Βιογεωγραφία

Η Βιογεωγραφία αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Βιολογίας. Συγκεκριμένα είναι ο επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την γεωγραφική κατανομή όλων των οργανισμών.

Η Βιογεωγραφία δεν περιορίζεται μόνο στο να καταγράψει και να καταρτίσει κάποιο κατάλογο των ειδών που ζουν σήμερα σε ένα γεωγραφικό τόπο ή περιφέρεια, που μπορεί να είναι η κυρίαρχη και απαραίτητη προεργασία, όσο η αναζήτηση και ερμηνεία των παραγόντων αυτής της κατανομής. Για τον λόγο αυτό λαμβάνει υπόψη της, αφενός τη γεωφυσική μορφολογία του υπό εξέταση χώρου, (Βουνά, ποταμούς, λίμνες, θάλασσα, κλπ), όπως αυτή παρουσιάζεται σήμερα, καθώς επίσης και όπως μπορεί να ήταν σε παλαιότερες περιόδους, και αφετέρου και τις συνθήκες που υφίστανται σήμερα ή που προϋπήρχαν στο συγκεκριμένο χώρο.
Η Κεντρική Ευρώπη για παράδειγμα άλλοτε καλυπτόταν από παγετώνες και η Σαχάρα είχε άφθονο νερό. Από την αλλαγή των συνθηκών αυτών στο χρόνο που διέρρευσε εξηγείται και η χρονική αλλαγή της βιοκοινωνίας του συγκεκριμένου τόπου ή τόπων. Ως εκ τούτου κύριοι βοηθοί της Βιογεωγραφίας είναι η Γεωγραφία, η Παλαιογεωγραφία, η Γεωλογία κλπ.

Δείτε επίσης

Αλεξάντερ φον Χούμπολτ

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Χάινριχ Αλεξάντερ Φράιχερ φον Χούμπολτ (Φρίντριχ Βίλχελμ Χάινριχ Αλεξάντερ Φράιχερ φον Χούμπολτ ) (γερμ. Friedrich Wilhelm Heinrich Alexander von Humboldt, 14 Σεπτεμβρίου 1769 – 6 Μαΐου 1859) ήταν Γερμανός φυσιοδίφης και εξερευνητής, και ο νεότερος αδερφός του φιλοσόφου, διπλωμάτη και γλωσσολόγου Βίλχελμ φον Χούμπολτ. Το έργο του Χούμπολτ πάνω στη βοτανική και τη γεωγραφία ήταν πολύ σημαντικό για τη βιογεωγραφία.

Μεταξύ του 1799 και 1804 ο Χούμπολτ ταξίδεψε εκτενώς στη Λατινική Αμερική εξερευνώντας και περιγράφοντας την για πρώτη φορά με επιστημονικό τρόπο. Η περιγραφή του ταξιδιού γράφτηκε και δημοσιοποιήθηκε σ' ένα τεράστιο σύνολο τόμων σε περίοδο 21 ετών. Ήταν ένας από τους πρώτους που πρότεινε ότι οι χώρες που βρέχονται από τον Ατλαντικό Ωκεανό ήταν κάποτε ενωμένες (η Νότια Αμερική και Αφρική κυρίως). Αργότερα, το πεντάτομο έργο του Κόσμος (1845), προσπάθησε να ενοποιήσει τους διάφορους κλάδους της επιστημονικής γνώσης. Ο Χούμπολτ υποστήριζε και εργαζόταν μαζί με άλλους επιστήμονες, συμπεριλαμβανομένων των Ζοζέφ Λουί Γκαι-Λυσάκ, Γιούστους φον Λήμπιχ, Λουί Αγκασίζ (Louis Agassiz), Μάθιου Φοντέιν Μάουρι και κυρίως του Αιμέ Μπονπλάν (Aimé Bonpland), με τους οποίους έκανε μεγάλο μέρος της επιστημονικής έρευνας του.

Βιογεωγραφική περιοχή

Με τον όρο βιογεωγραφική περιοχή (αλλιώς και βιογεωγραφικά βασίλεια), κατά τη Βιογεωγραφία, χαρακτηρίζεται επιφάνεια της Γης που περιέχει χαρακτηριστικές ομάδες οργανισμών και ιδιαίτερα φυτών και ζώων που εμποδίζονται ν΄ απομακρυνθούν από την περιοχή αυτή εξαιτίας διαφόρων φυσικών εμποδίων.

Έτσι οι βιογεωγραφικές περιοχές, ως υποδιαιρέσεις της επιφάνειας της Γης, εμφανίζουν διαφορετική σύσταση της πανίδας και χλωρίδας δημιουργώντας κατά συνέπεια και διαφορετικές φυτογεωγραφικές και ζωογεωγραφικές περιοχές. Αυτός ο βιοκαταμερισμός της επιφάνειας της Γης ήταν και η αφετηρία της δημιουργίας της ιδιαίτερης επιστήμης της Βιογεωγραφίας.

Τα βιογεωγραφικά βασίλεια, όπως καθιερώθηκαν από τον Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας, είναι η Παλαιοαρκτική (Βόρεια Ευρώπη, Μεσόγειος, Σιβηρία, Μαντζουρία), η Αιθιοπική (Ανατολική, Δυτική και Νότια Αφρική, Μαδαγασκάρη), η Ανατολική (κεντρική Ινδία, Σρι Λάνκα, Ινδοκίνα, Βορειοανατολική Ασία), η Αυστραλιανή (Αυστρο-Μαλαισία, Αυστραλία, Πολυνησία, Νέα Ζηλανδία), η Νεαρκτική (Καλιφόρνια, Βραχώδη Όρη, οροσειρά Allegheny, Καναδάς) και η Νεοτροπική περιοχή (Χιλή, Βραζιλία, Μεξικό, Αντίλες). Αν και οι περιοχές αυτές είναι ευρέως αποδεκτές ως σήμερα, ορισμένοι ερευνητές υιοθετούν επίσης πιο λεπτομερείς υποδιαιρέσεις. Τα βασίλεια δεν αντιστοιχούν ακριβώς σε ηπειρωτικά όρια. Παρατηρούνται πολλές αποκλίσεις ως προς την ταξινόμηση των φυτογεωγραφικών και ζωογεωγραφικών περιοχών που δεν ταυτίζονται π.χ. κατ΄ αριθμό περιοχών και των φυσικών ορίων τους. Σημαντικότερες τέτοιες ταξινομήσεις είναι η ταξινόμηση κατά Γκουντ (φυτογεωγραφική), και η ταξινόμηση κατά Ντάρλιγκτον (ζωογεωγραφική).

Βιογεωχημικός κύκλος

Στην οικολογία και στις επιστήμες γης και περιβάλλοντος, ένας βιογεωχημικός κύκλος ή κύκλος των θρεπτικών συστατικών είναι ένα μονοπάτι δια μέσου του οποίου ένα χημικό στοιχείο ή μόριο ταξιδεύει τόσο στα έμβια (βιόσφαιρα) όσο και στα άβια (λιθόσφαιρα, ατμόσφαιρα, υδρόσφαιρα) στρώματα της Γης. Συνεπώς, το στοιχείο ανακυκλώνεται, αν και σε ορισμένους κύκλους μπορεί να υπάρχουν σταθμοί, που αποκαλούνται «δεξαμενές», όπου το στοιχείο συσσωρεύεται ή διατηρείται μακροχρόνια, όπως για παράδειγμα ο ωκεανός ή μία λίμνη για το νερό. Το νερό, για παράδειγμα, ανακυκλώνεται αέναα διαμέσου του κύκλου του νερού, όπως φαίνεται και στο παράπλευρο διάγραμμα. Υπόκειται σε εξάτμιση, συμπύκνωση και υετό, επιστρέφοντας στη γη καθαρό και φρέσκο. Στοιχεία, χημικές ενώσεις και άλλες μορφές της ύλης περνούν από τον ένα οργανισμό στον άλλο και από το ένα μέρος της βιόσφαιρας στο άλλο διαμέσου των βιογεωχημικών κύκλων.

Βόρεια Υψίπεδα (Μαδαγασκάρη)

Τα Βόρεια Υψίπεδα είναι ορεινή βιογεωγραφική περιοχή της βόρειας Μαδαγασκάρης. Η περιοχή περιλαμβάνει την Ορεινή Μάζα Τσαρατανανά (με το υψηλότερο βουνό της Μαδαγασκάρης, το Μαρομοκότρο) και τις μικρότερες γειτονικές όρεινές μάζες όπως το Μαροζέζι, το Ανζαναρίμπε-Σουντ και το Μανονγκαρίβο. Το Παράθυρο Μαντριτσάρα χωρίζει τα Βόρεια από τα Κεντρικά Υψίπεδα και λειτουργεί ως όριο για τη βιολογική διασπορά μεταξύ των δύο υψιπέδων, οδηγώντας στην ύπαρξη ζευγών ειδών όπως το Voalavo gymnocaudus (Βόρεια Υψίπεδα) και το Voalavo antsahabensis (Κεντρικά Υψίπεδα). Κανένα από τα ενδημικά είδη του Τσαρατανανά δεν βρίσκεται στις κύριες ορεινές μάζες των Κεντρικών Υψιπέδων.

Γεωγραφία

Η Γεωγραφία σύμφωνα με τη Διεθνή Γεωγραφική Ένωση είναι η συστηματική σπουδή και περιγραφή τόσο της επιφάνειας της Γης, όσο και των φαινομένων που συμβαίνουν σ΄αυτή.

Είναι η επιστήμη που μελετά και τις κατ΄ επέκταση σχέσεις του ανθρώπου προς τη Γη. Μελετά πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν, αλλά και διαμορφώνουν το χώρο μέσα στον οποίο ζουν, καθώς και πώς η Γη επηρεάζει τον τρόπο που ζουν οι άνθρωποι. Ιδιαίτερα διαμορφώνει τους γενικούς όρους κατανομής και ζωής των όντων στην επιφάνειά της. Η μελέτη της Γεωγραφίας ξεκίνησε από τις καταβολές του ανθρώπινου πολιτισμού – τους Βαβυλώνιους, τους Ασσύριους, τους Κινέζους και τους Άραβες. Όμως, οι απαρχές της ως ξεχωριστού κλάδου συστηματικής έρευνας και μελέτης τοποθετούνται στην Ελληνική Κλασική Αρχαιότητα.

Συνεπώς η Γεωγραφία περιορίζεται εξ αντικειμένου στη σπουδή και την έρευνα μόνο στην επιφάνεια της Γης, στη περιγραφή και στην ερμηνεία των φαινομένων που συμβαίνουν σ΄ αυτή, είτε είναι φυσικά, είτε είναι ανθρωπογενή. Το πεδίο αυτό, της γεωγραφικής έρευνας - μελέτης - περιγραφής και ερμηνείας περιορίζεται σε οτιδήποτε είναι ορατό από έναν υποθετικό παρατηρητή που βρίσκεται σ΄ ένα αερόστατο με απεριόριστη δράση. Υπό την έννοια αυτή η Γεωγραφία παρουσιάζει ασύγκριτο ενδιαφέρον και πολύ ανώτερο από τη "ξηρή" παράταξη και παράθεση ονομάτων και αριθμών.

Και ακριβώς αυτή την αντίληψη σχημάτισαν πρώτοι οι Έλληνες, διακρίνοντας και πρώτοι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά προσδιορίζοντάς τα με μία λέξη "Γεωγραφία". Η λέξη παράγεται από τις ελληνικές λέξεις γη και γράφω («γράφω» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ζωγραφίζω).

Ο επιστήμονας που ασχολείται με αυτή την επιστήμη ονομάζεται γεωγράφος.

Δήμος Βόλβης

Ο Δήμος Βόλβης είναι δήμος της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στα ανατολικά εδάφη του Νομού Θεσσαλονίκης. Ο Δήμος συστάθηκε το 2011 με το Πρόγραμμα Καλλικράτης και πρωτεύουσά του το Σταυρό.

Έλαβε το όνομά του από τη λίμνη Βόλβη, περιμετρικά της οποίας απλώνονται τα εδάφη του δήμου. Εντός των ορίων του βρίσκονται τα Όρη Βόλβης, το Όρος Περιστερώνας και τμήματα των ορέων Κερδύλια, Στρατωνικό και Βερτίσκος. Στα ανατολικά βρέχεται από το Στρυμονικό Κόλπο. Εκεί βρίσκονται και οι μόνοι αστικοί οικισμοί του, ο Σταυρός, η Ασπροβάλτα και τα Βρασνά.

Ο Δήμος αποτελείται από 38 οικισμούς, καταλαμβάνει έκταση 782 τ.χλμ. και έχει μόνιμο πληθυσμό, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 23.478 κατοίκους. Οι δημότες του Δήμου ανέρχονται στους 26.004. Η λίμνη Βόλβη έχει έκταση 68 τ.χλμ.

Ενδημισμός

Στη βιολογία, ενδημικό ονομάζεται ένα είδος, είτε του ζωικού βασιλείου είτε του φυτικού, που ζει σε έναν οριοθετημένο (ή και απομονωμένο) γεωγραφικό χώρο. Για να είναι ενδημικό ένα είδος πρέπει να έχει δημιουργηθεί και να έχει εξελιχθεί σε εκείνον τον χώρο.

Με μεταφορική έννοια, η λέξη χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει ένα κοινωνικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται / αναπαράγεται συνεχώς σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή ένα συγκεκριμένο τομέα.

Ενδογενές (βιολογία)

Στη βιογεωγραφία, ένα είδος χαρακτηρίζεται ως ενδογενές ή γηγενές σε μια προσδιορισμένη περιοχή ή οικοσύστημα, εάν η παρουσία του στην περιοχή είναι αποκλειστικό αποτέλεσμα φυσικών φαινομένων, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Κάθε φυσικός οργανισμός έχει τη δική του εμβέλεια κατανομής στο χώρο, μέσα στην οποιά θεωρείται ενδογενές. Εκτός της έκτασης(εμβέλειας) αυτής, ένα είδος μπορεί να μεταφερθεί μέσω ανθρώπινης δραστηριότητας, και τότε χαρακτηρίζεται ως μη ενδογενές(εξωτικό).

Ένα ενδογενές είδος δεν είναι απαραίτητα ενδημικό. Στη βιολογία και την οικολογία, ενδημικό σημαίνει αποκλειστικό γηγενές είδος της χλωρίδας και της πανίδας μιας συγκεκριμένης περιοχής. Ένα ενδογενές είδος μπορεί να προκύψει σε περισσότερες από μία περιοχές.

Οι όροι ενδημικό και ενδογενές δεν υποδηλώνουν απαραίτητα ότι ο εκάστοτε οργανισμός προέκυψε και αναπτύχθηκε στο σημείο που τον βρίσκουμε τώρα.

Εξέλιξη

Στην επιστήμη της βιολογίας, με τον όρο εξέλιξη εννοείται η αλλαγή στις ιδιότητες ενός πληθυσμού οργανισμών στο πέρασμα του χρόνου, μεταξύ διαφορετικών γενεών. Αν και τέτοιου τύπου μεταβολές παρατηρούνται σε μικρή κλίμακα σε κάθε γενιά, μακροπρόθεσμα και αθροιστικά μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διαφοροποιήσεις στις ιδιότητες ενός οργανισμού, ώστε να οδηγήσουν τελικά στη δημιουργία νέων διακριτών ειδών (βλ. ειδογένεση). Εξελικτικές θεωρούνται ειδικά οι αλλαγές που μεταβιβάζονται μέσω του γενετικού υλικού από γενιά σε γενιά, συνεπώς συνιστούν μια πληθυσμιακή διαδικασία και διακρίνονται από άλλες, όπως η οντογένεση, ή γενικά η ανάπτυξη ενός οργανισμού ατομικά. Η εξέλιξη αποτελεί φαινόμενο που υλοποιείται σταδιακά και σε μεγάλο βάθος χρόνου. Με λίγες εξαιρέσεις, απαιτείται το πέρασμα αρκετών γενεών για εξελικτικές αλλαγές μεγάλης κλίμακας, όπως για παράδειγμα η εξέλιξη των πτηνών από τα ερπετά. Λαμβάνει επίσης χώρα με διαφορετικούς ρυθμούς ανάλογα με το είδος και το περιβάλλον του.Μορφολογικές και άλλες ομοιότητες μεταξύ των ειδών του έμβιου κόσμου υποδεικνύουν ότι όλα διαθέτουν κοινή καταγωγή, προέρχονται δηλαδή από ένα κοινό προγονικό είδος. Πολυάριθμες διαδικασίες, όπως οι μεταλλαγές, η γονιδιακή ροή με μεταφορά γονιδίων ανάμεσα στους πληθυσμούς, και ο γενετικός ανασυνδυασμός, συμβάλλουν σε γενετικές αλλαγές και παρέχουν την παρατηρούμενη φαινοτυπική ποικιλότητα. Οι κληρονομούμενες διαφοροποιήσεις θα είναι περισσότερο κοινές ή σπάνιες σε ένα πληθυσμό, γεγονός που εξαρτάται από δύο κύριους μηχανισμούς. Ο πρώτος περιλαμβάνει τη φυσική επιλογή, μια διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι οργανισμοί με ιδιότητες που οδηγούν σε μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα αφήνουν περισσότερους απογόνους, συνεπώς οι ιδιότητες αυτές θα είναι περισσότερο κοινές. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επιπλέον η διαδικασία της γενετικής παρέκκλισης, δηλαδή της τυχαίας αλλαγής των γονιδιακών συχνοτήτων από μια γενιά στην επόμενη.

Η εξέλιξη, θεμέλιος λίθος της σύγχρονης βιολογίας, αποτελεί αντικείμενο μελέτης του κλάδου της εξελικτικής βιολογίας και τεκμηριώνεται από πληθώρα στοιχείων που προέρχονται από τη συλλογή πληθώρας απολιθωμάτων, τη βιογεωγραφία, την εμβρυολογία, τη συγκριτική ανατομία, τη μοριακή βιολογία και άλλους επιστημονικούς τομείς. Η γνώση του μηχανισμού που διέπει τη διαδικασία της εξέλιξης οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο έργο του Κάρολου Δαρβίνου και του Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας. Αν και ο Δαρβίνος δεν ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της εξέλιξης, με αφετηρία την περίφημη μελέτη Περί της καταγωγής των ειδών (1859), πρόσφερε μια ολοκληρωμένη σύνθεση της θεωρίας της φυσικής επιλογής, με ισχυρά επιχειρήματα. Κατά την περίοδο 1936-47 και τη συνένωση δαρβινισμού και στοιχείων γενετικής, οικολογίας, συστηματικής και παλαιοντολογίας, ωρίμασε η σύγχρονη θεωρία της εξέλιξης, γνωστή και ως εξελικτική σύνθεση, η οποία ερευνά και εξηγεί τη βιοποικιλότητα της Γης.

Ζωογεωγραφία

Η ζωογεωγραφία είναι κλάδος της επιστήμης της Βιογεωγραφίας που αφορά τη γεωγραφική κατανομή (παρελθόν και παρόν) των ζωϊκών ειδών.

Ο Φίλιπ Σκλάτερ (Philip Lutley Sclater) θεωρείται ότι είναι ο πατέρας της ζωογεωγραφίας.

Ζωολογία

Η Ζωολογία (από τις λέξεις ζώο + λόγος) είναι ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των ζώων.

Ιστορία της βιολογίας

Η ιστορία της βιολογίας αποτυπώνει τη μελέτη του έμβιου κόσμου από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια. Παρόλο που η έννοια της βιολογίας ως ένα ενιαίο συνεκτικό πεδίο αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες προέκυψαν από τις ιατρικές παραδόσεις και τη φυσική ιστορία που φτάνουν έως την αρχαία αιγυπτιακή ιατρική και τα έργα του Αριστοτέλη και του Γαληνού στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο. Περαιτέρω ανάπτυξη ήρθε στο μεσαίωνα από μουσουλμάνους γιατρούς και λόγιους όπως ο Αλ Γιασίζ, ο Αβικέννας, ο Ιμπν Ζουχρ, ο Ιμπν αλ Μπαϊτάρ και ο Ιμπν αλ Νάφις. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αναγέννησης και της πρώιμης σύγχρονης εποχής επήλθε επανάσταση στη βιολογική σκέψη από το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον εμπειρισμό και την ανακάλυψη πολλών νέων οργανισμών. Εξέχουσες μορφές ήταν ο Βεσάλιος και ο Ουίλιαμ Χάρβεϊ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον πειραματισμό και την προσεκτική παρατήρηση στην φυσιολογία, καθώς και φυσιοδίφες όπως ο Κάρολος Λινναίος και ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ οι οποίοι ξεκίνησαν τη συστηματική ταξινόμηση της ζωής και του αρχείου απολιθωμάτων, καθώς και της ανάπτυξης και συμπεριφοράς των οργανισμών. Η μικροσκοπία αποκάλυψε τον προηγουμένως άγνωστο κόσμο των μικροοργανισμών και έθεσε το υπόβαθρο για την κυτταρική θεωρία. Η αυξανόμενη σημασία της φυσικής θεολογίας, εν μέρει απήχηση του μηχανιστικού υλισμού, προήγαγε την ανάπτυξη της φυσικής ιστορίας (παρόλο που παραβίαζε το τελεολογικό επιχείρημα).

Το 18ο και 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες, όπως η βοτανική και η ζωολογία κατέστησαν αυξανόμενα επαγγελματικοί επιστημονικοί κλάδοι. Ο Λαβουαζιέ και άλλοι φυσικοί επιστήμονες άρχισαν να συνδέουν τον έμψυχο με του άψυχο κόσμο, μέσω της φυσικής και της χημείας. Εξερευνητές φυσιοδίφες όπως ο Αλεξάντερ φον Χούμπολντ ερεύνησαν την αλληλεπίδραση των οργανισμών με το περιβάλλον τους και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η σχέση εξαρτάται από την γεωγραφία, θέτοντας τα θεμέλια της βιογεωγραφίας, της οικολογίας και της ηθολογίας. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να απορρίπτουν την ουσιοκρατία και να εξετάζουν τη σημασία της εξαφάνισης και της μεταλλαξιμότητας των ειδών. Η κυτταρική θεωρία παρείχε νέα προοπτική στην θεμελιώδη βάση της ζωής. Αυτές οι εξελίξεις, καθώς και αποτελέσματα από την εμβρυολογία και την παλαιοντολογία συντέθηκαν στη θεωρία της Εξέλιξης δια της φυσικής επιλογής του Κάρολου Δαρβίνου. Το τέλος του 19ου αιώνα σήμανε το τέλος της θεωρίας της αυτόματης γένεσης και την ανάπτυξη της μικροβιακής θεωρίας, παρόλο που ο μηχανισμός της κληρονομικότητας παρέμενε άγνωστος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η επανανακάλυψη του έργου του Γκρέγκορ Μέντελ οδήγησε στη ραγδαία ανάπτυξη της γενετικής από τον Τόμας Χαντ Μόργκαν (Thomas Hunt Morgan) και τους φοιτητές του, και από τη δεκαετία του 1930 στο συνδυασμό της γενετικής των πληθυσμών και της φυσικής επιλογής στη «νεοδαρβινική σύνθεση». Εξελίχθηκαν ραγδαία νέοι τομείς, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της δομής του DNA από τους Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ. Μετά την καθιέρωση του κεντρικού δόγματος και την ανάγνωση του γενετικού κώδικα, η βιολογία χωρίστηκε σε δύο κύριες ομάδες πεδίων, την οργανική βιολογία — τα πεδία που μελετούν ολόκληρους οργανισμούς και ομάδες οργανισμών — και τα πεδία που σχετίζονται με την κυτταρική και μοριακή βιολογία. Στα τέλη του 20ού αιώνα, νέα πεδία, όπως η πρωτεωμική και η γενωμική, ανέστρεψαν αυτό το κλίμα, καθώς οι οργανικοί βιολόγοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τεχνικές της μοριακής βιολογίας, και μοριακοί και κυτταρικοί βιολόγοι να μελετούν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος, καθώς τη γενετική φυσικών πληθυσμών οργανισμών.

Ιστορία της εξελικτικής σκέψης

Η εξελικτική σκέψη, η αντίληψη ότι τα είδη αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, και των Κινέζων καθώς και στη μεσαιωνική ισλαμική επιστήμη. Εντούτοις, μέχρι το 18ο αιώνα, η Δυτική βιολογική σκέψη κυριαρχείτο από την ουσιοκρατία, την πεποίθηση ότι κάθε είδος έχει ουσιώδη χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν. Η αντίληψη αυτή άρχισε να αμφισβητείται κατά το Διαφωτισμό, όταν η εξελικτική κοσμολογία και η μηχανική φιλοσοφία επεκτάθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη φυσική ιστορία. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στην ποικιλότητα των ειδών. Η εμφάνιση της παλαιοντολογίας και της έννοιας της εξαφάνισης υπονόμευσαν περαιτέρω την στατική αντίληψη της φύσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ πρότεινε τη θεωρία της μεταλλαγής των ειδών, την πρώτη πλήρως μορφοποιημένη επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη.

Το 1858, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας δημοσίευσαν μια νέα εξελικτική θεωρία, η οποία εξηγείτο λεπτομερώς στο έργο του Δαρβίνου, Καταγωγή των Ειδών (On the Origin of Species) (1859). Εν αντιθέσει με τον Λαμάρκ, ο Δαρβίνος πρότεινε κοινή καταγωγή και διακλαδιζόμενο δέντρο της ζωής. Η θεωρία βασιζόταν στην ιδέα της φυσικής επιλογής, και συνέθετε ένα ευρύ φάσμα στοιχείων από την κτηνοτροφία, τη βιογεωγραφία, τη γεωλογία, τη μορφολογία και την εμβρυολογία.

Η αντιπαράθεση πάνω στο έργο του Δαρβίνου οδήγησε στη ραγδαία αποδοχή της γενικής έννοιας της εξέλιξης, όμως ο ειδικός μηχανισμός τον οποίο πρότεινε, η φυσική επιλογή, δεν έγινε ευρέως αποδεκτός μέχρι να αναγεννηθεί από εξελίξεις στη βιολογία μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και 1940. Πριν από αυτό οι περισσότεροι βιολόγοι υποστήριζαν ότι άλλοι παράγοντες ήταν υπεύθυνοι για την εξέλιξη. Μερικές από τις εναλλακτικές υποθέσεις στην φυσική επιλογή που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Δαρβινισμού περιλάμβαναν την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών (νεολαμαρκισμός), μια εγγενή παρόρμηση για αλλαγή (ορθογένεση), και τις ξαφνικές μεγάλες μεταλλάξεις (saltationism). Με τη σύνθεση της φυσικής επιλογής και της Μεντελικής γενετικής, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, προέκυψε ο νέος κλάδος την γενετικής των πληθυσμών. Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, η γενετική των πληθυσμών εντάχθηκε σε άλλα βιολογικά πεδία και διαμορφώθηκε μια ευρέως εφαρμόσιμη θεωρία της εξέλιξης, η οποία περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της βιολογίας, η σύγχρονη εξελικτική σύνθεση.

Με τη θεμελίωση της εξελικτικής βιολογίας, οι μελέτες της μετάλλαξης και της ποικιλίας στους φυσικούς πληθυσμούς, σε συνδυασμό με τη βιογεωγραφία και τη συστηματική, οδήγησε σε εκλεπτυσμένα μαθηματικά και αιτιολογικά μοντέλα της εξέλιξης. Η παλαιοντολογία και η συγκριτική ανατομία επέτρεψαν πιο λεπτομερείς ανασκευές της ιστορίας της ζωής. Μετά την εμφάνιση της μοριακής γενετικής τη δεκαετία του 1950, αναπτύχθηκε το πεδίο της μοριακής εξέλιξης, βασισμένο σε αλληλουχίες πρωτεϊνών και ανοσολογικά πειράματα, ενσωματώνοντας αργότερα τη μελέτη του RNA και του DNA. Η γονιδιοκεντρική αντίληψη της εξέλιξης ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ακολουθούμενη από την ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης, πυροδοτώντας την αντιπαράθεση πάνω στην προσαρμοστικότητα (adaptationism), τις μονάδες επιλογής, και τη σχετική σημασία της γενετικής παρέκκλισης σε σχέση με τη φυσική επιλογή. Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αλληλούχιση του DNA οδήγησε στη μοριακή φυλογενετική και την αναδιοργάνωση του δέντρου της ζωής στο σύστημα των τριών επικρατειών. Επιπροσθέτως, οι πρόσφατα αναγνωρισμένοι παράγοντες της συμβιογένεσης και της οριζόντιας μεταφοράς γονιδίων εισήγαγαν περαιτέρω πολυπλοκότητα στην εξελικτική ιστορία.

Κεντρικά Υψίπεδα (Μαδαγασκάρη)

Τα Κεντρικά Υψίπεδα (γαλλικά: Hauts-Plateaux) είναι ορεινή βιογεωγραφική περιοχή στην κεντρική Μαδαγασκάρη. Περιλαμβάνουν το συνεχόμενο εσωτερικό μέρος του νησιού με υψόμετρο άνω των 800 m. Τα Κεντρικά Υψίπεδα χωρίζονται από τα Βόρεια Υψίπεδα (Μαδαγασκάρη) στη βόρεια άκρη της Μαδαγασκάρης από μία χαμηλού υψομέτρου κοιλάδα, το Παράθυρο της Μαντριτσάρα, το οποίο φαίνεται ότι έχει λειτουργήσει ως όριο για την βιολογική διασπορά των ειδών στα υψίπεδα, οδηγώντας στο φαινόμενο των ζευγών ειδών όπως το Voalavo gymnocaudus και το Voalavo antsahabensis στα Βόρεια και στα Κεντρικά Υψίπεδα. Τα είδη που περιορίζονται στα Κεντρικά Υψίπεδα περιλαμβάνουν τις νυχτερίδες Miniopterus manavi και Miniopterus sororculus, τα τρωκτικά Brachyuromys betsileoensis και Voalavo antsahabensis, τα τενρέκ Hemicentetes nigriceps και Oryzorictes tetradactylus; και τον λεμούριο Cheirogaleus sibreei. Λόγω της συνέχειας των ενδιαιτημάτων των Κεντρικών Υψιπέδων, υπάρχει μικρός τοπικός ενδημισμός, σε αντίθεση με τα Βόρεια Υψίπεδα.

Κόλιν Γκρόουβς

Ο Κόλιν Πίτερ Γκρόουβς (Colin Peter Groves, 24 Ιουνίου 1942 - 30 Νοεμβρίου 2017) ήταν καθηγητής βιολογικής ανθρωπολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας στην Καμπέρα της Αυστραλίας.Ο Γρόουβς γεννήθηκε στην Αγγλία στις 24 Ιουνίου 1942 και απέκτησε μπάτσελορ από το University College London το 1963, και διδακτορικό από το Royal Free Hospital School of Medicine το 1966. Από το 1966 έως το 1973 ήταν μεταδιδακτορικός ερευνητής και επιστημονικός συνεργάτης (Teaching Fellow) στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ, στο Queen Elizabeth College και στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1974 και είναι έκτοτε στο Αυστραλιανό Εθνικό Πανεπιστήμιο, του οποίου έγινε καθηγητής το 2000.Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι η ανθρώπινη εξέλιξη, τα πρωτεύοντα, η ταξινόμηση θηλαστικών, η σκελετική ανάλυση, η βιολογική ανθρωπολογία, η εθνοβιολογία και η βιογεωγραφία. Έχει κάνει εκτεταμένη έρευνα πεδίου στην Κένυα, την Τανζανία, την Ρουάντα, την Ινδία, το Ιράν, την Κίνα, την Ινδονησία, την Σρι Λάνκα και την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Μαζί με τον τσέχο βιολόγο, καθηγητή Βράτισλαβ Μάζακ (Vratislav Mazák), περιέγραψαν πρώτοι τον Homo ergaster. Ο Γκρόουβς συνέγραψε επίσης το έργο Primate Taxonomy που δημοσιεύτηκε το 2001 από το Smithsonian Institution Press

Ήταν ενεργό μέλος της οργάνωσης Australian Skeptics και δημοσίευσε πολλές εργασίες σκεπτικιστικού περιεχομένου καθώς και ερευνητικές εργασίες πάνω στα ενδιαφέροντά του. Έχει επίσης έρθει πολλές φορές σε αντιπαράθεση με δημιουργιστές και πολέμιους της εξέλιξης.

Μεγαοικοσύστημα

Τα μεγαοικοσυστήματα ή διαπλάσεις, όπως επίσης ονομάζονται, είναι φυσικές ενότητες ηπειρωτικής ή και παγκόσμιας εξάπλωσης ,οι οποίες καθορίζονται από το κοινό κλίμα των περιοχών που περικλείουν. Μπορεί να διακόπτονται ή να είναι συνεχείς ανάλογα με το αν οι ήπειροι που περιλαμβάνουν ενώνονται μεταξύ τους, για παράδειγμα η Ευρώπη με την Ασία, ή όχι, όπως η Ευρώπη με την Αμερική. Παραδείγματα μεγαοικοσυστημάτων αποτελούν το βόρειο δάσος κωνοφόρων ή η τάιγκα, που εμφανίζονται ταυτόχρονα στη Βόρεια Αμερική, την Σκανδιναβία και βόρεια Ασία.

Παλαιαρκτική

Η Παλαιαρκτική ή Παλαιαρκτική Ζώνη είναι μια περιοχή του Βόρειου Ημισφαιρίου, που δημιουργήθηκε κατά την Παλαιογενή περίοδο. Η αρχική ενότητα της περιοχής αντικατοπτρίζεται στην γεωγραφική κατανομή των σημερινών ειδών ζώων και φυτών, και ο όρος χρησιμοποιείται στη φυτογεωγραφία και στη ζωογεωγραφία και γενικότερα στη βιογεωγραφία.

Η Παλαιαρκτική ζώνη είναι μαζί με την Νεοαρκτική ζώνη μέρος της Αρκτικής ζώνης. Η Νεοαρκτική περιλαμβάνει την Βόρεια Αμερική, η οποία χωρίστηκε από την Παλαιαρκτική ζώνη και γι'αυτό το λόγο θεωρείται «νέο». Η Παλαιαρκτική ζώνη κατ' αρχάς περιλαμβάνει την Ευρασία, αφαιρούμενης της Ινδικής υποήπειρου, γιατί αυτή προστέθηκε αργότερα με τη Μετατόπιση των τεκτονικών πλακών, και προστίθεται ή Βόρεια Αφρική. Η υπόλοιπη Αφρική ανήκει στην Αιθιοπική ζώνη. Στη Βόρεια Αφρική υπάρχουν πολύ περισσότερα είδη έμβιων όντων που συναντούμε και στις χώρες της βόρειας Μεσογείου παρά είδη, που συναντούμε και Νότια από την Σαχάρα.

Η Παλαιαρκτική ζώνη διαιρείται σε πολλές μικρότερες περιοχές ανάλογα με το κλίμα και τους βιότοπους. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη ζώνη των Παλαιαρκτικών Μεσογειακών δασών.

Παντροπικός

Στη βιογεωγραφία o παντροπικός (Pantropical) («σε όλους τους τροπικούς»), είναι η διανομή που καλύπτει τις τροπικές περιοχές όλων των ηπείρων. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τα φυτικά γένη Ακακία (Acacia) και Μπακόπα (Bacopa).Νεοτροπικός (Neotropical) είναι ο ζωογεωγραφικός όρος ο οποίος καλύπτει μεγάλο τμήμα της Αμερικής, χοντρικά από το Μεξικό και την Καραϊβική έως νοτιότερα (συμπεριλαμβανομένων των κρύων περιοχών στη νοτιότερη Νότια Αμερική).

Παλαιοτροπικός (Palaeotropical) αναφέρεται στο γεωγραφικό περιστατικό. Για να είναι μια διανομή παλαιοτροπική, η ταξινομική βαθμίδα θα πρέπει να συμβαίνει στις τροπικές περιοχές, των ηπείρων του Παλαιού Κόσμου.

Χλωρίδα

Χλωρίδα είναι ο γενικός όρος που χαρακτηρίζει το σύνολο των φυτών τα οποία φύονται στη γη, σε αντίθεση προς τον όρο «πανίδα», που αναφέρεται στο σύνολο των ζώων.

Ο όρος χλωρίδα μπορεί να έχει και πιο περιορισμένη σημασία: να αναφέρεται στο σύνολο των φυτών που αυτοφύονται σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή (π.χ. μεσογειακή χλωρίδα, ινδική χλωρίδα) ή σε ένα ορισμένο γεωμορφολογικό περιβάλλον (π.χ. αλπική χλωρίδα, χλωρίδα των ερειπίων, τροπική χλωρίδα, χλωρίδα των τελμάτων ή των ερήμων). Μπορεί ακόμη να αφορά μία ορισμένη περίοδο του έτους (π.χ. του θέρους ή χειμερινή χλωρίδα) ή ακόμη ορισμένες γεωλογικές περιόδους (π.χ. χλωρίδα της λιθανθρακοφόρου, χλωρίδα της δεβονίου).

Ο όρος μικροχλωρίδα (microflora), χαρακτηρίζει είτε τη χλωρίδα ενός μικροβιότοπου, είτε οποιοδήποτε μικροσκοπικό φυτό που δεν είναι ορατό με γυμνό οφθαλμό.

Κλάδοι της Βιολογίας
Panda template.gif
Υποπεδία της φυσικής γεωγραφίας

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.