Γεωλογία

H λέξη γεωλογία προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις γη και λόγος και επομένως είναι η επιστήμη που μελετά την Γη, και κυρίως το στερεό τμήμα της, δηλαδή τα πετρώματα από τα οποία αποτελείται, τις ιδιότητες που αυτά έχουν και τις διεργασίες που τα σχηματίζουν. Στη σύγχρονη εποχή, η γεωλογία απέκτησε και μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον, γιατί διευκολύνει και συστηματικοποιεί την έρευνα για σημαντικά ορυκτά και ιδιαίτερα για τα φυσικά αποθέματα υδρογονανθράκων, άνθρακα, μεταλλευμάτων αλλά και νερού. Είναι ακόμη πολύ σημαντική για την κατανόηση και την προσπάθεια για πρόβλεψη αρκετών ειδών φυσικών καταστροφών. Επίσης, προσφέρει καλύτερη αξιολόγηση των περιβαλλοντολογικών προβλημάτων, καθώς μπορεί να «δει» τις κλιματικές αλλαγές που ήδη έγιναν στο παρελθόν. Παίζει ακόμη ρόλο στη γεωτεχνική μηχανική και αποτελεί ένα μεγάλο πεδίο ακαδημαϊκής αναζήτησης.

Η γεωλογία δίνει μια εικόνα για την ιστορία της Γης, βοήθησε σημαντικά στον προσδιορισμό της ηλικίας της Γης στα 4,5 δισεκατομμύρια (4.5·109) χρόνια. Τεκμηρίωσε, ακόμη, ότι η Λιθόσφαιρα της Γης διαχωρίζεται σε τεκτονικές πλάκες, που κινούνται στον άνω μανδύα (ασθενόσφαιρα) μέσω διαδικασιών που χαρακτηρίζονται από τη σχετική θεωρία που ανέπτυξε. Ασχολήθηκε επίσης με τη μελέτη για την εξελισσόμενη ιστορία της ζωής στη Γη και με τα κλίματα που επικρατούσαν στο παρελθόν.

Η Αστρογεωλογία αναφέρεται στην εφαρμογή των γεωλογικών αρχών σε άλλους πλανήτες του ηλιακού συστήματος, αν και χρησιμοποιούνται και εξειδικευμένοι όροι, όπως Σεληνολογία, Αρεολογία κτλ, ανάλογα με το πλανητικό σώμα που εξετάζεται. Η λέξη «γεωλογία"»χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Ζαν-Αντρέ Ντελύκ (Jean-André Deluc) το 1778 και εισήχθη ως καθιερωμένος όρος από τον Οράς-Μπενεντίκτ ντε Σωσύρ (Horace-Bénédict de Saussure) το 1779. Ένα παλαιότερο νόημα της λέξης πρωτοχρησιμοποίησε ο Ρισάρ ντε Μπυρί (Richard de Bury), για να διακρίνει μεταξύ της κοσμικής και της θεολογικής νομολογίας.

Plinian Eruption-blank

Ιστορία

Η μελέτη της φυσικής ύλης της Γης ανάγεται τουλάχιστον ως την Αρχαία Ελλάδα, στο έργο του Θεόφραστoυ (372-287 π.Χ.) Περί λίθων και στην ερμηνεία των απολιθωμάτων που έδινε, η οποία δεν ανατράπηκε παρά μόνον μετά την Επιστημονική επανάσταση. Κατά την Ρωμαϊκή Περίοδο, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος περιέγραψε με λεπτομέρειες πολλά ορυκτά και μέταλλα που ήταν τότε σε πρακτική χρήση και ιδιαίτερα σωστά σημείωσε την προέλευση του ήλεκτρου.

Κάποιοι σύγχρονοι μελετητές, όπως ο Φίλντινγκ Χάντσον Γκάρρισον (Fielding Hudson Garrison) έχουν τη γνώμη ότι η σύγχρονη Γεωλογία άρχισε στο Μεσαιωνικό Ισλαμικό κόσμο.[1] Ο Αμού αλ-Ράυχαν αλ Μπιρουνί (Abu al-Rayhan al-Biruni, 973-1048) ήταν ένας από τους παλαιότερους γνωστούς μωαμεθανούς γεωλόγους, που στα έργα του περιλαμβάνονται αρχαιότερα κείμενα από τη γεωλογία στην Ινδία, υποθέτοντας μάλιστα ότι η Ινδική υποήπειρος ήταν κάποτε θάλασσα.[2] Ο μελετητής Αβικένας ('Ibn Sina, Avicenna, 9811037) πρότεινε λεπτομερείς εξηγήσεις για την ορογένεση, την προέλευση των σεισμών και άλλα κεντρικά θέματα της σύγχρονης Γεωλογίας, που προσέφεραν μια ουσιαστική επανεκκίνηση αυτής της αργότερα αναπτυσσόμενης επιστήμης.[3][4] Επίσης στην Κίνα, ο πολυμαθής Σεν Κουά (Shen Kua, 1031 - 1095) διατύπωσε μια υπόθεση για τη διαδικασία σχηματισμού της γης, βασισμένη στην παρατήρηση πετρωμάτων και ζωικών απολιθωμάτων (όστρεα), σε ένα ορεινό γεωλογικό στρώμα εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον Ωκεανό. Θεώρησε πως η γη σχηματίστηκε από τη διάβρωση των ορέων και από την απόθεση ιλύος.[5]

Στον Νικόλαο Στένο (1638–1686) αποδίδονται ο νόμος της υπαλληλίας, η αρχή του πρωταρχικού οριζόντιου χαρακτήρα, και η αρχή της πλευρικής συνέχειας: τρεις καθοριστικές αρχές της στρατιγραφίας.[6]

Ο Γκέοργκ Μπάουερ (Georg Bauer ή Georg Agricola), γιατρός, συνέγραψε μια Σύνοψη της Μεταλλουργίας και της Εξόρυξης που εκδόθηκε το 1556. Ήταν η πρώτη συστηματική πραγματεία για την εξόρυξη και την μεταλλουργία, De re metallica libri XII, με βοήθημα το Βιβλίο των υποχθόνιων πλασμάτων (Buch von den Lebewesen unter Tage), που κάλυπτε θέματα όπως η υδροδυναμική, η αιολική ενέργεια η εξαγωγή του θείου κ.α.

Κατά τον 18° αιώνα άρχισε μια πρώτη συστηματική μελέτη των συστατικών του φλοιού της Γης (ορυκτά, πετρώματα), χωρίς όμως οργάνωση και συγκρότηση κάποιου επιστημονικού κλάδου. Η ανάγκη που προέκυψε από την αυξανόμενη δημιουργία ορυχείων, ώθησε την παρατήρηση και έρευνα προς την κατεύθυνση αυτή και έτσι πρωτοδημιουργήθηκε ως επιστήμη η Ορυκτολογία και άρχισαν να λειτουργούν τα πρώτα Σχολεία Ορυχείων (Αγγλία, Σκωτία, Γερμανία, Γαλλία). Το 1700 ο Ζαν-Ετιέν Γκετάρ (Jean-Etienne Guettard) και ο Νικολά Ντεμαρέ (Nicolas Desmarest) περιηγήθηκαν την κεντρική Γαλλία και κατέγραψαν τις παρατηρήσεις τους σε γεωλογικούς χάρτες. Ο Γκετάρ κατέγραψε πετρώματα ηφαιστειακής προέλευσης.

Το 1788 ο Τζέιμς Χάττον (James Hutton) κατέγραψε τη Θεωρία της Γης στα Πρακτικά της Βασιλικής Εταιρείας του Εδιμβούργου πού ονομάστηκε αργότερα Ομοιομορφισμός οποίος, σε αντίθεση με τον καταστροφισμό, δέχεται μια συνεχή και ομοιόμορφη διαδικασία εξέλιξης του γήινου φλοιού και διατυπώνεται ως "οι εξωτερικές και εσωτερικές διεργασίες που αναγνωρίζονται σήμερα, λειτουργούν αδιάλειπτα και με τους ίδιους ρυθμούς σ' όλο το διάστημα της γεωλογικής ιστορίας της Γης". Ο ομοιομορφισμός σταδιακά αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από τον Πραγματισμό, ο οποίος αποδίδει σαφέστερα την έννοια της συνεχιζόμενης φυσικής διεργασίας και την διατυπώνεται ως αρχή που δέχεται ότι οι ίδιοι φυσικοί νόμοι και οι ίδιες διεργασίες που κυριάρχησαν στο παρελθόν, ισχύουν και σήμερα. Η υπόθεση του πραγματισμού αποτελεί βασική αρχή για τη σύγχρονη Γεωλογία.

Η λέξη "Γεωλογία" με την έννοια της διακριτής επιστήμης χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η εποχή κατά την οποία η νεαρή επιστήμη άρχισε να θεμελιώνει τις πρώτες θεωρίες και να προσκομίζει αποδείξεις για τον τρόπο δημιουργίας της Γης ως πλανήτη, της δομής και εξέλιξης του φλοιού, τον τρόπο σχηματισμού των πετρωμάτων κ.λπ. Η γεωλογία του 19ου αιώνα περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της ηλικίας της Γης, με εκτιμήσεις που ποίκιλαν από 100.000 έως δισεκατομμύρια χρόνια πριν.

Το 1811 οι Ζωρζ Κυβιέ (Georges Cuvier) και Αλεξάντρ Μπρονιάρ (Alexandre Brongniart) δημοσίευσαν την ερμηνεία τους για την αρχαιότητα της Γης, εμπνευσμένη από την ανακάλυψη του Κυβιέ απολιθωμάτων οστών ελεφάντων στο Παρίσι. Για να αποδείξουν τη θεωρία τους διατύπωσαν της αρχή της στρωματογραφικής διαδοχής των πετρωμάτων του γήινου φλοιού. Στα ίδια συμπεράσματα είχε καταλήξει, ανεξάρτητα από τη δική τους έρευνα, και ο Ουΐλιαμ Σμιθ (William Smith) με τις στρωματογραφικές έρευνες που διεξήγαγε στην Αγγλία και τη Σκωτία. Το 1827 το βιβλίο του Τσαρλς Λάιελ Αρχές της Γεωλογίας επανέλαβε τον Ομοιομορφισμό του Χάττον επηρεάζοντας τη σκέψη του Δαρβίνου (Charles Darwin) και ανέδειξε την ανάγκη διαμόρφωσης μιας ενιαίας χρονολογικής κλίμακας ως σταθερού σημείου αναφοράς.

Η σημαντικότερη πρόοδος της Γεωλογίας στον 20ο αιώνα, επανάσταση για τις Γεωεπιστήμες ήταν η ανάπτυξη της θεωρίας των τεκτονικών πλακών το 1960, η οποία επανέφερε στο προσκήνιο την ξεχασμένη θεωρία μετατόπισης των ηπείρων. Η θεωρία της μετατόπισης των ηπείρων προτάθηκε από τον Άλφρεντ Βέγκενερ (Alfred Wegener) το 1912 και τον Άρθουρ Χολμς (Arthur Holmes), αλλά δεν έγινε δεκτή έως το 1960, οπότε και αναπτύχθηκε η θεωρία των τεκτονικών πλακών.

Κλάδοι της γεωλογίας

Με τη σταδιακή συσσώρευση σημαντικού όγκου γνώσεων, ανάπτυξη μεθόδων και εξειδίκευση, η σύγχρονη γεωλογία αποτελείται από πάρα πολλούς κλάδους, οι οποίοι δεν ανήκουν στο στενότερο χώρο της Γεωλογίας, αλλά σ' ένα ευρύτερο σύνολο Γεωεπιστημών ή επιστημών της Γης όπως αποκαλούνται ενίοτε.

Βασικοί κλάδοι:
Διεπιστημονικοί κλάδοι:
Εφαρμοσμένοι κλάδοι:
Γεωεπιστήμες:

Αρχές της γεωλογίας

Υφίσταται πλήθος βασικών αρχών στη γεωλογία. Πολλές από αυτές περιλαμβάνουν τη δυνατότητα εντοπισμού της σχετικής ηλικίας των στρωμάτων ή του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκαν:

  • Αρχή του Ομοιομορφισμού
  • Αρχή της Υπέρθεσης
  • Αρχής της διαδοχής της πανίδας
  • Αρχή της συμπερίληψης

Παραπομπές

  1. "The Saracens themselves were the originators not only of algebra, chemistry, and geology, but of many of the so-called improvements or refinements of civilization, such as street lamps, window-panes, fireworks, stringed instruments, cultivated fruits, perfumes, spices, etc." (Fielding H. Garrison, An introduction to the history of medicine, W.B. Saunders, 1921, p. 116)
  2. Asimov, M. S.; Bosworth, Clifford Edmund (επιμ.). The Age of Achievement: A.D. 750 to the End of the Fifteenth Century : The Achievements. History of civilizations of Central Asia. σελίδες 211–214. ISBN 978-92-3-102719-2.
  3. Toulmin, S. and Goodfield, J. (1965), ’The Ancestry of science: The Discovery of Time’, Hutchinson & Co., London, p. 64
  4. Munin M. Al-Rawi (November 2002) (pdf). The Ancestry of Science: The Discovery of Time (Report). Manchester, UK: Foundation for Science Technology and Civilisation. Publication 4039. http://www.muslimheritage.com/uploads/ibnsina.pdf. Ανακτήθηκε στις April 2012.
  5. Needham, Joseph (1986). Science and Civilization in China: Volume 3, Mathematics and the Sciences of the Heavens and the Earth. Taipei: Caves Books, Ltd. σελίδες 603–604.
  6. Alan Cutler (2003). The Seashell on the Mountaintop. How Nicolaus Steno Solved an Ancient Mystery and Created a Science of the Earth. London: Penguin Books. σελίδες 93 κ.α.

Δείτε επίσης

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Ανταρκτική

Η Ανταρκτική είναι η νοτιότερη ήπειρος της Γης στην οποία βρίσκεται ο γεωγραφικός Νότιος Πόλος. Βρίσκεται στην Ανταρκτική περιοχή του Νοτίου Ημισφαιρίου, σχεδόν εξ ολοκλήρου νοτίως του Ανταρκτικού Κύκλου, και περιβάλλεται από τον Νότιο ωκεανό. Με έκταση 14,0 εκατομμύρια τ. χλμ., είναι η πέμπτη μεγαλύτερη ήπειρος του πλανήτη μετά την Ασία, την Αφρική, τη Βόρεια Αμερική και τη Νότια Αμερική. Για σύγκριση, η Ανταρκτική έχει το διπλάσιο μέγεθος της Αυστραλίας. Περίπου το 98% της επιφάνειας της Ανταρκτικής είναι καλυμμένη από πάγο με μέσο πάχος τουλάχιστον 1,9 χιλιόμετρα.

Η Ανταρκτική είναι, κατά μέσο όρο, η πιο κρύα, η ξηρότερη, και η πιο ανεμώδης ήπειρος, ενώ έχει και το υψηλότερο μέσο υψόμετρο από όλες τις άλλες ηπείρους. Η Ανταρκτική θεωρείται έρημος, με ετήσιες κατακρημνίσεις μόλις 200 mm κατά μήκος των ακτών, και πολύ λιγότερο στην ενδοχώρα. Η θερμοκρασία στην Ανταρκτική έχει φτάσει και -93 °C. Δεν υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι, κατοικούν όμως από 1.000 έως 5.000 άνθρωποι σε όλη τη διάρκεια του χρόνου σε ερευνητικούς σταθμούς που υπάρχουν διάσπαρτοι στην ήπειρο. Μόνο προσαρμοσμένοι στο κρύο οργανισμοί μπορούν να ζήσουν στην Ανταρκτική, μεταξύ των οποίων πολλά είδη φυκών, ζώων (για παράδειγμα ακάρεα, νηματώδη, πιγκουίνοι, φώκιες και βραδύπορα), βακτήρια, μύκητες, φυτά και πρώτιστα. Η βλάστηση, όπου εμφανίζεται, είναι τύπου τούνδρας.

Η πρώτη επιβεβαιωμένη θέαση της ηπείρου είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνέβη το 1820 από τη ρωσική αποστολή του Φάμπιαν Γκότλιμπ φον Μπέλινγκσχαουζεν και του Μιχαήλ Λαζάρεφ στο Βοστόκ και το Μίρνι, αν και υπήρχαν μύθοι και υποθέσεις για μία Terra Australis («Νότια Γη») από την αρχαιότητα. Η ήπειρος ωστόσο έμεινε εν γένει παραμελημένη για το υπόλοιπο του 19ου αιώνα εξαιτίας του εχθρικού περιβάλλοντος, της έλλειψης πόρων και της απομόνωσης. Η Συνθήκη της Ανταρκτικής υπογράφηκε το 1959 από 12 κράτη, και μέχρι τώρα την έχουν υπογράψει 53. Η συνθήκη απαγορεύει στρατιωτικές δραστηριότητες και εξόρυξη ορυκτών, πυρηνικές εκρήξεις και διάθεση πυρηνικών αποβλήτων, ενώ υποστηρίζει την επιστημονική έρευνα και προστατεύει την οικοζώνη της ηπείρου. Συνεχιζόμενα πειράματα διεξάγονται από πάνω από 4.000 επιστήμονες από διάφορες χώρες.

Βουνό

Ένα βουνό ή όρος είναι ένα γεωλογικό ύψωμα της επιφάνειας της γης που ξεπερνά τα 300 μ.. Συνήθως το βουνό έχει μια αναγνωρίσιμη κορυφή. Τα βουνά καλύπτουν το 64% της Ασίας, το 36% της Βόρειας Αμερικής, το 25% της Ευρώπης, το 22% της Νότιας Αμερικής, το 17% της Αυστραλίας και το 3% της Αφρικής. Συνολικά η επιφάνεια της Γης καλύπτεται κατά 24% από ορεινούς όγκους. Το 10% του πληθυσμού της Γης ζει σε ορεινές περιοχές. Οι περισσότεροι ποταμοί του κόσμου τροφοδοτούνται από ορεινές πηγές, και περισσότερος από το μισό πληθυσμό της Γης εξαρτάται από τα όρη για υδάτινους πόρους.

Δεβόνια περίοδος

Με τον όρο Δεβόνια περίοδος, εννοείται εκείνη η γεωλογική περίοδος της παλαιοζωικής εποχής, η οποία έχει ως σημείο έναρξης τα 397.5 ± 2.7 εκατομμύρια έτη π.π. και ολοκληρώνεται στα 359,2 ± 2,5 εκατομμύρια έτη π.π. όταν ξεκινά η Λιθανθρακοφόρος περίοδος (ICS, 2004). Σημαντικό σημείο της συγκεκριμένης περιόδου είναι η εμφάνιση των πρώτων αμφίβιων που σηματοδοτούν τη δυνατότητα μετάβασης της ζωής από το υδρόβιο στο αερόβιο περιβάλλον. Έλαβε την ονομασία της από την περιοχή Ντέβον της Αγγλίας, όπου και πρωτοπαρατηρήθηκαν αποθέσεις αυτής της περιόδου.

Ιουράσια περίοδος

Ιουράσια (ή Ιουρασική) περίοδος (διεθν. Jurassic) ονομάζεται η γεωλογική περίοδος που εκτείνεται στο παρελθόν από τα 199,6 έως τα 145,5 Ma (εκατομμύρια χρόνια πριν), δηλαδή από τα τέλη του Τριαδικού έως τις αρχές του Κρητιδικού. Το Ιουρασικό αποτελεί τη μεσαία περίοδο του Μεσοζωικού αιώνα, που είναι γνωστός και ως «Αιώνας των Ερπετών», και χωρίζεται σε τρεις επιμέρους περιόδους: το Κατώτερο (Πρώιμη), το Μέσο (Μέση) και το Ανώτερο (Ύστερη).

Η αρχή της περιόδου αυτής χαρακτηρίζεται από το γεγονός της μεγάλης Τριασικής-Ιουρασικής εξαφάνισης ειδών.

Το Ιουρασικό πήρε το όνομά του προς τιμήν του Αλεξάντρ Μπρονιάρ, ο οποίος έκανε εκτεταμένες έρευνες στην αλπική οροσειρά του Ιούρα, που βρίσκεται στο σημείο που συναντούνται η Γερμανία, η Γαλλία και η Ελβετία.

Ιστορία της βιολογίας

Η ιστορία της βιολογίας αποτυπώνει τη μελέτη του έμβιου κόσμου από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια. Παρόλο που η έννοια της βιολογίας ως ένα ενιαίο συνεκτικό πεδίο αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες προέκυψαν από τις ιατρικές παραδόσεις και τη φυσική ιστορία που φτάνουν έως την αρχαία αιγυπτιακή ιατρική και τα έργα του Αριστοτέλη και του Γαληνού στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο. Περαιτέρω ανάπτυξη ήρθε στο μεσαίωνα από μουσουλμάνους γιατρούς και λόγιους όπως ο Αλ Γιασίζ, ο Αβικέννας, ο Ιμπν Ζουχρ, ο Ιμπν αλ Μπαϊτάρ και ο Ιμπν αλ Νάφις. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αναγέννησης και της πρώιμης σύγχρονης εποχής επήλθε επανάσταση στη βιολογική σκέψη από το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον εμπειρισμό και την ανακάλυψη πολλών νέων οργανισμών. Εξέχουσες μορφές ήταν ο Βεσάλιος και ο Ουίλιαμ Χάρβεϊ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον πειραματισμό και την προσεκτική παρατήρηση στην φυσιολογία, καθώς και φυσιοδίφες όπως ο Κάρολος Λινναίος και ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ οι οποίοι ξεκίνησαν τη συστηματική ταξινόμηση της ζωής και του αρχείου απολιθωμάτων, καθώς και της ανάπτυξης και συμπεριφοράς των οργανισμών. Η μικροσκοπία αποκάλυψε τον προηγουμένως άγνωστο κόσμο των μικροοργανισμών και έθεσε το υπόβαθρο για την κυτταρική θεωρία. Η αυξανόμενη σημασία της φυσικής θεολογίας, εν μέρει απήχηση του μηχανιστικού υλισμού, προήγαγε την ανάπτυξη της φυσικής ιστορίας (παρόλο που παραβίαζε το τελεολογικό επιχείρημα).

Το 18ο και 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες, όπως η βοτανική και η ζωολογία κατέστησαν αυξανόμενα επαγγελματικοί επιστημονικοί κλάδοι. Ο Λαβουαζιέ και άλλοι φυσικοί επιστήμονες άρχισαν να συνδέουν τον έμψυχο με του άψυχο κόσμο, μέσω της φυσικής και της χημείας. Εξερευνητές φυσιοδίφες όπως ο Αλεξάντερ φον Χούμπολντ ερεύνησαν την αλληλεπίδραση των οργανισμών με το περιβάλλον τους και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η σχέση εξαρτάται από την γεωγραφία, θέτοντας τα θεμέλια της βιογεωγραφίας, της οικολογίας και της ηθολογίας. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να απορρίπτουν την ουσιοκρατία και να εξετάζουν τη σημασία της εξαφάνισης και της μεταλλαξιμότητας των ειδών. Η κυτταρική θεωρία παρείχε νέα προοπτική στην θεμελιώδη βάση της ζωής. Αυτές οι εξελίξεις, καθώς και αποτελέσματα από την εμβρυολογία και την παλαιοντολογία συντέθηκαν στη θεωρία της Εξέλιξης δια της φυσικής επιλογής του Κάρολου Δαρβίνου. Το τέλος του 19ου αιώνα σήμανε το τέλος της θεωρίας της αυτόματης γένεσης και την ανάπτυξη της μικροβιακής θεωρίας, παρόλο που ο μηχανισμός της κληρονομικότητας παρέμενε άγνωστος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η επανανακάλυψη του έργου του Γκρέγκορ Μέντελ οδήγησε στη ραγδαία ανάπτυξη της γενετικής από τον Τόμας Χαντ Μόργκαν (Thomas Hunt Morgan) και τους φοιτητές του, και από τη δεκαετία του 1930 στο συνδυασμό της γενετικής των πληθυσμών και της φυσικής επιλογής στη «νεοδαρβινική σύνθεση». Εξελίχθηκαν ραγδαία νέοι τομείς, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της δομής του DNA από τους Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ. Μετά την καθιέρωση του κεντρικού δόγματος και την ανάγνωση του γενετικού κώδικα, η βιολογία χωρίστηκε σε δύο κύριες ομάδες πεδίων, την οργανική βιολογία — τα πεδία που μελετούν ολόκληρους οργανισμούς και ομάδες οργανισμών — και τα πεδία που σχετίζονται με την κυτταρική και μοριακή βιολογία. Στα τέλη του 20ού αιώνα, νέα πεδία, όπως η πρωτεωμική και η γενωμική, ανέστρεψαν αυτό το κλίμα, καθώς οι οργανικοί βιολόγοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τεχνικές της μοριακής βιολογίας, και μοριακοί και κυτταρικοί βιολόγοι να μελετούν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος, καθώς τη γενετική φυσικών πληθυσμών οργανισμών.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Κάμβρια περίοδος

Η Κάμβρια περίοδος τοποθετείται από 570.000.000 ως 510.000.000 έτη πριν.

Μετά από την εξαφάνιση των ζωντανών οργανισμών τής Προκαμβρίου κατά τον Κρυπτοζωικό αιώνα και την επαναθέρμανση του κλίματος, η ζωή αρχίζει και πάλι να εξαπλώνεται στον πλανήτη.

Ο Παλαιοζωικός γεωλογικός αιώνας (ή Πρωτογενές) αρχίζει με την έκρηξη ζωής της Καμβρίου. Ακολουθούν οι περίοδοι Σιλούριος, Δεβόνιος, Λιθανθρακοφόρος και Πέρμιος.

Καύκασος

Ο Καύκασος ή Καυκάσια όρη είναι οροσειρά στην Ευρασία, ανάμεσα στη Μαύρη και την Κασπία θάλασσα, στη περιοχή της Καυκασίας. Αποτελείται από δύο επιμέρους οροσειρές, το Μεγάλο Καύκασο, ο οποίος ξεκινά από την περιοχή του Σότσι (το οποίο φιλοξένησε τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2014) και ακολουθώντας πορεία προς ανατολικά-νοτιοανατολικά φτάνει μέχρι την πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν το Μπακού, και το Μικρό Καύκασο, ο οποίος είναι παράλληλος στη μεγάλη οροσειρά, περίπου 100 χιλιόμετρα νότια. Το ψηλότερο βουνό της οροσειράς είναι το Ελμπρούς, στο Μεγάλο Καύκασο, με μέγιστο ύψος 5.645 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Λιθανθρακοφόρος περίοδος

Η Λιθανθρακοφόρος είναι μία γεωλογική περίοδος που εκτείνεται από το τέλος της Δεβόνιας, περίπου 359,2 ± 2,5 εκατομμύρια χρόνια π.π., έως την έναρξη της Πέρμιας, περίπου 299,0 ± 0,8 εκατομμύρια έτη π.π. (ICS, 2004). Για τις Η.Π.Α. ειδικότερα διαιρείται σε δύο περιόδους, τη Μισσισσίπια (πρώιμη) και την Πενσυλβάνια. Παρατηρείται και εδώ ένα ελάσσον γεγονός εξαφάνισης της υδρόβιας ζωής κατά το μέσο της περιόδου. Σε αυτή την περίοδο ανήκουν οι περισσότερες αποθέσεις κοιτασμάτων άνθρακος στον κόσμο, εξ ου και το όνομά της.

Νεογενής περίοδος

Η Νεογενής περίοδος (προσαρμογή της ελληνικής γλώσσας : νεογενής, νεογέννητος) είναι γεωλογική περίοδος με σημείο έναρξης τα 23,03 ± 0,05 εκατομμύρια έτη π.π. έως σήμερα (ICS, 2004) ή 2,588 εκατομμύρια έτη πριν, κατά την έναρξη της ανεπίσημης ακόμη τετραδικής περιόδου. Η Νεογενής ακολουθεί την Παλαιογενή της καινοζωικής εποχής. Σύμφωνα με την τρέχουσα πρόταση της ICS, η νεογενής περίοδος αποτελείται από τις υποπεριόδους Μειόκαινο και Πλειόκαινο, αγνοώντας την εν χρήσει Πλειστόκαινο και Ολόκαινο.

Ορδοβίκια περίοδος

Η Ορδοβίκια περίοδος είναι μία γεωλογική περίοδος της Παλαιοζωικής εποχής και εκτείνεται σε χρονικό διάστημα 488,3 ± 1,7 έως 443,7 ± 1,5 εκατομμύρια έτη π.π. (ICS, 2004). Ακολουθεί την Κάμβρια περίοδο και ακολουθείται από τη Σιλούρια περίοδο. Έλαβε το όνομά της από την ουαλική φυλή των Ορδοβίκων. Παρά το γεγονός ότι η αναγνώρισή της ως διακριτή γεωλογική περίοδος άργησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, έγινε γρήγορα αποδεκτή σε άλλες χώρες και υιοθετήθηκε επίσημα το 1906, ως περίοδος της παλαιοζωικής εποχής από το Διεθνές Γεωλογικό Συμβούλιο.

Ορκάδες

Οι Ορκάδες (αγγλικά: Orkney IPA [ ['ɔːkni]], σκωτικά γαελικά: Arcaibh) είναι αρχιπέλαγος το οποίο βρίσκεται κοντά στις βόρειες ακτές της Σκωτίας, από τις οποίες απέχει μόλις 16 χιλιόμετρα, και νότια από τα νησιά Σέτλαντ. Το αρχιπέλαγος αποτελείται από περίπου 70 νησιά, από τα οποία κατοικούνται τα 19. Η συνολική έκταση των νησιών είναι περίπου 990 τ. χλμ. και ο πληθυσμός τους ανέρχεται στους 21.349 κατοίκους. Το μεγαλύτερο νησί είναι το Μέινλαντ (The Mainland), το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του συμπλέγματος και χωρίζει τα υπόλοιπα σε δύο ομάδες, τα βόρεια και τα νότια νησιά. Οι Ορκάδες ανήκουν πολιτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ διοικητικά αποτελούν την ομώνυμη περιφέρεια (Orkney Islands). Το Κέρκγουολ (Kirkwall) (9.293 κάτοικοι το 2011), η μεγαλύτερη πόλη και διοικητικό κέντρο, βρίσκεται στο νησί Μέινλαντ.

Το αρχαίο όνομα Ορκάδες μαρτυρείται από τον 1ο π.Χ. αιώνα ή και νωρίτερα, ενώ τα νησιά κατοικούνται εδώ και τουλάχιστον 8.500 χρόνια. Αρχικά κατοικήθηκαν από φυλές της Μεσολιθικής και της Νεολιθικής περιόδου και στη συνέχεια από τους Πίκτους. Το 875 οι Ορκάδες καταλήφθηκαν και προσαρτήθηκαν στη Νορβηγία και εποικίστηκαν από Σκανδιναβούς. Το 1472 εξαιτίας της αδυναμίας εκπλήρωσης της προικώας συμφωνίας της Μαργαρίτας της Δανίας προς τον σύζυγό της Ιάκωβο Γ' της Σκωτίας, οι Ορκάδες προσαρτήθηκαν στο Βασίλειο της Σκωτίας. Στις Ορκάδες βρίσκονται μερικοί από τους παλαιότερους και καλύτερα διατηρημένους αρχαιολογικούς χώρους της Ευρώπης. Η Καρδιά του Νεολιθικού Όρκνεϊ (Heart of Neolithic Orkney) στο νησί Μέινλαντ έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Η υποκείμενη γεωλογική βάση όλων των νησιών αποτελείται από βραχώδεις σχηματισμούς από ερυθρό ψαμμίτη. Το κλίμα είναι ήπιο και η εύφορη γη καλλιεργείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Η γεωργία αποτελεί τον σημαντικότερο τομέα της οικονομίας, ενώ η αξιοποίηση της αιολικής και της υδάτινης ενέργειας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Οι κάτοικοι των νησιών χρησιμοποιούν μια ιδιαίτερη διάλεκτο και διατηρούν την πλούσια λαογραφική τους παράδοση. Στα νησιά υπάρχει αφθονία άγριας πανίδας, πλούσιας σε θαλάσσια είδη και πτηνά.

Παλαιογενής περίοδος

Με τον όρο Παλαιογενής περίοδος ή παλαιογενές σύστημα, ανεπίσημα Κατώτερη Τριταία, εννοείται η περίοδος που ακολουθεί την Κρητιδική και τη λήξη της Μεσοζωικής εποχής. Η έναρξή της τοποθετείται στα 55,8 ± 0,2 εκατομμύρια έτη π.π. και η λήξη της στα 5,332 ± 0,005, οπότε αρχίζει η Νεογενής περίοδος (ICS, 2004).

Παλαιοντολογία

Η Παλαιοντολογία είναι Επιστήμη η οποία μελετά την ιστορία της εμφάνισης και της ανάπτυξης της ζωής στη Γη, των αρχαίων φυτών και ζώων και γενικά ζωντανών οργανισμών. Η Παλαιοντολογία βασίζεται στη μελέτη των απολιθωμάτων, αποδεικνύοντας την ύπαρξη ζωντανών οργανισμών διατηρημένων, ολικά ή (συνηθέστερα) μερικά μέσα σε πετρώματα. Περιλαμβάνει τη μελέτη των οργανικών απολιθωμάτων, των ιχνών, των μητρών, των απορριπτομένων τμημάτων, των απολιθωμένων περιττωμάτων και των χημικών καταλοίπων.

Προκάμβριο

Το Προκάμβριο είναι ο άτυπος συνοπτικός χαρακτηρισμός του γεωλογικού χρόνου πριν από την περίοδο του Καμβρίου.

Καλύπτει ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων δισεκατομμυρίων ετών από τον σχηματισμό της Γης, περίπου 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, ως την αρχή του Καμβρίου, 542 εκατομμύρια χρόνια πριν (ε.χ.π.). Πρόκειται για το 85% του γεωλογικού χρόνου και χωρίζεται στους εξής τρεις μεγααιώνες (παρατίθενται από τον νεότερο στον αρχαιότερο):

τον Προτεροζωικό (2.500 ως 542 εκατομμύρια χ.π.)

τον Αρχαϊκό ή Αρχαιοζωικό (4 ως 2,5 δισεκατομμύρια χ.π.)

τον Αδαίο ή Καταρχαιοζωικό (4,6 ως 4 δισεκατομμύρια χ.π.)Ο Αδαίος ή Καταρχαιοζωικός είναι επίσης άτυπη ονομασία και δεν είναι αποδεκτός στη γεωλογία.

Σιλούρια περίοδος

Η Σιλούριος είναι γεωλογική περίοδος η οποία εκτείνεται από το τέλος της Ορδοβίκιας περίπου 443,7 ± 1,5 εκατομμύρια έτη π.π., έως την έναρξη της Δεβόνιας περιόδου, περί τα 416,0 ± 2,8 εκατομμύρια έτη(ICS, 2004). Όπως συμβαίνει και με άλλες γεωλογικές περιόδους τα πετρώματα που καθορίζουν την έναρξη της περιόδου και το τέλος της είναι επαρκώς αναγνωρισμένα αλλά παραμένουν υποθετικοί οι ακριβείς χρονολογικοί υπολογισμοί. Η βάση της εξελικτικής διαδικασίας στη Σιλούρια περίοδο είναι ένα μείζον γεγονός εξαφάνισης, κατά το οποίο εξαφανίστηκε το 60% περίπου των υδρόβιων ειδών.

Τριαδική περίοδος

Ως Τριαδική (επίσης Τριασική, από το Τριάς στην πραγματικότητα) ή και απλά Τριαδικό ορίζεται εκείνη η γεωλογική περίοδος που εκτείνεται από τα 245,0 ± 1,5 έως τα 175,6 ± 2,0 εκατομμύρια έτη π.π., το σημείο έναρξης της Ιουρασικής (ICS, 2004). Ως πρώτη περίοδος της μεσοζωικής εποχής η Τριαδική ακολουθεί την Πέρμια του Παλαιοζωικού και ακολουθείται από την Ιουρασική. Μείζονα γεγονότα εξαφάνισης χαρακτηρίζουν την αρχή και το τέλος της συγκεκριμένης περιόδου.

Υδάτινη πηγή

Η Υδάτινη πηγή είναι μία συγκεντρωμένη εκροή υπόγειου νερού που εμφανίζεται στην επιφάνεια του εδάφους ως ένα ρεύμα νερού που ρέει ελεύθερα. Οι πηγές και οι αναβλύσεις συνδέονται στενά με τον κύκλο του νερού στη φύση. Τα νερά των βροχών διεισδύουν στο υπέδαφος όπου συγκεντρώνονται σε υπόγειους ταμιευτήρες και στην συνέχεια βρίσκουν διέξοδο στην επιφάνεια μέσω των πηγών. Μία πηγή μπορεί να εκτινάσει νερό με πίεση σχηματίζοντας πίδακα ή να αναβλύζει νερό από υψόμετρο σχηματίζοντας καταρράκτη. Η πηγή διαστέλλεται από τη διαρροή νερού που είναι μία πιο αργή κίνηση υπόγειου νερού προς την επιφάνεια του εδάφους συνήθως μη σημειακή, αλλά εκτενής (γραμμικά ή διδιάστατα). Οι διαρροές νερού μπορούν να σχηματίζουν τοπικά τέλματα (λίμνες) ή ροές (ποτάμια) ή να εξατμίζονται, ανάλογα με την παροχή της διαρροής, την τοπογραφία και το κλίμα. Κατά το ιστορικό παρελθόν η παρουσία τους ήταν σημαντική για τη δημιουργία οικισμών ή την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων.

Υδρογεωλογικά οι πηγές και γενικά οι αναβλύσεις είναι στην πραγματικότητα «υπερχείλιση» υδροφόρων στρωμάτων. Εκφορτίζουν τα υδροφόρα στρώματα. Αυτά τροφοδοτούνται με την κατείσδυση ή τη διήθηση από τα κατακρημνίσματα και ανεβαίνει η στάθμη τους. Οι πηγές εμφανίζονται εκεί που η στάθμη των υδροφόρων στρωμάτων έρχεται σε επαφή με την επιφάνεια του εδάφους. Είναι ο γεωμετρικός τόπος της τομής του υδροφόρου ορίζοντα με τη στάθμη του εδάφους. Γι΄ αυτό εμφανίζονται γεωμορφολογικά στα χαμηλότερα σημεία, στο επίπεδο βάσης, εκτός από τις πηγές που συνδέονται με επικρεμάμενους υδροφορείς. Οι πηγές πάντως αποτελούν σημαντική ένδειξη της υδροφορίας μιας περιοχής. Μεγάλος αριθμός μικρών πηγών στις παρυφές κοιλάδων ή στα κράσπεδα λόφων είναι ένδειξη ρηχού υδροφόρου ορίζοντα με μικρή περατότητα. Αντίθετα μεγάλες πηγές στον πυθμένα κοιλάδων, στο βασικό γεωμορφολογικό επίπεδο, είναι ένδειξη ύπαρξης μεγάλου υδροφόρου με σημαντική περατότητα.

Χρονολόγιο του μακρινού μέλλοντος

Παρότι οι επιστημονικές προβλέψεις για τα μελλοντικά γεγονότα δεν μπορούν να είναι ποτέ βέβαιες σε απόλυτο βαθμό, η παρούσα αντίληψη της έρευνας των διαφόρων επιστημονικών πεδίων επιτρέπει την σε γενικά πλαίσια πρόβλεψη γεγονότων του πολύ μακρινού μέλλοντος. Τα γεγονότα αυτά διακρίνονται σε αστρονομικά, όπως το πώς σχηματίζονται και αλληλεπιδρούν οι πλανήτες και τα άστρα, γεγονότα της σωματιδιακής φυσικής, η οποία ασχολείται με την συμπεριφορά της ύλης σε μικροσκοπικές διαστάσεις, αυτά της εξελικτικής βιολογίας, η οποία προβλέπει πως η ζωή θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου, και της γεωτεκτονικής, η οποία προβλέπει την μετακίνηση των ηπείρων στη Γη με την πάροδο των χιλιετιών.

Όλες οι προβλέψεις σχετικά με το μέλλον της Γης, του Ηλιακού Συστήματος και του Σύμπαντος πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, ο οποίος αναφέρει πως η εντροπία - η απώλεια της απαραίτητης ενέργειας για να συμβεί ένα γεγονός - αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Τα άστρα θα φτάσουν στο τέλος της ζωής του εξαντλώντας τα αποθέματα υδρογόνου και ηλίου που διαθέτουν. Οι πλανήτες και τα ηλιακά συστήματα επηρεάζονται βαρυτικά από άλλα μεγαλύτερα σώματα του γαλαξία τους. Στο τέλος, η ίδια η ύλη του σύμπαντος αναμένεται να επηρεαστεί από την ραδιενεργή αποσύνθεση, καθώς ακόμη και τα πλέον σταθερά υλικά θα διασπαστούν σε υποατομικά σωματίδια. Τα σύγχρονα δεδομένα δείχνουν πως το σύμπαν διαθέτει επίπεδη γεωμετρία, και έτσι δεν πρόκειται να καταρρεύσει εντός του εαυτού του μετά από καιρό.Οι χρονολογικοί κατάλογοι που παρατίθενται παρακάτω καλύπτουν γεγονότα τα οποία ξεκινούν περίπου 8.000 έτη από τις αρχές του 21ου αιώνα, μέχρι τις μακρινότερες εσχατιές του σύμπαντος και των μελλοντικών χρόνων. Υπάρχουν αρκετά πιθανά μελλοντικά γεγονότα τα οποία συσχετίζονται με ερωτήματα τα οποία δεν έχουν απαντηθεί ακόμη, όπως το αν τελικά η ανθρωπότητα θα εξαφανιστεί, το αν τα πρωτόνια αποσυντίθενται, καθώς και το κατά πόσο η Γη θα επιζήσει μετά από την μετατροπή του Ηλίου σε ερυθρό γίγαντα. Επίσης καλύπτονται και γεγονότα στα άκρα της κοσμικής κλίμακας, όπως ο εκτιμώμενος απαιτούμενος χρόνος για όλους τους κύκλους καταστροφής και επαναδημιουργίας του σύμπαντος υπό όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των υποατομικών σωματιδίων που υπάρχουν στο παρατηρήσιμο σύμπαν.

Γεωλογία
Η Γη
Στοιχεια της Φύσης
Τομείς των Φυσικών επιστημών

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.