Δυναστεία

Η δυναστεία είναι ακολουθία κυβερνητών από την ίδια οικογένεια,[1] συνήθως στο πλαίσιο ενός φεουδαρχικού ή μοναρχικού συστήματος, αλλά μερικές φορές εμφανίζεται και σε εκλεγμένες δημοκρατίες. Η δυναστική οικογένεια ή γενεαλογία μπορεί να είναι γνωστή ως "ευγενές οίκος",[2] η οποία μπορεί να ονομάζεται "βασιλική", "πριγκιπική", "δουκική" κλπ., ανάλογα με τον επικεφαλής ή τον παρόντα τίτλο που φέρουν τα μέλη του. Οι ιστορικοί χωρίζουν σε μέρη τις ιστορίες πολλών κυρίαρχων κρατών, όπως η Αρχαία Αίγυπτος, η Καρολίγγεια Αυτοκρατορία και η αυτοκρατορική Κίνα, χρησιμοποιώντας ένα πλαίσιο διαδοχικών δυναστειών. Ως εκ τούτου, ο όρος "δυναστεία" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να οριοθετήσει την εποχή κατά την οποία κυβέρνησε η οικογένεια και να περιγράψει γεγονότα, τάσεις και αντικείμενα τέχνης εκείνης της περιόδου ("ένα βάζο της δυναστείας Μινγκ"). Η ίδια η λέξη "δυναστεία" συχνά απορρίπτεται από αυτές τις επιρρεπείς αναφορές ("ένα βάζο των Μινγκ").

Μέχρι τον 19ο αιώνα, θεωρήθηκε δεδομένο ότι μια νόμιμη λειτουργία ενός μονάρχη ήταν να μεγιστοποιήσει τη δυναστεία του: δηλαδή να αυξήσει την επικράτεια, τον πλούτο και τη δύναμη των μελών της οικογένειάς του.[3] Η μακροβιότερη δυναστεία στον κόσμο είναι η αυτοκρατορική οικογένεια της Ιαπωνίας, γνωστή και ως δυναστεία Γιαμάτο, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, κυβερνά συνεχώς την Ιαπωνία από το 660 π.Χ.

Πριν από τον 20ό αιώνα, οι δυναστείες σε όλο τον κόσμο παραδοσιακά θεωρούνταν πατριαρχικές. Στα έθνη όπου επιτρεπόταν, η διαδοχή μέσω μιας κόρης συνήθως καθιέρωνε μια νέα δυναστεία στον κυβερνών οίκο του συζύγου. Αυτό έχει αλλάξει σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης, όπου ο νόμος περί διαδοχής και η σύμβαση έχουν διατηρήσει δυναστείες ντε γιούρε μέσω μιας γυναίκας. Για παράδειγμα, ο Οίκος των Ουίνδσορ διατηρείται μέσω των παιδιών της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, όπως και με τη μοναρχία των Κάτω Χωρών, όπου η δυναστεία παρέμεινε γνωστή ως Οίκος των Οράνιε-Νασσάου μέσω τριών διαδοχικών βασιλισσών. Το παλαιότερο παράδειγμα μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών μοναρχιών ήταν στη Ρωσία τον 18ο αιώνα, όπου το όνομα του Οίκου των Ρομάνοφ διατηρήθηκε μέσω μιας μη κυβερνώσας γυναίκας.

Στην επαρχία Λιμπόμπο της Νότιας Αφρικής, οι Μπαλομπέντου όριζαν την καταγωγή μητριαρχικώς, ενώ οι ηγέτες έχουν υιοθετήσει άλλοτε το όνομα της δυναστείας της μητέρας τους όταν έρχονται στην κληρονομιά της. Λιγότερο συχνά, μια μοναρχία έχει εναλλάσσεται ή περιστρέφεται, σε ένα πολυδυναμικό (ή πολυδασμικό) σύστημα - δηλαδή, τα μεγαλύτερα εν ζωή μέλη των παράλληλων δυναστειών, σε κάθε χρονική στιγμή, αποτελούν τη σειρά διαδοχής.

Μερικά φεουδαρχικά κράτη ή μοναρχίες δεν κυβερνούνταν τις δυναστείες. Τα σύγχρονα παραδείγματα είναι το κράτος της Πόλης του Βατικανού και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας. Σε όλη την ιστορία υπήρχαν μονάρχες που δεν ανήκαν σε καμία δυναστεία. Οι μη δυναστικοί ηγεμόνες περιλαμβάνουν τον βασιλιά Πτολεμαίο Κεραυνό της Μακεδονίας, τον βασιλιά Αριοάλδο των Λομβαρδών και τον αυτοκράτορα Φωκά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η λέξη "δυναστεία" χρησιμοποιείται μερικές φορές ανεπίσημα για τους ανθρώπους που δεν είναι κυβερνήτες, αλλά είναι, για παράδειγμα, μέλη μιας οικογένειας με επιρροή και εξουσία σε άλλους τομείς, όπως μια σειρά διάδοχων ιδιοκτητών μιας μεγάλης εταιρείας. Επίσης, επεκτείνεται σε άσχετους ανθρώπους, όπως μεγάλους ποιητές της ίδιας σχολής ή σε ποικίλα ρόστερ μιας αθλητικής ομάδας..[1]

Η λέξη είναι αρχαιοελληνική.

Charles I and James II
Ο Κάρολος Α΄ της Αγγλίας με τον μελλοντικό βασιλιά και γιο του Τζέιμς.

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Oxford English Dictionary, 1st ed. "dynasty, n." Oxford University Press (Oxford), 1897.
  2. Oxford English Dictionary, 3rd ed. "house, n.¹ and int, 10. b." Oxford University Press (Oxford), 2011.
  3. Thomson, David (1961). «The Institutions of Monarchy». Europe Since Napoleon. New York: Knopf. σελίδες 79–80. The basic idea of monarchy was the idea that hereditary right gave the best title to political power...The dangers of disputed succession were best avoided by hereditary succession: ruling families had a natural interest in passing on to their descendants enhanced power and prestige...Frederick the Great of Prussia, Catherine the Great of Russia, Maria Theresa of Austria, were alike infatuated with the idea of strengthening their power, centralizing government in their own hands as against local and feudal privileges, and so acquiring more absolute authority in the state. Moreover, the very dynastic rivalries and conflicts between these eighteenth-century monarchs drove them to look for ever more efficient methods of government
Άτταλος Α΄ της Περγάμου

Ο Άτταλος Α΄ ο Σωτήρ (269 π.Χ. – 197 π.Χ., Πέργαμος) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου, το πρώτο μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών που διεκδίκησε τον τίτλο του «βασιλέως». Ήταν κοντινός συγγενής και θετός γιος του προκατόχου του, Ευμένη Α΄ και βασίλεψε από το 241 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 197 π.Χ. Ήταν γιος του Αττάλου και της Αντιόχιδος, πριγκίπισσας από τον Οίκο των Σελευκιδών. Παντρεύτηκε την Απολλωνίδα από την Κύζικο με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους. Διάφοροι συγγραφείς της αρχαιότητας κάνουν αναφορά στο πόσο ευτυχισμένη και ενάρετη υπήρξε η συγκεκριμένη οικογένεια, με ιδιαίτερη έμφαση στην αρετή της Απολλωνίδας, αλλά και την καλή ανατροφή των παιδιών της, που είχε ως αποτέλεσμα την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στο διάδοχο του Αττάλου, Ευμένη Β΄, χωρίς αιματοχυσίες.Ο Άτταλος πέτυχε μια εξέχουσας σημασίας νίκη κατά των Γαλατών, κελτικών φύλων που μόλις είχαν φτάσει από τη Θράκη, οι οποίοι για πάνω από μια γενιά μάστιζαν τις μικρασιατικές πόλεις, καταστρέφοντας ή απαιτώντας και λαμβάνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς κάποιος να μπορεί πραγματικά να τους ελέγξει. Η νίκη του αυτή, την οποία μνημονεύει το θριαμβικό μνημείο της Περγάμου και η απελευθέρωση των πόλεων από τον γαλατική απειλή, του κέρδισε την επωνυμία «ο Σωτήρ».

Όντας πιστός σύμμαχος της Ρώμης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τους δύο πρώτους Μακεδονικούς Πολέμους, κατά του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Ε΄. Διεξήγαγε πολυάριθμες ναυτικές επιχειρήσεις, πλήττοντας τα μακεδονικά συμφέροντα στο Αιγαίο Πέλαγος, κερδίζοντας τιμές, συλλέγοντας λάφυρα και κερδίζοντας για την Πέργαμο τα νησιά της Αίγινας και της Άνδρου, κατά τον πρώτο και δεύτερο πόλεμο αντίστοιχα.

Ο Άτταλος θέλησε να υπογραμμίσει τους θριάμβους του τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο, αφιερώνοντας διάφορα επινίκια μνημεία στην Ακρόπολη της Περγάμου, που έφεραν την πόλη στην πρωτοπορία της καλλιτεχνικής παραγωγής στον ελληνικό κόσμο των τελευταίων δεκαετιών του 3ου αιώνα π.Χ. Απεβίωσε το 197 π.Χ. ελάχιστα πριν τη λήξη του δεύτερου πολέμου, σε ηλικία 72 ετών, πιθανότατα από εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο έπαθε τη στιγμή που του είχαν απευθύνει το λόγο σε πολεμικό συμβούλιο στη Βοιωτία.

Άτταλος Β΄ της Περγάμου

Ο Άτταλος Β΄ ο Φιλάδελφος (220 π.Χ. – 138 π.Χ.) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Ήταν γιος του Αττάλου Α΄ του Σωτήρος και της Απολλωνίδος.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του Ευμένη Β΄ του Σωτήρος, από το 197 π.Χ. έως το 158 π.Χ., ο Άτταλος υπήρξε σημαντικός του σύμβουλος και ουσιαστικά συνδιοικητής του σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Μαζί, ασκώντας έντονα φιλορωμαϊκή πολιτική, κατάφεραν να μετατρέψουν την πατρίδα τους σε ελάχιστο χρόνο από ένα σχετικά ασήμαντο βασίλειο σε μια ισχυρότατη μοναρχία. Ο Άτταλος έδωσε το παρόν σε αξιοσημείωτα πολλές από τις μάχες που διαμόρφωσαν το πρόσωπο της ελληνιστικής Ανατολής κατά το 2ο αιώνα π.Χ., ενώ διεξήγαγε πολυάριθμους πολέμους ως σύμμαχος ή εχθρός σχεδόν όλων των ελληνιστικών κρατών. Αξιοσημείωτα κατά τη διάρκεια της ζωής του έλαβαν χώρα και οι τέσσερις Μακεδονικοί Πόλεμοι, ενώ ο ίδιος έλαβε επίσης ενεργά μέρος στην καθοριστική Μάχη της Μαγνησίας το 190 π.Χ., στη ρωμαϊκή εκστρατεία κατά των Γαλατών το 189 π.Χ., καθώς και σε πολέμους ενάντια στη Βιθυνία, τους Σελευκίδες, τον Πόντο, την Καππαδοκία (επί του σφετεριστή Οροφέρνη) και τη Θράκη.

Διακρίθηκε επίσης ως διπλωμάτης πραγματοποιώντας συχνά ταξίδια στη Ρώμη, όπου και κέρδισε την εκτίμηση των ισχυρών ανδρών της εποχής. Κάποτε μάλιστα του προσφέρθηκε βοήθεια προκειμένου να ανέλθει στο θρόνο του αδελφού του, την οποία όμως και αρνήθηκε. Ο Άτταλος διαδέχτηκε τελικά ομαλά τον Ευμένη το 158 π.Χ. και κυβέρνησε για 21 έτη ακόμη, νυμφευόμενος τη χήρα βασίλισσα Στρατονίκη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνέχισε να επεμβαίνει ενεργά στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού της Ανατολής, εξακολουθώντας να απολαμβάνει την εύνοια των παλαιών του πολιτικών συμμάχων στη Ρώμη.

Όπως και οι προκάτοχοί του, άφησε επίσης αξιόλογο πολιτιστικό έργο, ανάμεσα στο οποίο ξεχωρίζει η Στοά του Αττάλου στην πόλη των Αθηνών. Απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών κληροδοτώντας το θρόνο του στον ανιψιό του, Άτταλο Γ΄ το Φιλομήτορα.

Αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ

Τα αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ είναι ειδικά κέρματα που εκδίδονται από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου ή για τον εορτασμό ή προς τιμή κάποιου σύγχρονου γεγονότος. Έχουν νόμιμη ισχύ και χρησιμοποιούνται κανονικά στις συναλλαγές, όπως τα συνηθισμένα κέρματα ευρώ. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα συλλεκτικά κέρματα μεγαλύτερης αξίας από χρυσό ή ασήμι που εκδίδονται για συλλεκτικούς σκοπούς και δεν χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές.Το κάθε κράτος μέλος της ευρωζώνης είχε μέχρι το 2012 το δικαίωμα να εκδίδει το πολύ ένα αναμνηστικό κέρμα κάθε χρόνο. Από το 2012 κάθε χώρα μπορεί να εκδίδει δύο αναμνηστικά κέρματα. Τα κέρματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, καθώς και την ίδια κοινή όψη, με ένα κανονικό κέρμα των 2 ευρώ. Η άλλη όψη, που αντικαθιστά την εθνική όψη του συνηθισμένου κέρματος, έχει το σχέδιο επιλογής της χώρας με θέμα το γεγονός ή το πρόσωπο που τιμάται. Τα αναμνηστικά κέρματα απαντούν μόνο στην ονομαστική αξία των 2 ευρώ και έχουν ισχύ νόμιμου χρήματος σε όλη τη ζώνη του ευρώ, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιούνται –και πρέπει να γίνονται αποδεκτά– όπως οποιοδήποτε άλλο κέρμα ευρώ.

Εκτός των εθνικών εκδόσεων προβλέπεται και η δυνατότητα κοινής έκδοσης από όλες τις χώρες με το ίδιο θέμα και σχέδιο (με μικρές μόνο παραλλαγές για να προσδιορίζεται η χώρα έκδοσης). Η κοινή έκδοση δεν συνυπολογιζόταν στον περιορισμό του ενός κέρματος ανά έτος πριν το 2012 και δεν συνυπολογίζεται στον περιορισμό των δύο κερμάτων ανά έτος από το 2012 και μετά. Κοινή έκδοση έγινε το 2007 (από τα 13 τότε κράτη μέλη της ευρωζώνης) με θέμα την 50ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, το 2009 (από τα 16 τότε κράτη μέλη της ευρωζώνης) για την επέτειο των δέκα χρόνων του ευρώ (ως νομισματικής μονάδας), το 2012 (από τα 17 τότε κράτη μέλη της ευρωζώνης) για να εορταστούν τα δέκα έτη κυκλοφορίας του ευρώ και το 2015 για την 30ή επέτειο καθιέρωσης της ευρωπαϊκής σημαίας (19 χώρες).

Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα τραπεζογραμμάτια, υπεύθυνες για την έκδοση των κερμάτων ευρώ είναι οι εθνικές αρχές και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν μια χώρα της ζώνης του ευρώ σκοπεύει να εκδώσει αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Επιτροπή ελέγχει ότι το νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο.

Η Επιτροπή είναι η έγκυρη πηγή στην οποία στηρίζεται η ΕΚΤ όταν ενημερώνει το δικό της δικτυακό τόπο. Αμέσως μόλις η Επιτροπή ανακοινώσει ένα νέο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, η ΕΚΤ ενημερώνει αντιστοίχως το δικτυακό της τόπο.

Το πρώτο εθνικό αναμνηστικό κέρμα εκδόθηκε το 2004 και μέχρι σήμερα (Μάρτιος 2016) έχουν εκδοθεί συνολικά 236 ως εξής: 6 το 2004, 8 το 2005, 7 το 2006, 20 το 2007 (συμπεριλαμβανομένων των 13 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 10 το 2008, 25 το 2009 (συμπεριλαμβανομένων των 16 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 12 το 2010 και 16 το 2011. Το 2012 έχουν εκδοθεί 30 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων των 17 νομισμάτων της κοινής έκδοσης) και το 2013 έχουν εκδοθεί 23 κέρματα, το 2014 έχουν εκδοθεί 27, το 2015 47 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων 19 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), το 2016 32 κέρματα,το 2017 32 κέρματα, και το 2018 36. Το 2019 έχουν ήδη εκδοθεί 29 κέρματα.

Το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωζώνης που έχουν εκδώσει εθνικά αναμνηστικά κέρματα κάθε χρονιά.

Δικαίωμα έκδοσης αναμνηστικών κερμάτων έχουν και ο Άγιος Μαρίνος, η Ανδόρρα, το Βατικανό και το Μονακό που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης αλλά έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες. Δεν εκδίδουν όμως αναμνηστικά κέρματα κοινής έκδοσης.

Τα κέρματα αυτά εκδίδονται στην πλειονότητά τους για τον εορτασμό ιστορικών επετείων ή για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον σε σύγχρονα γεγονότα ιστορικής σημασίας. Το πρώτο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ εκδόθηκε το 2004 από την Ελλάδα με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Η κάθε χώρα της ζώνης του ευρώ είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την έκδοση κερμάτων. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα αναμνηστικά, όπως και όλα τα άλλα κέρματα, είναι να εγκρίνει τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να εκδώσει η κάθε χώρα.

Αρχαία Ρώμη

Η αρχαία Ρώμη ήταν αρχικά ένας ιταλικός οικισμός, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. και αναπτύχθηκε στην πόλη της Ρώμης και στη συνέχεια έδωσε το όνομά του στην αυτοκρατορία, της οποίας αποτέλεσε την έδρα, καθώς και στον εκτεταμένο πολιτισμό που ανέπτυξε η αυτοκρατορία. Ανήκοντας γεωγραφικά στον χώρο της Μεσογείου Θάλασσας και με επίκεντρο την πόλη της Ρώμης, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου με πληθυσμό περίπου 50-90.000.000 κατοίκους (περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) και καλύπτοντας έκταση 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια του 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ.Στους περίπου 12 αιώνες ύπαρξής του, ο Ρωμαϊκός πολιτισμός μετατοπίστηκε από τη μοναρχία στην κλασική δημοκρατία και, στη συνέχεια, σε μία ολοένα και πιο αυταρχική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης, του πολέμου, και της αφομοίωσης. Το 330 ο Κωνσταντίνος Α΄ μετακίνησε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη, που θα μετονομαστεί σε Κωνσταντινούπολη.

Η παρακμή του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα τη Ραβέννα επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενο από πολιτική αστάθεια, και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις κατά την διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που περιελάμβαναν την Ισπανία, τη Γαλατία και την Ιταλία, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα. Η υπόλοιπη αυτοκρατορία, της οποίας η κυβέρνηση είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Βρετανική Αυτοκρατορία

Η Βρετανική Αυτοκρατορία (αγγλικά: British Empire) αποτελείτο από τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, τις εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Κατά την ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και για πάνω από ένα αιώνα ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Το 1922 η Βρετανική Αυτοκρατορία διοικούσε έναν πληθυσμό περίπου 458 εκατομμυρίων, το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού, και κάλυπτε περισσότερο από 33.670.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το ένα τέταρτο περίπου της συνολικής έκτασης της ξηράς της Γης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έντονη πολιτική, γλωσσική και πολιτισμική της επίδραση παγκοσμίως. Στο ύψιστο σημείο της δύναμής της, συχνά λεγόταν ότι «ο ήλιος δεν δύει ποτέ στην Βρετανική Αυτοκρατορία», επειδή η εξάπλωσή της σε όλα σχεδόν τα γεωγραφικά μήκη του κόσμου σήμαινε ότι ο ήλιος πάντα έλαμπε σε τουλάχιστον ένα από τα πολυάριθμα εδάφη της.

Κατά την Εποχή των ανακαλύψεων το 15ο και 16ο αιώνα, η Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες. Εποφθαλμιώντας τον πλούτο που προσέφεραν αυτές οι αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία. Μία σειρά πολέμων το 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στην Ολλανδία και τη Γαλλία κατέστησε την Αγγλία (Βρετανία μετά την πράξη ένωσης με τη Σκωτία το 1707) κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στη Βόρεια Αμερική και την Ινδία. Η απώλεια όμως των δεκατριών αποικιών στη Βόρεια Αμερική το 1783 μετά από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία, καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον σύντομα στράφηκε προς την Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Μετά την ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας το 1815, η Βρετανία γνώρισε έναν αιώνα αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας και επεξέτεινε την κυριαρχία της σε όλο τον κόσμο. Δόθηκε σταδιακή αυτονομία στις αποικίες με λευκό πληθυσμό, κάποιες από τις οποίες μετατράπηκαν σε κτήσεις.

Η ανάπτυξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ περιόρισε την οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι επακόλουθες στρατιωτικές και οικονομικές εντάσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία ήταν τα κύρια αίτια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Βρετανία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκρατορία της. Ο πόλεμος επέφερε τεράστια οικονομική επιβάρυνση στη Βρετανία και παρόλο που η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν ήταν πια μια απαράμιλλη βιομηχανική ή στρατιωτική δύναμη. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι βρετανικές αποικίες της Νοτιοανατολικής Ασίας καταλήφθηκαν από την Ιαπωνία, γεγονός που έπληξε το γόητρό της και επιτάχυνε την παρακμή της αυτοκρατορίας παρά τη νίκη της στον πόλεμο. Δυο χρόνια μετά τον πόλεμο η Βρετανία παραχώρησε ανεξαρτησία στην Ινδία, την πολυπληθέστερη και πολυτιμότερη αποικία της.

Κατά το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, στα πλαίσια του κινήματος της αποαποικιοποίησης, οι περισσότερες περιοχές της αυτοκρατορίας απέκτησαν ανεξαρτησία, με κατάληξη την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα το 1997. Δεκατέσσερα εδάφη παρέμειναν κάτω από βρετανική κυριαρχία, τα Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη. Μετά την ανεξαρτητοποίησή τους πολλές πρώην αποικίες εντάχθηκαν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, μια ελεύθερη ένωση ανεξάρτητων κρατών. Δεκαέξι κοινοπολιτειακά κράτη έχουν κοινό αρχηγό κράτους τον εκάστοτε μονάρχη του Ηνωμένου Βασειλείου.

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Δυναστεία των Δουκών

Η Δυναστεία των Δουκών ήταν αυτοκρατορική δυναστεία που κυβέρνησε την Βυζαντινή αυτοκρατορία 28 χρόνια (1059 - 1087), το όνομα της προέρχεται από τον Λατινικό τίτλο «dux» που μεταφράζεται "ηγέτης" ή "στρατηγός". Ένας κλάδος της οικογένειας, οι Κομνηνοδούκες, κυβέρνησε από τον 13ο αιώνα το Δεσποτάτο της Ηπείρου και την Θεσσαλία. Το επώνυμο Δούκας εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές στο Βυζάντιο μετά τον 12ο αιώνα.

Η καταγωγή της οικογένειας είναι ασαφής, οι ιστορικοί αναγνωρίζουν πολλές οικογένειες με το επώνυμο Δούκας που δεν είναι απαραίτητο να έχουν μεταξύ τους συγγένεια. Ο ιστορικός Δημήτριος Ι. Πολέμης γράφει "Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ε ότι όλες αυτές οι ομάδες ανθρώπων που χαρακτηρίζονται με το επίθετο Δούκας αποτελούν μία μεγάλη οικογένεια".

Δυναστεία των Κομνηνών

Η Δυναστεία των Κομνηνών ήταν μία ισχυρή οικογένεια ευγενών που κυβέρνησε την Βυζαντινή αυτοκρατορία (1081 - 1185), αργότερα δημιούργησαν και κυβέρνησαν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας (1204 - 1261) και έμειναν γνωστοί σαν "Μεγαλοκομνηνοί". Με επιγαμίες συνδέθηκαν με τις ισχυρότερες οικογένειες που κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια το Βυζάντιο όπως η Δυναστεία των Δουκών, ο Οίκος των Αγγέλων και η Δυναστεία των Παλαιολόγων.

Δυναστεία των Μακεδόνων

Η Μακεδονική Δυναστεία ήταν αυτοκρατορική δυναστεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (867-1057), που κράτησε 190 χρόνια.

Ιδρυτής και γενάρχης της δυναστείας ήταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄.

Δυναστεία των Παλαιολόγων

Η Δυναστεία των Παλαιολόγων ήταν η τελευταία αυτοκρατορική οικογένεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Γενάρχης της ήταν ο Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος ο οποίος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας το 1261, όταν ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσε την Λατινική Αυτοκρατορία η οποία είχε ιδρυθεί μετά την Δ΄ Σταυροφορία. Η Δυναστεία των Παλαιολόγων διήρκεσε μέχρι τις 29 Μαΐου 1453 και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα των Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο.

Δυναστεία των Πτολεμαίων

Η Δυναστεία των Πτολεμαίων ήταν μια βασιλική οικογένεια της Ελληνιστικής Περιόδου, που κυβέρνησε την Αίγυπτο για περίπου τρεις αιώνες, από το 305 μέχρι το 30 π.Χ.

Εικονομαχία

Ο όρος Εικονομαχία αναφέρεται στην θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 8ου και το πρώτο μισό του 9ου αιώνα, αναφορικά (σε πρώτο επίπεδο) με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Η Εικονομαχία διαίρεσε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε Εικονομάχους (επίσης αναφερόμενους ως Εικονοκλάστες) και Εικονολάτρες (επίσης αναφερόμενους ως Εικονόφιλους και Εικονόδουλους).

Οι λατρευτικές υπερβολές των πιστών σχετικά με τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα λείψανα των αγίων και η μεγάλη επιρροή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των μοναχών, οδήγησαν το 726 τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ στην έκδοση διατάγματος με το οποίο αποδοκιμαζόταν η προσκύνηση των εικόνων ως ψευδολατρεία. Μέχρι το 741 που πέθανε, η πολιτική του υπήρξε μάλλον ήπια και οι διατάξεις του περί απαγορεύσεως και αφαιρέσεως των εικόνων φαίνεται ότι δεν εκτελούνταν επακριβώς.

Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πολύ ορμητικότερος. Εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά των εικόνων και των μοναχών, και συγκάλεσε την σύνοδο της Ιερείας (754), κατά την οποία καταδικάστηκαν οι θρησκευτικές απεικονίσεις. Μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν σε γάμο και πολλές μονές κρατικοποιήθηκαν. Επί της βασιλείας του γιου του Λέοντα Δ΄ η εικονομαχική πολιτική συνεχίστηκε αλλά πολύ ηπιότερα. Μετά τον πρόωρο θάνατό του η εξουσία περιήλθε στην σύζυγό του και μητέρα του γιου του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ Ειρήνη η οποία συνεκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, που αναστήλωσε τις εικόνες. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α´ που την ανέτρεψε, ακολούθησε ήπια εικονομαχική πολιτική αν και περιεπλάκη σε οξύτατη διαμάχη με τους άκρους εικονόφιλους. Ο γαμπρός του Μιχαήλ Α΄ παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην μοναχική παράταξη.

Επί Λέοντος Ε΄ άρχισε με οξύτητα η δεύτερη φάση της Εικονομαχίας. Πιεζόμενος και από τον στρατό, ο αυτοκράτορας διέταξε την καθαίρεση των εικόνων και συγκάλεσε σύνοδο η οποία κατήργησε τις αποφάσεις της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου και αναγνώρισε αντ’ αυτής την σύνοδο της Ιερείας. Ο δολοφόνος και διάδοχός του, Μιχαήλ Β´, τήρησε επαμφοτερίζουσα πολιτική, δυσαρεστώντας τους πάντες και αφήνοντας το θέμα σε εκκρεμότητα. Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Θεόφιλος αναδείχθηκε σε υπέρμαχο της Εικονομαχίας και οι απαγορεύσεις των εικόνων και οι διωγμοί των μοναχών επαναλήφθηκαν.

Το τέλος της Εικονομαχίας επήλθε το 842, αμέσως μετά τον θάνατο του Θεόφιλου, με ενέργειες της χήρας του Θεοδώρας, που ασκούσε την εξουσία επ’ ονόματι του ανηλίκου Μιχαήλ Γ΄. Το κύρος της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας ανορθώθηκε, οι εικόνες αναστηλώθηκαν, τα καταργηθέντα μοναστήρια ανασυστάθηκαν και τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα αποδόθηκαν στις εκκλησίες και στις μονές.

Το τέλος της Εικονομαχίας σήμανε και το τέλος των οικονομικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που είχαν επιβληθεί από τους βασιλείς της και οι οποίες κρίνεται από πολλούς συγγραφείς ότι υπήρξαν ιδιαίτερα εποικοδομητικές.

Ευμένης Β΄ της Περγάμου

Ο Ευμένης Β΄ ο Σωτήρ (βασ. 197 π.Χ. - 158 π.Χ.) ήταν ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Ήταν γιος του Αττάλου Α΄ του Σωτήρος και της Απολλωνίδος. Νυμφεύτηκε τη Στρατονίκη, κόρη του Αριαράθη Δ΄, βασιλιά της Καππαδοκίας και της Αντιοχίδος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ασκώντας έντονα φιλορωμαϊκή πολιτική κατάφερε να εξελιχθεί σε ελάχιστο χρόνο από βασιλιάς ενός σχετικά ασήμαντου βασιλείου σε ηγεμόνα μιας ισχυρότατης μοναρχίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο, ο Ευμένης ήταν άνδρας με ασθενή κράση, αλλά με μεγάλη ενεργητικότητα και δύναμη μυαλού, όπως αποδεικνύεται από τη θητεία του στο θρόνο της Περγάμου. Είναι, επίσης, γνωστός για το σημαντικό πολιτιστικό του έργο, με επιφανέστερα επιτεύγματά του την ανάδειξη της Περγάμου σε περίλαμπρη πόλη και την επέκταση της Βιβλιοθήκης της Περγάμου, μιας από τις μεγάλες βιβλιοθήκες του αρχαίου κόσμου, δεύτερη σε σπουδαιότητα μετά από την αντίστοιχη της Αλεξάνδρειας.

Κλεομένης Α΄ της Σπάρτης

Ο Κλεομένης Α΄ ήταν βασιλιάς της Σπάρτης στο διάστημα 519-490 ή 489 π.Χ.. Ήταν γιος του βασιλιά Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα Α' των Θερμοπυλών. Ο Κλεομένης Α' ισχυροποίησε

τη Σπάρτη δίνοντας σάρκα και οστά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και συντρίβοντας τον πιο υπολογίσιμο εχθρό της πόλης του στην Πελοπόννησο, το Άργος. Ανεξάρτητα των κινήτρων του ανέτρεψε την τυραννίδα της Αθήνας του Ιππία, ενώ αργότερα βοήθησε την εγκαθίδρυση των αρίστων του Ισαγόρα κατά του Κλεισθένη, γόνου τυράννου της Σικυώνας που στην Αθήνα προσποιούνταν τον δημοκράτη, εξορίζοντας 700 οικογένειες φίλα προσκείμενες του Κλεισθένη. Όταν πήγε να καταργήσει και τη Γερουσία, οι Αθηναίοι εξεγέρθηκαν με συνέπεια να καταφύγει και να κλειστεί μαζί με τον Ισαγόρα ικέτης στην Ακρόπολη. Τελικά οι Αθηναίοι τον άφησαν να φύγει μαζί με τον στρατό του ενώ ακολούθησε η καταδίκη σε θάνατο όλων των Αθηναίων οπαδών του. Εκτός των παραπάνω εξουδετέρωσε την δικαιολογημένη εκ της αθηναϊκής τακτικής φιλοπερσική μερίδα της Αίγινας, η τυχόν υποστήριξη της οποίας προς τους Πέρσες λίγο αργότερα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, θα μπορούσε να αποβεί και καθοριστικής σημασίας, αφού δεν θα ήξεραν που να καταφύγουν τότε οι Αθηναίοι, οι μόνοι που εγκατέλειψαν την πόλη τους, στους Περσικούς πολέμους. Τελικά όμως θεωρήθηκε παρανοϊκός, εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Κατηγορήθηκε συγκεκριμένα ότι εκθρόνισε, δωροδοκώντας το Μαντείο των Δελφών, τον συμβασιλέα του Δημάρατο των Ευρυποντιδών, ότι συγκέντρωσε στρατό Αρκάδων με στόχο να ανατρέψει την κυβέρνηση της Σπάρτης και ότι τελικά ήταν παράφρων και επικίνδυνος. Όταν βρέθηκε νεκρός στη φυλακή, η επίσημη εκδοχή ήταν πως «αυτοκτόνησε μέσα στην τρέλα του», αλλά σύγχρονοι ιστορικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε.

Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Ζ΄ Φιλοπάτωρ (Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου 30 π.Χ.), γνωστή στην ιστορία απλώς ως Κλεοπάτρα, ήταν αρχαία Ελληνίδα βασίλισσα και η τελευταία ενεργή βασίλισσα της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Μετά τη βασιλεία της, η Αίγυπτος έγινε επαρχία της νεοϊδρυθείσας τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κλεοπάτρα ήταν αρχαία Ελληνίδα και όχι Αιγύπτια όπως πολλοί νομίζουν. Ήταν μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο γιος της Πτολεμαίος ΙΕ΄ Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί. Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ΄ σηματοδοτεί το τέλος της ελληνιστικής και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρόλο που ήταν ικανή και δαιμόνια μονάρχης, έμεινε διάσημη κυρίως γιατί κατόρθωσε να γοητεύσει δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής της, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και για την ομορφιά και το τραγικό της τέλος. Χάρη στη φιλοδοξία και την προσωπική της γοητεία επηρέασε καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας.

Οίκος των Βουρβόνων

Ο Οίκος των Βουρβόνων (γαλλικά: Maison de Bourbon) ήταν γαλλική δυναστεία. Βασίλεψε από το 1589 ως τη Γαλλική Επανάσταση και από την πτώση του Ναπολέοντα Α΄ ως το 1848. Βασιλείς στους θρόνους της Πάρμας και της Νάπολης ήταν επίσης Βουρβόνοι, οι οποίοι βασιλεύουν σήμερα στην Ισπανία.

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Ορκάδες

Οι Ορκάδες (αγγλικά: Orkney IPA [ ['ɔːkni]], σκωτικά γαελικά: Arcaibh) είναι αρχιπέλαγος το οποίο βρίσκεται κοντά στις βόρειες ακτές της Σκωτίας, από τις οποίες απέχει μόλις 16 χιλιόμετρα, και νότια από τα νησιά Σέτλαντ. Το αρχιπέλαγος αποτελείται από περίπου 70 νησιά, από τα οποία κατοικούνται τα 19. Η συνολική έκταση των νησιών είναι περίπου 990 τ. χλμ. και ο πληθυσμός τους ανέρχεται στους 21.349 κατοίκους. Το μεγαλύτερο νησί είναι το Μέινλαντ (The Mainland), το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του συμπλέγματος και χωρίζει τα υπόλοιπα σε δύο ομάδες, τα βόρεια και τα νότια νησιά. Οι Ορκάδες ανήκουν πολιτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ διοικητικά αποτελούν την ομώνυμη περιφέρεια (Orkney Islands). Το Κέρκγουολ (Kirkwall) (9.293 κάτοικοι το 2011), η μεγαλύτερη πόλη και διοικητικό κέντρο, βρίσκεται στο νησί Μέινλαντ.

Το αρχαίο όνομα Ορκάδες μαρτυρείται από τον 1ο π.Χ. αιώνα ή και νωρίτερα, ενώ τα νησιά κατοικούνται εδώ και τουλάχιστον 8.500 χρόνια. Αρχικά κατοικήθηκαν από φυλές της Μεσολιθικής και της Νεολιθικής περιόδου και στη συνέχεια από τους Πίκτους. Το 875 οι Ορκάδες καταλήφθηκαν και προσαρτήθηκαν στη Νορβηγία και εποικίστηκαν από Σκανδιναβούς. Το 1472 εξαιτίας της αδυναμίας εκπλήρωσης της προικώας συμφωνίας της Μαργαρίτας της Δανίας προς τον σύζυγό της Ιάκωβο Γ' της Σκωτίας, οι Ορκάδες προσαρτήθηκαν στο Βασίλειο της Σκωτίας. Στις Ορκάδες βρίσκονται μερικοί από τους παλαιότερους και καλύτερα διατηρημένους αρχαιολογικούς χώρους της Ευρώπης. Η Καρδιά του Νεολιθικού Όρκνεϊ (Heart of Neolithic Orkney) στο νησί Μέινλαντ έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Η υποκείμενη γεωλογική βάση όλων των νησιών αποτελείται από βραχώδεις σχηματισμούς από ερυθρό ψαμμίτη. Το κλίμα είναι ήπιο και η εύφορη γη καλλιεργείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Η γεωργία αποτελεί τον σημαντικότερο τομέα της οικονομίας, ενώ η αξιοποίηση της αιολικής και της υδάτινης ενέργειας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Οι κάτοικοι των νησιών χρησιμοποιούν μια ιδιαίτερη διάλεκτο και διατηρούν την πλούσια λαογραφική τους παράδοση. Στα νησιά υπάρχει αφθονία άγριας πανίδας, πλούσιας σε θαλάσσια είδη και πτηνά.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ηγεμόνας, ένας από τους σπουδαιότερους της πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου καθώς και βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου Γ΄ του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτωντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης.

Σαμουράι

Οι σαμουράι (ιαπωνικά: 侍‎), όπως τουλάχιστον παρουσιάζονται στην ιαπωνική ιστορία, ήταν μια τάξη άφοβων και βίαιων πολεμιστών, που ουσιαστικά κυριάρχησε στην Ιαπωνία για περισσότερα από 600 χρόνια, από τα μέσα του 12ου αιώνα. Η θέση τους στο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο της ιαπωνικής φεουδαρχίας υπήρξε σημαντική, καθώς λειτούργησαν αρκετές φορές ως ρυθμιστές της ροής των ιστορικών γεγονότων. Απέκτησαν παγκόσμια φήμη για τις ικανότητές τους στο χειρισμό των όπλων, ιδιαίτερα στο ξίφος, και τα κατορθώματά τους έγιναν θρύλοι της ενδοχώρας.

Η λέξη σαμουράι προέρχεται από το ιαπωνικό ρήμα σαμoρό ή σαμπουρό και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει τους προσωπικούς υπηρέτες των πλούσιων και πανίσχυρων γαιοκτημόνων του 8ου αιώνα στην Ιαπωνία. Ορισμένοι από αυτούς τους γαιοκτήμονες ήταν αριστοκράτες, ευγενείς που είχαν εγκαταλείψει τη βασιλική αυλή του Κιότο, την πρωτεύουσα, προκειμένου να αναζητήσουν την τύχη τους. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε σταδιακά ένα δίκτυο φυλών ή «οικογενειών» με τη διευρυμένη έννοια. Έτσι, όμως, η κεντρική διακυβέρνηση της χώρας έχασε τη δύναμή της, ενώ ο νόμος και η τάξη ετηρείτο πλέον από τις διαφορετικές οικογένειες. Οι οικογένειες εξοπλίστηκαν με την πάροδο του χρόνου, ώστε να μπορούν να προστατέψουν τη γη τους και τους ανθρώπους τους. Τούτο ήταν και το έναυσμα για την ανάπτυξη της τάξης των σαμουράι, πάνω σε έναν αρχαιότερο κώδικα που ήδη είχαν αναπτύξει οι πολεμιστές Γιαγιόι.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.