Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Εβραϊκή γλώσσα
עברית και עברית חדשה‎
ΤαξινόμησηΑφροασιατική
Σύστημα γραφήςεβραϊκό αλφάβητο
Κατάσταση
Επίσημη γλώσσαFlag of Israel.svg Ισραήλ
Αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσαFlag of Poland.svg Πολωνία
ΡυθμιστήςΑκαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα (האקדמיה ללשון העברית HaAqademia LaLashon Ha‘Ivrit)
ISO 639-1he
ISO 639-2heb
ISO 639-3heb
SILHBR

Ιστορία

Ο όρος Εβραϊκή γλώσσα αναφέρεται σε μία από τις διάφορες διαλέκτους της Χαναανικής. Η Εβραϊκή (Ισραήλ) και η Μωαβιτική (Ιορδανία) αποκαλούνται Νότιες Χαναανικές διάλεκτοι, ενώ η Φοινικική (Λίβανος) αποκαλείται Βόρεια Χαναανική διάλεκτος. Η Χαναανική συγγενεύει στενά με την Αραμαϊκή και, σε μικρότερο βαθμό, με τη Νοτιο-Κεντρική Αραβική. Ενώ οι άλλες χαναανικές διάλεκτοι έχουν εκλείψει, η Εβραϊκή επιβίωσε.

Ως ομιλουμένη γλώσσα η Εβραϊκή άκμασε στο Ισραήλ από τον 10 αι. π.Χ. μέχρι λίγο πριν από τη Βυζαντινή περίοδο (3ος ή 4ος αι. μ.Χ.). Κατόπιν η Εβραϊκή παρέμεινε γραπτή γλώσσα ως τη σύγχρονη εποχή, οπότε αναβίωσε ως ομιλουμένη γλώσσα τον 19ο αιώνα.

Η λέξη Εβραϊκά ή εβραϊστί (‘ivrit) δεν χρησιμοποιείται για τη γλώσσα παρά μόνο κατά την ελληνιστική περίοδο. Στη Βίβλο συναντούμε συνήθως τη λέξη yĕhûdît «ιουδαϊστί».

Η Εβραϊκή ως ξεχωριστή Χαναανική διάλεκτος

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία της μη Βιβλικής Εβραϊκής ως διακριτής γλώσσας, το ημερολόγιο της Γεζέρ, ανάγεται στον 10ο αι. (περ. 925 π.Χ.) κατά την έναρξη της Μοναρχικής Περιόδου, τον καιρό των βασιλέων Δαβίδ και Σολομώντα. Το ημερολόγιο αυτό, το οποίο εντάσσεται στην περίοδο της Αρχαίας Βιβλικής Εβραϊκής, παρουσιάζει έναν κατάλογο εποχών και σχετικών αγροτικών εργασιών, γραμμένο σε επτά οριζόντιες και μία κάθετη γραμμή. Το ημερολόγιο αυτό οφείλει το όνομά του στην πόλη κοντά στην οποία βρέθηκε και είναι γραμμένο σε αρχαία σημιτική γραφή, συγγενή προς τη Φοινικική, η οποία μέσω των Ελλήνων και των Ετρούσκων εξελίχθηκε στο λατινικό αλφάβητο. Το ημερολόγιο της Γεζέρ είναι γραμμένο χωρίς φωνήεντα και δεν χρησιμοποιεί σύμφωνα που υπονοούν φωνήεντα ακόμη και στις θέσεις όπου η κατοπινή εβραϊκή γραφή απαιτεί κάτι τέτοιο.

Silwan-inscr
Το επίθυρο της Σεβνά, από τον τύμβο ενός βασιλικού ακολούθου που βρέθηκε στη Σιλωάμ, χρονολογείται τον 7ο αιώνα π.Χ.

Αρκετές παλαιότερες πινακίδες έχουν βρεθεί στην περιοχή με παρόμοιες γραφές σε άλλες σημιτικές γλώσσες, παραδείγματος χάριν στην Πρωτοσιναϊτική. Εικάζεται ότι τα αρχικά σχήματα της γραφής ανάγονται στην ιερογλυφική γραφή των αρχαίων Αιγυπτίων, αν και η φωνητική αξία τους έχει καθοριστεί από την ακροφωνική αρχή. Ο κοινός πρόγονος τής Εβραϊκής και της Φοινικικής, η Χαναανική γλώσσα, ήταν πιθανώς η πρώτη που χρησιμοποίησε σημιτικό αλφάβητο διακριτό από το αιγυπτιακό.

Μια αρχαία μαρτυρία είναι η διάσημη Μωαβιτική Λίθος (περ. 830 π.Χ.), γραμμένη στη μωαβιτική διάλεκτο, στην οποία αναφέρεται ο Μωαβίτης βασιλιάς Μησά καυχώμενος για τις νίκες του επί των Ισραηλιτών. Η Επιγραφή του Σιλωάμ, κοντά στην Ιερουσαλήμ, αποτελεί πρώιμο δείγμα Εβραϊκής. Βρέθηκε στον αγωγό που έκτισε ο βασιλιάς Εζεκίας κάτω από την πόλη του Δαβίδ, προκειμένου να υδροδοτηθεί η Δεξαμενή του Σιλωάμ. Λιγότερο παλαιά δείγματα αρχαϊκής Εβραϊκής περιέχουν τα όστρακα που βρέθηκαν κοντά στη Λαχίς, τα οποία καταγράφουν γεγονότα πριν από την τελική κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόσορα Β΄ και τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία τον 6ο αιώνα π.Χ.

Κλασική Εβραϊκή

Penteteuch
Η Βιβλική Εβραϊκή όπως απαντά στο κείμενο των Δέκα Εντολών, Έξοδος 20:1-5, με εμφανή τη μασοριτική σήμανση στο περιθώριο (British Library Oriental MS. 4,445)

Υπό ευρύτερη έννοια, Κλασική Εβραϊκή ονομάζεται η ομιλουμένη γλώσσα της αρχαίας γης του Ισραήλ, η οποία ήκμασε μεταξύ τού 10ου αι. π.Χ. και της αρχής του 4ου αι. μ.Χ. Περιλαμβάνει διάφορες διαλέκτους. Οι φάσεις της Κλασικής Εβραϊκής συχνά κατονομάζονται με βάση σημαντικά γραπτά κείμενα που συνδέονται με αυτές.

  • Αρχαϊκή Βιβλική Εβραϊκή (10ος – 6ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ της Μοναρχικής Περιόδου και της Βαβυλωνιακής Εξορίας, παρουσιάζεται δε σε ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου (Τανάκ), κυρίως στο Άσμα του Μωυσή (Έξοδος, κεφ. 15) και στο Άσμα της Δεβόρρας (Κριταί, κεφ. 5). Αποκαλείται επίσης Παλαιά Εβραϊκή ή Παλαιοεβραϊκή. Χρησιμοποιούσε μια μορφή χαναανικής γραφής.
  • Βιβλική Εβραϊκή (περί τον 6ο αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα της Βαβυλωνιακής Εξορίας και αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον κύριο όγκο της Εβραϊκής Βίβλου που διαμορφώθηκε τότε. Αποκαλείται επίσης Κλασική Βιβλική Εβραϊκή (ή Κλασική Εβραϊκή, υπό στενή έννοια). Υιοθέτησε την αυτοκρατορική αραμαϊκή (συριακή) γραφή.
  • Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή (περ. 6ος – 4ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στην περσική περίοδο και αντιπροσωπεύεται από ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου, κυρίως τα βιβλία του Έσδρα και του Νεεμία.
  • Εβραϊκή των κειμένων τής Νεκράς Θαλάσσης (3ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο πριν από την καταστροφή του Ναού της Ιερουσαλήμ και αντιπροσωπεύεται από τους κυλίνδρους του Κουμράν, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα (αλλά όχι το σύνολο) των κυλίνδρων της Νεκράς Θαλάσσης. Μερικές φορές αποκαλείται Εβραϊκή του Κουμράν. Η αυτοκρατορική αραμαϊκή γραφή των πρωιμότερων κυλίνδρων (3ος αι. π.Χ.) εξελίχθηκε στην τετράγωνη εβραϊκή γραφή των ύστερων κυλίνδρων (1ος αι. μ.Χ.), η οποία είναι εν χρήσει σήμερα.
  • Μισναϊκή Εβραϊκή (1ος – 3ος ή 4ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στη ρωμαϊκή περίοδο μετά την καταστροφή του Ναού στην Ιερουσαλήμ και αντιπροσωπεύεται από τον κύριο όγκο του Μισνά και της Τοσεφτά (του Ταλμούδ), καθώς και από τα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης, όπως οι Επιστολές του Μπαρ Κοχβά και ο Χαλκούς Κύλινδρος. Αποκαλείται επίσης Ταναϊτική Εβραϊκή ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή.

Μερικές φορές οι ανωτέρω φάσεις της ομιλουμένης Κλασικής Εβραϊκής διακρίνονται απλουστευτικά σε «Βιβλική Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 10ο αι. ως τον 2ο αι. π.Χ., καθώς και ορισμένα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης) και «Μισναϊκή Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 3ο αι. π.Χ. ως τον 3ο αι. μ.Χ., καθώς και ορισμένα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης). Σήμερα, εντούτοις, οι περισσότεροι Εβραίοι γλωσσολόγοι ταξινομούν την Εβραϊκή των κυλίνδρων της Νεκράς Θαλάσσης ως σύνολο διαλέκτων που προέκυψαν από την Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή και εξελίχθηκαν στη Μισναϊκή Εβραϊκή, περιλαμβάνοντας έτσι στοιχεία από αυτές αλλά με σαφή διάκριση και από τις δύο. Κατά την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου τον 4ο αι. μ.Χ., η Κλασική Εβραϊκή παύει πλέον να είναι ομιλουμένη γλώσσα, περίπου έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του Μισνά, ευρισκόμενη προφανώς σε παρακμή ως συνέπεια του καταστροφικού πολέμου της Μπαρ Κοχβά κατά το 135 μ.Χ.

Ραββινική Εβραϊκή

Ο όρος Ραββινική Εβραϊκή αναφέρεται γενικά στις εβραϊκές διαλέκτους που περιέχονται στο Ταλμούδ, αν εξαιρέσουμε τις παραθέσεις από την Εβραϊκή Βίβλο. Οι διάλεκτοι αυτές συναποτελούν τη Μισναϊκή Εβραϊκή (ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή), η οποία ήταν ομιλουμένη γλώσσα, και την Ύστερη Ραββινική Εβραϊκή, η οποία ήταν γραφομένη γλώσσα.

Το πρωιμότερο τμήμα του Ταλμούδ είναι το Μισνά, το οποίο εμφανίστηκε κατά το 200 μ.Χ. και είναι γραμμένο σε πρώιμη Μισναϊκή διάλεκτο. Το Ταλμούδ περιλαμβάνει επιπρόσθετα την Τοσεφτά με κείμενα αυτής της διαλέκτου, η οποία συναντάται επίσης σε ορισμένους χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης. Θεωρείται ότι η Μισναϊκή Εβραϊκή υπήρξε μία από τις υποδιαιρέσεις της Κλασικής Εβραϊκής και ότι λειτούργησε ως ζωντανή γλώσσα στη γη του Ισραήλ.

Έναν περίπου αιώνα μετά την εμφάνιση του Μισνά, η Μισναϊκή Εβραϊκή περιέπεσε σε αχρησία ως ομιλουμένη γλώσσα. Το ύστερο τμήμα του Ταλμούδ, η Γκεμαρά, περιέχει σχόλια επί του Μισνά και της Τοσεφτά στην Αραμαϊκή. Παρ’ όλα αυτά, η Εβραϊκή επιβίωσε ως τελετουργική και γραφομένη γλώσσα με τη μορφή της ύστερης Ραββινικής Εβραϊκής, η οποία μερικές φορές συναντάται στο κείμενο της Γκεμαρά.

Στο παρελθόν πιστευόταν ότι η Ραββινική Εβραϊκή δεν ήταν εν χρήσει στον κοινό λαό, αλλά αποτελούσε λόγια κατασκευή υπό την επίδραση της Αραμαϊκής. Εντούτοις, αναγνωρίζεται πλέον γενικά ότι οι Ραββίνοι δεν χρησιμοποιούσαν μια λόγια γλωσσική μορφή, αλλά μια μορφή της Εβραϊκής που αναπτύχθηκε τους τελευταίους αιώνες π.Χ. Μια έγκυρη πηγή αιτιολογεί αυτή τη θέση ως εξής: «Το εν λόγω συμπέρασμα απορρέει από μελέτη της φύσεως της γλώσσας και από παραθέσεις των ραββινικών κειμένων για τη χρήση της από τους απλούς ανθρώπους. Η κοινή χρήση της αναμφίβολα υπόκειται στην παρουσία της τόσο στον Χαλκούν Κύλινδρο του Κουμράν όσο και σε μερικές επιστολές που ανάγονται στη Δεύτερη Ιουδαϊκή Εξέγερση (132-35 π.Χ.)».[1]

Μεσαιωνική Εβραϊκή

Aleppo Codex Joshua 1 1
Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου): Εβραϊκή Βίβλος του 10ου αιώνα με μασοριτική σήμανση

Μετά το Ταλμούδ αναπτύχθηκαν διαφορες περιφερειακές γραπτές διάλεκτοι της Μεσαιωνικής Εβραϊκής. Η σπουδαιότερη είναι η Εβραϊκή της Τιβεριάδας ή Μασοριτική Εβραϊκή, μια τοπική διάλεκτος της Τιβεριάδας στη Γαλιλαία, η οποία αποτέλεσε το πρότυπο φωνηεντισμού της Εβραϊκής Βίβλου και, ως εκ τούτου, επέδρασε σε όλες τις άλλες περιφερειακές διαλέκτους της Εβραϊκής. Η Εβραϊκή της Τιβεριάδας μεταξύ 7ου και 10ου αι. μ.Χ. αποκαλείται μερικές φορές «Βιβλική Εβραϊκή», επειδή χρησιμοποιήθηκε για την εξακρίβωση της προφοράς τής Εβραϊκής Βίβλου. Εντούτοις, κανονικά θα πρέπει να διακρίνεται από την ιστορική Βιβλική Εβραϊκή του 6ου αι. π.Χ., η προφορά της οποίας αποτελεί αντικείμενο επανασυνθέσεως.

Η Εβραϊκή της Τιβεριάδας ενσωματώνει την αξιοσημείωτη λόγια μελέτη των Μασοριτών (από τη λ. masorah «παράδοση»), οι οποίοι προσέθεσαν φωνηεντικά και γραμματικά σημάδια στα εβραϊκά γράμματα, προκειμένου να διατηρήσουν τα πρωιμότερα χαρακτηριστικά της Εβραϊκής, που χρησιμοποιούνταν κατά την ψαλμωδία. Οι Μασορίτες κληρονόμησαν ένα Βιβλικό κείμενο, του οποίου τα γράμματα θεωρούνταν πολύ ιερά για να τροποποιηθούν και, επομένως, τα σημάδια τους τέθηκαν εντός και περί των γραμμάτων. Η συριακή γραφή, από την οποία προήλθε η αραβική, ανέπτυξε επίσης συστήματα φωνηεντικών σημείων την ίδια εποχή. Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου), Εβραϊκή Βίβλος με τα σημεία των Μασοριτών, γράφτηκε κατά τον 10ο αιώνα, πιθανώς στην Τιβεριάδα, και διατηρείται μέχρι σήμερα. Αποτελεί πιθανόν το σπουδαιότερο εβραϊκό χειρόγραφο που υπάρχει.[2]

Η ανάγκη για διατύπωση επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών από την Κλασική Ελληνική και τη Μεσαιωνική Αραβική οδήγησε τη Μεσαιωνική Εβραϊκή στον δανεισμό ορολογίας και γραμματικής από τις γλώσσες αυτές. Η Εβραϊκή αποτέλεσε επίσης γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ Εβραίων από διαφορετικές χώρες, με κύριο σκοπό το διεθνές εμπόριο.

Σύγχρονη Εβραϊκή

Στη σύγχρονη περίοδο, από τον 19ο αιώνα και εξής, η γραπτώς παραδεδομένη Εβραϊκή αναβίωσε ως η ομιλουμένη γλώσσα του σύγχρονου Ισραήλ, η οποία αποκαλείται Νέα Εβραϊκή, Ισραηλινή Εβραϊκή, Σύγχρονη Εβραϊκή κ.τ.ό. Η Νέα Εβραϊκή εμφανίζει αρκετά χαρακτηριστικά της Σεφαραδίτικης Εβραϊκής λόγω της τοπικής Ιεροσολυμικής παράδοσης, αλλά έχει ενσωματώσει επίσης αρκετούς νεολογισμούς και δάνεια (συνήθως τεχνικούς όρους) από ευρωπαϊκές γλώσσες και (συχνά καθημερινούς) όρους από την Αραβική, προκειμένου να λειτουργεί ως σύγχρονη γλώσσα.

Moses Mendelson P7160073
Μωυσής Μέντελσον

Σημαντική ώθηση στην προσπάθεια να επανέλθει η μελέτη τής Εβραϊκής ως σύγχρονης γλώσσας έδωσε το φιλοσοφικό κίνημα της Χασκαλά (Haskala «Διαφώτιση»), το οποίο έχει την αφετηρία του στο σύστημα ιδεών που παρουσίασε στη Γερμανία ο φιλόσοφος Μωυσής Μέντελσον (1729-1786). Στόχος του κινήματος ήταν η ευρύτερη ενσωμάτωση των Εβραίων στην κοινωνία, η οποία προϋπέθετε εκπαίδευση εκσυγχρονισμένη, που να επιτρέπει τη συμμετοχή τους στην επιστήμη και διεύρυνση της οικονομικής τους επιρροής.

Η επίδραση αυτών των ιδεών υπήρξε αξιοσημείωτη. Οι ακόλουθοι του κινήματος, γνωστοί ως maskilim «πεφωτισμένοι» (משכילים), συνέβαλαν στην αναβίωση της εβραϊκής γλώσσας και στην επέκταση της χρήσης της έξω από το λειτουργικό περιβάλλον. Οι «πεφωτισμένοι» προτιμούσαν να γράφουν στην Εβραϊκή αντί της κοινώς χρησιμοποιούμενης Γερμανοεβραϊκής (Γίντις), την οποία θεωρούσαν απλώς άλλη μία διάλεκτο της γερμανικής γλώσσας. Η εκκοσμίκευση στην οποία αποσκοπούσαν θα επιτυγχανόταν μόνο με τη χρήση της βιβλικής γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας μεταξύ των εβραϊκών πληθυσμών.[3]

Ως αποτέλεσμα, το 1793 εκδόθηκε από τους «πεφωτισμένους» στην Καινιξβέργη της Πρωσίας η πρώτη εφημερίδα στην εβραϊκή γλώσσα: המאסף hameasef «Ο συλλέκτης». Μέρος του εντύπου ήταν αφιερωμένο σε μεταφράσεις, στη σύγχρονη λογοτεχνία και φιλολογία, καθώς και σε ειδήσεις. Η έκδοση παρόμοιων εντύπων στη Βιέννη, αλλά και στη Ρωσία (παρά την επιφυλακτική στάση του παραδοσιακού Ιουδαϊσμού), έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια της Εβραϊκής ως σύγχρονης γλώσσας.

Eliezer Ben-Yehuda at his desk in Jerusalem - c1912
Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα

Εντούτοις, η αναβίωση της Εβραϊκής ως μητρικής γλώσσας έχει την αφετηρία της στις προσπάθειες του Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (1858-1922, אליעזר בן–יהודה). Ο Μπεν-Γεχούντα εντάχθηκε στο εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα και το 1881 μετανάστευσε στη Γη του Ισραήλ (eretz yisra'el), που τότε αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παρακινούμενος από τα ιδανικά της ανανέωσης και της απόρριψης του τρόπου ζωής της Διασποράς (σε μικρά χωριά και κωμοπόλεις γνωστές ως shtetl, πληθ. shtetlakh[4]), o Μπεν-Γεχούντα έθεσε σκοπό να αναπτύξει τα μέσα για να καταστήσει τη γραπτή τελετουργική γλώσσα καθημερινή, ομιλουμένη γλώσσα.

Ωστόσο, το είδος της Εβραϊκής που επιδίωκε ακολουθούσε πρότυπα που είχαν αντικατασταθεί στην ανατολική Ευρώπη από διαφορετική γραμματική και ύφος, όπως φανερώνουν τα κείμενα του Αχάντ Χα-Αμ και άλλων. Οι οργανωτικές του προσπάθειες και η ανάμιξή του στην ίδρυση σχολείων και στη συγγραφή βιβλίων κατέστησαν τις ενέργειές του σχετικά με τη γλώσσα ένα σταδιακά ανερχόμενο κίνημα. Εντούτοις, μόνο μετά τη «Δεύτερη Επάνοδο» (aliyah, 1904-1914[5]) κατόρθωσε πραγματικά η Εβραϊκή γλώσσα να εδραιωθεί στην Οθωμανική Παλαιστίνη, όταν επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο οργάνωσης συστάθηκαν από νεότερες ομάδες μεταναστών. Όταν η υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη αναγνώρισε την Εβραϊκή ως μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας (1922, μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), το νέο επίσημο καθεστώς συνέβαλε στη διάχυσή της. Μια νεοσύστατη γλώσσα με γνήσια σημιτικό λεξιλόγιο και σύστημα γραφής, αλλά συχνά ευρωπαϊκή ως προς τη σύνταξη και τη μορφή, επρόκειτο να λάβει τη θέση της μεταξύ των σύγχρονων γλωσσών των εθνών.

Ορισμένοι θεώρησαν ότι το έργο του Μπεν-Γεχούντα υπήρξε βλάσφημο (δεδομένου ότι η Εβραϊκή ήταν η ιερή γλώσσα της Τορά και, ως εκ τούτου, μερικοί πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να συζητούνται κοινά, καθημερινά ζητήματα), αλλά πολλοί αντιλήφθηκαν σύντομα την ανάγκη για κοινή γλώσσα μεταξύ των Εβραίων, οι οποίοι στις αρχές του 20ού αιώνα κατέφθαναν μαζικά στο Ισραήλ (προτού γίνει ανεξάρτητο κράτος) προερχόμενοι από διαφορετικές χώρες και μιλώντας διαφορετικές γλώσσες. Τότε ιδρύθηκε το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας», το οποίο αργότερα μετατράπηκε στην Ακαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αποτέλεσμα της εργασίας, τόσο της δικής του όσο και του Συμβουλίου, ήταν η έκδοση του λεξικού, που είναι γνωστό ως Το Πλήρες Λεξικό τής Αρχαίας και Σύγχρονης Εβραϊκής. Το έργο του Μπεν-Γεχούντα έπεσε σε γόνιμο έδαφος και στην αρχή του 20ού αιώνα η Εβραϊκή κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος, για να καταστεί η κύρια γλώσσα του Εβραϊκού πληθυσμού στο οθωμανικό και, κατόπιν, υπό βρετανική εντολή Ισραήλ.

H Εβραϊκή γλώσσα στη Σοβιετική Ένωση

Οι σοβιετικές αρχές θεωρούσαν την Εβραϊκή «αντιδραστική γλώσσα», επειδή συνδεόταν τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με τον Σιωνισμό. Ως αποτέλεσμα, ήδη από το 1919 η γλώσσα τέθηκε υπό επίσημη απαγόρευση από την Επιθεώρηση Εκπαιδεύσεως (Narkompros). Τα εβραϊκά βιβλία και οι εφημερίδες έπαψαν να εκδίδονται και κατασχέθηκαν από τις βιβλιοθήκες. Παρά τις διαμαρτυρίες στη Δύση, οι δάσκαλοι και οι σπουδαστές που επιχειρούσαν να σπουδάσουν την Εβραϊκή διαπομπεύονταν και καταδικάζονταν για «αντεπαναστατική» και κατόπιν για «αντισοβιετική» δράση.

Περιφερειακές εβραϊκές διάλεκτοι

Οι διάλεκτοι της Εβραϊκής περιλαμβάνουν τη Στερεότυπη Εβραϊκή (Ισραηλινή), την Ανατολική Εβραϊκή (Εβραϊκή τού Ιράκ και της Υεμένης), τη Σεφαραδίτικη Εβραϊκή (των εξ Ισπανίας Εβραίων) και την Ασκεναζική Εβραϊκή (των εξ Ευρώπης Εβραίων).

Η Ασκεναζική Εβραϊκή εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως στις θρησκευτικές τελετές και μελέτες των Ασκενάζι Εβραίων στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, ιδίως στην κοινότητα Χαρεντί. Έχει επηρεαστεί από τη γλώσσα Γίντις (Γερμανοεβραϊκή). Η Σεφαραδίτικη Εβραϊκή αποτελεί τη βάση της Στερεότυπης Εβραϊκής, αν και παραδοσιακά διαθέτει μεγαλύτερη κλίμακα φωνηέντων. Έχει επηρεαστεί από τη γλώσσα Λαντίνο.

Η Ανατολική Εβραϊκή (Mizrahi, δηλ. «αιγυπτιακή») αποτελεί στην πραγματικότητα ομάδα διαλέκτων (περιλαμβανομένης της διαλέκτου των Υεμενιτών), που ομιλούνται για τελετουργικό σκοπό από Εβραίους σε διάφορα μέρη του αραβικού και ισλαμικού κόσμου. Έχει πιθανώς υποστεί την επίδραση της Αραμαϊκής, αν και ορισμένοι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι ανάγεται απευθείας στη Βιβλική Εβραϊκή και, επομένως, αντιπροσωπεύει τη γνήσια διάλεκτο της Εβραϊκής γλώσσας.

Σχεδόν κάθε μετανάστης στο Ισραήλ παροτρύνεται να υιοθετήσει ως καθημερινή γλώσσα τη Στερεότυπη Εβραϊκή (Standard Hebrew). Από φωνολογικής απόψεως, η εν λόγω «διάλεκτος» θα μπορούσε ακριβέστερα να περιγραφεί ως αμάλγαμα προφοράς, η οποία διατηρεί φωνηεντικούς ήχους της Σεφαραδίτικης Εβραϊκής και ορισμένους συμφωνικούς ήχους της Ασκεναζικής Εβραϊκής υπό την επίδραση της Γίντις (Γερμανοεβραϊκής). Σταθερό χαρακτηριστικό της αποτελεί η τάση για απλοποίηση των διαφορών προφοράς. Επί παραδείγματι, στην απλοποιητική αυτή τάση οφείλεται η συγχώνευση της Ασκεναζικής προφοράς /t/ και /s/ του ψιλού και δασέος ת στο απλό φώνημα /t/. Οι περισσότερες Σεφαραδίτικες και Ανατολικές διάλεκτοι έχουν κοινό αυτό το χαρακτηριστικό, αν και ορισμένες (όπως του Ιράκ και της Υεμένης) διαφοροποιούν την προφορά ως /t/ και /θ/.

Εντούτοις, στο Ισραήλ η αποκαλούμενη «Στερεότυπη Εβραϊκή» προφορά αντανακλά πολλές φορές την προέλευση ενός ομιλητή της Διασποράς μάλλον παρά τις συγκεκριμένες συστάσεις της Ακαδημίας τής Εβραϊκής γλώσσας. Ως εκ τούτου, περισσότεροι από τους μισούς ομιλητές προφέρουν το ר ως σταφυλικό παλλόμενο (όπως στη Γίντις και σε ορισμένες ποικιλίες της Γερμανικής) ή ως σταφυλικό τριβόμενο (όπως στη Γαλλική και σε άλλες ποικιλίες της Γερμανικής) παρά ως [r] (υπερωικό παλλόμενο), όπως στην Ισπανική. Η προφορά του συγκεκριμένου φωνήματος χρησιμοποιείται συχνά μεταξύ των Ισραηλινών ως σχιββωλέθ (šibboleth) ή κριτήριο για την εξακρίβωση της εθνικής προέλευσης των ξένων.

Επισημείωση: Ο όρος σχιββωλέθ / σιμπολέτ (εβρ. šibboléth, שבלת) σημαίνει «ρεύμα ποταμού» ή «στάχυ» και η προφορά του είναι δύσκολο να αποδοθεί με ελληνικούς χαρακτήρες. Σε δύο κώδικες της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα (Septuaginta) η λέξη αυτή αποδίδεται αντιστοίχως «σύνθημα» και «στάχυς». Πρόκειται για μεταφορά τμήματος από την Εβραϊκή Βίβλο (Šophetím, Κριταί 12:6 ויאמרו לו אמר־נא שׁבלת ויאמר סבלת ולא יכין לדבר כן ויאחזו אותו וישׁחטוהו אל־מעברות הירדן ויפל בעת ההיא מאפרים ארבעים ושׁנים אלף׃ ), στο οποίο αναφέρεται ότι η προφορά της λέξεως χρησιμοποιήθηκε ως διακριτικό γνώρισμα των μελών τής φυλής Εφραΐμ (Εφραϊμίτες ή Εφραθίτες), που αδυνατούσαν να προφέρουν ως οπίσθιο γλωσσοφατνιακό τον φθόγγο [š], με αποτέλεσμα να προκύπτει η λέξη sibboléth (סבלת), η οποία σημαίνει «φορτίο». Ως εκ τούτου, η λέξη έφθασε να σημαίνει ―κυρίως στην εβραϊκή κοινότητα― «διακριτικό γνώρισμα, χαρακτηριστικό».

Συνύπαρξη με την Αραμαϊκή

Η Αραμαϊκή είναι γλώσσα του Βορειοδυτικού Σημιτικού κλάδου, όπως η Χαναανική. Το όνομά της προέρχεται πιθανώς από τη Βιβλική χώρα Aram Naharayím που σημαίνει «υψίπεδο μεταξύ δύο ποταμών» και συνήθως αναφέρεται στην Άνω Μεσοποταμία ή, κατ’ άλλη άποψη, σε αρχαία ονομασία της Συρίας. Διάφορες διάλεκτοι της Αραμαϊκής συνεξελίχθηκαν με την Εβραϊκή σε μεγάλο τμήμα της κοινής τους ιστορίας.

Η Αραμαϊκή ως διεθνής γλώσσα τής Μέσης Ανατολής

Η γλώσσα της Νεοβαβυλωνιακής αυτοκρατορίας πιθανώς ήταν διάλεκτος της Αραμαϊκής. Η Περσική αυτοκρατορία που μερικές δεκαετίες αργότερα κυρίευσε τη Βαβυλωνία υιοθέτησε την αυτοκρατορική Αραμαϊκή ως επίσημη διεθνή γλώσσα της. Ο Ισραηλιτικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εξοριστεί στη Βαβυλώνα από την Ιερουσαλήμ και από τα περίχωρα του βασιλείου του Ιούδα, έλαβε την άδεια να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να ιδρύσει μια περσική επαρχία, η οποία συνήθως απεκαλείτο Ιουδαία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αραμαϊκή έγινε η διοικητική γλώσσα της Ιουδαίας στις σχέσεις της με την υπόλοιπη Περσική αυτοκρατορία.

Η αραμαϊκή γραφή εξελίχθηκε με τη σειρά της από τη χαναανική γραφή, αλλά οι δύο γραφές παρουσίασαν αξιοσημείωτη απόκλιση. Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., η δάνεια αραμαϊκή γραφή αναπτύχθηκε στη διακριτή τετράγωνη εβραϊκή γραφή (γνωστή επίσης ως Ασσυριακή Γραφή, Ktav Ašuri), η οποία διασώζεται στους παπύρους της Νεκράς Θαλάσσης και είναι παρόμοια με τη γραφή που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα.

Η Αραμαϊκή εκτοπίζει την Εβραϊκή ως ομιλουμένη γλώσσα

Κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, οι λόγιοι κατέληξαν στη σχεδόν ομόφωνη άποψη ότι η Αραμαϊκή έγινε ομιλουμένη γλώσσα στη γη του Ισραήλ κατά την έναρξη της Ελληνιστικής περιόδου τον 4ο αιώνα π.Χ. και, ως συνέπεια, η Εβραϊκή έπαψε να λειτουργεί ως ομιλουμένη γλώσσα κατά την ίδια περίπου εποχή. Παρά ταύτα, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, συσσωρευμένα αρχαιολογικά στοιχεία και κυρίως η γλωσσολογική ανάλυση των Χειρογράφων της Νεκράς Θαλάσσης έχουν μετριάσει την αρχική ομοφωνία. Φαίνεται ότι, παράλληλα με την Αραμαϊκή, η Εβραϊκή επίσης ήκμαζε ως ζωντανή ομιλουμένη γλώσσα μέχρι περίπου το τέλος της Ρωμαϊκής περιόδου. Κατόπιν άρχισε να χρησιμοποιείται ως γραπτή γλώσσα κατά τη Βυζαντινή περίοδο τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Ο ακριβής ρόλος της Αραμαϊκής και της Εβραϊκής παραμένει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Έχει προταθεί ένα τρίγλωσσο σενάριο για τη γη του Ισραήλ:[6] Η Εβραϊκή λειτουργούσε ως η τοπική μητρική γλώσσα, η Αραμαϊκή ως διεθνής γλώσσα για την υπόλοιπη Μέση Ανατολή και τελικά η Ελληνική ως άλλη μία διεθνής γλώσσα για τις ανατολικές περιοχές τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι γνωστές κοινότητες Εβραίων (και μη), οι οποίοι μετανάστευσαν στην Ιουδαία από αυτές τις χώρες και εξακολουθούσαν να μιλούν Αραμαϊκά ή Ελληνικά.

Αν και η επιβίωση της Εβραϊκής ως ομιλουμένης γλώσσας ως την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου είναι ευρέως γνωστή μεταξύ των Εβραίων γλωσσολόγων, παρατηρείται ένα κενό ως προς τη συνειδητοποίηση αυτού του σημείου από ορισμένους ιστορικούς, οι οποίοι δεν παραμένουν ενημερωμένοι σχετικά με τη γλωσσολογική έρευνα, αλλά βασίζονται σε πεπαλαιωμένες μελέτες. Παρά ταύτα, η ακαδημαϊκή γραμματεία αφήνει βαθμηδόν να διαφανεί η ζωτικότητα της Εβραϊκής. Ο λόγιος Elisha Qimron στο βιβλίο του The Hebrew of the Dead Sea Scrolls (1986) διαχωρίζει την Εβραϊκή της Νεκράς Θαλάσσης από τις διάφορες διαλέκτους της Βιβλικής Εβραϊκής, από τις οποίες προήλθε: «Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες των Εβραϊκών της Νεκράς Θαλάσσης, με έμφαση στις αποκλίσεις της από την κλασική Βιβλική Εβραϊκή» (σ. 15). Η πρώτη έκδοση του The Oxford Dictionary of the Christian Church (1958) ανέφερε ότι «η Εβραϊκή έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα κατά τον τέταρτο αιώνα π.Χ.», ενώ η τωρινή τρίτη έκδοση (1997) αναφέρει ότι η Εβραϊκή «εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως ομιλουμένη και γραπτή γλώσσα την περίοδο της Καινής Διαθήκης». Ο Miguel P. Fernandez στο έργο του An Introductory Grammar of Rabbinic Hebrew (Leiden 1997) υποστηρίζει: «Πιστεύεται γενικά ότι τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, ειδικώς ο Χαλκούς Πάπυρος και οι επιστολές του Μπαρ Κοχβά, έχουν παράσχει σαφείς ενδείξεις του λαϊκού χαρακτήρα της Μισναϊκής Εβραϊκής». Οι Ισραηλινοί λόγιοι θεωρούν πλέον δεδομένο ότι η χρήση της Εβραϊκής ως ομιλουμένης γλώσσας αποτελεί χαρακτηριστικό της Ρωμαϊκής περιόδου του Ισραήλ.[7]

Εβραϊκές διάλεκτοι της Αραμαϊκής

Η διεθνής Αραμαϊκή γλώσσα διασπάστηκε σε ποικίλες περιφερειακές διαλέκτους. Στην ευρύτερη περιοχή του Ισραήλ αναπτύχθηκαν διάφορες διάλεκτοι της Παλαιάς Δυτικής Αραμαϊκής, περιλαμβανομένης της Παλαιάς Ιουδαιο-Αραμαϊκής διαλέκτου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Ο ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος έγραψε αρχικώς το έργο του Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου στην Παλαιά Ιουδαιο-Αραμαϊκή, αλλά αργότερα το μετέφρασε στην Ελληνιστική Κοινή, προκειμένου να το δημοσιεύσει για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική αυλή. Δυστυχώς, η αραμαϊκή μορφή αυτού του έργου δεν έχει διασωθεί.

Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Δεύτερου Ναού το 70 μ.Χ., οι Εβραίοι άρχισαν σταδιακά να διασκορπίζονται από την Ιερουσαλήμ προς ξένες χώρες, ιδίως μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχβά (135 μ.Χ.), οπότε οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την Ιερουσαλήμ σε ειδωλολατρική πόλη ονόματι Aelia Capitolina.

Μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχβά τον 2ο αιώνα μ.Χ., η Ιουδαιο-Αραμαϊκή διάλεκτος της Παλαιστίνης ουσιαστικά αναδύθηκε από την αφάνεια στα περίχωρα της Γαλιλαίας, με αποτέλεσμα να σχηματίσει μία από τις κύριες διαλέκτους τού δυτικού κλάδου της Μέσης Αραμαϊκής. Το Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ (5ος αι.) καθώς και το Μιδράς Ραμπά (6ος – 12ος αι.) χρησιμοποίησαν την εν λόγω Ιουδαιο-Αραμαϊκή της Παλαιστίνης. Η διάλεκτος αυτή προφανώς επηρέασε την προφορά της Εβραϊκής τής Τιβεριάδας (8ος αι.), βάσει της οποίας τέθηκαν τα φωνηεντικά σημεία στην Εβραϊκή Βίβλο.

Εν τω μεταξύ το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (7ος αι.) χρησιμοποίησε τη Μέση Ιουδαιο-Αραμαϊκή της Βαβυλώνας, μια εβραϊκή διάλεκτο του ανατολικού κλάδου της Μέσης Αραμαϊκής. Επί αιώνες αυτή παρέμεινε η ομιλουμένη γλώσσα των Εβραίων της Μεσοποταμίας. Στην περιοχή του Κουρδιστάν υπάρχει μια σύγχρονη αραμαϊκή διάλεκτος, προερχόμενη από την Ιουδαιο-Αραμαϊκή, η οποία εξακολουθεί να ομιλείται από λίγες χιλιάδες Εβραίους (και μη), αν και έχει σαφώς υποχωρήσει προ της Αραβικής.

Η Εβραϊκή εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση σε όλες αυτές τις ποικίλες εβραϊκές διαλέκτους της Αραμαϊκής.

Παραπομπές

  1. The Oxford Companion to the Bible, 1993, σελ. 272.
  2. Βλ. Federbush, S. 1967, הלשון העברית בישראל ובעמים, Jerusalem, σελ. 50-2
  3. Βλ. A. Jospe, «Moses Mendelssohn», στο S. Noveck (εκδ.), Great Jewish Personalities in Modern Times, σ. 11-36.
  4. Βλ. Telushkin, J. (Rabbi) 1991: Jewish Literacy, New York, σελ. 245-6.
  5. Encyclopedia Judaica, τόμ. 9, σελ. 508-67.
  6. Βλ. επίσης H.B. Rosén, L'Hébreu et ses rapports avec le monde classique. Essai d'évaluation culturelle, Paris 1976, σελ. 7 κ.εξ.
  7. Βλ. επίσης The Oxford Companion to the Bible, Oxford 1993, σελ. 272.

Βιβλιογραφικές Πηγές

  • Aharoni, Y. & M. Avi-Yonah 1992 (3 έκδ.): The Macmillan Bible Atlas. New York.
  • Chomsky, W. 1975. Hebrew: The Eternal Language. Philadelphia.
  • Cohen, Sh. J.D. 1987: From the Maccabees to the Mishnah. Philadelphia.
  • De Vaux, R. 1978: The Early History of Israel. Philadelphia.
  • Federbush, S. 1967. הלשון העברית בישראל ובעמים. Jerusalem: Mosad Harav Kook.
  • Hadas-Lebel, M. 1995: Histoire de la langue hébraïque, Des origines à l'époque de la Mishna. Paris: Collection de la Revue des Études juives, Éditions E. Peeters.
  • Hadas-Lebel, M. 1992: L'Hébreu: 3000 ans d'histoire. Paris: Albin-Michel, collection Présences du judaïsme.
  • Hoffman, J. 2004. In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. New York.
  • Joüon, P. 1951 : Hebräische Grammatik (2 τόμ.). Berlin.
  • Kutscher, E .Y. 1982. A History of the Hebrew Language. Jerusalem.
  • Rabin, C. 1973. A Short History of the Hebrew Language. Jerusalem.
  • Sáenez-Badillos, A. 1993. A History of the Hebrew Language. Cambridge.
  • Telushkin, J. (Rabbi) 1991: Jewish Literacy. New York.
  • Vincent, A. 1932: Le Judaïsme. Paris.

Συστηνόμενη Γλωσσολογική Βιβλιογραφία

Γραμματικές:

  • Feldhendler, Marie-Paule 2004: Grammaire de l'hébreu israélien. Paris.
  • Gesenius/Kautsch/Bergsträsser, 1995: Hebräische Grammatik. Olms (επεξεργασία τής μεγάλης γραμματικής).
  • Körner, J. 1996: Hebräische Studiengrammatik. Μünchen.
  • Meyer, R. 1992: Hebräische Grammatik. Berlin.
  • Stähli, H.P. 1985: Hebräische Kurzgrammatik. Göttingen 1985.

Λεξικά:

  • Fohrer, G. 1997: Hebräisches und aramäisches Wörterbuch zum Alten Testament. Berlin/New York.
  • Gesenius, W. 1962: Hebräisches Handwörterbuch. Berlin.
  • Köhler, L. & W. Baumgartner 1996 (3η έκδ.): Hebräisches und aramäisches Lexikon zum Alten Testament. Berlin.

Ιστορία τής εβραϊκής γλώσσας:

  • Aubier, D. 1970: Der Jüdische Fall: Die ontologische Kraft der hebräischen Sprache und die jüdische spezifische Besonderheit. (γερμ. μετάφρ. του Le Cas Juif). Mont Blanc, Genf.
  • Gesenius, W. 1973: Geschichte der hebräischen Sprache und Schrift. Olms.
  • Hoffman, J.M. 2004: In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. New York/London.
  • Rabin, Ch. 1988: Die Entwicklung der hebräischen Sprache. Wiesbaden.
  • Zuckermann, Ghil'ad (Γκιλάντ Τσούκερμαν). 2003: Language Contact and Lexical Enrichment in Israeli Hebrew. Palgrave Macmillan. (ISBN 9781403917232 / ISBN 9781403938695)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Λεξικά

12 (αριθμός)

Το 12 (δώδεκα) είναι ο φυσικός αριθμός που βρίσκεται μετά από το 11 και πριν από το 13. Είναι ένας άρτιος αριθμός, αφού 12:2 = 6, δηλαδή διαιρείται με το 2, στο σύνολο των φυσικών αριθμών. Ο αριθμός 12 συμβολίζεται ως XII στο ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης και ως ΙΒ´ ή ιβ´ στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης.

1475

Η τρέχουσα σελίδα αφορά το έτος 1475 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

4 (αριθμός)

Το 4 (τέσσερα) (ακούστε ) είναι ο φυσικός αριθμός που βρίσκεται μετά από το 3 και πριν από το 5. Είναι ένας άρτιος αριθμός, αφού διαιρείται με το 2, στο σύνολο των φυσικών αριθμών. Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης το 4 γράφονταν ως Δ΄, ενώ στο ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης ως IV.

Ακαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα

Η Ακαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα (εβρ. הָאָקָדֶמְיָה לַלָּשׁוֹן הָעִבְרִית}},HaAkademya laLashon haIvrit" είναι ανώτατο ίδρυμα του Ισραήλ, το οποίο χορηγεί υποτροφίες σπουδών στην εβραϊκή γλώσσα. Ιδρύθηκε από την κυβέρνηση του Ισραήλ το 1953.

Αραβική γλώσσα

Η αραβική γλώσσα η αλλιώς αράβικη (اللغة العربية al-luġatu l-‘arabiyyah ή απλώς عربي ‘arabī) είναι το μεγαλύτερο μέλος του σημιτικού κλάδου της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ταξινόμηση: νότια κεντρική σημιτική) και είναι στενά συγγενής με την εβραϊκή γλώσσα και την αραμαϊκή γλώσσα. Ομιλείται σ'ολόκληρο τον αραβικό κόσμο και είναι ευρέως γνωστή και αντικείμενο σπουδής στον ισλαμικό κόσμο. Τα αραβικά είναι λογοτεχνική γλώσσα τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα και είναι επίσης η λειτουργική γλώσσα του Ισλάμ.

Ο όρος αραβικά μπορεί να αναφέρεται είτε στα λογοτεχνικά/λόγια αραβικά, που δεν μιλά κανένας Άραβας ως μητρική γλώσσα, είτε στα Σύγχρονα Πρότυπα Αραβικά ή ακόμη στις πολλές ομιλούμενες παραλλαγές των αραβικών κοινά γνωστές ως «καθομιλούμενα αραβικά». Οι Άραβες θεωρούν τα λόγια αραβικά ως την πρότυπη γλώσσα και τείνουν να βλέπουν όλα τα άλλα μόνο σαν διαλέκτους. Τα λόγια αραβικά, al-luġatu-l-ʿarabīyatu-l-fuṣḥā (στην κυριολεξία: η πιο εύγλωττη αραβική γλώσσα—اللغة العربية الفصحى) αναφέρονται και στη γλώσσα των σύγχρονων μέσων στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή και στην πιο αρχαϊκή γλώσσα του Κορανίου. (Ο όρος μέσα εδώ συμπεριλαμβάνει τους περισσότερους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, και όλα τα γραπτά, συμπεριλαμβανομένων όλων των βιβλίων, εφημερίδων, περιοδικών, εγγράφων κάθε είδους, και αναγνωστικών αλφαβηταριών για μικρά παιδιά). Τα καθομιλούμενα ή «διαλεκτικά» Αραβικά αναφέρονται στις πολλές εθνικές ή τοπικές διαλέκτους/γλώσσες που προέρχονται από τα κλασικά αραβικά, που ομιλούνται καθημερινά στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή, και αποτελούν την καθημερινή ομιλουμένη γλώσσα. Αυτά διαφέρουν μερικές φορές τόσο που δεν είναι αμοιβαία κατανοητά. Αυτές οι διάλεκτοι τυπικά δεν γράφονται, αν και υπάρχει ένας συγκεκριμένος όγκος λογοτεχνίας (ιδιαίτερα θεατρικών έργων και ποίησης) σε πολλές απ'αυτές. Επίσης χρησιμοποιούνται σε διάφορους βαθμούς στην ανεπίσημη γλώσσα των μέσων, όπως στις σαπουνόπερες και τις εκπομπές κουβέντας.

Αραμαϊκή γλώσσα

Η Αραμαϊκή είναι αρχαία γλώσσα του βορειοδυτικού σημιτικού κλάδου, η οποία συγγενεύει στενά με την εβραϊκή.

Το όνομά της προέρχεται πιθανώς εκ τη Βιβλική χώρα Αράμ-ναχαραΐμ που σημαίνει «υψίπεδο μεταξύ δύο ποταμών» (Ευφράτης και Τίγρης) και συνήθως αναφέρεται στην Άνω Μεσοποταμία ή, κατ’ άλλη άποψη, σε αρχαία ονομασία τής Συρίας. Διάφορες διάλεκτοι της Αραμαϊκής συνεξελίχθηκαν με την Εβραϊκή σε μεγάλο τμήμα τής κοινής τους ιστορίας. Η ονομασία Παδάν-αράμ περιγράφει κυρίως την περιοχή γύρω από την πόλη Χαρράν στην Άνω Μεσοποταμία.

Γίντις

Η Γίντις ή Γερμανοεβραϊκή (יידיש‎, Jiddisch αρχικά, Yiddish από τους αγγλόφωνους αργότερα) είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι (Ashkenazi), της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Jiddisch στην γερμανοεβραϊκή γλώσσα σημαίνει εβραϊκά.

Αναπτύχθηκε ως μια συγχώνευση από Γερμανικές διαλέκτους της κεντρικής Ευρώπης με την Εβραϊκή, την Αραμαϊκή, τις Σλαβικές γλώσσες αλλά και από κατάλοιπα Ρομανικών γλωσσών. Η Γίντις χρησιμοποιεί το Εβραϊκό αλφάβητο.

Η Γίντις ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο μεγαλύτερος αριθμός Εβραίων.

Μετά τη σύσταση του Εβραϊκού κράτους τέθηκε θέμα ποια θα ήταν η επίσημη γλώσσα και πολλοί υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να είναι η Γίντις.

Η γλώσσα που ομιλείται σήμερα στο Ισραήλ και είναι και η επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η Εβραϊκή γλώσσα.

Εβραίοι

Εβραίοι (εβραϊκά: עברים, μεταγραφή: ivri/hever, ελληνικά: περνάω πέρα) ή Ισραηλίτες ονομάζονται τα μέλη του εβραϊκού λαού, επίσης γνωστού ως Ιουδαϊκό έθνος ή γιοι του Ισραήλ, μιας εθνικοθρησκευτικής ομάδας που κατάγεται από τους αρχαίους Ισραηλίτες και τα μέλη της οποίας ασκούν κατά παράδοση τον Ιουδαϊσμό. Η Βίβλος, η οποία γράφτηκε από Εβραίους, καταγράφει κατά κύριο λόγο την εθνική και θρησκευτική τους ιστορία. Ο εβραϊκός πληθυσμός σήμερα αριθμεί περισσότερο από 14,5 εκατομμύρια άτομα παγκόσμια, η πλειοψηφία των οποίων ζουν στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ως Ιουδαίοι (εβραϊκά: יְהוּדִים, μεταγραφή: Yehudim, ελληνικά: παιδιά του Ισραήλ) περιγράφονται είτε οι ακόλουθοι της θρησκείας του Ιουδαϊσμού ή που μεταστράφηκαν σε αυτήν, είτε εκείνοι που έχουν εβραϊκή καταγωγή.

Εβραϊκό αλφάβητο

Το εβραϊκό αλφάβητο (εβραϊκά: alefbet ʿIvri) είναι το αλφάβητο της εβραϊκής γλώσσας. Χρησιμοποιείται επίσης και από άλλες εβραϊκές γλώσσες, οι πιο γνωστές εκ των οποίων είναι η Γίντις (γερμανοεβραϊκή γλώσσα) και οι Ιουδαιο-αραβικές γλώσσες. Υπάρχουν δύο μορφές του αλφαβήτου, η παλαιο-εβραϊκή (η οποία έχει διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό, αν και διαφοροποιημένη, στη σαμαρειτική γραφή) και η σύγχρονη «τετραγωνισμένη μορφή». Η τελευταία είναι στυλιζαρισμένη μορφή της αραμαϊκής γραφής. Εκτός των παραπάνω, υπάρχει και επισεσυρμένη μορφή η οποία επίσης διαφοροποιείται κατά τόπους και εποχές.

Το εβραϊκό αλφάβητο έχει 22 γράμματα, από τα οποία τα 5 διαφοροποιούνται όταν βρίσκονται στο τέλος της λέξης (τελικά). Πρόκειται για αριστερόστροφο σύστημα γραφής, αρχικά αποτελούμενο μόνο από σύμφωνα. Όπως και άλλα συμφωνογραφικά αλφάβητα, π.χ. το αραβικό, το εβραϊκό αλφάβητο ανέπτυξε αργότερα σημεία ένδειξης των φωνηέντων, τα νικούντ (niqqud). Στα ραββινικά εβραϊκά, τα γράμματα א ה ו י χρησιμεύουν επίσης για την αναπαράσταση φωνηέντων. Το εβραϊκό αλφάβητο, όταν χρησιμοποιείται για την καταγραφή της γλώσσας Γίντις, είναι πλήρες αλφάβητο (με την εξαίρεση των δάνειων εβραϊκών λέξεων). Στη σύγχρονη εποχή είναι γενική η τάση αποτύπωσης όλων φωνηέντων, όπως στα Γίντις, έτσι ώστε οι αντίστοιχοι χαρακτήρες να λειτουργούν ως πλήρη φωνήεντα.

Πριν την υιοθέτηση της σημερινής γραφής του εβραϊκού αλφαβήτου, τα Εβραϊκά γράφονταν από τους αρχαίους Ισραηλίτες, δηλαδή τους Εβραίους και Σαμαρείτες, με το παλαιο-εβραϊκό αλφάβητο. Κατά τον 3ο αι. π.Χ., οι Εβραίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν μια στυλιζαρισμένη μορφή του αραμαϊκού αλφαβήτου, ενώ οι Σαμαρείτες συνέχισαν να χρησιμοποιούν μια παραλλαγή του παλαιο-εβραϊκού, τη λεγόμενη σαμαριτική γραφή. Η σημερινή «τετραγωνισμένη γραφή» του εβραϊκού αλφαβήτου προέρχεται από τη στυλιζαρισμένη αραμαϊκή η οποία χρησιμοποιούνταν στην Περσική Αυτοκρατορία (η οποία με τη σειρά της την είχε προσλάβει από τους Αραμαίους). Μετά την πτώση της Περσικής Αυτοκρατορίας, οι Εβραίοι χρησιμοποίησαν και τους δύο τύπους γραφής, πριν καταλήξουν οριστικά στην αραμαϊκή μορφή.

Μιδράς

Ο όρος Μιδράς (εβραϊκά: מְִדָרשׁ, midrash) αναφέρεται σε είδος ραββινικής γραμματείας που περιέχει βιβλική ερμηνεία και κήρυγμα, συνήθως σε συγκεκριμένο βιβλίο της εβραϊκής βίβλου. Ως λέξη προέρχεται από τη ρίζα drsh (דרש), η οποία στη Βίβλο έχει την έννοια της έρευνας-αναζήτησης. Η λέξη αυτή καθεαυτή απαντά δύο φορές στη Bίβλο, και αποδίδεται ως «βίβλος» και «γραφή» στη μετάφραση των εβδομήκοντα.Έτσι μιδρασείμ ονομάζονται τα βιβλία εκείνα που περιέχουν τη Μιδράς τα οποία φέρονται να έγραψαν στη μεταβιβλική εβραϊκή γλώσσα οι Σοφερείμ (Γραμματείς).

Παλαιστίνιοι

Ο Παλαιστινιακός Λαός (αραβικά: الشعب الفلسطيني, ash-sha‘b al-Filasṭīnī), ή απλώς Παλαιστίνιοι (αραβικά: الفلسطينيون al-Filasṭīniyyūn, εβραϊκά: פָלַסְטִינִים) είναι οι σύγχρονοι απόγονοι λαών που έζησαν στην Παλαιστίνη ανά τους αιώνες, και που σήμερα είναι κατά κύριο λόγο πολιτισμικά και γλωσσολογικά Άραβες λόγω του εξαραβισμού της περιοχής. Παρά τους διάφορους πολέμους και εξόδους (1948, 1944-56, 1967) σχεδόν ο μισός από τον παγκόσμιο πληθυσμό παλαιστινίων εξακολουθεί να κατοικεί στην ιστορική Παλαιστίνη, στην περιοχή της Δυτικής Όχθης, στη λωρίδα της Γάζας και στο Ισραήλ. Σε αυτή την περιοχή συνολικά, το 2004 οι Παλαιστίνιοι αποτελούσαν το 49% όλων των κατοίκων, περιλαμβάνοντας σχεδόν όλο τον πληθυσμό της λωρίδας της Γάζας (1,6 εκατομμύρια), την πλειονότητα του πληθυσμού της Δυτικής Όχθης (περίπου 2,3 εκατομμύρια έναντι σχεδόν 500,000 Εβραίων Ισραηλινών πολιτών, και το 16,5% του πληθυσμού του κυρίως Ισραήλ ως άραβες πολίτες του Ισραήλ. Πολλοί είναι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες ή εσωτερικά εκτοπισμένοι Παλαιστίνιοι, συμπεριλαμβανομένων πάνω από ένα εκατομμύριο στη λωρίδα της Γάζας, 750 χιλιάδες στη Δυτική Όχθη, και περίπου 250 χιλιάδες στο κυρίως Ισραήλ. Από τον παλαιστινιακό πληθυσμό που ζει στο εξωτερικό, γνωστό ως παλαιστινιακή διασπορά, πάνω από τους μισούς είναι ανιθαγενείς μη έχοντας ιθαγένεια σε κάποιο κράτος. 3,24 εκατομμύρια από τον πληθυσμό της διασποράς ζουν στη γειτονική Ιορδανία όπου αποτελούν τον μισό της περίπου πληθυσμό, 1,5 εκατομμύρια ζουν μεταξύ Συρίας και Λιβάνου, περίπου 250 χιλιάδες στη Σαουδική Αραβία, ενώ το μισό εκατομμύριο στη Χιλή αποτελούν τη μεγαλύτερη παλαιστινιακή κοινότητα έξω από τον αραβικό κόσμο.

Γενετικές αναλύσεις υποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των μουσουλμάνων της Παλαιστίνης, συμπεριλαμβανομένων των αράβων πολιτών του Ισραήλ, είναι απόγονοι χριστιανών, εβραίων και άλλων παλαιότερων κατοίκων του νότιου Λεβάντε, των οποίων ο πυρήνας φτάνει στην προϊστορική εποχή. Μια μελέτη απλοτύπων υψηλής ανάλυσης έδειξε ότι ένα σημαντικό τμήμα των χρωμοσωμάτων Y των Ισραηλινών Εβραίων (70%) και των Παλαιστινίων Μουσουλμάνων Αράβων (82%) ανήκουν στην ίδια δεξαμενή χρωμοσωμάτων. Από την εποχή της μουσουλμανικής κατάκτησης τον 7ο αιώνα, οι προσηλυτισμοί είχαν ως αποτέλεσμα οι παλαιστίνιοι να γίνουν κατά κύριο λόγο σουννίτες μουσουλμάνοι, αν και παρέμεινε μία σημαντική μειονότητα παλαιστίνιων χριστιανών διαφόρων δογμάτων καθώς και δρούζων και μία μικρή κοινότητα σαμαρειτών. Αν και οι παλαιστίνιοι εβραίοι ήταν τμήμα του πληθυσμού της Παλαιστίνης πριν την δημιουργία τους Κράτους του Ισραήλ, λίγοι αυτοπροσδιορίζονται σήμερα ως «Παλαιστίνιοι». Ο επιπολιτισμός, ανεξάρτητα από τον προσηλυτισμό στο Ισλάμ, είχε ως αποτέλεσμα οι Παλαιστίνιοι να είναι γλωσσολογικά και πολιτιστικά Άραβες. Η καθομιλουμένη των Παλαιστινίων, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, είναι η παλαιστινιακή διάλεκτος των αραβικών. Πολλοί άραβες πολίτες του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων των Παλαιστινίων είναι δίγλωσσοι και μιλούν άνετα την εβραϊκή γλώσσα.

Η ιστορία της διακριτής παλαιστινιακής εθνικής ταυτότητας είναι αμφιλεγόμενο ζήτημα στην βιβλιογραφία. Ο νομικός ιστορικός Ασάφ Λιχόφσκι δηλώνει ότι η κυρίαρχη άποψη είναι ότι η παλαιστινιακή ταυτότητα γεννιέται στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ο όρος «Παλαιστίνιος» χρησιμοποιούνταν περιορισμένα για την εθνικιστική έννοια ενός λαού της Παλαιστίνης, από τους άραβες της Παλαιστίνης, μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη απαίτηση για εθνική ανεξαρτησία του Λεβάντε εκδηλώθηκε από το Συροπαλαιστινιακό Κογκρέσο στις 21 Σεπτεμβρίου 1921. Μετά τη δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ, την έξοδο του 1948, και ακόμη περισσότερο μετά την έξοδο του 1967, ο όρος σήμαινε πλέον όχι μόνο τον τόπο καταγωγής, αλλά και την έννοια ενός κοινού παρελθόντος και μέλλοντος στη μορφή ενός παλαιστινιακού κράτους. Σύμφωνα με τον Ρασίντ Χαλίντι, ο σύγχρονος παλαιστινιακός λαός κατανοεί πλέον την ταυτότητά του ως περικλείουσα την κληρονομιά από τα βιβλικά χρόνια έως την οθωμανική περίοδο.Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), η οποία ιδρύθηκε το 1964, είναι οργανισμός ομπρέλα για ομάδες που εκπροσωπούν τον παλαιστινιακό λαό στη διεθνή κοινότητα. Η Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή, που ιδρύθηκε επίσημα ως αποτέλεσμα των συμφωνιών του Όσλο, είναι μεταβατικό κυβερνητικό σώμα υπεύθυνο για τη διακυβέρνηση των παλαιστινιακών πληθυσμιακών κέντρων στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Από το 1978, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών έχει καθιερώσει την ετήσια Διεθνή Ημέρα Αλληλεγγύης με τον Παλαιστινιακό Λαό.

Παράδεισος

Παράδεισος στη κυριολεξία σημαίνει περιφραγμένος λειμώνας ή τόπος αναψυχής και διασκέδασης, που είναι κατάφυτος και γεμάτος με άγρια ή ελεύθερα ζώα.

Η λέξη φέρεται περισσότερο ασιατική (π.χ. στη ζενθική: Παιρίντεζα) και κατά πιθανότερη εκδοχή περσική ή κατ΄ άλλους αρχαία σημιτική και χαλδαϊκή. Στην ελληνική γλώσσα (γραφή) πρωτοαναφέρθηκε από τον Ξενοφώντα στη «Κύρου Ανάβαση» Α΄ 2, 7 και Β΄ 4, 14 , επίσης στα «Ελληνικά» Δ΄ 1, 15, και στην «Κύρου Παιδεία» Α΄ 3, 14 και και Η΄ 6, 12. Σε όλες τις περιπτώσεις αποδίδεται προς τους περιφραγμένους λειμώνες και κήπους αναψυχής του Μεγάλου Βασιλέως των Περσών.

Η λέξη αργότερα καθιερώθηκε στην ελληνική να χαρακτηρίζει κάθε περίφρακτο κήπο γενικά. Χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια και από τους Εβδομήκοντα (Ο΄) κατά τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από την εβραϊκή γλώσσα στην ελληνική προς χαρακτηρισμό του κήπου που δημιούργησε ο Θεός στην Εδέμ και τοποθέτησε σ΄ αυτόν τους Πρωτόπλαστους (Γένεση Β΄ 8).

Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄

Ο Βασίλειος Γ΄ (κατά κόσμον Βασίλειος Γρηγοριάδης, 1846 - 29 Σεπτεμβρίου 1929) ήταν Οικουμενικός Πατριάρχης από το 1925 ως το 1929.

Γεννήθηκε το 1846 στη Χρυσούπολη (Σκούταρι) της Χαλκηδόνας. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος ιεροψάλτης, και η Αικατερίνη. Σπούδασε Θεολογία και Φιλολογία το Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1871. Την επόμενη χρονιά διορίστηκε καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου δίδαξε για μια οκταετία εβραϊκή γλώσσα, ερμηνευτική, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, γεωγραφία. Παράλληλα ασχολούνταν με την ιστορική έρευνα χειρογράφων και έκανε σχετικές δημοσιεύσεις. Ενώ ήταν καθηγητής, εστάλη από τη Σχολή για περαιτέρω σπουδές στην Ευρώπη. Εργάστηκε στις βιβλιοθήκες της Ρώμης, του Βερολίνου, της Λειψίας, του Λονδίνου και της Βιέννης. Το 1884 ανακηρύχθηκε διδάκτορας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου.

Το 1884 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και διορίστηκε διευθυντής της ιερατικής σχολής του Πατριαρχείου. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και προχειρίστηκε αρχιμανδρίτης από τον Πατριάρχη Ιωακείμ το Μεγαλοπρεπή. Το 1889 εξελέγη Μητροπολίτης Αγχιάλου. Το 1906 έγινε αυτόπτης μάρτυρας της πυρκαϊάς που κατέστρεψε την Αγχίαλο, ενώ οι λεγόμενοι «Εξαρχικοί» πυρπόλησαν και την κατοικία του, καταστρέφοντας τη σπουδαία βιβλιοθήκη του. Κατόπιν αυτού, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και εστάλη στην Κύπρο για να βοηθήσει στην επίλυση του χρονίζοντος εκεί «αρχιεπισκοπικού ζητήματος». Το 1909 εξελέγη Μητροπολίτης Πελαγονίας και το 1910 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Νίκαιας.

Στη Νίκαια παρέμεινε μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών, κατά την οποία κρίθηκε ανταλλάξιμος και ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντίνος ΣΤ΄. Μετά την παραίτηση του Πατριάρχη, η ενδημούσα Σύνοδος εξέλεξε το Βασίλειο διάδοχό του, στις 13 Ιουλίου 1925, σε ηλικία 79 ετών.

Επί της Πατριαρχίας του υπογράφτηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας η ανταλλαγή των πληθυσμών, από την οποία εξαιρέθηκε η Σύνοδος, οι επίσκοποι του Πατριαρχείου και ο Πατριάρχης. Το 1925 αναγνωρίστηκε η Εκκλησία της Ρουμανίας ως Πατριαρχείο. Επίσης, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με την ιταλική Κυβέρνηση για το θέμα της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας των κατεχομένων από τους Ιταλούς Δωδεκανήσων και αναθεωρήθηκε ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους. Το 1928 ανατέθηκε στην Εκκλησία της Ελλάδος επιτροπικώς η διοίκηση των επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου που βρίσκονταν πλέον εντός της ελληνικής επικράτειας (των λεγομένων Νέων Χωρών). Επίσης, το 1928 παρασκευάστηκε Άγιο Μύρο και επικυρώθηκε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Αμερικής.

Ο Βασίλειος Γ΄ πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 1929, σε βαθιά γεράματα. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, υπήρξε μέλος μασονικής στοάς.

Ρωμανιώτικη διάλεκτος

Τα ρωμανιώτικα, επίσης γνωστά ως γεβανικά (από την εβραϊκή λέξη יון Yāvān που σημαίνει «Ελλάδα» ή «Ιωνία»), ήταν η διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας που μιλούσαν οι Ρωμανιώτες. Τα ρωμανιώτικα προέρχονταν από την ελληνιστική κοινή με εβραϊκές επιδράσεις. Δεν διέφεραν τόσο από τα ελληνικά των χριστιανών ώστε η αμοιβαία κατανόηση να είναι αδύνατη. Οι Ρωμανιώτες χρησιμοποιούσαν την εβραϊκή αλφάβητο για να γράψουν ρωμανιώτικα.

Δεν υπάρχουν πλέον ομιλητές των ρωμανιώτικων για τους ακόλουθους λόγους:

Η αφομοίωση των Ρωμανιωτών από τους ισπανόφωνους Σεφαρδίτες.

Οι προσπάθειες αφομοίωσής τους από τις ελληνικές, τουρκικές και βουλγαρικές αρχές.

Η μετανάστευση πολλών Ρωμανιωτών.

Η ιδεολογία του Σιωνισμού, η οποία προτιμούσε τα εβραϊκά ως μόνη γλώσσα των Εβραίων.

Ο θάνατος πολλών Ρωμανιωτών κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.

Σουμεριακή γλώσσα

Η Σουμεριακή γλώσσα της αρχαίας Σουμερίας ομιλούνταν στη νότια Μεσοποταμία τουλάχιστον από την 4η χιλιετία π.Χ. και θεωρείται η αρχαιότερα μαρτυρημένη γνωστή γλώσσα. Ως ομιλούμενη γλώσσα αντικαταστάθηκε από την Ακκαδική περί το 2000 π.Χ., αλλά συνέχισε να χρησιμοποιείται για ιερατικούς, τελετουργικούς και επιστημονικούς σκοπούς έως το 1 μ.Χ. Κατόπιν ξεχάστηκε εντελώς έως τον 19o αιώνα, οπότε και αποκρυπτογραφήθηκε από τον Χένρι Ρόουλινσον (Henry Rawlinson) (1810-1895). Στη γραπτή εκφορά της η γλώσσα είναι σφηνοειδής και διακρίνεται από άλλες γλώσσες της περιοχής, όπως η Εβραϊκή γλώσσα, η Ακκαδική γλώσσα, η Αραμαϊκή γλώσσα -που ανήκουν στην οικογένεια των σημιτικών γλωσσών- και η Ελαμιτική γλώσσα, που ανήκει πιθανώς στις Ελαμοδραβίδιες γλώσσες.

Τορά

Τορά (Εβραϊκή γλώσσα: תּוֹרָה, δηλαδή ο Νόμος) ονομάζεται στον Ιουδαϊσμό ο Νόμος, οι διδασκαλίες που έδωσε ο Μωυσής στους Εβραίους στην Πεντάτευχο (που και αυτή ονομάζεται Τορά), αλλά και στις προφορικές παραδόσεις που αργότερα καταγράφηκαν στο Ταλμούδ και στο Μιδρά που είναι μέρος του Εβραϊκού Νόμου.

Η Πεντάτευχος ή και απλά Τορά, αναφέρεται ως Τορά Σεμπιχτάβ (תורה שבכתב, «Νόμος που έχει γραφεί»), ενώ οι προφορικές παραδόσεις αναφέρονται ως Τορά Σεμπέ'αλ Πεχ (תורה שבעל פה, «Νόμος που είναι προφορικός»).

Χαναάν

Με το όνομα Χαναάν φέρονται ένα βιβλικό πρόσωπο, ο Χαναάν (ο γιος του Χαμ), καθώς επίσης και η γη Χαναάν

Χαναάν ή Καναάν ή Κναναάν (αραβικά کنعان, εβραϊκά כְּנַעַן) είναι ο αρχαίος όρος για μια περιοχή που αντιστοιχεί περίπου στο σημερινό Ισραήλ/Παλαιστίνη και περιλαμβάνει τη Δυτική Όχθη, τη δυτική Ιορδανία, τη νότια Συρία και τον Λίβανο έως τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας.

Έχουν ανασκαφεί διάφορες αρχαιολογικές θέσεις της Καναάν, με περισσότερο γνωστή την Καναανιτική πόλη Ουγγαρίτ, που επανανακαλύφθηκε το 1928. Ένα μεγάλο μέρος της γνώσης μας για τους Καναανίτες προέρχεται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές.

Χρονόγραμμα (γραφή)

Το χρονόγραμμα ή χρονόγραφο αποτελεί τύπο δημιουργικής γραφής όπου στην συνηθέστερη μορφή του επιλέγεται η χρήση λέξεων σε κάποια πρόταση οι οποίες περιέχουν κάποια γράμματα τα οποία γράφονται με ελαφρώς μεγαλύτερες διαστάσεις ή σε κεφαλαία μορφή, αυτά ερμηνεύονται ως αριθμοί, και με την πρόσθεση των αριθμών προκύπτει άθροισμα το οποίο συνήθως αντιπροσωπεύει τιμή έτους. Στα γνήσια χρονογράμματα η κάθε λέξη περιλαμβάνει έναν αριθμό, ενώ στα φυσικά χρονογράμματα όλοι οι αριθμοί εμφανίζονται στην σωστή σειρά, π.χ. AMORE MATVRITAS (ωριμάζουσα αγάπη) = MMVI = 2006. Τα χρονογράμματα για τους σκοπούς της στιχοποίησης, ανάλογα με το μέτρο τους ονομάζονται χρονόστιχα (εξάμετρο) ή χρονοδίστιχα (δίστιχο), με άλλους σχετικούς όρους να είναι το ετεόστιχο και ετεομενχεμεροδίστιχο. Ως ευρύτερος χαρακτηρισμός χρονόγραμμα είναι το κάθε γραπτό από το οποίο προκύπτουν πληροφορίες σχετικά με τον προσδιορισμό χρονικής περιόδου. Ιστορικά εμφανίστηκαν κατά την αρχαιότητα τόσο στην ελληνική όσο και στην εβραϊκή γλώσσα, και πολύ αργότερα στην λατινική γλώσσα (και λατινικούς χαρακτήρες σε διάφορες γλώσσες) στην δυτική Ευρώπη κατά την περίοδο του Μεσαίωνα, με τα λατινικά πλέον να έχουν την πιο συχνή χρήση για δημιουργία χρονογραμμάτων.

Ψαλμός

Ο ψαλμός είναι θρησκευτική ωδή, εκκλησιαστικός ύμνος. Κατά την αρχαιότητα ο ψαλμός ήταν θρησκευτικό τραγούδι με τη συνοδεία κιθάρας.

Οι Ψαλμοί ή Βίβλος Ψαλμών είναι ένα κανονικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι αντιπροσωπευτικό έργο της λυρικής θρησκευτικής και κατατάσσεται ανάμεσα στα "αγιόγραφα" βιβλία.

Λέγεται "Ψαλτήριον". Οι 150 ψαλμοί του διαιρούνται σε πέντε βιβλία. Καθένα από αυτά καταλήγει σε δοξολογία. Η διάταξη των ψαλμών δεν έχει εσωτερική ενότητα, όμως μπορεί κανείς να διακρίνει στο Ψαλτήρι ομάδες ψαλμών που συνδέονται με κοινά χαρακτηριστικά. Πριν από τη συλλογή των ψαλμών που έχουμε σήμερα προηγήθηκαν, διάφορες μικρότερες συλλογές. Οι ψαλμοί γράφτηκαν αρχικά στην εβραϊκή γλώσσα. Κατόπιν μεταφράστηκαν στα ελληνικά, στη συλλογή των Ο΄ που χρησιμοποιείται σήμερα στην Εκκλησία. Η Βίβλος των Ψαλμών περιέχει προσευχές, ύμνους, θρησκευτικά τραγούδια. Τα τραγούδια αυτά εκφράζουν τα θρησκευτικά συναισθήματα των Ισραηλιτών. Επίσης περιέχει και ψαλμούς ευχαριστήριους, μετάνοιας, εξομολόγησης, αγάπης και μίσους εναντίον των εχθρών.

Ψαλτήρι: Είναι αρχαίο όργανο με χορδές των ανατολικών λαών που μοιάζει με την άρπα. Με αυτό έψαλλαν τους ψαλμούς. Επίσης Ψαλτήρι λέγεται το λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τους 150 ψαλμούς και τις 9 ωδές. Είναι διαιρεμένο σε είκοσι καθίσματα, που το καθένα χωρίζεται σε τρεις στάσεις.

Τέλος, ψαλτήρι λέγεται ένα τμήμα του εγκέφαλου, τρίγωνο, κάτω από το μεσολόβιο. Το σημείο αυτό λέγεται και λύρα του Δαβίδ.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.