίο διοικητή με το αξίωμα του ανθύπατου (proconsul) με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, κατά την αυτοκρατορική περίοδο, δηλαδή, οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν και διατήρησαν το σύστημα αυτοδιοίκησης των πόλεων και το αντιπροσωπευτικό διοικητικό σύστημα, που αποδίδεται με τον όρο κοινό, που ήταν ομοσπονδιακά κράτη. Η επαρχιακή αυτοδιοίκηση στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας ο κύριος θεσμός που τους έδινε υπόσταση ήταν το λεγόμενο συνέδριο. Στη Μακεδονία, ενώ η έδρα της πολιτικής διοίκησης ήταν η Θεσσαλονίκη, έδρα του κοινού των Μακεδόνων και της επαρχιακής αυτοδιοίκησης ήταν η Βέροια. Σημασία έχει το ότι διατήρησαν θεσμούς που ενέταξαν στο σύστημα της αυτοκρατορίας. Το 148 π.Χ. οι μερίδες αντικαταστάθηκαν από την επαρχία.

Στη νότια Ελλάδα η μεταβολή συνέβη το 146 π.Χ. Εκείνο που προκάλεσε τη ρωμαϊκή παρέμβαση ήταν οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ αχαϊκής συμπολιτείας και Σπάρτης. Η ένταση προέκυπτε απ’ το ότι ενώ η η αχαϊκή συμπολιτεία έτεινε να εντάξει στις δομές της την Σπάρτη, η Σπάρτη έκλινε προς την ανεξαρτησία, κάτι που συχνά προκαλούσε προβλήματα, για την επίλυση των οποίων απευθυνόταν στη Ρώμη. Την άνοιξη του 146 π.Χ. η αχαϊκή συμπολιτεία κήρυξε πόλεμο εναντίον της Σπάρτης, που ήταν σύμμαχος της Ρώμης, και γι’ αυτό η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε ότι στρεφόταν εναντίον της Ρώμης. Μετά την ήττα του στρατού της αχαϊκής συμπολιτείας σε μάχη που έγινε στη Λευκόπετρα της Κορίνθου, ο ρωμαϊκός στρατός με αρχηγό το Μόμμιο κατέστρεψε και λεηλάτησε την Κόρινθο. Η κατάσταση που προέκυψε διευθετήθηκε από μία δεκαμελή επιτροπή της συγκλήτου, κατά την απόφαση της οποίας όσα κράτη τήρησαν φιλική ή ουδέτερη στάση απέναντι στη Ρώμη (η Σπάρτη, η Αθήνα και τα κοινά των Θεσσαλών, των Ακαρνάνων, των Αινιάνων, των Αιτωλών, και των Μαγνήτων), ενώ όσοι συντάχθηκαν με την αχαϊκή συμπολιτεία υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του ανθυπάτου της Μακεδονίας με αυτοδιοίκηση. Επομένως, όλη η Πελοπόννησος, πλην της Σπάρτης, οι δύο Λοκρίδες, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Χαλκίδα και τα Μέγαρα προσαρτήθηκαν στη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ήδη η ρωμαϊκή κυριαρχία περιλάμβανε μέρος της νοτίου Ελλάδας όχι υπό χωριστή επαρχία.

Το βασίλειο της Περγάμου

Προχωρώντας με χρονική σειρά, το επόμενο ελληνιστικό βασίλειο που προσάρτησε η Ρώμη στην επικράτειά της ήταν αυτό της Περγάμου ή των Ατταλιδών. Ο Άτταλος Γ΄ (139/8-133 π.Χ.) πεθαίνοντας το 133 π.Χ. κληροδότησε με διαθήκη το κράτος του στο ρωμαϊκό δήμο, εκτός από την πόλη της Περγάμου και την χώρα της πόλης. Το 133 π.Χ. έφτασε στη Μικρά Ασία επιτροπή της Συγκλήτου για την εφαρμογή της διαθήκης, αλλά το επόμενο έτος ξέσπασε αναταραχή. Μετά το θάνατο του Αττάλου Γ΄, ο νόθος γιος του Ευμένη του Β΄, Αριστόνικος, αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς με το όνομα Ευμένης Γ΄ και προσπάθησε να καταλάβει το βασίλειο της Περγάμου. Ο Αριστόνικος έδωσε στο υπό ίδρυση βασίλειο το όνομα ‘Ηλιόπολις’, που παραπέμπει σε ουτοπίες. Η εξέγερση του Αριστόνικου δεν υποστηρίχθηκε από ελληνικούς πληθυσμούς, αλλά από τους εγχώριους κατοίκους της Μικράς Ασίας και απελεύθερους. Οι οπαδοί του συμπεριφερόταν σαν συμμορίες ληστών και δεν ήταν ικανοί να αντιμετωπίσουν το ρωμαϊκό στρατό, ο οποίος κατέφθασε το 130 π.Χ. στη Μικρά Ασία. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στη Ρώμη μαζί με το θησαυρό των Ατταλιδών. Η εξέγερση του Αριστόνικου καθυστέρησε την εφαρμογή της διαθήκης. Το 129 π.Χ. τα εδάφη του βασιλείου της Περγάμου οργανώθηκαν ως ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Asia.

Το βασίλειο των Σελευκιδών

Το επόμενο ελληνιστικό βασίλειο που καταλύθηκε από τους Ρωμαίους ήταν αυτό των Σελευκιδών. Η σύγκρουση ξεκίνησε επί βασιλείας του Αντίοχου Γ’ εναντίον του οποίου στράφηκαν οι Ρωμαίοι μετά την ήττα του Φιλίππου Ε’. οι αφορμές ήταν οι εξής: α) την άνοιξη του 197 π.Χ., ο Αντίοχος εκστράτευσε εναντίον των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και τις έθεσε υπό την κυριαρχία του. Την άνοιξη του 196 π.Χ. αποβιβάστηκε στη Θρακική χερσόνησο και με κέντρο στα ευρωπαϊκά εδάφη τη Λυσιμάχεια διεξήγαγε επιχειρήσεις ως το 194 π.Χ. επεξέτεινε την κυριαρχία του στο βόρειο Αιγαίο ως τη Μαρώνεια. β) το τέλος του 195 π.Χ. ο Αννίβας ζήτησε καταφύγιο στην αυλή του, όπου και έγινε δεκτός ως σύμβουλος γ) επειδή οι Αιτωλοί είχαν δυσαρεστηθεί από τις ρυθμίσεις που επικράτησαν μετά το 197 π.Χ. αποφάσισαν να πολεμήσουν εναντίον της Ρώμης και κάλεσαν τον Αντίοχο στην Ελλάδα και τον εξέλεξαν στρατηγό αυτοκράτορα. Το 192 π.Χ. ξεκίνησε την εκστρατεία του στην Ελλάδα. Την άνοιξη του 191 π.Χ. ο ρωμαϊκός στρατός έφτασε στην Απολλωνία και εντός του έτους αυτού ο Αντίοχος ηττήθηκε στις Θερμοπύλες και αποχώρησε στη Μικρά Ασία.

Μετά τις Θερμοπύλες, οι Αιτωλοί έστειλαν πρεσβεία στη Ρώμη για να συνθηκολογήσουν. Το 191 π.Χ. συμφωνήθηκε προσωρινή ειρήνη και το 189 π.Χ. συνήφθη ειρήνη.

Το 190 π.Χ. ανέλαβε ως ύπατος τη διεξαγωγή του πολέμου εναντίον του Αντιόχου ο Κορνήλιος Σκιπίων, που συνόδευε ο αδελφός του Παύλος Σκιπίων. Περνώντας την Ελλάδα, τη θρακική χερσόνησο και τον Ελλήσποντο, έφθασε στη Μικρά Ασία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις αρχές του 189 π.Χ. στη Μαγνησία κοντά στο όρος Σίπυλο, όπου αν και ο Αντίοχος παρέταξε 72 και οι Ρωμαίοι 30 χιλιάδες στρατού, νίκησαν οι Ρωμαίοι λόγω των εύστοχων συμβουλών του Ευμένη. Ο Σκιπίωνας υπαγόρευσε στον Αντίοχο τους όρους της ειρήνης, οι οποίο επικυρώθηκαν από τη Σύγκλητο το 189 π.Χ. Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης, η οροσειρά του Ταύρου αποτελούσε το δυτικό όριο του βασιλείου των Σελευκιδών, που αποσύρθηκε από τη Μικρά Ασία, και απαγορεύθηκε να στρατολογεί από περιοχές δυτικά της οροσειράς. Τον υποχρέωσε ακόμη να περιορίσει τον αριθμό των ελεφάντων που κατείχε και να παραδώσει το στόλο, εκτός από δέκα πλοία, 20 ομήρους και πολεμική αποζημίωση ύψους δεκαπέντε χιλιάδων ταλάντων. Οι μεγάλες απώλειες ως συνέπεια της ήττας και πέθανε το 187 π.Χ. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του Σέλευκος Δ’ , που δολοφονήθηκε και τον αντικατέστησε ο νεότερος αδελφός του, Αντίοχος Δ’, ο επονομαζόμενος Επιφανής (175-164/3 π.Χ.). Ενώ το βασίλειο δεν υπέστη εδαφικές απώλειες, ένα χαρακτηριστικό της βασιλείας του ήταν οι αναταραχές που ξέσπασαν στην Ιουδαία. Ήδη στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσα τους ελληνιστές, τους Ιουδαίους, δηλαδή, που είχαν ελληνική παιδεία, και τους ορθόδοξους Εβραίους. Το 175-170 επικράτησαν ταραχές στην Ιερουσαλήμ διότι στο Ναό … οι ελληνιστές, με τον Ιάσωνα, ο οποίος ίδρυσε Γυμνάσιο, κάτι που αποτελούσε πρόκληση για τους ορθόδοξους Ιουδαίους και οδήγησαν σε ταραχές τα έτη 169-167 π.Χ. που έληξαν με προσωρινή ήττα των ορθοδόξων Ιουδαίων. Την αρχή του 169 π.Χ., καθώς εκστράτευε εναντίον της Αιγύπτου, πέρασε από το Ναό και αφαίρεσε το θησαυρό ως αντιστάθμισμα φόρων τριών ετών που δεν είχαν καταβληθεί. Το 168 π.Χ. άρχισε εξέγερση των ορθοδόξων Ιουδαίων, ο Αντίοχος κατέλαβε την Ιερουσαλήμ και εγκατέστησε φρουρά ;στην ύπαιθρο;. Ο Ναός μεταβλήθηκε σε ναό του Ολυμπίου Διός. Μία άλλη προκλητική ενέργεια ήταν η απαγόρευση του Ιουδαϊκού νόμου το Δεκέμβρη; Του 167 π.Χ. επιβάλλοντας τα ελληνικά ήθη. Η αφαίρεση από τους Ιουδαίους του εξ έθους δικαιώματός τους να ζουν κατά το μωσαϊκό νόμο συνιστούσε μία ήττα των ορθόδοξων Ιουδαίων. Το 166 π.Χ. ξέσπασε και άλλη εξέγερση στην Ιουδαία, όπου εκστράτευσε ο Αντίοχος το 164 π.Χ. και ηττήθηκε. Αναγκάστηκε να ανακαλέσει το διάταγμα του 167 π.Χ., να επαναφέρει τη λατρεία του Γιαχβέ στο Ναό και να παράσχει αμνηστία. Πέθανε το 164/3 π.Χ. Μετά το θάνατό του ξεκίνησε η παρακμή του βασιλείου των Σελευκιδών, λόγω των συνεχών δυναστικών ερίδων και της εδαφικής συρρίκνωσης, ως αποτέλεσμα των αποσχιστικών τάσεων που εκδηλώθηκαν και κυρίως της επέκτασης του παρθικού βασιλείου.

Κατάληξη της κατάστασης που ξεκίνησε με γεγονότα μετά το θάνατο του Αντιόχου Δ’, ήταν η εξής: περί το τέλος του 2ου και τις αρχές του 1ου αιώνα ολόκληρη η Μεσοποταμία, η περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη, ανήκε στους Πάρθους περιορίζοντας το βασίλειο των Σελευκιδών στην ανατολική Κιλικία και στη Συρία. Τελευταίος Σελευκίδης βασιλιάς ήταν ο Αντίοχος ΙΓ’ (69-64). Επί αυτού του βασιλιά καταλύθηκε το βασίλειο των Σελευκιδών. Ο Πομπήιος, μετά τη νίκη του το 66 π.Χ. επί του Μιθριδάτη ΣΤ’ και του υποτελή του Τιγράνη, κατευθύνθηκε προς τη Συρία και το θέρος του 64 π.Χ., όταν έφτασε το θέρος του 64 π.Χ. ο Αντίοχος ΙΓ’ ζήτησε να τον αναγνωρίσουν. Ο Πομπήιος αρνήθηκε και το 64/3 π.Χ. μετέτρεψε το βασίλειό του σε ρωμαϊκή επαρχία, με το όνομα Syria, θέτοντας τέλος στην ύπαρξη του βασιλείου των Σελευκιδών.

Το βασίλειο των Πτολεμαίων

Το βασίλειο των Πτολεμαίων γνώρισε το 2ο και τον 1ο π.Χ. αιώνα μία προϊούσα παρακμή, συμπτώματα της οποίας ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η συνεχής πτώση της οικονομίας και η ενδυνάμωση του εγχώριου πληθυσμού, λόγω της ελάττωσης της ισχύος του βασιλείου. Συχνά η Ρώμη επενέβαινε στα εσωτερικά του, διότι πρέσβεις από την Αλεξάνδρεια κατέφθαναν στη Ρώμη. Η ιστορία του βασιλείου χωρίζεται σε δύο ενότητες: την περίοδο διάσπασης του βασιλείου και την περίοδο της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’.

Το 163 π.Χ. για πρώτη φορά το βασίλειο των Πτολεμαίων διανεμήθηκε. Ο Πτολεμαίος ο ΙΣΤ’ έλαβε το Αιγαίο και την Κύπρο και ο Πτολεμαίος Φίσκων την Κυρηναϊκή. Ένα άλλο σύμπτωμα της ασθενούς κατάστασης του βασιλείου ήταν η κληροδότησή του στους Ρωμαίους κατά τη διαθήκη του Πτολεμαίου Φίσκωνος το 155 π.Χ. Σε επιγραφή που έχει βρεθεί στο ναό του Απόλλωνα στην Κυρήνη αναφέρεται ότι σε περίπτωση θανάτου του η Κυρηναϊκή περιέρχεται στην ιδιοκτησία του ρωμαϊκού δήμου. Η σύγκλητος δεν εφάρμοσε τη διαθήκη. Το 96 π.Χ. ο Πτολεμαίος Απίων στην Κυρηναϊκή άφησε το βασίλειο στο ρωμαϊκό δήμο και η Σύγκλητος το 74 π.Χ. αποφάσισε να στείλει ένα Ρωμαίο διοικητή και να οργανώσει ως επαρχία την περιοχή. Ο Πτολεμαίος I' με διαθήκη του άφηνε την Αίγυπτο στο ρωμαϊκό δήμο. Αυτά είναι συμπτώματα και χαρακτηριστικά της κατάσταση που επικρατούσε.

Κατά τη διάρκεια, όμως, της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’, σημειώνεται μία αναβίωση της ισχύος του βασιλείου. Η Κλεοπάτρα Ζ’ (51-30 π.Χ.) ανήλθε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα της Πτολεμαίου ΙB’, ο οποίος με διαθήκη άφηνε το βασίλειό του στην κόρη του και το γιο του, Πτολεμαίο ΙΓ’ με τον όρο ότι θα παντρευτούν. Αντίγραφο της διαθήκης στάλθηκε στη Ρώμη, με την παράκληση να επιβλεφθεί η χρονική εφαρμογή της διαθήκης. Η Κλεοπάτρα, που ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία 17 ετών, (ο αδερφός της Πτολεμαίος ήταν τότε ένδεκα ετών) κυβέρνησε ουσιαστικά μόνη της, αφού οι σύζυγοί της άλλαζαν (Πτολεμαίος ΙΓ’ [51-47], Πτολεμαίος ΙΔ’ [47-44], γιος της Πτολεμαίος ΙΕ’ Καισαρίων [44-30]). Τυπικά είχε τον τίτλο της συμβασιλείας, ουσιαστικά, όμως, κυβερνούσε μόνη της. Το γεγονός ότι η εξουσία της είχε πραγματικό αντίκρισμα φαίνεται απ’ το ότι εικονίζεται μόνη της σε νομίσματα και καθιέρωσε τη λατρεία της ως ‘νέας Ίσιδος’, διαχωρίζοντάς την από τη λατρεία του βασιλιά. Ήταν ευφυής, μορφωμένη και ασκούσε υψηλή πολιτική μέσω των διαπροσωπικών της σχέσεων.

Πληροφορίες γι’ αυτήν έχουμε από πτολεμαϊκούς παπύρους και νομίσματα και από ρωμαϊκές πηγές. Από τις ελληνικές πηγές, τη συναντάμε στο βίο του Πλουτάρχου ‘Αντώνιος’. Η σύνδεση Κλεοπάτρας με τα ρωμαϊκά πράγματα έγινε μέσω της σύνδεσής της με τον Ιούλιο Καίσαρα. Οι ρωμαϊκοί εμφύλιο πόλεμοι διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα. Μετά τη μάχη στα Φάρσαλα, ο ηττηθείς Πομπήιος κατέφυγε στην Αίγυπτο όπου δολοφονήθηκε. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας κατέφθασε στην Αλεξάνδρεια, ούτε ο Πτολεμαίος ΙΓ’ ούτε η Κλεοπάτρα Ζ’ βρισκόταν εκεί και τους κάλεσε εκεί ώστε να τους συμφιλιώσει. Το 48 π.Χ. ανακοίνωσε ότι θα συμβάλλει όπως όριζε η διαθήκη. Όταν το 47 π.Χ. υποκινήθηκε μία εξέγερση του πτολεμαϊκού στρατού για τον Πτολεμαίο ΙΓ’ και έγινε μάχη στην Αλεξάνδρεια, τότε, επειδή στο λιμάνι υπήρχαν πενήντα ρωμαϊκά πλοία, ο Ιούλιος Καίσαρας διέταξε να πυρποληθούν για να μη χρησιμοποιηθούν από τους εξεγερμένους, η φωτιά μεταδόθηκε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία και καταστράφηκε. Όταν καταπνίγηκε η εξέγερση και ο Πτολεμαίος ΙΓ’ ?, βασίλισσα ήταν η Κλεοπάτρα με τον αδερφό της, Πτολεμαίο ΙΔ’. Ο Καίσαρας άφησε εκεί τέσσερις λεγεώνες φεύγοντας. Η Κλεοπάτρα βρισκόταν στη Ρώμη στις Ειδούς του Μαρτίου 44 π.Χ. μαζί με τον τρίτο γιο της Καισαρίωνα. Η γνωριμία της με τον Μάρκο Αντώνιο αργότερα σε σχέση με τα γεγονότα μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Μετά τη μάχη στους Φιλίππους, το 42 π.Χ., ο Μάρκος Αντώνιος έδειξε ενδιαφέρον για τη διοίκηση της ανατολής & Αιγύπτου και έμεινε εκεί. Όπως ο Πλούταρχος περιγράφει, αποδέχτηκε τον ελληνικό τρόπο ζωής Στην Ταρσό της Κιλικίας … και το χειμώνα του 41-40 βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια. Αν εξαιρέσουμε τα έτη 40-38, ο Αντώνιος πέρασε όλη την υπόλοιπη περίοδο από το 42 ως το 31 π.Χ. στην ελληνική ανατολή μαζί με την Κλεοπάτρα. Οι πολιτικές βλέψεις του Αντωνίου ήταν άλλες από την επίσημη πολιτική της Ρώμης. Το 34 π.Χ. σε μία εκδήλωση στο κατάμεστο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα παρουσιάστηκαν καθισμένοι σε χρυσούς θρόνους με τα παιδιά τους στα πόδια τους. Τότε ο Μάρκος Αντώνιος διένειμε τα εδάφη της Ανατολής στην Κλεοπάτρα, που ονομάστηκε ‘βασίλισσα των βασιλέων’, και στα παιδιά της. Ειδικότερα, ο Καισαρίων, γιος του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας, ονομάστηκε βασιλέας των βασιλέων, στον Αλέξανδρο Ήλιο αποδόθηκε η Αρμενία και τα εδάφη ανατολικά του Ευφράτη, στην Κλεοπάτρα Σελήνη η Λιβύη και η κυρηναϊκή και στον Πτολεμαίο Φιλάδελφο τα εδάφη δυτικά του Ευφράτη. Η πράξη αυτή με έντονο πολιτικό συμβολισμό, επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να ιδρύσει μία αυτοκρατορία με κέντρο την Αλεξάνδρεια, κάτι που τον έφερνε αυτομάτως σε ρήξη με τη Ρώμη και τον Οκταβιανό. Η σύγκλητος αφαίρεσε όλους του δημόσιους τίτλους από τον Αντώνιο, ώστε ο Οκταβιανός να έχει αντιμέτωπο ένα απλό ιδιώτη, και ο πόλεμος επίσημα διεξαγόταν εναντίον της Κλεοπάτρας. Η τελική μάχη δόθηκε στο Άκτιο, στη νότια είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Στη βόρεια πλευρά βρισκόταν ο Οκταβιανός με ένα στόλο ελαφρών και γρήγορων πλοίων και στη νότια ο στόλος της Κλεοπάτρας εντός του Αμβρακικού και ο στρατός του Αντωνίου. Τα πλοία του Οκταβιανού επιτηρούσαν τη θαλάσσια είσοδο του κόλπου, με αποτέλεσμα ελλείψεις σε τρόφιμα και αυτομολήσεις. Τότε αποφασίστηκε η έξοδος από τον κόλπο στις 2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. Η Κλεοπάτρα με 60 πλοία που διασώθηκαν κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια και με ένα πλοίο την ακολούθησε ο Μάρκος Αντώνιος. Λόγω θαλασσοταραχής??. Ο Οκταβιανός πέρασε το χειμώνα του 31/30 π.Χ. στην Αθήνα και επέστρεψε στην Ιταλία. Την άνοιξη του 30 π.Χ. πραγματοποίησε ένα ταξείδι στη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο. Η Κλεοπάτρα ζήτησε να διαπραγματευτεί μαζί του. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε, διότι ήθελε και θησαυρό και Αίγυπτο. Την 1 Αυγούστου 30 π.Χ. ο Αντώνιος αυτοκτόνησε. Η Κλεοπάτρα βρέθηκε νεκρή στον τάφο της, αν και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το θάνατό της, από τις οποίες μία κάνει λόγο για θάνατο από δηλητήριο φιδιού. Το 30 π.Χ. σημειώθηκε το τέλος του πτολεμαϊκού βασιλείου. Το 29 π.Χ. ο Οκταβιανός πραγματοποίησε θρίαμβο, ο Πτολεμαίος Καισαρίων εκτελέστηκε, τα υπόλοιπα παιδιά συνόδευσαν το θρίαμβο του Οκταβιανού και, πέρα από την Κλεοπάτρα Σελήνη Β’, που δόθηκε ως σύζυγος στο βασιλιά της Μαυριτανίας Ιούδα, δε γνωρίζουμε τι απέγινε Ο Αλέξανδρος Ήλιος και ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος.

Στις 13 Ιανουαρίου 27 π.Χ. εγκαινιάζεται μία νέα μορφή διακυβέρνησης του ρωμαϊκού κράτους και η ρωμαϊκή κυριαρχία λαμβάνει νέα μορφή. Πρόκειται για το principatus, στα ελληνικά ηγεμονία ή αυτοκρατορικό καθεστώς του Αυγούστου. Το 27 π.Χ. δίδεται στον Οκταβιανό ο τίτλος Αύγουστος (=ανορθωτής). Το νέο πολίτευμα είναι έναs συνδυασμός αρμοδιοτήτων παλαιών θεσμών σε ένα μόνο πρόσωπο.

Παραπομπές

  1. Αρριανός, Τα μετά Αλέξανδρον FGrHist 156, F 1
  2. Αρριανός, Τα Μετά Αλέξανδρον, FGrHist 156, F 1, 5
  3. FRANK W. WALBANK. THE HELLENISTIC WORLD, 1981. (Ο Ελληνιστικός Κόσμος, Frank W. Walbank. Μετάφραση: Τάσος Δαρβέρης) ISBN 960-288-019-19
Άτταλος Α΄ της Περγάμου

Ο Άτταλος Α΄ ο Σωτήρ (269 π.Χ. – 197 π.Χ., Πέργαμος) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου, το πρώτο μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών που διεκδίκησε τον τίτλο του «βασιλέως». Ήταν κοντινός συγγενής και θετός γιος του προκατόχου του, Ευμένη Α΄ και βασίλεψε από το 241 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 197 π.Χ. Ήταν γιος του Αττάλου και της Αντιόχιδος, πριγκίπισσας από τον Οίκο των Σελευκιδών. Παντρεύτηκε την Απολλωνίδα από την Κύζικο με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους. Διάφοροι συγγραφείς της αρχαιότητας κάνουν αναφορά στο πόσο ευτυχισμένη και ενάρετη υπήρξε η συγκεκριμένη οικογένεια, με ιδιαίτερη έμφαση στην αρετή της Απολλωνίδας, αλλά και την καλή ανατροφή των παιδιών της, που είχε ως αποτέλεσμα την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στο διάδοχο του Αττάλου, Ευμένη Β΄, χωρίς αιματοχυσίες.Ο Άτταλος πέτυχε μια εξέχουσας σημασίας νίκη κατά των Γαλατών, κελτικών φύλων που μόλις είχαν φτάσει από τη Θράκη, οι οποίοι για πάνω από μια γενιά μάστιζαν τις μικρασιατικές πόλεις, καταστρέφοντας ή απαιτώντας και λαμβάνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς κάποιος να μπορεί πραγματικά να τους ελέγξει. Η νίκη του αυτή, την οποία μνημονεύει το θριαμβικό μνημείο της Περγάμου και η απελευθέρωση των πόλεων από τον γαλατική απειλή, του κέρδισε την επωνυμία «ο Σωτήρ».

Όντας πιστός σύμμαχος της Ρώμης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τους δύο πρώτους Μακεδονικούς Πολέμους, κατά του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Ε΄. Διεξήγαγε πολυάριθμες ναυτικές επιχειρήσεις, πλήττοντας τα μακεδονικά συμφέροντα στο Αιγαίο Πέλαγος, κερδίζοντας τιμές, συλλέγοντας λάφυρα και κερδίζοντας για την Πέργαμο τα νησιά της Αίγινας και της Άνδρου, κατά τον πρώτο και δεύτερο πόλεμο αντίστοιχα.

Ο Άτταλος θέλησε να υπογραμμίσει τους θριάμβους του τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο, αφιερώνοντας διάφορα επινίκια μνημεία στην Ακρόπολη της Περγάμου, που έφεραν την πόλη στην πρωτοπορία της καλλιτεχνικής παραγωγής στον ελληνικό κόσμο των τελευταίων δεκαετιών του 3ου αιώνα π.Χ. Απεβίωσε το 197 π.Χ. ελάχιστα πριν τη λήξη του δεύτερου πολέμου, σε ηλικία 72 ετών, πιθανότατα από εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο έπαθε τη στιγμή που του είχαν απευθύνει το λόγο σε πολεμικό συμβούλιο στη Βοιωτία.

Αντίοχος Β΄ Θεός

Ο Αντίοχος Β΄ Θεός (286 – 246 π.Χ.), ήταν βασιλιάς του ελληνιστικού βασιλείου των Σελευκιδών κατά την περίοδο 261 – 246 π.Χ. Ήταν γιος του Αντίοχου Α΄ του Σωτήρος και της Στρατονίκης, κόρης του Δημητρίου του Πολιορκητή.

Αντίπατρος

Ο Αντίπατρος (397 π.Χ. - 319 π.Χ.) από τη Δυναστεία των Αντιπατριδών ήταν Μακεδόνας στρατηγός των βασιλέων Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τοποτηρητής του τελευταίου κατά την εκστρατεία στην Ασία.

Ηταν γιος του Ιόλα, αριστοκρατικής καταγωγής (από την Πέλλα) και ένας από τους επιφανέστερους Μακεδόνες πολιτικούς και στρατιωτικούς.

Αντιόχεια η Μεγάλη

Η Αντιόχεια (σημ. Αντιόχεια, τουρκικά: Antakya), γνωστή και ως Αντιόχεια η επί Δάφνη ή επί Ορόντου ή Αντιόχεια η Μεγάλη ήταν αρχαία πόλη ή οποία σήμερα βρίσκεται στην επαρχία Χατάι στη νότια Τουρκία. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ορόντη και ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Σέλευκο Α' το Νικάτορα, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προς τιμή και μνήμη του πατρός του Αντίοχου. Η Αντιόχεια αναμφιβόλως υπήρξε το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, πόλη που αποτέλεσε το σταυροδρόμι των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων, με μεγάλη ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών. Υπήρξε η πόλη των εθνικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, αλλά και των θεαμάτων, της πολυπολιτισμικότητος και των ακραίων εκφραστικών εκδηλώσεων. Πέρασε σταδιακά όμως στην παρακμή από τον 10ο αιώνα λόγω των σφοδρών επιδρομών των κατακτητών, Αράβων και Σταυροφόρων, καθώς και της αλλαγής των εμπορικών δρόμων προς τη Δύση.

Αραχωσία

Η Αραχωσία (σατραπεία της Περσικής Αυτοκρατορίας με την ονομασία Χρβούτι, η μετέπειτα Αρ-Ρουχάντζ (ar-Rukhkhadj) της ισλαμικής εποχής), ήταν περιοχή στην Ασία, η οποία με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου πέρασε στην εξουσία των Μακεδόνων. Ο κύριος ποταμός της περιοχής αποκαλούνταν από τους Μακεδόνες Αραχωτός ποταμός (ίσως από ετυμολογική συγγένεια του ονόματος με τον Άραχθο ποταμό στην Ήπειρο), και η επαρχία πήρε την ονομασία της από το όνομα του ποταμού αυτού. Η γεωγραφική της τοποθεσία αντιστοιχεί στο σημερινό νότιο Αφγανιστάν, περίπου στην περιοχή του σημερινού Χελμάντ. Η Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας που ιδρύθηκε εκεί το 330 π.Χ., αντιστοιχεί στη σημερινή Κανταχάρ.

Οι γειτονικές της επαρχίες αποτελούνταν από τη Δραγγιανή στη δύση, τις Παροπαμισάδες (Γανδάρα) στο βορρά, μέρος της βόρειας Ινδίας στην ανατολή, και τη Γεδρωσία στο νότο.

Αυτοκρατορία των Σελευκιδών

H Αυτοκρατορία των Σελευκιδών ήταν ένα από τα Ελληνιστικά κράτη που προήλθαν ύστερα από την κατάτμηση της αυτοκρατορίας των κτήσεων του Αλεξάνδρου του Μέγα, από τους Επιγόνους. Το κράτος που περιήλθε στον Σέλευκο τον Α΄ εκ του οποίου και έλαβε το όνομα αναπτύχθηκε τελικά σε ολόκληρη αυτοκρατορία που περιλάμβανε την κεντρική Ανατολία, την Μεσοποταμία, την Φοινίκη, την Ιουδαία, την Παλαιστίνη, την Περσία, το Τουρκμενιστάν, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Παμίρ και την Πενταποταμία (Παντζάμπ, Ινδία). Διήρκεσε από το 312 μέχρι και το 64 π.Χ..

Αρχικά ο Σέλευκος ανέλαβε σατράπης της Βαβυλώνας. Όμως το 316 αναγκάσθηκε να την εγκαταλείψει, όταν ο Αντίγονος Α΄ του έκανε έλεγχο επί των προσόδων της περιοχής. Τότε αντιδρώντας ο Σέλευκος συμμάχησε με τους Κάσσανδρο Λυσίμαχο και Πτολεμαίο κατά του Αντιγόνου. Οι δε κάτοικοι της περιοχής ενθυμούμενοι την άριστη συμπεριφορά του, από την περίοδο της σατραπείας του, έσπευσαν και συστρατεύθηκαν μαζί με τον Σέλευκο όπου και το 312 π.Χ. ανακατέλαβε την Βαβυλώνα. Από τότε αρχίζει και ουσιαστικά ν΄ αναπτύσσεται το Βασίλειο των Σελευκιδών που έφθασε στη πλήρη ακμή του να είναι ολόκληρη αυτοκρατορία.

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Δυναστεία των Σελευκιδών

Αυτή η σελίδα εμφανίζει την γενεαλογία της δυναστείας των Σελευκιδών, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε τη Συρία, καθώς και άλλα μέρη της Ασίας, 305 έως 64 π.Χ..

Ιστορία των Εβραίων στην Ελλάδα

Οι οργανωμένες εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα έχουν ιστορία δύο και πλέον χιλιετιών. Η παλαιότερη και πλέον χαρακτηριστική ομάδα που κατοίκησε στη χώρα είναι οι Ρωμανιώτες. Πρακτικά, όμως, στη σύγχρονη εποχή ως Έλληνας Εβραίος (ή Ελληνοεβραίος) νοείται οποιοσδήποτε Έλληνας ανήκει στην ιουδαϊκή θρησκεία ή έχει εβραϊκή καταγωγή και κατοικεί ή ανάγεται (ως προς την προέλευση) σε περιοχή της σύγχρονης Ελλάδας.

Εκτός από τους Ρωμανιώτες, η Ελλάδα υπήρξε το ιστορικό κέντρο μιας άλλης μεγάλης ομάδας Εβραίων, των Σεφαραδιτών, η δε Θεσσαλονίκη αποκλήθηκε στο παρελθόν «μητέρα του Ισραήλ» (εβρ. ir v’em beyisrael).

Οι Έλληνες Εβραίοι συνέβαλαν στους τομείς της μεταποίησης και του εμπορίου κατά τη Βυζαντινή και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Η παρουσία τους στην Ελλάδα υπέστη συντριπτικό πλήγμα από την ερήμωση που επέφερε το Ολοκαύτωμα κατά το διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα. Αυτό που στην πραγματικότητα ήταν γενοκτονία, παρουσιάστηκε ως εκτοπισμός των Εβραϊκών πληθυσμών και είδε τους υπόλοιπους Έλληνες να μοιράζονται σε συνεργάτες των Γερμανών και κρυφούς προστάτες των Ελλήνων Εβραίων. Οι εναπομείναντες Έλληνες Εβραίοι ζουν σήμερα αρμονικά με τους υπόλοιπους Έλληνες, υπάρχει δε αμοιβαία συνεργασία στην καταπολέμηση των όποιων κρουσμάτων αντισημιτισμού στην Ελλάδα.

Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Ζ΄ Φιλοπάτωρ (Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου 30 π.Χ.), γνωστή στην ιστορία απλώς ως Κλεοπάτρα, ήταν αρχαία Ελληνίδα βασίλισσα και η τελευταία ενεργή βασίλισσα της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Μετά τη βασιλεία της, η Αίγυπτος έγινε επαρχία της νεοϊδρυθείσας τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κλεοπάτρα ήταν αρχαία Ελληνίδα και όχι Αιγύπτια όπως πολλοί νομίζουν. Ήταν μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο γιος της Πτολεμαίος ΙΕ΄ Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί. Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ΄ σηματοδοτεί το τέλος της ελληνιστικής και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρόλο που ήταν ικανή και δαιμόνια μονάρχης, έμεινε διάσημη κυρίως γιατί κατόρθωσε να γοητεύσει δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής της, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και για την ομορφιά και το τραγικό της τέλος. Χάρη στη φιλοδοξία και την προσωπική της γοητεία επηρέασε καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας.

Κυρήνη

Η Κυρήνη στην αρχαιότητα ήταν ελληνική αποικία στη Βόρεια Αφρική. Ιδρύθηκε το 630 π.Χ. από τους Θηραίους με αρχηγό τον Βάττο Αριστοτέλη, ενώ πήρε το όνομα της από την πηγή Κύρη, που ήταν αφιερωμένη στο θεό Απόλλωνα. Γρήγορα αναπτύχθηκε κι εξελίχτηκε σε κέντρο του ελληνικού πολιτισμού στη Βόρεια Αφρική, ενώ αποτελούσε επίσης μεγάλο εμπορικό κέντρο. Τον 3ο αιώνα π.Χ., στην πόλη ιδρύθηκε η φιλοσοφική Σχολή της Κυρήνης από τον Αρίστιππο, μαθητή του Σωκράτη.

Η πόλη, που βρίσκεται στην κοιλάδα Jebel Akhdar, έδωσε στην ανατολική περιοχή της Λιβύης το όνομα Κυρηναϊκή, το οποίο παρέμεινε μέχρι σήμερα. Η Κυρήνη αποτελεί από το 1982 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Λυσίμαχος

Ο Λυσίμαχος (361 ή 355 - 281) από τη Δυναστεία των Λυσιμαχιδών ήταν ένας από τους σωματοφύλακες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατόπιν ένας από τους διαδόχους του, ο οποίος έγινε βασιλιάς της Θράκης, της Μακεδονίας και μέρους της Μικράς Ασίας μέχρι το θάνατο του στη μάχη του Μάχη του Κουροπεδίου.

Παρθία

Η Παρθία (αρχαία ελληνικά: Παρθυηνή (Parthyēnḗ), ή Παρθυαία ή αρχαία περσικά: Παρθάβα (Parθava), λατινικά: Parthia, κοινή ελληνική: Παρθία, αγγλικά: Parthyene ή Parthyaea ή Parthava ή Parthia, περσικά: پارت ή پرثوه ή پهلو) ονομάζονταν περιοχή κατά την αρχαία εποχή που βρισκόταν στη σημερινή περιοχή Χορασάν, στο βορειοανατολικό άκρο, της Περσίας (σημερινό Ιράν).

Κάτοικοί της ήταν οι Πάρθοι που ανέπτυξαν την Παρθική Αυτοκρατορία από το 247 π.Χ. μέχρι το 224 μ.Χ. Με το όνομα Παρθάβα εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σ΄ επιγραφή του Αχαιμενίδη Βασιλιά Δαρείου του Α' στο Μπεχιστούν, περίπου το 520 π.Χ. που όμως κατά τους ιστορικούς αυτό το όνομα πιθανόν να είναι η απόδοση σε τοπική διάλεκτο του ονόματος Πέρσα (Περσία - περσικός).

Κατά τους χρόνους της δυναστείας των Αχαιμενιδών η Παρθία αποτελούσε Σατραπεία του Μεγάλου Βασιλέως. Για τους χρόνους αυτούς δεν είναι τίποτε γνωστό. Όμως στην εποχή του Μ. Αλεξάνδρου, στην Ελληνιστική περίοδο η Παρθία φαίνεται πως είχε ενωθεί με την Υρκανία (σημερινό Γκοργκάν του Ιράν) που αποτέλεσε επαρχία του Βασιλείου των Σελευκιδών. Τότε κτίστηκαν πολλές ελληνιστικές αποικίες, όπως η Εκατόμπυλος, η Ευμένεια, η Καλλιόπη, η Μυσία, οι Φερές και άλλες. Σκοπός ήταν η αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων. Μάλιστα κατά την εποχή του Σελεύκου Α' (312-281 π.Χ.), αλλά και κατά του Αντιόχου Α' του Σωτήρα στην Παρθία εγκαταστάθηκαν οι νομάδες Πάρνι (ή και Απάρνι) που προέρχονταν από την κεντρική Ασία. Οι νομάδες αυτοί αφομοιώθηκαν τελικά από τον αυτόχθονα πληθυσμό του οποίου και υιοθέτησαν την παρθική γλώσσα.

Πρώτη πρωτεύουσα της Χώρας ήταν πιθανώς η Δάραδα, η σημερινή Αμπιβάρντ, και μεταγενέστερη η Εκατόμπυλος, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό Νταμγκάν.

Η Παρθία βρισκόταν ακριβώς πάνω στους μεγάλους τότε εμπορικούς δρόμους ανάμεσα στην Ασία και τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο, ο έλεγχος των οποίων έδωσε τη δυνατότητα στους Πάρθους να δημιουργήσουν Αυτοκρατορία υπό τη Δυναστεία των Αρσακιδών μέχρι το 224 μ.Χ. όταν ο τοπικός διοικητής Αρδασίφ της νότιας Παρθίας επαναστάτησε και ίδρυσε την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών.

Πειρατεία στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο

Η πειρατεία στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο αποτελεί την αρχαιότερη καταγεγραμμένη εμφάνιση του φαινομένου της πειρατείας, δηλαδή της καταλήστευσης πλοίων και πόλεων από ένοπλες ναυτικές ομάδες. Ξεκινώντας από αλασγικές, αιγυπτιακές και ουγκαριτικές πηγές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, περνώντας απ' τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη και φτάνοντας ως το Λίβιο και τον Πλούταρχο, οι περισσότεροι συγγραφείς της αρχαιότητας ασχολήθηκαν με τα έργα και τις ημέρες των πειρατών.

Δεν είναι όμως μόνο οι καταγραφές. Θεωρείται βέβαιο ότι η Μεσόγειος Θάλασσα υπήρξε ο πρώτος ευρύς γεωγραφικός χώρος που η πειρατεία απέκτησε μαζικά χαρακτηριστικά. Ως μέθοδος προσπορισμού υλικού πλούτου και δούλων, αξιοποιήθηκε από σχεδόν όλους τους λαούς που κατοίκησαν τις ακτές της κατά την αρχαιότητα: από τους προϊστορικούς Λαούς της Θάλασσας και τους Ετρούσκους μέχρι τους Ιλλυριούς και τους Κίλικες των τελευταίων προχριστιανικών αιώνων, ακόμη και τους Έλληνες που μαζί με τον κλασικό πολιτισμό γέννησαν κάποιους από τους φοβερότερους πειρατές του τότε γνωστού κόσμου. Ενίοτε η ηγεμονία κάποιων δυνάμεων σε ευρύτερα τμήματα της θάλασσας (Αιγύπτιοι, Μινωίτες, Αθηναίοι) περιόριζε προσωρινά τις πειρατικές δραστηριότητες, αλλά αυτό επ' ουδενί σήμαινε την εξάλειψή τους. Η πλήρης καταστολή του φαινομένου επιτεύχθηκε μόλις τον 1ο αι. π.Χ. από τους Ρωμαίους με το Γαβίνειο Νόμο, ήταν δε αποτέλεσμα διπλής ωρίμανσης: στρατιωτικής, αφού μόνο τότε κάποιο κράτος κατέκτησε τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβάλει το νόμο του σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, και πολιτικής με τη μετατροπή της Μεσογείου σε ρωμαϊκή θάλασσα.

Πρώτος Κρητικός Πόλεμος

Ο Πρώτος Κρητικός Πόλεμος (205 π.Χ. έως 200 π.Χ.) ήταν εμπόλεμη σύρραξη, που έφερε αντιμέτωπους τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε΄, την Αιτωλική Συμπολιτεία, πολυάριθμες πόλεις της Κρήτης (από τις οποίες οι πιο αξιόλογες ήταν οι πόλεις Ολούς και Ιεράπυτνα) και η Σπάρτη από τη μία πλευρά, με τις δυνάμεις της Ρόδου από την άλλη, με την οποία αργότερα συμμάχησε ο Άτταλος Α΄ της Περγάμου, το Βυζάντιο, η Κύζικος, η Αθήνα και η Κνωσός.

Το 205 π.Χ., ολοκληρώθηκε ο Πρώτος Μακεδονικός Πόλεμος ενάντια στη Ρώμη. Επιθυμώντας να πάρει τον έλεγχο του συνόλου του ελληνικού κόσμου και επωφελούμενος του γεγονότος ότι οι Ρωμαίοι ήταν απασχολημένοι σε πόλεμο κατά της Καρχηδόνας, ο Φίλιππος συμμάχησε με την Αιτωλική Συμπολιτεία και την Σπάρτη με στόχο την υποταγή της Ρόδου, της κυριότερης αντιπάλου του. Συμμάχησε επίσης και με αρκετές σημαντικές κρητικές πόλεις, ανάμεσα στις οποίες η Ιεράπυτνα και η Ολούς. Με τον στόλο και την οικονομία των Ροδίων κατεστραμμένα από την δραστηριότητα του σπαρτιατικού στόλου, ο Φίλιππος υπολόγιζε πως θα νικούσε εύκολα. Προκειμένου να επιτύχει ευκολότερα τους στόχους του, συμμάχησε επίσης με τον βασιλιά των Σελευκιδών, Αντίοχο Γ΄ τον Μέγα, ενάντια στον βασιλιά της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, Πτολεμαίο Ε΄. Έχοντας ολοκληρώσει τις προετοιμασίες αυτές, ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά πόλεων της Θράκης και της Προποντίδα που ήταν σύμμαχοι της Ρόδου και του Πτολεμαίου. Το 202 π.Χ., η Ρόδος και οι σύμμαχοί της, Πέργαμος, Κύζικος και Βυζάντιο, ένωσαν τους στόλους τους και νίκησαν τον Φίλιππο στη Ναυμαχία της Χίου. Λίγους μήνες μετά, ο μακεδονικός στόλος με τη σειρά του αναδείχτηκε νικητής στη Ναυμαχία της Λάδης. Όσο όμως ο Φίλιππος ήταν απασχολημένος με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα εδάφη της Περγάμου, ο βασιλιάς της, Άτταλος Α΄, μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να προκαλέσει αντιπερισπασμό. Πέτυχε να έρθει σε συμφωνία με τους Αθηναίους, οι οποίοι κήρυξαν αμέσως τον πόλεμο στον Φίλιππο, ο οποίος επιτέθηκε κατά της Αθήνας με τον στόλο και το πεζικό του. Στο μεταξύ, οι Ρωμαίοι τον προειδοποίησαν πως αν δεν απέσυρε τις δυνάμεις του θα εμπλέκονταν και πάλι στη διαμάχη. Ο Φίλιππος γνώρισε νέα ήττα από το συνασπισμένο στόλο των Ροδίων και της Περγάμου, αφού όμως πρώτα κατέλαβε την Άβυδο, πόλη του Ελλησπόντου. Η πόλη έπεσε μετά από μακρά πολιορκία και η πλειονότητα των κατοίκων της αυτοκτόνησε.

Επιτιθέμενος και πάλι κατά της Αθήνας το 200 π.Χ., ο Φίλιππος απέρριψε de facto το τελεσίγραφο των Ρωμαίων που τον προειδοποιούσε να σταματήσει να επιτίθεται κατά των πόλεων της νότιας Ελλάδας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο της Ρώμης στον πόλεμο την ίδια χρονιά. Με τον τρόπο αυτό ο Κρητικός Πόλεμος φτάνει στο τέλος του, παραχωρώντας τη θέση του στον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 197 π.Χ. με τη συντριπτική νίκη των Ρωμαίων στις Κυνός Κεφαλές. Οι όροι της Συνθήκης των Τεμπών ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, καθώς ο Φίλιππος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει όλες τις πόλεις της νότιας Ελλάδας που είχε υπό την κατοχή του, να παραδώσει ολόκληρο τον στόλο του, να αποστείλει τον γιο του, Δημήτριο, στη Ρώμη ως όμηρο και να πληρώσει μια τεράστια πολεμική αποζημίωση.

Πτολεμαίος Α΄ Σωτήρ

Ο Πτολεμαίος Α΄ ο Λάγου, ή Πτολεμαίος ο Λαγίδης (367 π.Χ. - 282 π.Χ.) ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου καθώς και μέλος της σωματοφυλακής του, σατράπης (323 π.Χ.-305 π.Χ.) και βασιλιάς της Αιγύπτου (304 π.Χ.-283 π.Χ.), γνωστός με το χαρακτηρισμό «Σωτήρ», και ιδρυτής της Πτολεμαϊκής Δυναστείας των Λαγιδών (323 π.Χ.-30 μ.Χ.).

Ήταν γιος της της Αρσινόης της Μακεδονίας από ευγενή οικογένεια της Μακεδονίας της περιοχής της Εορδαίας, αγνώστου όμως πατρός. Εικάζεται ότι ίσως ήταν υιός ή θετός υιός του Λάγου ή ετεροθαλής αδελφός του Αλεξάνδρου του Μέγα και υιός του Φιλίππου Β΄ του Μακεδόνα.

Από την παιδική του ηλικία ήταν ένας από τους πιο στενούς φίλους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον οποίον ακολούθησε σε όλες του τις εκστρατείες. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., έγινε κατανομή των επαρχιών στην Βαβυλώνα και ο Πτολεμαίος ανέλαβε τη διοίκησιν της Αιγύπτου.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πύρρος Α΄ (Pyrrhus I), ή Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν βασιλιάς των Μολοσσών, που κατοικούσε στην Ήπειρο, καθώς κι ένας από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης . Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου του Μέγα, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτωντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης.

Σέλευκος Α΄ Νικάτωρ

Ο Σέλευκος Α' Νικάτωρ (358 π.Χ. ή 353 π.Χ. – 281 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Αλέξανδρου του Μέγα, ιδρυτής της δυναστείας των Σελευκιδών, που βασίλεψε στο Ασιατικό τμήμα της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας.

Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας

Ο Φίλιππος Ε' (238 π.Χ. – 179 π.Χ.) έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του, που σφράγισαν την ιστορία όλου του Ελληνισμού στους επόμενους πέντε αιώνες, εφόσον από αυτές άρχισε η επικυριαρχία της Ρώμης στην Ελληνική Ανατολή. Συμμάχησε με τους Καρχηδονίους κατά τον Β΄ Καρχηδονιακό πόλεμο (218-201), με στόχο να εκδιώξει τους Ρωμαίους από τα παράλια της Ιλλυρίας και διεξήγαγε εναντίον της Ρώμης και της Αιτωλικής Συμπολιτείας τον Α΄ Μακεδονικό πόλεμο (215-205). Στη συνέχεια συμμάχησε με τον Αντίοχο Γ΄τον Μέγα της Συρίας εναντίον του Πτολεμαίου Ε΄ της Αιγύπτου.

Ελληνιστικά βασίλεια στην κεντρική Ασία
Μακεδονική αυτοκρατορία Αυτοκρατορία των Σελευκιδών Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής Ινδοελληνικό βασίλειο Μη ελληνικά ελληνιστικά βασίλεια[σημειώσεις 1]
περιοχές[σημειώσεις 2]/
ημερομηνίες
δυτική Βακτρία ανατολική Βακτρία Παροπαμισάδες Αραχωσία Γανδάρα δυτική Πενταποταμία (Παντζάμπ) ανατολική Πενταποταμία Μαθούρα[σημειώσεις 3] Φεργκάνα
326-323 π.Χ. Μακεδονική αυτοκρατορία, Προσάρτηση από τον Μέγα Αλέξανδρο Alexander the Great India coin.jpg
323-312 π.Χ. Πόλεμοι των διαδόχων

(τυπικά βασιλείς οι Φίλιππος Αρριδαίος και ο Αλέξανδρος Δ´)

Περδίκκας / Πείθων / Αντίγονος ο Μονόφθαλμος / Σέλευκος Νικάτωρ

312 π.Χ. Ίδρυση της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών με την διάσπαση της Μακεδονικής αυτοκρατορίας να αρχίζει να μονιμοποιείται σε ξεχωριστά βασίλεια

Σέλευκος Νικάτωρ SeleucusCoin.jpg

305 π.Χ. Αυτοκρατορία των Σελευκιδών μετά την παραχώρηση εδαφών στους Μαουρύα
280 π.Χ. Ίδρυση του Άι-Χανούμ

Αντίοχος Α΄ Σωτήρ Antiochos I Tetradrachm 620447.jpg

261 π.Χ. Αντίοχος Β΄ Θεός AntiochusII.jpg
255–239 π.Χ. Απόσχιση των περιοχών από τους Σελευκίδες, ίδρυση του ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής
Διόδοτος Α´ Gold coin of Diodotos I of Bactria.jpg
239–223 π.Χ. Διόδοτος Β´Coin of Diodotos II.jpg
230–200 π.Χ. Ευθύδημος Α´EuthydemusMedailles.jpg
200–190 π.Χ. Βάσεις του ινδοελληνικού βασιλείου

Δημήτριος Α΄ ο ΑνίκητοςDemetriusCoin.jpg

190-185 π.Χ. Ευθύδημος Β´ Euthydemos II Circa 185-180 BC.jpg
190–180 π.Χ. Αγαθοκλής Coin of the Bactrian king Agathokles.jpg Πανταλέων Coin of King Pantaleon.jpg
185–170 π.Χ. Αντίμαχος Α´ ΘεόςAntimachusMedaille.jpg
180–160 π.Χ. Απολλόδοτος Α´ Coin of Indo-Greek king Apollodotos I.jpg
175–170 π.Χ. Δημήτριος Β´Coin of the Baktrian king Demetrios II.jpg
160–155 π.Χ. Αντίμαχος Β´ ΝικηφόροςCoin of Antimachus II.jpg
170–145 π.Χ. Ευκρατίδης Monnaie de Bactriane, Eucratide I, 2 faces.jpg
155–130 π.Χ. Εισβολή των Γιουεζί
απώλεια του Άι-Χανούμ
Ευκρατίδης Β´ Coin of Eukratides II.jpg

Πλάτων Plato Tetradrachm MZ.jpg

Ηλιοκλής Α´ HelioclesCoin.jpg

Εισχώρηση έως την βορειοκεντρική Ινδία

Μένανδρος Α´Menander Alexandria-Kapisa.jpg

Νταγιουάν

(άγνωστοι ηγεμόνες, το βασίλειο περιγράφεται από κινεζικές πηγές)

130–120 π.Χ. Απώλεια εδαφών από τους Γιουεζί Ζώιλος Α´ ο ΔίκαιοςZoilos I the Just bilingual coin.jpg ΑγαθόκλειαCoin of Agathokleia.jpg
120–110 π.Χ. Λυσίας ο Ανίκητος Coin of Lysias.jpg Στράτων Α΄ ο ΕπιφανήςCoin of Agathokleia & Strato.jpg
110–100 π.Χ. ΑντιαλκίδαςCoin of Antialcidas.jpg Ηλιοκλής Β´ ο ΔίκαιοςCoin of Heliocles II.jpg
100 π.Χ. Πολύξενος Επιφανής Σωτήρ Coin of Indo-Greek king Polyxenos.jpg Δημήτριος Γ´ ο Ανίκητος Demetrios III Aniketos.jpg Κατάλυση από τους Κινέζους της δυναστείας των Χαν
100–95 π.Χ. Φιλόξενος ο Ανίκητος Coin of Philoxenos.jpg
95–90 π.Χ. Διομήδης Coin of Diomedes Soter.jpg Αμύντας Coin of Amyntas Nicator.jpg Έπανδρος Coin of Epander.jpg
90 π.Χ. Θεόφιλος Coin of Indo-Greek king Theophilos Dikaios.jpg Πευκόλαος Peukolaos coin.jpg Θράσων Thraso coin simulation.jpg
90–85 π.Χ. Νικίας Coin of Indo-Greek king Nikias Soter.jpg Μένανδρος Β´ Coin of Menander Dikaiou.jpg Αρτεμίδωρος Coin of Artimedoros.jpg
90–70 π.Χ. Ερμαίος HermaeusCoin.jpg Αρχίβιος Coin of Indo-Greek king Archebios.jpg
85 - 60 π.Χ. Απώλεια εδαφών από τους Γιουεζί Κατάκτηση από τον Μαύη Coin of Maues.jpg (Ινδοσκύθες)
75–70 π.Χ. Βονώνης Vonones with Spalahores.jpg(ινδοσκύθες) Τήλεφος Coin of Telephos.jpg Απολλόδοτος Β´ Coin of Appollodotos II.jpg
65–55 π.Χ. Σπαλιρίσης Coin of Spalirises.jpg

(ινδοσκύθες)

Ιππόστρατος Coin of Hippostratos.jpg Διονύσιος Dyonisos coin.jpg
55–35 π.Χ. Άζης Α´ Whitehead Coins of the Punjab Museum Plate XI Azes Demeter and Hermes.jpg (Ινδοσκύθες) Ζώιλος Β´ ZoilosIICoin.JPG
55–35 π.Χ. Βιτζαϊμίτρα Apracharajas Vijayamitra.jpg / Αζιλίσης Coin of Azilises.jpg (Ινδοσκύθες) Απολλοφάνης Coin of Apollophanes.jpg
25 π.Χ. – 10 μ.Χ. Γονδοφάρης Gondophares.jpg

(Πάρθες)

Ζειονίσης Coin of Zeionises.jpg

(Ινδοσκύθες)

Χαραχώστης Kharahostes Northern Satrap with Azes and Tyche Nandipada behind king.jpg

(Ινδοσκύθες)

Στράτων Β´ Coin of Strato II.jpg
10 μ.Χ. Γονδοφάρης Gondophares.jpg (Πάρθες) Ζώιλος Γ´ ή Μπχανταγιάσα Bhadrayasha coin.jpg
10 - 20 μ.Χ. Ρατζουβούλα Rajuvula coin Northern Satrap with Greek legend and Athena Alkidemos.jpg

(Ινδοσκύθες)

30 - 80 μ.Χ. Κοζούλα Καδφίζης Coin of the Kushan king Kujula Kadphises.jpg (αυτοκρατορία των Κουσανιτών Γιουεζί) Μπχανταγιάσα Bhadrayasha coin.jpg (Ινδοσκύθες)
περιοχές/
ημερομηνίες
δυτική Βακτρία ανατολική Βακτρία Παροπαμισάδες Αραχωσία Γανδάρα δυτική Πενταποταμία (Παντζάμπ) ανατολική Πενταποταμία Μαθούρα Φεργκάνα
Μακεδονική αυτοκρατορία Αυτοκρατορία των Σελευκιδών Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής Ινδοελληνικό βασίλειο Μη ελληνικά ελληνιστικά βασίλεια

Σημειώσεις πίνακα

  1. Με χρήση της ελληνικής γλώσσας στα νομίσματα και στην διοίκηση για μερικές δεκαετίες. Ινδοσκύθες, Ινδοπάρθες, Κοσσανούς, και Νταγιουάν.
  2. Όσμουντ Μποπεαράχτσι, "Monnaies gréco-bactriennes et indo-grecques, Catalogue raisonné", Bibliothèque Nationale, Paris, 1991, σελ.453
  3. History of Early Stone Sculpture at Mathura: Ca. 150 BCE - 100 CE, Sonya Rhie Quintanilla, BRILL, 2007, σελ.9
Αρχαία Ελλάδα

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.