Βυζαντινός στρατός

Ο Βυζαντινός στρατός ή ανατολικός ρωμαϊκός στρατός ήταν το κύριο στρατιωτικό σώμα των βυζαντινών ενόπλων δυνάμεων, που υπηρετούσε παράλληλα με το Βυζαντινό Πολεμικό Ναυτικό. Αποτελούσε τη φυσική συνέχεια των Λεγεώνων της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και διατηρούσε το ίδιο επίπεδο πειθαρχίας, δυναμισμού και οργάνωσης. Μάλιστα, για ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του, ο Βυζαντινός στρατός συνιστούσε την πιο ισχυρή και αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη ολόκληρης της Ευρώπης.

Βυζαντινός Στρατός
Ενεργό6601453
ΧώραΒυζαντινή αυτοκρατορία
ΤύποςΣτρατός ξηράς
ΑρχηγείοΚωνσταντινούπολη
ΣυμπλοκέςΠόλεμοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Ξένοι και Μισθοφόροι Στρατιώτες

Κατά τα 1.123 χρόνια της ύπαρξής του, από τη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαΐου του 330. Μέχρι την άλωση της Πόλης στις 29 Μαΐου του 1453, ο Βυζαντινός στρατός χρησιμοποίησε στρατεύματα προερχόμενα από πολλές διαφορετικές εθνικές ομάδες. Αυτά τα στρατεύματα συμπλήρωναν και υποστήριζαν τον τακτικό Βυζαντινό στρατό. Κάποιες φορές αποτέλεσαν ακόμη και τον κορμό του στρατού αυτού. Μα για το μεγαλύτερο μέρος της μακράς του ιστορίας, αυτοί οι ξένοι μισθοφόροι αντανακλούσαν τον πλούτο και την αίγλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφού ο αυτοκράτορας που ήταν σε θέση να συγκεντρώνει στην υπηρεσία του στρατιές από τις τέσσερις γωνιές του γνωστού τότε κόσμου ήταν πραγματικά τρομερός.

Οι ξένοι στρατιώτες κατά την ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο ήταν γνωστοί ως φοϊντεράτι δηλαδή «ομόσπονδοι-σύμμαχοι» και συνέχισαν να αποκαλούνται έτσι μέχρι και τον 9ο αιώνα περίπου, αν και ο τίτλος τους είχε Ελληνοποιηθεί σε «Φοιδεράτοι». Έκτοτε, οι ξένοι μισθοφόροι έγιναν γνωστοί ως «Εταιρείαι» και συνήθως υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική φρουρά. Η δύναμη αυτή διαιρούνταν στην «Μεγάλη Εταιρεία», τη «Μέση Εταιρεία» και τη «Μικρά Εταιρεία», που διοικούνταν από τους αντίστοιχους Εταιρειάρχες. Πιθανότατα, ο διαχωρισμός αυτός γίνονταν με θρησκευτικά κριτήρια.

Κατά την περίοδο των Κομνηνών οι μονάδες των μισθοφόρων διαιρούνταν απλά κατά εθνότητα και ονομάζονταν σύμφωνα με τη χώρα προέλευσής τους: Ιγγλίνοι (Άγγλοι), Φράγκοι, Σκυθικοί, Λατινικοί κτλ. Κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Θεόφιλου αναφέρονται ακόμη και Αιθίοπες μισθοφόροι. Οι μονάδες αυτές, κυρίως οι Σκυθικοί, χρησιμοποιούνταν και σαν αστυνομική δύναμη στην Κωνσταντινούπολη.

Βαράγγια Φρουρά

Histamenon nomisma-Nicephorus II and Basil II-sb1776
Νόμισμα του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’, ιδρυτή της Βαράγγιας Φρουράς.

Η πιο διάσημη μισθοφορική δύναμη ήταν οι θρυλικοί Βάραγγοι. Η μονάδα αυτή ξεκίνησε από τους 6.000 Ρως που ο πρίγκιπας του Κιέβου Βλαδίμηρος Α’ έστειλε στον Βασίλειο Β’ στα 988. Οι τρομερές μαχητικές ικανότητες αυτών των πελεκυφόρων, βάρβαρων Βορείων, τυφλά πιστών στον αυτοκράτορα (εφόσον τους αντάμειβε με αρκετό χρυσάφι), τους καθιέρωσε σαν ένα επίλεκτο σώμα, που σύντομα αναδείχθηκε στην προσωπική σωματοφυλακή του αυτοκράτορα. Η Βαράγγια φρουρά αρχικά επανδρώνονταν από Ρως, αλλά αργότερα πολλοί Σκανδιναβοί και Αγγλοσάξονες (μετά τη νορμανδική κατάκτηση της Αγγλίας) προσελήφθησαν επίσης. Προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και δεν διαλύθηκαν παρά μόνο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις της Τέταρτης Σταυροφορίας στα 1204. Μάλιστα, αποτέλεσαν τη μόνη μονάδα που υπερασπίστηκε αποτελεσματικά ένα μέρος της Πόλης ενάντια στους Σταυροφόρους.

Άλλοι τύποι στρατευμάτων

Κεφαλάδες

Οι Κεφαλάδες ήταν οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι που προέρχονταν μόνο από τις τάξεις των βυζαντινων αρχόντων και ονομάζονταν άρχοντες από σπαθίου.

Ιππικό

Το Βυζαντινό ιππικό αποτελούσε τον πειθαρχημένο, καλοθωρακισμένο διάδοχο των Ρωμαϊκών λεγεώνων. Οπλισμένοι συνήθως με τόξα, λόγχες και ξίφη, ήταν ιδανικά προετοιμασμένοι να πολεμούν στις πεδιάδες της Ανατολίας και βόρειας Συρίας, που από τον 7ο αιώνα αποτέλεσαν τον κύριο χώρο αναμέτρησης με το Ισλάμ. Αν κι ελαφρύτερα οπλισμένοι και θωρακισμένοι από τους δυτικούς ιππότες, ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικοί ενάντια στους Άραβες και Τούρκους στην Ανατολή και τους Ούγγρους και Πατσινάκες στη Δύση.

Κατάφρακτοι

Η λέξη Κατάφρακτος χρησιμοποιούνταν από τους Ελληνόφωνους και Λατινόφωνους λαούς για να περιγράψει τους βαριά οπλισμένους ιππείς. Το όνομα αυτό διατηρήθηκε από την κλασσική αρχαιότητα μέχρι και το τέλος του Μεσαίωνα. Αρχικά ο όρος περιέγραφε ένα είδος θωράκισης που προστάτευε ολόκληρο το σώμα του ιππέα και του ίππου του. Αργότερα χαρακτήριζε τον ίδιο τον ιππέα. Οι Κατάφρακτοι ήταν τρομεροί αλλά και πειθαρχημένοι πολεμιστές. Άνθρωπος και άλογο ήταν βαριά θωρακισμένοι, και οι ιππείς έφεραν λόγχες, τόξα και δευτερεύοντα όπλα. Ήταν λιγότερο ευέλικτοι από άλλους ιππείς αλλά η αποτελεσματικότητά τους στο πεδίο της μάχης –και μάλιστα υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα του Νικηφόρου Φωκά- ήταν καταστροφική. Ο σχηματισμός τους(διπλή τετράγωνη ή τριγωνική παράταξη) μάχης, ήταν η αιχμή του δόρατος της επίθεσης του ιππικού[1]. Οι βαρύτερα οπλισμένοι Κατάφρακτοι λέγονταν Κλιβανοφόροι. Με τον καιρό το όνομα των Καταφράκτων επικράτησε να περιγράφει και τις δύο κατηγορίες ιππέων.

Πεζικό

Η στρατιωτική παράδοση του Βυζαντίου προέρχονταν από την ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο και ο στρατός του πάντα περιελάμβανε επαγγελματίες πεζικάριους. Αν και η σημασία τους για τη Βυζαντινή τακτική ποικίλε κατά περιόδους, συχνά έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στις Βυζαντινές νίκες. Συνήθως έφεραν αλυσιδωτό θώρακα, μεγάλες ασπίδες και κρατούσαν κοντάρια και ξίφη. Υπό ικανή ηγεσία, συνιστούσαν ένα από τα καλύτερα σώματα πεζικού στον κόσμο.

Ο Στρατός της πρώιμης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή σωστότερα η Βασιλεία Ρωμαίων αποτελούσε τη συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έτσι και ο Βυζαντινός Στρατός ήταν η προέκταση του Ρωμαϊκού. Το παλαιό αυτοκρατορικό σύστημα του Ρωμαϊκού στρατού διατηρήθηκε μέχρι και τις αρχές του 7ου αιώνα.

Μεταρρυθμίσεις του στρατού υπό τον Διοκλητιανό και Κωνσταντίνο

Dio coin3
Αυτοκράτωρ Διοκλητιανός.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χρονολογείται από την ίδρυση της Τετραρχίας (Quadrumvirate) από τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό το 293. Η πολιτική του μεταρρύθμιση υπήρξε βραχύβια, αλλά η αντίστοιχη αναδιοργάνωση του Στρατού παρέμεινε για αιώνες. Αντί να διατηρήσει το παραδοσιακό πεζικό με τις βαριές Λεγεώνες, ο Διοκλητιανός το διαίρεσε σε συνοριακές και κεντρικές μονάδες. Η σημασία του ιππικού αυξήθηκε αν και, σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, το πεζικό παρέμεινε το κύριο τμήμα του Ρωμαϊκού στρατού. Π.χ. στα 478, μια στρατιά του Ανατολικού Κράτους συνίστατο από 8.000 ιππείς και 30.000 πεζούς, ενώ υπολογίζεται πως στα 357 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός στη μάχη του Στρασβούργου είχε 3.000 ιππείς και 10.000 πεζούς. Μα αν όχι σε αριθμούς (που είχε ήδη αυξηθεί στα χρόνια του Ιουλιανού), το ιππικό είχε αυξηθεί σε σημασία για τη Ρωμαϊκή διοίκηση.

Οι συνοριακές μονάδες (limitanei) επάνδρωναν τα Ρωμαϊκά συνοριακά φρούρια (limes). Οι κεντρικές μονάδες αντίθετα έμεναν στο εσωτερικό και έσπευδαν όπου υπήρχε ανάγκη, είτε για επιθετικούς, είτε για αμυντικούς σκοπούς, καθώς και για καταστολή στάσεων. Οι μονάδες αυτές διατηρούνταν σε πολύ υψηλό επίπεδο μαχητικότητας και είχαν προτεραιότητα από τις συνοριακές σε μισθούς και προμήθειες.

Το ιππικό αποτελούσε το 1/3 περίπου των μονάδων, μα λόγω μικρότερου μεγέθους, αριθμούσε μόνο το 1/4 του συνόλου των στρατευμάτων. Το ήμισυ περίπου ήταν βαρύ ιππικό, οπλισμένο με λόγχη και ξίφος και θωρακισμένο με αλυσιδωτό θώρακα. Ορισμένοι διέθεταν τόξα αλλά προορίζονταν μόνο για να υποστηρίζουν την επέλαση παρά για ανεξάρτητες αψιμαχίες. Το 15% περίπου μιας στρατιάς αποτελούνταν από Καταφράκτους και Κλιβανοφόρους, που χρησιμοποιούνταν σαν δύναμη κρούσης. Υπήρχαν ακόμα ιπποτοξότες και διάφορα άλλα είδη ελαφρού ιππικού. Το ελαφρύ ιππικό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό στα συνοριακά στρατεύματα όπου εκτελούσε κυρίως αναγνωριστικές αποστολές. Το κεντρικό πεζικό ήταν οργανωμένο σε συντάγματα (numerus) των 1.200 ανδρών. Παρέμεναν το ίδιο βαρύ πεζικό του παρελθόντος αλλά τώρα κάθε σύνταγμα υποστηρίζονταν από ένα απόσπασμα τοξοτών και ελαφρού πεζικού.

Λίγα είναι γνωστά για τα συνοριακά στρατεύματα. Το παλαιό σύστημα των κοόρτεων διατηρήθηκε εκεί και μόνο το ιππικό αναδιοργανώθηκε. Στρατολογούνταν από τις γύρω περιοχές και φαίνεται πως ήταν κακοπληρωμένοι και σχετικά παραμελημένοι. Μα βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή και προφανώς είχαν μεγάλη πολεμική εμπειρία, που εκτείνονταν όμως σε μεγάλες μάχες και πολιορκίες.

Οι Σχολές αποτελούσαν την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα και σχηματίστηκαν για να αντικαταστήσουν την πρετωριανή φρουρά που διαλύθηκε από τον Κωνσταντίνο Α΄.

Ο Στρατός της Μέσης Βυζαντινής Περιόδου

Θέματα

Asia Minor ca 780 AD
Το Θεματικό Σύστημα στα 780.

Αποδιδόμενα συνήθως στον Ηράκλειο, τα Θέματα ήταν διοικητικές υποδιαιρέσεις της αυτοκρατορίας, όπου ένας στρατηγός εκτελούσε και στρατιωτικά και πολιτικά καθήκοντα.

Ο Ηράκλειος εμπνεύστηκε τα Θέματα από τον θεσμό των Εξαρχάτων, που ήταν απομωνομένες βυζαντινες νησιδες σε περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι εχθροί της αυτοκρατορίας. Ο ίδιος προερχόταν από το Εξαρχάτο της Καρχηδόνας.

Τα πρώτα πέντε Θέματα βρίσκονταν όλα στη Μικρά Ασία και σχεδιάστηκαν για να αντιμετωπίσουν την Αραβική τζιχάντ, που είχε ήδη αναλώσει τις επαρχίες της Συρίας και Αιγύπτου. Αυτά ήταν τα εξής:

  • Θέμα Αρμενιακόν, που σχηματίστηκε γύρω από τη στρατιά της Αρμενίας κι εκτείνονταν από την Καππαδοκία μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και τον Ευφράτη.
  • Θέμα Ανατολικόν, που σχηματίστηκε γύρω από τη Στρατιά Ανατολής κι εκτείνονταν στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Μικρά Ασία.
  • Θέμα Οψίκιον, που σχηματίστηκε γύρω από το Obsequium, μια στρατιά που παλαιότερα βρίσκονταν υπό την άμεση διοίκηση του αυτοκράτορα κι εκτείνονταν στις περιοχές της Βιθυνίας και Παφλαγονίας.
  • Θέμα Θρακήσιον, γύρω από τη Στρατιά της Θράκης, που εκτείνονταν στη Βορειοδυτική Μικρά Ασία, στα παράλια της Ιωνίας.
  • Θέμα Καραβησιάνων, το "Θέμα των Πλοίων" στην Παμφυλία και Ρόδο, ένα ναυτικό Θέμα υπεύθυνο για την αναχαίτιση του Αραβικού στόλου.

Στρατιωτικοί ιερείς

Στο βυζαντινό στρατό υπηρετούσαν μόνιμα, σε πόλεμο και σε ειρήνη, ιερείς οι οποίοι τελούσαν τη Θεία Λειτουργία και άλλες ιερουργίες και στήριζαν το ηθικό των στρατιωτών. Επισήμως τα καθήκοντα των ιερέων ήταν πνευματικής φύσης και δεν σχετίζονταν με μάχιμη υπηρεσία. Η κυρίαρχη γνώμη των εκκλησιαστικών αρχών ήταν ότι απαγορευόταν η χρήση όπλων στους ιερείς. Ωστόσο στην πράξη αυτό συχνά παραβιαζόταν, ειδικά μετά τον 8ο αιώνα. Κατ’ ορισμένους ιεράρχες (π.χ. Μέγας Αθανάσιος, 3ος – 4ος αι. επιστολή προς Αμμούν) επιτρεπόταν η συμμετοχή ιερέων στη μάχη και ο φόνος των εχθρών.[2] Ορισμένοι ιερείς υπήρξαν στρατιώτες πριν χειροτονηθούν, όπως ο Όσιος Λουκάς ο Στυλίτης (879-979). Ο Λέων ΣΤ’ στα Τακτικά, περιλαμβάνει την ιερατική μέσα στις «τέχνες» που συνεργούσι τη φύσει του πολέμου. Πληροφορίες για τους στρατιωτικούς ιερείς περιλαμβάνονται και σε αφηγηματικές πηγές, όπως αγιολόγια. Μέσα στα καθήκοντα των ιερέων ήταν η ευλογία και ο καθαγιασμός του στρατού και των βάνδων ή φλάμουλων (σημαιών) που γινόταν μία ή δύο ημέρες πριν τη μάχη, και η τέλεση λειτουργίας και θείας μετάληψης στους στρατιώτες που γινόταν το βράδυ ή το πρωί πριν τη μάχη. Ο Πορφυρογέννητος αναφέρει ότι μεταξύ άλλων πρέπει στις εκστρατείες να μεταφέρεται και σκηνή – εκκλησία με όλα τα ιερά σκεύη. Στο ναυτικό ο ιερέας συνοδευόμενος από διάκονο τελούσε σύντομη ευχή σε κάθε πλοίο ξεχωριστά μετά την επιβίβαση των στρατιωτών. Οι ιερείς τελούσαν επίσης επινίκιες λειτουργίες στο πεδίο της μάχης εφ’ όσον αυτή ήταν νικηφόρα. [3]

Παραπομπές

  1. Δεπάστας, Νικόλαος, Δόκτωρ (2012). Στρατιωτική οργάνωση και πολεμική τέχνη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. ΑΘΗΝΑ: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. σελ. 214.
  2. Αρχιμανδρ. Θεοδώρητος Ν. Βασιλόπουλος, δ.θ. «Οποία η πραγματική σχέσις του Χριστιανισμού προς τον πόλεμον», Διάλεξη στον «Φ.Σ. Παρνασσός», 14-2-1927, εκτύπωση Κ.Θ. Ζιάκα & Σια, Αθήνα, σελ. 20.
  3. Κατερίνα Γ. Καραπλή, «Κατευόδωσις Στρατού», τομ. Α’, εκδ. «Μυρμιδόνες», 2010, σ. 56, 68, 70, 72, 73, 78, 89-94. [1]

Πηγή

  • Μάριος Σίμψας,«Βυζαντινός στρατός. Υποδειγματική διάρθρωσις και τάξις», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.71 (Μάιος 1974),σελ.76-82

Βιβλιογραφία

  • Κίμων Πλακογιαννάκης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο. Εθιμοτυπία,διοίκηση,στρατός, εκδ.Ιανός,2001
  • Μπελέζος, Δημήτρης Σ. Βυζαντινός στρατός : Ο υπερασπιστής της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας,εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα, 2006 [Οι Μονογραφίες του Περιοδικού "Στρατιωτική Ιστορία"-24]
  • Ταξιάρχης Κόλλιας, «Τεχνολογία και Πόλεμος στο Βυζάντιο», Αρχαιολογία και Τέχνες,τχ.96 (2005)
  • Πολύμνια Κατσώνη, «Η μισθοδοσία των στρατηγών των θεμάτων. Προβλήματα και ερμηνείες», Βυζαντινά, τομ.22 (2001), σελ.155-220
  • Ανδρέας Ε. Γκουτζιουκώστας, «Ο κριτής του στρατοπέδου και ο κριτής του φοσσάτου», Βυζαντινά,τομ. 26 (2006),σελ. 79-99
  • Νικόλαος Κανελλόπουλος, «Περι της στρατιωτικής εκγύμνασης και εκπαίδευσης στο Βυζάντιο κατά την ύστερη περίοδο (1204-1453)», Βυζαντινά Σύμμεικτα, τομ.22(2012), σελ.157-171[2]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

1014

Η τρέχουσα σελίδα αφορά το έτος 1014 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

1176

Η τρέχουσα σελίδα αφορά το έτος 1176 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

12 Δεκεμβρίου

Οκτώβριος | Νοέμβριος | Δεκέμβριος | Ιανουάριος | Φεβρουάριος

11 Δεκεμβρίου | 12 Δεκεμβρίου | 13 Δεκεμβρίου

H 12η Δεκεμβρίου είναι η 346η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (347η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 19 ημέρες.

17 Σεπτεμβρίου

Ιούλιος | Αύγουστος | Σεπτέμβριος | Οκτώβριος | Νοέμβριος

16 Σεπτεμβρίου | 17 Σεπτεμβρίου | 18 Σεπτεμβρίου

H 17η Σεπτεμβρίου είναι η 260η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (261η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 105 ημέρες.

19 Απριλίου

18 Απριλίου | 19 Απριλίου | 20 Απριλίου

H 19η Απριλίου είναι η 109η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (110η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 256 ημέρες.

2 Ιουλίου

Μάιος | Ιούνιος | Ιούλιος | Αύγουστος | Σεπτέμβριος

1 Ιουλίου | 2 Ιουλίου | 3 Ιουλίου

H 2α Ιουλίου είναι η 183η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (184η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 182 ημέρες.

531

Η τρέχουσα σελίδα αφορά το έτος 531 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

627

Η τρέχουσα σελίδα αφορά το έτος 627 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο

Κάρνταμ

Ο Κάρνταμ (βουλγαρικά: Кардам, 777 - 802/803) ήταν ηγεμόνας της Βουλγαρίας.

Το όνομα του Κάρνταμ είναι το πρώτο που αναφέρεται στις Βυζαντινές πηγές, το 791, όταν ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ΄ ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον της Βουλγαρίας, σε αντίποινα για τις βουλγαρικές επιδρομές στην κοιλάδα του Στρυμόνα το 789. Ο Κάρνταμ προετοιμάστηκε για τη Βυζαντινή εισβολή και συναντήθηκε με τον εχθρό κοντά στην Αδριανούπολη στην Θράκη. Ο Βυζαντινός στρατός ηττήθηκε και τράπηκε σε φυγή.

Το 792 ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ οδήγησε άλλο στρατό κατά των Βουλγάρων και στρατοπέδευσε στις Μαρκέλλες (κοντά στο Καρνομπάτ), στις οποίες προχώρησε για να οχυρώσει. Ο Κάρνταμ έφτασε με το στρατό του στις 20 Ιουλίου και κατέλαβε τα γειτονικά υψώματα. Μετά από λίγη ώρα με τις δύο δυνάμεις να μεγαλώνουν, ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ έδωσε τη καθησυχαστική συμβουλή του "ψευδοπροφήτη" και διέταξε την επίθεση. Αλλά οι Βυζαντινές δυνάμεις είχαν χάσει τον σχηματισμό και πάλι ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή, ενώ ο Κάρνταμ κατέλαβε την αυτοκρατορική σκηνή και τους υπάλληλους του αυτοκράτορα (μάχη των Μαρκελλών). Μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ υπέγραψε συνθήκη ειρήνης και ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώνει ετήσιο φόρο στη Βουλγαρία.

Το 796 η αυτοκρατορική κυβέρνηση ήταν απείθαρχη και ο Κάρνταμ έκρινε απαραίτητο να απαιτήσει το φόρο, ενώ απείλησε να καταστρέψει τη Θράκη, αν δεν είχε πληρωθεί. Σύμφωνα με το χρονικογράφο Θεοφάνη τον Ομολογητή, ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ κορόιδεψε την απαίτηση στέλνοντας κοπριά αντί για χρυσό ως "πρέπον" και υποσχέθηκε να οδηγήσει ένα νέο στρατό εναντίον του ηλικιωμένου Κάρνταμ στις Μαρκέλλες. Για άλλη μια φορά ο αυτοκράτορας κατευθύνθηκε βόρεια, και για άλλη μια φορά συνάντησε τον Κάρνταμ στην περιοχή της Αδριανουπόλεως. Οι στρατοί αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον για 17 ημέρες χωρίς να μπουν στη μάχη, ενώ οι δύο μονάρχες πιθανόν να εμπλάκησαν σε διαπραγματεύσεις. Στο τέλος η σύγκρουση αποφεύχθηκε και η ειρήνη επαναλήφθηκε με τους ίδιους όρους όπως και το 792.

Η βασιλεία του Κάρνταμ αντιπροσωπεύει την αποκατάσταση της τάξης στη Βουλγαρία, η οποία είχε υποφέρει από την γρήγορη εναλλαγή των κυβερνητών και είχε επανειλημμένες ήττες από τους Βυζαντινούς στο τρίτο τέταρτο του 8ου αιώνα. Ο Κάρνταμ όχι μόνο στάθηκε στο ύψος του εναντίον του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (που προσπαθούσε να μιμηθεί τον πιο επιτυχημένο παππού και συνονόματού του Κωνσταντίνου Ε΄), αλλά αυτό κατάφερε να προκαλέσει κρίση στην Βυζαντινή αυλή, όπου οι επανειλημμένες αποτυχίες του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ υπονόμευσαν τη θέση του αυτοκράτορα εκθρονίστηκε από την μητέρα του Ειρήνη το 797. Ο Κάρνταμ μάλλον δεν κατάφερε να επιβιώσει για πολύ από τον αντίπαλό του, καθώς δεν είχε ακούσει γι' αυτόν από το 796 και ήταν ήδη νεκρός το 803.

Η συλλογή των Βουλγάρων του Βόλγα Τζαφάρ Ταρίχ του 17ου αιώνα (αμφισβητούμενης γνησιότητας) αντιπροσωπεύει τον Καραντζάμ (δηλαδή τον Κάρνταμ), ως τον αδερφό του Αζάν Τόκτα (δηλαδή τον Τόκτου), και ως εγγονό του Σουβάρ (Σεβάρ). Η ίδια πηγή αναφέρει τον διάδοχό του, τον Κουρίμ (δηλαδή τον Κρούμο) ως ανιψιό του. Αν όλα αυτά είναι σωστά, η προσχώρηση του Κάρνταμ σηματοδοτεί την οριστική αποκατάσταση της φυλής Ντούλο, η οποία θα διατηρήσει το θρόνο της μέχρι το θάνατο του Ρομάν το 997.

Κονταρομαχία

Ο διαδορατισμός, γνωστότερος ως κονταρομαχία ή κονταροχτύπημα, ή και ως τζόστρα (γαλλικά: joute équestre), ήταν αρχικά στρατιωτικό έφιππο άθλημα μάχης, το οποίο περιελάμβανε αγώνες με κοντάρια ή άλλα παρόμοια όργανα κατ΄ ενάντια επερχόμενων ιππέων, που συνηθέστερα έφεραν πανοπλία. Κατά τον Μεσαίωνα, το άθλημα αυτό εξελίχθηκε σε κυρίαρχο άθλημα των Ιπποτών και των Ευγενών. Οι αγώνες γινόταν επάνω σε εκπαιδευμένα άλογα κατά άτομα ή κατά ομάδες.

Η κονταρομαχία ήταν γνωστή ήδη από τον 9ο αιώνα, αλλά πήρε μεγαλύτερη έκταση τον 11ο αιώνα, όπου στη μεν Γαλλία απεκαλείτο «ζουτ εκέστρ», στη δε Ιταλία «γιόστρα», εξ ου και η ελληνική δημώδης ονομασία του, «γιόστρα». Στόχος του αθλήματος αυτού ήταν η κατάρριψη του αντίπαλου από το άλογό του. Γενικά ήταν ριψοκίνδυνο άθλημα, που συχνά έπαιρνε και άσχημες διαστάσεις, με κατάληξη βαρείς τραυματισμούς, μέχρι και τον θάνατο. Γι' αυτό και λάμβαναν μέρος συνηθέστερα μόνο οι ευγενείς.

Το 1559, στη διάρκεια μιας κονταρομαχίας σκοτώθηκε ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄ της Γαλλίας και από τότε άρχισε να εγκαταλείπεται σιγά - σιγά το ριψοκίνδυνο αυτό άθλημα, για χάρη του ιππόδρομου. Και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν γνωστό το ιπποτικό αγώνισμα της κονταρομαχίας. Στον Ερωτόκριτο, αλλά και σε άλλα επικά και ερωτικά μυθιστορήματα, που γράφτηκαν κατά τα όψιμα βυζαντινά χρόνια και αργότερα, αναφέρονται αγώνες κονταρομαχίας.

Τελευταία φορά που οργανώθηκε επίσημος αγώνας κονταρομαχίας ήταν το 1839 στο Τορίνο (Ιταλία), με αφορμή την επίσημη διέλευση από την πόλη του τότε διαδόχου της Ρωσίας, Αλέξανδρου Β΄.

Κωνσταντίνος (ΙΑ΄) Λάσκαρης

Ο Κωνσταντίνος (ΙΑ΄) Λάσκαρης (... - 19 Μαρτίου 1205) ήταν γιος του Μανουήλ Λάσκαρη και της Ιωάννας Καράτζαινας (γενν.π.1148).

Λουλέ Μπουργκάς

Το Λουλέ Μπουργκάς (Τουρκικά: Lüleburgaz), γνωστό στα ελληνικά και ως Αρκαδιούπολη, είναι πόλη και περιοχή στην Επαρχία Κιρκλαρελί, Τουρκία. Σύμφωνα με την απογραφή του 2010 έχει 100.412 κατοίκους και είναι η πολυπληθέστερη πόλη στην επαρχία.

Η πόλη στην αρχαιότητα λεγόταν Μπέργκουλα, αλλά ο Θεοδόσιος Α΄ την μετονόμασε σε Αρκαδιούπολη, προς τιμή του γιου του Αρκαδίου. Το 970 ο Βυζαντινός στρατός νίκησε τις δυνάμεις των Ρως, Πετσενέγων και Μαγυάρων που κατευθύνονταν στην Κωνσταντινούπολη, 160 χιλιόμετρα ανατολικά. Το 1194 οι Βούλγαροι νίκησαν το Βυζαντινό στρατό κοντά στη πόλη. Η οικονομία της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν ανθηρή και λειτουργούσε σε αυτή μεγάλος αριθμός καταστημάτων, ενώ ονομαστό ήταν το παζάρι βοοειδών. Το 1912, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, οι Βούλγαροι νίκησαν τον οθωμανικό στρατό στη Μάχη του Λουλέ Μπουργκάς.

Η πόλη είναι γνωστή για τη γέφυρα και το Τέμενος Σοκολού Μεχμέτ Πασά που χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα και σχεδιάστηκαν από τον Μιμάρ Σινάν.

Μάχη του Πελεκάνου

Η μάχη του Πελεκάνου έλαβε χώρα στις 10-11 Ιουνίου 1329, στην τοποθεσία Πελεκάνος, στη μικρή πόλη Φιλοκρήνη της Νικομήδειας της Μικράς Ασίας , μεταξύ του εκστρατευτικού σώματος των Βυζαντινών υπό τις διαταγές του Ανδρόνικου Γ' και του οθωμανικού στρατού υπό τις διαταγές του Ορχάν Α'. Ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε και οι Βυζαντινοί δεν προέβησαν σε καμιά περαιτέρω προσπάθεια απελευθέρωσης των πόλεων της Ανατολίας που πολιορκήθηκαν από τους Οθωμανούς.

Μανουήλ Α΄ Κομνηνός

Ο Μανουήλ Α΄ ο Κομνηνός ή Μανουήλ ο Μέγας (28 Νοεμβρίου 1118 - 24 Σεπτεμβρίου 1180) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας του 12ου αιώνα (1143 - 1180), βασίλευσε σε μία κρίσιμη καμπή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και της Μεσογείου. Ο Μανουήλ Α΄ ήταν τέταρτος και μικρότερος γιος του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού και της Ειρήνης της Ουγγαρίας. Στην εποχή του η Δυναστεία των Κομνηνών βρέθηκε στην τελευταία μεγάλη περίοδο ακμής, η Βυζαντινή αυτοκρατορία έγινε πανίσχυρη οικονομική και στρατιωτική δύναμη με μεγάλη πολιτιστική αναγέννηση.

Ο Μανουήλ Α΄είχε μεγαλεπίβολα σχέδια να αποκαταστήσει την Βυζαντινή αυτοκρατορία στα παλιά της σύνορα και να την κάνει υπερδύναμη στην Μεσόγειο. Συμμάχησε με τον πάπα και επιτέθηκε στο Νορμανδικό Βασίλειο της Σικελίας, στην Β΄ Σταυροφορία δημιούργησε ένα Βυζαντινό προτεκτοράτο πάνω από τα Σταυροφορικά κράτη της Ουτρεμέρ. Ο Μουσουλμανικός κίνδυνος στους Αγίους Τόπους τον ανάγκασε να συμμαχήσει με το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ και να προχωρήσει σε εκστρατεία στο Χαλιφάτο των Φατιμιδών. Ο Μανουήλ Α΄ ανασύνταξε τους πολιτικούς χάρτες στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, το Βασίλειο της Ουγγαρίας και η Ουτρεμέρ μπήκαν σε Βυζαντινή κυριαρχία και προχώρησε σε εκστρατείες απέναντι στα γειτονικά κράτη. Η πετυχημένη βασιλεία του αμαυρώθηκε στο τέλος με την ήττα του στην Μάχη του Μυριοκέφαλου, την χρεώθηκε ο ίδιος χάρη στην αλαζονεία του να επιτεθεί σε ισχυρές θέσεις των Σελτζούκων. Ο Βυζαντινός στρατός ανέκαμψε και πέτυχε να κλείσει ειρήνη με ευνοϊκούς όρους με τον Σουλτάνο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄, η ήττα στο Μυριοκέφαλο αποδείχτηκε ωστόσο καθοριστική στις προσπάθειες του να κυριαρχήσει στην Ανατολή.

Ο Μανουήλ Α΄, που ονομάστηκε "Μέγας" από τους Έλληνες οπαδούς του που τον υπηρετούσαν και τον εμπιστεύονταν τυφλά, ήταν κεντρικός ήρωας στο έργο που έγραψε ο γραμματέας του Ιωάννης Κίνναμος και του απέδιδε όλες τις αρετές. Είχε έντονες επιδράσεις στις σχέσεις του με τους Σταυροφόρους, η φήμη του στους δυτικούς ήταν τεράστια, τον αποκαλούσαν "ο πιο ευλογημένος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη". Οι σύγχρονοι ιστορικοί ωστόσο έχουν πιο μέτρια γνώμη για τον ίδιο, χρεώνουν την φήμη του περισσότερο στην δυναστεία του δηλαδή τον πατέρα του και τον παππού του παρά στον Μανουήλ. Οι ίδιοι ιστορικοί τονίζουν ότι δεν μπορεί να θεωρείται τόσο πετυχημένος αφού η αυτοκρατορία και η δυναστεία του κατέρρευσαν μετά τον θάνατο του.

Μιχαήλ Ασέν Γ΄

Ο Μιχαήλ-Ασέν Γ΄ ή Μιχαήλ Γ΄ Σισμάν (Михаил III Шишман Асен, μετά το 1280 - 31 Ιουλίου 1330) από τον Οίκο του Σισμάν ήταν τσάρος της Βουλγαρίας κατά τα έτη 1323-1330. Ήταν γιος του Σισμάν δεσπότη του Βίντιν και μιας κόρης της Άννας των Ασέν, κόρης του Ιβάν Ασέν Β΄ της Βουλγαρίας.

Η περιοχή του Βίντιν ήταν ως τα μέσα του 13ου αιώνα αυτόνομη υπό Βουλγαρική κυριαρχία. Διοικήθηκε διαδοχικά από τους Γιάκομπ Σβετοσλάβ ως το 1276, Σισμάν (1308-1313) και από το 1313 από τον μέλλοντα Μιχαήλ Ασέν Γ΄ της Βουλγαρίας.

Δέχτηκε τον τίτλο του δεσπότη από τον Θεόδωρο-Σβετοσλάβ της Βουλγαρίας και τον νεαρό γιο του Γεώργιο Β΄ Τέρτερ, ενώ με τον θάνατο του δεύτερου το 1323 εξελέγη στην θέση του από την αριστοκρατία.

Ακολούθησε περίοδος σύγχυσης και αβεβαιότητας, που την εκμεταλλεύτηκε ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, προκειμένου να καταλάβει ολόκληρη τη Θράκη. Ένας διεκδικητής του θρόνου, ο Βόζιλ, αδελφός του Σμίλετς, εγκαταστάθηκε αυτόνομος στο Κραν ελέγχοντας την Βαλκανική κοιλάδα. Ο νεαρός Μιχαήλ Ασέν Γ΄ κινήθηκε κατά του Ανδρόνικου Γ΄, προσπαθώντας να τον εξαναγκάσει να οπισθοχωρήσει, όμως o Βυζαντινός στρατός πολιορκούσε την Φιλιππούπολη, την οποία και τελικά κατέλαβε. Σε πείσμα της απώλειας αυτής, ο Μιχαήλ-Ασέν απέβαλε τον Βόζιλ και ανέκτησε τον Βουλγαρικό έλεγχο στη Βόρεια Θράκη το 1324.

Τελικά με συνθήκη ο Μιχαήλ Ασέν Γ΄ νυμφεύτηκε την Θεοδώρα Παλαιολογίνα, αδελφή του Ανδρόνικου Γ΄ και πρώην σύζυγο του Θεοδώρου-Σβετοσλάβ, χωρίζοντας την πρώτη του γυναίκα Άννα-Νέδα, αδελφή του Σέρβου βασιλιά Στέφανου-Ούρου Γ΄ Ντεκάνσκι. Αυτό έφερε χειροτέρευση στις σχέσεις με την Σερβία. Απτόητος ο Μιχαήλ Ασέν Γ΄ προσπάθησε να υποστηρίξει έναν σφετεριστή του Σερβικού θρόνου, τον Στέφαν Βλαδισλάβ Γ΄ απέναντι στον βασιλιά -και αδελφό της συζύγου του- Στέφανο-Ούρο Γ΄. Το κίνημα του Στέφαν-Βλαδισλάβ Γ΄ απέτυχε και τα υπόλοιπα χρόνια ο Μιχαήλ Ασέν Γ΄ προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις του με τους γείτονές του.

Μοίρα (στρατός)

H Μοίρα αποτελεί στρατιωτικό σχηματισμό που χρησιμοποιήθηκε στον μεσαίωνα από τον βυζαντινό στρατό και στα νεότερα χρόνια από τον ελληνικό στρατό. Ετυμολογικά πρόκειται για ελληνική λέξη με ρίζα το "μερ-" και το "μορ-" που σημαίνει το "μέρος ενός συνόλου". Στην σημερινή του χρήση, μπορεί να αποτελεί μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών επιχειρήσεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας.

Ούρος Α΄ Βουκάνοβιτς

Ο Ούρος Α΄ Βουκάνοβιτς (σερβικά: Урош I, 1083 - 1145) ήταν ηγεμόνας, Μεγάλος Ζουπάνος, του Μεγάλου Πριγκιπάτου της Ράσκας από το περ. 1112 έως το 1145.

Ήταν γιος του Μάρκο. Το όνομα Ούρος πιθανότατα προέρχεται από την ουγγρική λέξη Ουρ, που σημαίνει "πρίγκιπας", το οποίο μεταφράζεται στο σλαβικό όνομα "Προβόσλαβ", ή "Πριμισλάβ". Πιθανότατα επειδή ο Μάρκο παντρεύτηκε μια ουγγρική σύζυγο. Μετά το θάνατο του θείου του Βουκάν το 1112 τον διαδέχτηκε ο Ούρος.

Το 1113 ή το 1114, ο βυζαντινός στρατός εισέβαλε στην Ντούγκλια και κατέλαβε την πρωτεύουσά της Σκούταρι. Οι Βυζαντινοί εκτόπισαν τον Τζόρτζε πρίγκιπα της Ντούγκλια, ο οποίος βρήκε καταφύγιο στον Ούρος. Αυτός το 1125 οδήγησε τον στρατό του εναντίον των Βυζαντινών συναντήθηκαν στην Μάχη της Αντιβάρεως, όπου ο Ούρος βγήκε νικητής και απεκατέστησε τον Τζόρτζε στην Ντούγκλια. Οι Βυζαντινοί εισέβαλαν και πάλι στην Ντούγκλια, συνέλαβαν τον Τζόερτζε, ο οποίος οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απεβίωσε.

Περίπου το 1130, νυμφεύτηκε την Έλενα των Αρπάντ, κόρη του Μπέλα Β΄ της Ουγγαρίας. Ο Μπέλα Β΄, λόγω του ότι ήταν τυφλός, βασιζόταν εξ ολοκλήρου στην Έλενα, η οποία ήταν συγκυβερνήτης.

Το 1137 ο Λαδίσλαος Β΄, γιος του Μπέλα, έγινε ο μπαν της Βοσνίας. Όταν ο Μπέλα Β΄ απεβίωσε στις 13 Φεβρουαρίου 1141, ο πρωτότοκος γιος του Γκέζα Β΄ ανέβηκε στον θρόνο, αν και παιδί ακόμη.

Σπάθα

Σπάθα (Spathae) ονομάζονταν ένα σπαθί με ευθύγραμμη λάμα μεγάλου μήκους που είχε δύο κόψεις. Χρησιμοποιήθηκε από τον 3ο αιώνα έως τον 12ο αιώνα.

Υγρόν πυρ

Tο υγρόν πυρ (λεγόμενο επίσης πυρ θαλάσσιον, μηδικόν πυρ, πολεμικόν πυρ, πυρ λαμπρόν, πυρ ρωμαϊκόν ή πυρ σκευαστόν) και γνωστό στους Δυτικούς ως ελληνικόν πυρ (Λατ. ignis graecus, αγγλ. Greek fire, wildfire) ήταν ένα εμπρηστικό όπλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που εφευρέθηκε τον ύστερον 7ο αιώνα μ.Χ. Εκτοξευόμενο από καταπέλτες, αλλά κυρίως από πεπιεσμένους σίφωνες, το υγρόν πυρ είχε την ιδιότητα να μη σβήνει στο νερό. Ως εκ τούτου, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόκρουση των αραβικών πολιορκιών της Κωνσταντινούπολης, και σε αρκετές ναυτικές συμπλοκές με τους Άραβες και τους Ρως. Περιβαλλόταν με άκρα μυστικότητα, με αποτέλεσμα να αγνοούμε σήμερα την ακριβή σύστασή του. Το βυζαντινό υγρόν πυρ δεν πρέπει να συγχέεται με παρόμοιες εμπρηστικές ουσίες που χρησιμοποίησαν οι Άραβες και άλλα κράτη, και που στη διεθνή βιβλιογραφία συνήθως αναφέρονται συλλογικά ως «ελληνικόν πυρ».

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.