Βιβλίο

Το Βιβλίο είναι υλικός φορέας γραπτού ή και εικαστικού περιεχομένου. Παγκοσμίως εννοείται ως βασική κατηγορία έντυπου λόγου και αποτελείται από αριθμό συνδεδεμένων τεμαχίων χαρτιού και εξώφυλλο. Βιβλίο αποκαλείται επίσης το σύνολο του περιεχομένου του αντικειμένου αυτού ως πνευματικό έργο. Αν και η ύπαρξη του έντυπου λόγου χρονολογείται από την απαρχή της ανθρώπινης ιστορίας, το βιβλίο αποτελεί το κατεξοχήν μέσο διάδοσης της γνώσης από την εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο έως και σήμερα. Η αξία και το περιεχόμενο του βιβλίου συνδέθηκε περισσότερο με τη λογοτεχνία, την επιστήμη, και τη θρησκεία. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας το βιβλίο εμφανίζεται τις τελευταίες δεκαετίες και σε μη υλικούς φορείς, όπως το ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book) και το ακουστικό βιβλίο (audio book). Τα βιβλία απαντώνται στην τυπογραφική βιομηχανία, στις εκδοτικές επιχειρήσεις, στα βιβλιοπωλεία, στις βιβλιοθήκες, σε ιδιωτικές συλλογές και αλλού.

Old book bindings
Παλιά βιβλία στη βιβλιοθήκη του Merton College στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ετυμολογία

Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, η λέξη βιβλίο, αρχαιοελληνικά βιβλίον, προέρχεται από το βυβλίον, με προληπτική αφομοίωση του -υ- σε -ι-, και αυτό από το βύβλος, από το όνομα της φοινικικής πόλης Βύβλου, από όπου εισαγόταν ο κατεργασμένος πάπυρος. Το ίδιο το Βύβλος είναι σημιτικής προέλευσης (πρβλ. εβραϊκό Gēbăl «περιοχή, σύνορο»), και το αρχικό Β-, αντί του αναμενόμενου Γ-, ίσως οφείλεται σε αφομοίωση.[1]

Στα ιταλικά, η λέξη libro «βιβλίο» προέρχεται από το λατινικό liber, που σήμαινε αρχικά «φλοιός (δέντρου)» αλλά κατέληξε με τρόπο ανάλογο του ελληνικού βύβλος να σημαίνει «λογοτεχνικό έργο». Στην αγγλική γλώσσα, η λέξη book «βιβλίο» προέρχεται από το παλαιοαγγλικό bōc, από τη γερμανική ρίζα *bōk-, από όπου και beech «οξιά». Σχετικό με την οξιά είναι το σλαβικό буква (μπούκβα) «γράμμα (αλφαβήτου)».[2] Το λατινικό codex/codice, με τη σημερινή έννοια «βιβλίο» (βλ. Κώδικας), σήμαινε αρχικά «κομμάτι ξύλο».[3]

Η φυσική μορφή του βιβλίου

Το εσωτερικό ή σώμα του βιβλίου

Το εσωτερικό του βιβλίου, ή σώμα του βιβλίου, αποτελείται από φύλλα, ή κόλες, διαφόρων διαστάσεων, συνήθως 58×86 εκ., 61×86 εκ. και 70×100 εκ., οι οποίες τυπώνονται και από τις δύο όψεις και διπλωμένες κατάλληλα δίνουν τα 8σέλιδα, 16σέλιδα ή 32σέλιδα του βιβλίου. Το «τυπογραφικό φύλλο», δηλαδή η κόλα χαρτιού που τυπώθηκε, διαστάσεων 58×86 εκ., κομμένο στη μέση δίνει δύο 16σέλιδα με διαστάσεις 14,5×21,5 εκ. Το «τυπογραφικό φύλλο» 70×100 εκ., κομμένο στη μέση, δίνει δύο 16σέλιδα με διαστάσεις 17,5×25 εκ.

  • Οι σελίδες του βιβλίου έχουν τη δική τους ονομασία. Η αριστερή σελίδα λέγεται verso και η δεξιά recto ή καλή σελίδα. Οι δυο απέναντι σελίδες λέγονται μερικές φορές σαλόνι.
  • Κάθε σελίδα του σώματος έχει δική της αρίθμηση.
Πρωτόγραμμα είναι ένα γράμμα στην αρχή μιας λέξης, ενός κεφαλαίου, ή μιας παραγράφου που είναι μεγαλύτερο από το υπόλοιπο κείμενο και συνήθως καλλιγραφικό. Το πρωτόγραμμα έκανε την εμφάνιση του από τα χειρόγραφα κείμενα και βιβλία αλλά διατηρήθηκε στη συνέχεια και με την ανάπτυξη της τυπογραφίας.
Φύλλα ονομάζονται τα συνδεδεμένα τεμάχια στα οποία τυπώνεται το περιεχόμενο του βιβλίου. Αυτά μπορούν να έχουν παραχθεί από πρωτότυπο ή ανακυκλωμένο χαρτί. Ο κλάδος της επιστήμης που ασχολείται με τη δημιουργία και αναπαραγωγή του έντυπου βιβλίου ονομάζεται τυπογραφία. Για την προσθήκη περιεχομένου (εκτύπωση) στο βιβλίο η τυπογραφία χρησιμοποιεί διαφορετικές διαδικασίες και τεχνικές αναλόγως του υλικού των φύλλων.
Σελίδες ονομάζονται οι δύο όψεις κάθε φύλλου.
Σελίδα Τίτλου ονομάζεται η πρώτη σελίδα του βιβλίου και αριθμείται συνήθως ως η πρώτη. Φέρει συνήθως τον τίτλο του έργου και το όνομα του συγγραφέα με μικρότερα γράμματα απ' ότι εμφανίζονται στο εξώφυλλο. Σπανιότερα, η σελίδα τίτλου εμφανίζεται εντελώς κενή ή φέρει κείμενο μικρού όγκου (αφιέρωση, ανώνυμη ή επώνυμη φράση, γνωμικό κλπ).
Σελίδα Πνευματικών Δικαιωμάτων (Copyright Page) ονομάζεται η έτερη του πρώτου φύλλου. Φέρει γενικές και ειδικές πληροφορίες για την έκδοση του βιβλίου όπως:
  • στοιχεία συγγραφέα, εκδότη, τυπογραφείου και ενδεχόμενων συντελεστών (γλωσσική, εικαστική, νομική, διαφημιστική επιμέλεια)
  • αύξοντα αριθμό ανατύπωσης
  • καθεστώς, δικαιούχους και δήλωση επιφύλαξης πνευματικών δικαιωμάτων
  • αριθμό ISBN (International Standard Book Number)
  • λοιπές πληροφορίες

Οι επόμενες σελίδες έως και το κυρίως περιεχόμενο, το αντικείμενο του βιβλίου, μπορούν να περιλαμβάνουν την εργογραφία του συγγραφέα ή παρεμφερή κατάλογο, ειδικές σημειώσεις και συνήθως τη Σελίδα Περιεχομένων.

Η Σελίδα Περιεχομένων (Περιεχόμενα) βρίσκεται συνήθως ανάμεσα στα τρία πρώτα φύλλα του βιβλίου, κατά την σύγχρονη εκδοτική και λογοτεχνική άποψη, για λόγους ευκολότερης πρόσβασης από τον αναγνώστη.

Η εμφάνιση της σελίδας περιεχομένων βρίσκεται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο και τη δομή του βιβλίου, την διάρθρωση αυτού σε ενότητες και υποενότητες. Η σελίδα περιεχομένων έτσι ενέχει θέση ενδεικτικής προεπισκόπησης και ανασκόπησης της δομής του αντικείμενου περιεχομένου του έργου. Επίσης ενέχουν υπόσταση σελιδοδείκτη κεφαλαίων και τμημάτων. Η αρίθμηση σελίδων στα περιεχόμενα παρουσιάζεται αύξουσα και συνηθέστερα απέναντι δεξιά των επικεφαλίδων των κεφαλαίων, ενοτήτων κλπ του έργου.

Το κυρίως περιεχόμενο ενός βιβλίου παρουσιάζει ανά τους χρόνους και τους τόπους διάφορες δομές, ανάλογα το αντικείμενο, το είδος και το ύφος. Το καθαυτό έργο είθισται να ξεκινάει σε δεξιά σελίδα (recto). Το έργο μπορεί να εμφανίζει πρόλογο, εισαγωγή αλλά και επίμετρο, βιογραφικές ή ακαδημαϊκές πληροφορίες του έργου και του συγγραφέα τα οποία μπορεί και να τοποθετούνται στο τέλος του βιβλίου.

Το κύριο μέρος του μπορεί να παρουσιάζεται ενιαίο, ακολουθώντας εξακολουθητική ροή, είτε να δομείται τμηματικά σε αυτοτελείς ή συνδεόμενες ενότητες. Στα βιβλία επιστημονικού θρησκευτικού και σπανιότερα λογοτεχνικού περιεχομένου εμφανίζεται και εικαστικό περιεχόμενο (σκίτσα, ζωγραφιές, διαγράμματα, φωτογραφίες κλπ).

Στις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου λαμβάνουν χώρο επίμετρα, επίλογοι, παραθέσεις, ευχαριστίες, υποδείξεις, λεξιλόγιο, βιβλιογραφία, επεξηγήσεις, πληροφορίες εκτύπωσης, διορθώσεις κ.α. Στο έντυπο βιβλίο είθισται τα ακραία φύλλα (εμπρόσθια και οπίσθια) να παραμένουν κενά.

Το εξώφυλλο

Ο όγκος του περιεχομένου περιβάλλεται από ένα παχύτερο και σκληρότερο, φύλλο, το εξώφυλλο. Εκείνο μπορεί να αποτελείται από χαρτί (χαρτοδεσία), χαρτόνι, δέρμα (δερματοδεσία), και σπανιότερα, ξύλο, ύφασμα, μέταλλο, ορυκτό, πέτρωμα ή σύνθεση τους. Το εξώφυλλο ενός βιβλίου απαρτίζεται από το (recto) εμπρόσθιο και (verso) οπίσθιο (οπισθόφυλλο) τα οποία ενώνει η ράχη του βιβλίου. Το εμπρόσθιο τμήμα (εκείνο που κοινώς αναφέρεται ως εξώφυλλο) αποτελεί μια εικαστική και έγγραφη περίληψη του περιεχομένου και του αντικείμενου του βιβλίου. Πρόκειται για την εξωτερική εικόνα του, εκείνη που θα προσελκύσει ή απομακρύνει τον επίδοξο αναγνώστη. Γι' αυτό το λόγο οι εμπλεκόμενοι στις εκδόσεις ασχολούνται σημαντικά με την εμφάνιση του εξωφύλλου, αναθέτοντας τη δημιουργία του σε επαγγελματίες των εικαστικών και φωτογραφικών τεχνών. Κατά κανόνα το εξώφυλλο φέρει εικαστικό παρασκήνιο και γλωσσικό προσκήνιο.

Παρασκήνιο

Το παρασκήνιο παρουσιάζει φωτογραφία, ζωγραφική, γράφημα, σκίτσο, απλώς χρώμα, ή μικτή τεχνική. Το αντικείμενο τους διαφέρει αναλόγως του είδους του βιβλίου. Κατά κανόνα:
  • Στο λογοτεχνικό βιβλίο (πεζό, έμμετρο, μικτό) είθισται να χρησιμοποιείται τοπίο, πορτραίτο, σκίτσο, αφηρημένη σύνθεση κ.α.
  • Στο θρησκευτικό προτιμάται η αγιογραφία και η σχετική φωτογραφία.
  • Το επιστημονικό παρουσιάζει ενδεικτικά του αντικειμένου σκίτσα, γραφήματα, αναπαραστάσεις. Σπανιότερα φωτογραφία ή ζωγραφική.
  • Το διαφημιστικό, τουριστικό, εμπορικό βιβλίο και συναφή, συνήθως ενσωματώνει στο εξώφυλλο φωτογραφική σύνθεση των περιεχομένων του.

φέρει συνήθως στο άνω κέντρο τον τίτλο του βιβλίου και από κάτω το όνομα/ψευδώνυμο του/των συγγραφέα/ων. Βιβλία που παράγονται ή μετατρέπονται σε ηλεκτρονική μορφή ονομάζονται ηλεκτρονικά βιβλία.

Προσκήνιο

Το προσκήνιο παρουσιάζει γλωσσικό χαρακτήρα.
  • Κεντρικά (συνηθέστερα) άνω ή (σπανιότερα) κάτω, ακόμα σπανιότερα μεσοκεντρικά τυπώνεται το όνομα του συγγραφέα, από κάτω ο τίτλος του βιβλίου. Η παρουσία αυτή συνήθως καταλαμβάνει το ένα δέκατο της επιφάνειας του εξώφυλλου. Ο τίτλος φέρει μεγαλύτερα γράμματα από το όνομα του συγγραφέα. Με μικρότερα του τίτλου γράμματα αναγράφεται ενδεχόμενος υπότιτλος.
  • Πλησίον των τιτλικών στοιχείων και συνήθως στις άνω γωνίες εμφανίζονται σχετικές της κυκλοφορίας πληροφορίες όπως αριθμός ενδεχόμενης ανατύπωσης, (πχ ΕΙΚΟΣΤΗ ΧΙΛΙΑΔΑ), αναφορές στο συγγραφέα και την έκδοση (πχ Από τον συγγραφέα του "..." ή BEST SELLER).
  • Η μεσαία επιφάνεια του εξώφυλλου συνήθως δε διαθέτει προσκήνιο κείμενο αλλά εμφανίζεται το παρασκήνιο περιεχόμενο.
  • Στην κάτω πλευρά και συμμετρικά των τιτλικών στοιχείων εμφανίζεται το όνομα και το λογότυπο του εκδότη. Αν αυτός δεν είναι υπάρχει και αυτοχρηματοδοτείται από τον συγγραφέα η έκδοση τότε συνήθως αναγράφεται η χρονολογία εκτύπωσης και η γενέτειρα, ο τόπος συγγραφής ή ο τόπος έκδοσης του βιβλίου (πχ ΑΘΗΝΑ 2000).

Το ηλεκτρονικό βιβλίο

Το ηλεκτρονικό βιβλίο ("e-book") είναι ένα σύνολο πληροφοριών που εμφανίζονται σε ψηφιακή μορφή των οποίων το περιεχόμενο και η μορφή προσομοιάζουν το έντυπο βιβλίο. Δημιουργείται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή σχετικών ψηφιακών συσκευών και σε διάφορα λειτουργικά συστήματα. Όσον αφορά στα Windows, τα προγράμματα που, κατά κύριο λόγο, χρησιμοποιούνται για τη συγγραφή και τη σελιδοποίηση του βιβλίου είναι το MS Word, το Open Office Writer, από την Adobe Inc τα InDesign, Acrobat και Reader και παλαιότερα το Pagemaker, και το Quark Express της Quark. Όσον αφορά στη δημιουργία του εξώφυλλου χρησιμοποιούνται, κατά κύριο λόγο, τα (Adobe) Photoshop, Illustrator και Indesign και τα Corel Draw και Quark Express. To ηλεκτρονικό βιβλίο μπορεί επίσης να δημιουργηθεί σε σχετικές ιστοσελίδες ανάλογων ιστοσελίδων στο διαδίκτυο όπως για παράδειγμα η Βικιπαίδεια. Η διάθεση του ηλεκτρονικού βιβλίου συμβαίνει μέσω φορέων ψηφιακής πληροφορίας όπως το Διαδίκτυο, και υλικά ψηφιακά μέσα όπως το CD-ROM, το DVD-ROM, το USB Stick κ.α. Οι δανειστικές βιβλιοθήκες σήμερα, δημιουργούν ή παρέχουν, επιπρόσθετα στις συλλογές έντυπου υλικού, πρόσβαση σε ψηφιακές συλλογές ηλεκτρονικών βιβλίων. Αυτό συμβαίνει τόσο για πρακτικούς λόγους όπως η εξοικονόμηση χώρου και η ευκολία αναζήτησης, όσο και για τεχνικούς πολλά βιβλία πλέον διατίθενται μόνο σε ηλεκτρονική μορφή. Εντούτοις και παρά τις εξελίξεις στον χώρο της τεχνολογίας της πληροφόρησης και την εμφάνιση του ηλεκτρονικού βιβλίου, δεν έχει παρατηρηθεί ακόμη ουσιαστική μείωση στους ρυθμούς έκδοσης και εμπορίας έντυπων βιβλίων.

Τα πλεονεκτήματα του ηλεκτρονικού βιβλίου εν σχέσει με το έντυπο είναι πολλά. Κάποια απ' αυτά είναι τα εξής:

  • Ελάχιστο έως μηδενικό κόστος παραγωγής και διάθεσης (Διαδίκτυο)
  • Ελάχιστο έως μηδενικό κόστος αναπαραγωγής
  • Ελάχιστος όγκος μεταφοράς, αποθήκευσης και έκθεσης
  • Οικολογικό λόγω της ανυπαρξίας υλικού μέσου πλην του φορέα διάθεσής του (βλ. παραπάνω)
  • Απουσία φθοράς λόγω της άυλης υπόστασης του
  • Ευκολότερη και ταχύτερη αναζήτηση, ολική ή μερική επεξεργασία και αναπαραγωγή (αναλόγως της άδειας χρήσης)
  • Ευκολότερη και μεγαλύτερη πρόσβαση στο ευρύ κοινό, ακόμα και σε σπάνια έργα
  • Ευκολότερη πρόσβαση στη διάθεση και γνωστοποίηση των έργων τους από εντύπως ανέκδοτους ή απέχοντες δημιουργούς
  • Δυνατότητα επισύναψης σχετικού οπτικοακουστικού υλικού στο έργο
  • Δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας και σχολιασμού (Διαδίκτυο) με εκδότες, αναγνώστες και σχετικά φυσικά και νομικά πρόσωπα
  • Δυνατότητα άμεσου και ολικού κέρδους των εμπλεκομένων (δημιουργών, εκδοτών) χωρίς την απόδοση κερδών σε τυπογράφους, διανομείς, βιβλιοπωλεία και εκθετήρια

Τα μειονεκτήματα του ηλεκτρονικού εν σχέσει με το έντυπο βιβλίο είναι ανάλογα. Κάποια από αυτά είναι τα εξής:

  • Το μηδενικό κόστος παραγωγής και διάθεσης είναι δυνατό να ανατρέψει το εργασιακό και λειτουργικό γίγνεσθαι της εκδοτικής βιομηχανίας και βιοτεχνίας καθώς και των εμπλεκόμενων δικτύων διανομής
  • Κίνδυνος αλλοίωσης της αναγνωστικής κουλτούρας καθώς, κατά κοινή ομολογία, η αισθητική απόλαυση ενός βιβλίου δεν περιλαμβάνει μόνο την ανάγνωση του έργου αλλά και την αναζήτησή του, την απόκτηση, την αφή και την οσμή του χαρτιού, το ξεφύλλισμα, την προσοχή του από φθορά, την ταξινόμηση και τοποθέτηση, το περιβάλλον ανάγνωσης, το δανεισμό και σχολιασμό σε οικείους κ.α.
  • Το έντυπο βιβλίο μεταφέρεται και διαβάζεται εύκολα εν αντιθέσει με το ηλεκτρονικό το οποίο για να αναπαράγει την ανάγνωση στο ίδιο μέγεθος γραμματοσειράς και σελίδων ενός έντυπου βιβλίου απαιτεί χρήση ογκωδέστερου υλικού φορέα (σταθερός ή φορητός υπολογιστής, iPad κλπ)
  • Καταστρέφεται εύκολα και ολοσχερώς με την καταστροφή του φορέα διάδοσης (αποθηκευτικά μέσα RAM και ROM, Η/Υ, κλπ) εν αντιθέσει με το έντυπο βιβλίο το οποίο μπορεί να διασωθεί ολικά ή έστω τμηματικά ακόμα και από φυσικές καταστροφές.
  • Αισθητικά και πραγματιστικά, η βιβλιοθήκη υπερέχει ενός απλού φακέλου αρχείων σε κάποιο ψηφιακό φορέα.
  • Η ευκολία αναπαραγωγής και ενδεχόμενης επεξεργασίας ενός ηλεκτρονικού βιβλίου δημιουργεί τον κίνδυνο καταπάτησης πνευματικών δικαιωμάτων, αλλοίωσης του πρωτότυπου, άνευ αδείας ή συναινέσεως κάρπωση υλικών ή ηθικών κερδών
  • Η αμεσότητα και ευκολία επικοινωνίας και σχολιασμού του έργου και του δημιουργού από τους αναγνώστες μπορεί να λειτουργήσει ανταγωνιστικά και κακεντρεχώς στηλιτευτικά για τον ίδιο.

Είδη βιβλίου

Η κατηγοριοποίηση των βιβλίων στηρίζεται συνήθως στην ειδοποιό ποιότητα του περιεχομένου τους. Έτσι μπορούν να καταταχθούν σε δύο ευρύτερες κατηγορίες: Φανταστικού και Μη Φανταστικού περιεχομένου και υπό αυτόν το διαχωρισμό συνήθως απαντώνται σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες και συλλογές.

Βραβεία βιβλίων

Βιβλιογραφία

  • Frederic Barbier, Ιστορία του Βιβλίου, μτφρ. Μαρία Παπαηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2001.
  • Το βιβλίο στις προβιομηχανικές κοινωνίες, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 1982.

Δείτε επίσης

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα, δεύτερη έκδοση, ανατύπωση, 2005.
  2. «буква».
  3. «codex».
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Book της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ

Τα αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ είναι ειδικά κέρματα που εκδίδονται από τις χώρες μέλη της ευρωζώνης με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου ή για τον εορτασμό ή προς τιμή κάποιου σύγχρονου γεγονότος. Έχουν νόμιμη ισχύ και χρησιμοποιούνται κανονικά στις συναλλαγές, όπως τα συνηθισμένα κέρματα ευρώ. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα συλλεκτικά κέρματα μεγαλύτερης αξίας από χρυσό ή ασήμι που εκδίδονται για συλλεκτικούς σκοπούς και δεν χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές.Η κάθε χώρα μέλος της ευρωζώνης είχε μέχρι το 2012 το δικαίωμα να εκδίδει το πολύ ένα αναμνηστικό κέρμα κάθε χρόνο. Από το 2012 κάθε χώρα μπορεί να εκδίδει δύο αναμνηστικά κέρματα. Τα κέρματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες, καθώς και την ίδια κοινή όψη, με ένα κανονικό κέρμα των 2 ευρώ. Η άλλη όψη, που αντικαθιστά την εθνική όψη του συνηθισμένου κέρματος, έχει το σχέδιο επιλογής της χώρας με θέμα το γεγονός ή το πρόσωπο που τιμάται. Τα αναμνηστικά κέρματα απαντούν μόνο στην ονομαστική αξία των 2 ευρώ και έχουν ισχύ νόμιμου χρήματος σε όλη τη ζώνη του ευρώ, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιούνται –και πρέπει να γίνονται αποδεκτά– όπως οποιοδήποτε άλλο κέρμα ευρώ.

Εκτός των εθνικών εκδόσεων προβλέπεται και η δυνατότητα κοινής έκδοσης από όλες τις χώρες με το ίδιο θέμα και σχέδιο (με μικρές μόνο παραλλαγές για να προσδιορίζεται η χώρα έκδοσης). Η κοινή έκδοση δεν συνυπολογιζόταν στον περιορισμό του ενός κέρματος ανά έτος πριν το 2012 και δεν συνυπολογίζεται στον περιορισμό των δύο κερμάτων ανά έτος από το 2012 και μετά. Κοινή έκδοση έγινε το 2007 (από τις 13 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) με θέμα την 50ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, το 2009 (από τις 16 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για την επέτειο των 10 χρόνων του ευρώ (ως νομισματική μονάδα), το 2012 (από τις 17 τότε χώρες μέλη της ευρωζώνης) για να εορταστούν τα δέκα έτη κυκλοφορίας του ευρώ και το 2015 για την 30ή επέτειο καθιέρωσης της Ευρωπαϊκής Σημαίας (19 χώρες).

Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα τραπεζογραμμάτια, υπεύθυνες για την έκδοση των κερμάτων ευρώ είναι οι εθνικές αρχές και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν μια χώρα της ζώνης του ευρώ σκοπεύει να εκδώσει αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, πρέπει να ενημερώσει εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Επιτροπή ελέγχει ότι το νέο σχέδιο συμβαδίζει με τις κατευθυντήριες γραμμές και, στη συνέχεια, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στο δικτυακό της τόπο.

Η Επιτροπή είναι η έγκυρη πηγή στην οποία στηρίζεται η ΕΚΤ όταν ενημερώνει το δικό της δικτυακό τόπο. Αμέσως μόλις η Επιτροπή ανακοινώσει ένα νέο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ, η ΕΚΤ ενημερώνει αντιστοίχως το δικτυακό της τόπο.

Το πρώτο εθνικό αναμνηστικό κέρμα εκδόθηκε το 2004 και μέχρι σήμερα (Μάρτιος 2016) έχουν εκδοθεί συνολικά 236 ως εξής: 6 το 2004, 8 το 2005, 7 το 2006, 20 το 2007 (συμπεριλαμβανομένων των 13 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 10 το 2008, 25 το 2009 (συμπεριλαμβανομένων των 16 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), 12 το 2010 και 16 το 2011. Το 2012 έχουν εκδοθεί 30 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων των 17 νομισμάτων της κοινής έκδοσης) και το 2013 έχουν εκδοθεί 23 κέρματα, το 2014 έχουν εκδοθεί 27, το 2015 47 κέρματα (συμπεριλαμβανομένων 19 νομισμάτων της κοινής έκδοσης), το 2016 32 κέρματα,το 2017 32 κέρματα, και το 2018 36. Το 2019 έχουν ήδη εκδοθεί 27 κέρματα.

Το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωζώνης που έχουν εκδώσει εθνικά αναμνηστικά κέρματα κάθε χρονιά.

Δικαίωμα έκδοσης αναμνηστικών κερμάτων έχουν και ο Άγιος Μαρίνος, η Ανδόρρα, το Βατικανό και το Μονακό που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης αλλά έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες. Δεν εκδίδουν όμως αναμνηστικά κέρματα κοινής έκδοσης.

Τα κέρματα αυτά εκδίδονται στην πλειονότητά τους για τον εορτασμό ιστορικών επετείων ή για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον σε σύγχρονα γεγονότα ιστορικής σημασίας. Το πρώτο αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ εκδόθηκε το 2004 από την Ελλάδα με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Η κάθε χώρα της ζώνης του ευρώ είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την έκδοση κερμάτων. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα αναμνηστικά, όπως και όλα τα άλλα κέρματα, είναι να εγκρίνει τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να εκδώσει η κάθε χώρα.

Αρθούρος Ρεμπώ

O Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, [aʀ'tyʀ ʀɛ̃'bo], πλήρες όνομα Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ, 20 Οκτωβρίου 1854 - 10 Νοεμβρίου 1891) ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές Εκλάμψεις και Μια Εποχή στην Κόλαση. Η τελευταία υπήρξε το μοναδικό βιβλίο του Ρεμπώ που δημοσιεύτηκε κατόπιν επιθυμίας και ενεργειών του ίδιου, ενώ σημαντικό μέρος των ποιημάτων του δημοσιεύτηκαν ενόσω ήταν εν ζωή αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή του ή εν αγνοία του.

Γεννήθηκε στη Γαλλική αγροτική πόλη Σαρλβίλ των Αρδεννών, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, πριν ξεκινήσει η πολύχρονη περιπλάνηση του σε πολυάριθμες πόλεις της Ευρώπης. Στη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του ταξίδεψε σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες και έζησε ως επαίτης, μισθοφόρος, εργάτης, παιδαγωγός και ναυτικός, παράλληλα με τη συγγραφική δραστηριότητα. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας ήδη εγκαταλείψει την ποίηση, περιπλανήθηκε στην βορειοανατολική Αφρική όπου εργάστηκε ως έμπορος και εξερευνητής, την ίδια περίοδο που άρχισε να αναγνωρίζεται το ποιητικό έργο του μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων του Παρισιού.

Δημήτριος ο Πολιορκητής

Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Αφού απέτυχε να νικήσει τον Πτολεμαίο, Σατράπη της Αιγύπτου το 312 π.Χ., και τους Ναβαταίους Άραβες λίγο αργότερα, ο Δημήτριος απελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο το 307 π.Χ., ενώ το 306 π.Χ. υποχρέωσε σε ταπεινωτική ήττα τον Πτολεμαίο στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Οι θαυμαστές επιδόσεις του στην ανεπιτυχή Πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. του κέρδισαν την επωνυμία «ο Πολιορκητής». Κατόπιν πολέμησε στο πλευρό του Αντίγονου στην καθοριστική Μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., όπου ο πατέρας του έχασε την ζωή του . Ο Δημήτριος διατήρησε εδάφη στον ελληνικό χώρο και αφού έθεσε και πάλι την Αθήνα υπό τη σφαίρα επιρροής του, έγινε τελικά κύριος της Μακεδονίας το 294 π.Χ.. Κυβέρνησε συνολικά για έξι χρόνια, μέχρι που έχασε το θρόνο του από τους ανταγωνιστές του, Λυσίμαχο και Πύρρο. Παίζοντας το τελευταίο του χαρτί, ο Δημήτριος εξεστράτευσε στην Ασία, όπου και παραδόθηκε τελικά στον Σέλευκο το Νικάτορα το 285 π.Χ. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε τιμητική αιχμαλωσία στη Συρία, όπου και απεβίωσε το 283 π.Χ. στην ηλικία των 54 ετών.Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα.

Διονύσιος Σολωμός

Ο Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 − 9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Έλληνας ποιητής, πιο πολύ γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου. Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και διότι αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της. Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα [...]είδος μικτό, αλλά νόμιμο[...]».Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».

Εβραϊκή γλώσσα

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Τανάκ (Tanakh, Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Ιστορία της Πόλεως Πατρών (βιβλίο)

Η Ιστορία της Πόλεως Πατρών (με υπότιτλο «από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1821») είναι ιστορικό βιβλίο του Στέφανου Θωμόπουλου που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1888 στην Αθήνα και επανεκδόθηκε από τον Κώστα Τριανταφύλλου με νέο υλικό που είχε προσθέσει ο συγγραφέας το 1950, αλλά και το 1998-1999 με προσθήκη στοιχείων και σχολίων από τον ιστορικό Βασίλη Λάζαρη. Καλύπτει την ιστορία της πόλης από τα αρχαία χρόνια μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Το βιβλίο και οι επανεκδόσεις του έχουν χρησιμοποιηθεί ως βιβλιογραφία και είναι έργα αναφοράς για την ιστορία της Πάτρας.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση, γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803 οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831, στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις Ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

Κλεομένης Α΄ της Σπάρτης

Ο Κλεομένης Α΄ ήταν βασιλιάς της Σπάρτης στο διάστημα 519-490 ή 489 π.Χ.. Ήταν γιος του βασιλιά Αναξανδρίδα και ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα Α' των Θερμοπυλών. Ο Κλεομένης Α' ισχυροποίησε

τη Σπάρτη δίνοντας σάρκα και οστά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και συντρίβοντας τον πιο υπολογίσιμο εχθρό της πόλης του στην Πελοπόννησο, το Άργος. Ανεξάρτητα των κινήτρων του ανέτρεψε την τυραννίδα της Αθήνας του Ιππία, ενώ αργότερα βοήθησε την εγκαθίδρυση των αρίστων του Ισαγόρα κατά του Κλεισθένη, γόνου τυράννου της Σικυώνας που στην Αθήνα προσποιούνταν τον δημοκράτη, εξορίζοντας 700 οικογένειες φίλα προσκείμενες του Κλεισθένη. Όταν πήγε να καταργήσει και τη Γερουσία, οι Αθηναίοι εξεγέρθηκαν με συνέπεια να καταφύγει και να κλειστεί μαζί με τον Ισαγόρα ικέτης στην Ακρόπολη. Τελικά οι Αθηναίοι τον άφησαν να φύγει μαζί με τον στρατό του ενώ ακολούθησε η καταδίκη σε θάνατο όλων των Αθηναίων οπαδών του. Εκτός των παραπάνω εξουδετέρωσε την δικαιολογημένη εκ της αθηναϊκής τακτικής φιλοπερσική μερίδα της Αίγινας, η τυχόν υποστήριξη της οποίας προς τους Πέρσες λίγο αργότερα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, θα μπορούσε να αποβεί και καθοριστικής σημασίας, αφού δεν θα ήξεραν που να καταφύγουν τότε οι Αθηναίοι, οι μόνοι που εγκατέλειψαν την πόλη τους, στους Περσικούς πολέμους. Τελικά όμως θεωρήθηκε παρανοϊκός, εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Κατηγορήθηκε συγκεκριμένα ότι εκθρόνισε, δωροδοκώντας το Μαντείο των Δελφών, τον συμβασιλέα του Δημάρατο των Ευρυποντιδών, ότι συγκέντρωσε στρατό Αρκάδων με στόχο να ανατρέψει την κυβέρνηση της Σπάρτης και ότι τελικά ήταν παράφρων και επικίνδυνος. Όταν βρέθηκε νεκρός στη φυλακή, η επίσημη εκδοχή ήταν πως «αυτοκτόνησε μέσα στην τρέλα του», αλλά σύγχρονοι ιστορικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε.

Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου

Η Κλεοπάτρα Ζ΄ Φιλοπάτωρ (Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου 30 π.Χ.), γνωστή στην ιστορία απλώς ως Κλεοπάτρα, ήταν αρχαία Ελληνίδα βασίλισσα και η τελευταία ενεργή βασίλισσα της πτολεμαϊκής Αιγύπτου. Μετά τη βασιλεία της, η Αίγυπτος έγινε επαρχία της νεοϊδρυθείσας τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κλεοπάτρα ήταν αρχαία Ελληνίδα και όχι Αιγύπτια όπως πολλοί νομίζουν. Ήταν μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο γιος της Πτολεμαίος ΙΕ΄ Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί. Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ΄ σηματοδοτεί το τέλος της ελληνιστικής και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρόλο που ήταν ικανή και δαιμόνια μονάρχης, έμεινε διάσημη κυρίως γιατί κατόρθωσε να γοητεύσει δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής της, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, αλλά και για την ομορφιά και το τραγικό της τέλος. Χάρη στη φιλοδοξία και την προσωπική της γοητεία επηρέασε καθοριστικά τη ρωμαϊκή πολιτική σε μια αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμιά άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της μοιραίας γυναίκας.

Μπέτι Ντέιβις

Η Ρουθ Ελίζαμπεθ "Μπέτι" Ντέιβις (αγγλικά: Ruth Elizabeth "Bette" Davis, 5 Απριλίου 1908 - 6 Οκτωβρίου 1989) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός που θεωρείται "ιερό τέρας" του αμερικάνικου κινηματογράφου. Πρωταγωνίστησε σε πολλές κλασσικές ταινίες της χρυσής περιόδου του αμερικάνικου κινηματογράφου, προτάθηκε 11 φορές για Βραβείο Όσκαρ και το κέρδισε δύο φορές για τις ταινίες Μια επικίνδυνη γυναίκα το 1935 και Ζέζεμπελ το 1938. Είναι γνωστή επίσης για τις ταινίες της Ανθρώπινη δουλεία (1934), Το γράμμα (1940), Οι μικρές αλεπούδες (1941), Το ξέσπασμα μιας ψυχής (1942), Όλα για την Εύα (1950) και Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν; (1962).

Η καριέρα της διήρκεσε περίπου εξήντα χρόνια και το 1977 τιμήθηκε με βραβείο καριέρας από το Ινστιτούτο του Αμερικάνικου Κινηματογράφου. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε αυτό το επίτευγμα καθώς και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να γίνει πρόεδρος της ακαδημίας των όσκαρ το 1941. Υποδυόταν συνήθως αντιπαθείς ηρωίδες και η τεχνική της έχει αντιγραφεί από πολλούς μεταγενέστερους ηθοποιούς. Το 1981 ένα τραγούδι της Κιμ Καρνς με τίτλο Bette Davis Eyes αφιερωμένο σε αυτήν έκανε παγκόσμια επιτυχία. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει δεύτερη στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών.

Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Αύγουστος (Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, 23 Σεπτεμβρίου 63 π.Χ. - 19 Αυγούστου 14 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνώντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το 27 π.Χ. μέχρι το θάνατό του το 14 μ.Χ.Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος σε έναν παλιό και πλούσιο κλάδο του πληβείας γένους των Οκταβίων. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου Ρούφου ανθυπάτου και της Ατίας Βάλβας, που η μητέρα της Ιουλία η Μικρότερη ήταν αδελφή του Ιουλίου Καίσαρα. Ήταν λοιπόν μικρανιψιός του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον όρισε κληρονόμο του· έτσι έλαβε το επώνυμο (nomen) αυτού: Ιούλιος Καίσαρ, αλλά είχαν το ίδιο μικρό όνομα (praenomen): Γάιος, έτσι ο περίγυρός του, για να μην τον συγχέει με τον δικτάτορα, τον αποκαλούσε Οκταβιανό (i.e. μικρό Οκτάβιο). Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονήθηκε το 44 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του Καίσαρα. Μετά τη νίκη τους στη μάχη των Φιλίππων, χώρισαν τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μεταξύ τους και κυβέρνησαν ως στρατιωτικοί δικτάτορες. Η Τριανδρία τελικά διαλύθηκε εξαιτίας των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών των μελών της. Ο Λέπιδος οδηγήθηκε στην εξορία και καθαιρέθηκε από τη θέση του, ενώ ο Αντώνιος αυτοκτόνησε μετά την ήττα του στη ναυμαχία του Ακτίου από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της Δεύτερης Τριανδρίας, ο Αύγουστος αποκατέστησε την προς τα έξω εικόνα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, εμπιστευόμενος την κυβερνητική εξουσία στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ωστόσο στην πράξη παρέμενε απόλυτος μονάρχης. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να οριστικοποιηθεί το θεσμικό πλαίσιο, διαμέσου του οποίου ένα πρώην δημοκρατικό κράτος μετατράπηκε σε μοναρχία, οδηγώντας στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιδιότητα του αυτοκράτορα δεν ήταν ποτέ ένα δημόσιο αξίωμα, όπως αυτό του δικτάτορα, στο οποίο ο Καίσαρ και ο Σύλλας είχαν ανέλθει στο παρελθόν. Μάλιστα ο Οκταβιανός αρνήθηκε, όταν ο ρωμαϊκός λαός τον προέτρεψε να γίνει δικτάτορας. Δια νόμου ο Οκταβιανός απέκτησε ένα σύνολο από εξουσίες, που του προσέφερε δια βίου η Σύγκλητος, όπως του δήμαρχου (tribunus) και του τιμητή (censor). Ήταν επίσης ύπατος (consul) μέχρι το 23 π.Χ. Την ισχύ του υποστήριξαν η οικονομική ενίσχυση, που προήλθε από τους πολέμους και τις κατακτήσεις, η οικοδόμηση σχέσεων πατρωνίας σε όλα τα μήκη της αυτοκρατορίας, η πίστη που έδειχναν στο πρόσωπό του ο στρατός και οι βετεράνοι, οι εξουσίες που απέρρεαν από τα πολλά αξιώματα, που του προσέφερε η Σύγκλητος και ο σεβασμός του απλού λαού. Ο άγρυπνος έλεγχος που ο Αύγουστος ασκούσε στην πλειοψηφία των ρωμαϊκών λεγεώνων, αποτελούσε ένα μέσο επιβολής απέναντι στη Σύγκλητο, που του επέτρεπε να κατευθύνει τις αποφάσεις της.

Η ηγεμονία του Αυγούστου αποτέλεσε την αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου, που είναι γνωστή ως Pax Romana, δηλαδή Ρωμαϊκή Ειρήνη. Παρά τους συνεχείς πολέμους στα σύνορα και έναν εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή της αυτοκρατορίας, η Μεσόγειος γνώρισε την ειρήνη για πάνω από δύο αιώνες. Ο Αύγουστος επέκτεινε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, διασφάλισε τα σύνορά της με τα υποτελή γειτονικά έθνη και συνήψε ειρήνη με την Παρθία χρησιμοποιώντας διπλωματικά μέσα. Μεταρρύθμισε το φορολογικό σύστημα, φρόντισε για την κατασκευή οδικού δικτύου και επίσημου κρατικού «ταχυδρομείου», συγκρότησε μόνιμο στρατό και έναν μικρό στόλο, ίδρυσε τη Φρουρά των Πραιτωριανών, καθώς και αστυνομικό και πυροσβεστικό σώμα για την πόλη της Ρώμης, μεγάλο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τέλος, συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας θεοποιήθηκε από τη Σύγκλητο, ο Οκταβιανός πρόσθεσε το divi filius (θεού υιός) στο όνομά του· όταν ανέλαβε την Αρχιστρατηγία πρόσθεσε το Imperator και όταν έλαβε τον θρησκευτικό τίτλο τού Σεβαστού πρόσθεσε το Augustus, έτσι το όνομά του τελικά έγινε Imperator Caesar divi filius Augustus. Έγινε μέγιστος ιερέας (pontifex maximus) και ύπατος (consul).

Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε τη θεϊκή ιδιότητα και όρισε τη λατρεία του από τους Ρωμαίους. Τα ονόματα Αύγουστος και Καίσαρ υιοθετήθηκαν από όλους τους μετέπειτα Αυτοκράτορες, ενώ ο μήνας Έκτος (Sextilis) μετονομάστηκε επισήμως Αύγουστος προς τιμήν του Αυτοκράτορα, όνομα που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Διάδοχός του ορίστηκε ο θετός του γιος, ο Τιβέριος.

Ολοκαύτωμα

Με τον όρο Ολοκαύτωμα περιγράφεται ο υποκινούμενος από το κράτος συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία διαφόρων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών ομάδων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από τη Ναζιστική Γερμανία και τους συνεργάτες της. Στα αρχικά στοιχεία που συνθέτουν το Ολοκαύτωμα είναι το πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων και το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξόντωση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί. Η ίδια λέξη, συνήθως με μικρό αρχικό και συνοδευόμενη από κάποιο προσδιοριστικό, χρησιμοποιείται και για άλλες γενοκτονίες ή μαζικούς διωγμούς όπως π.χ. για τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Οι Εβραίοι της Ευρώπης ήταν τα κύρια θύματα του Ολοκαυτώματος, μέσω αυτού που οι Ναζί ονόμαζαν «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος». Ο αριθμός των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού συνήθως προσδιορίζεται στα έξι εκατομμύρια, αν και οι τυπικές εκτιμήσεις από τους ιστορικούς για το εύρος των θυμάτων κυμαίνονται από πέντε εκατομμύρια ως και πάνω από έξι εκατομμύρια. Εκτός από τους Εβραίους, περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα (μερικές εκτιμήσεις φτάνουν ως και τις 800.000), δηλαδή το 25-50% του ευρωπαϊκού τους πληθυσμού. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες» ήταν οι εξής: Σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι σε κατεχόμενες περιοχές (περιλαμβανομένων των Ρώσων και άλλων Σλάβων), Πολωνοί μη Εβραίοι (3 εκατομμύρια Πολωνοί Εβραίοι και 2 εκατομμύρια Πολωνοί μη Εβραίοι), διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και κάποιοι Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Κάποιες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος στα 26 εκατομμύρια ανθρώπους, όμως τα 9 έως 11 εκατομμύρια θύματα συνήθως θεωρείται η πιο αξιόπιστη εκτίμηση.

Περικλής

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς (από τις λέξεις περί και κλέος δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα, περίδοξος, περίπου 495-429 π.Χ.) ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και πιο συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των έντεκα παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα μεταλλικό πλαίσιο στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές, το «τέρμα». Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει ενώ αν καμία ομάδα δεν σκοράρει ή και οι δύο ομάδες καταλήξουν στο τέλος του παιχνιδιού με την ίδια βαθμολογία σε σκορ τότε το παιχνίδι λήγει ισόπαλο.

Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη. Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.

Πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική

Ο όρος πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική ή πρώιμη ζωγραφική των Κάτω Χωρών αναφέρεται στο σύνολο των έργων καλλιτεχνών που δραστηριοποιήθηκαν κατά τον 15ο και 16ο αιώνα στην περιοχή της Φλάνδρας, δηλαδή στις σημερινές περιοχές του βορείου Βελγίου και της Νότιας Ολλανδίας και, ιδιαίτερα, στις ακμάζουσες πόλεις της περιοχής Μπρυζ, Γάνδη, Τουρναί, Αμβέρσα και Βρυξέλλες. Το ύφος τους ακολουθεί την τεχνοτροπία του Διεθνούς γοτθικού στυλ. Ξεκινά από τους Ρομπέρ Καμπέν και Γιαν βαν Άικ στις αρχές της δεκαετίας του 1420. Εκτείνεται τουλάχιστον ως τον θάνατο του Γκέραρντ Ντάβιντ το 1523, αν και πολλοί λόγιοι επεκτείνουν τη διάρκειά της ως την Ολλανδική Επανάσταση το 1566 ή 1568. Η πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική συμπίπτει με την πρώιμη και ύστερη Αναγέννηση στην Ιταλία, αλλά θεωρείται ανεξάρτητη καλλιτεχνική κουλτούρα, διαφορετική από τον αναγεννησιακό ανθρωπισμό που χαρακτήριζε τις ιταλικές εξελίξεις. Καθώς αυτοί οι ζωγράφοι αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα της βορειοευρωπαϊκής μεσαιωνικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς και ενσωματώνουν τα ιδεώδη της Αναγέννησης, μερικές φορές κατηγοριοποιούνται σαν να ανήκουν τόσο στην αναγεννησιακή περίοδο όσο και στην ύστερη εποχή του μπαρόκ.

Στους κορυφαίους πρώιμους Φλαμανδούς ζωγράφους – που είναι γνωστοί και ως Φλαμανδοί «Πριμιτίφ» (Vlaamse Primitieven) - συγκαταλέγονται οι Ρομπέρ Καμπέν, οι αδελφοί βαν Άικ, ο Ρόχιερ φαν ντερ Βάιντεν, ο Πέτρους Κρίστους, ο Χανς Μέμλινγκ, ο Χούγκο φαν ντερ Χους και ο Ιερώνυμος Μπος. Σημείωσαν σημαντική πρόοδο τόσο στη φυσική αναπαράσταση όσο και στον ιλλουζιονισμό και τα έργα τους συνήθως έχουν πολύπλοκη εικονογραφία. Τα θέματά τους είναι κυρίως θρησκευτικές σκηνές ή μικρά πορτρέτα, με την αφηγηματική ζωγραφική ή τις μυθολογικές αναπαραστάσεις να είναι σχετικά σπάνιες. Τα τοπία που απεικονίζονται είναι πλούσια και πολύ προσεγμένα, αλλά αποτελούν κατά κύριο λόγο το υπόβαθρο της όλης εικόνας, μέχρι τις αρχές του 16ου αιώνα. Οι πίνακες συνήθως κατασκευάζονται με ελαιοχρώματα πάνω σε πάνελ, είτε αυτοτελείς είτε σε πιο σύνθετες μορφές, όπως δίπτυχα, τρίπτυχα και πολύπτυχα. Η περίοδος αυτή είναι, επίσης, αξιοσημείωτη για τη γλυπτική της, την ανάπτυξη της τέχνης των ταπήτων (ταπισερί), των εικονογραφημένων χειρογράφων, της υαλογραφίας και των χαρακτικών ρετάμπλ.

Η πρώτη γενεά ζωγράφων δραστηριοποιήθηκε κατά την περίοδο της βουργουνδιανής επιρροής στην Ευρώπη, όταν οι Κάτω Χώρες έγιναν το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της βόρειας Ευρώπης, αξιοσημείωτες για τα τεχνήματά τους και τα προϊόντα πολυτελείας τους. Υποβοηθούμενα από το σύστημα εργαστηρίων, τα πάνελς και μια ποικιλία χειροτεχνημάτων πωλούνταν σε ξένους πρίγκηπες και εμπόρους, είτε μέσω συμμετοχής ιδιωτών είτε μέσω περιπτέρων σε αγορές. Η πλειονότητα αυτών των έργων καταστράφηκε κατά την περίοδο της εικονοκλασίας του 16ου και 17ου αιώνα. Σήμερα έχουν διασωθεί μόνο μερικές χιλιάδες δειγμάτων τους. Η πρώιμη βόρεια τέχνη, εν γένει, δεν έχαιρε εκτίμησης από τις αρχές του 17ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και οι ζωγράφοι, όπως και τα έργα τους, δεν είχαν επαρκή τεκμηρίωση, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι ιστορικοί τέχνης χρειάστηκαν σχεδόν έναν ακόμη αιώνα ερευνών για να εντοπίσουν ποια έργα ανήκουν σε ποιον, για να μελετήσουν την εικονογραφία και να εγκαθιδρύσουν, έστω και χονδροειδή, περιγράμματα του βίου ακόμη και των μεγάλων ζωγράφων. Η απόδοση μερικών από τα πλέον σπουδαία έργα στους δημιουργούς τους αποτελεί, ακόμη και σήμερα, αντικείμενο διαμάχης.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 - 272 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ηγεμόνας, ένας από τους σπουδαιότερους της πρώιμης Ελληνιστικής περιόδου καθώς και βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου Γ΄ του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτωντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό του λαού του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε, και πέρασαν αιώνες, προτού δείξει σημεία ανάκαμψης.

Ρόδιο

Το χημικό στοιχείο ρόδιο (αγγλικά: Rhοdium) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 45 και σχετική ατομική μάζα 102,9055. Το χημικό του σύμβολο είναι «Rh» και ανήκει στην ομάδα 9 του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5 και στο d-block, της 2ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 1964 °C και θερμοκρασία βρασμού 3695 °C.

Το όνομα «ρόδιο» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ρόδο» που σημαίνει τριαντάφυλλο, επειδή ορισμένα υδατικά διαλύματα αλάτων του έχουν ροζ χρώμα.

Από άποψη χημικής συμπεριφοράς, ανήκει στην «ομάδα του λευκόχρυσου», PGM, Platinum Group Metals ή PGE, Platinum Group Elements.

Το ρόδιο θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, τον άργυρο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό.

Ανακαλύφθηκε το 1803 από τον Άγγλο χημικό Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι το σπανιότερο μη-ραδιενεργό χημικό στοιχείο στη γη και αυτό με τη μεγαλύτερη αξία από όλα τα ευγενή μέταλλα: η τιμή του 1 Kg ήταν πάνω από 80.000 δολάρια στις αρχές του 2010.

Το ρόδιο χρησιμοποιείται κυρίως ως καταλύτης ενώ, εξαιτίας της σπανιότητάς του, κατεργάζεται συνήθως με τη μορφή κραμάτων με λευκόχρυσο ή παλλάδιο σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη αντοχή στη διάβρωση. Ανιχνευτές ροδίου χρησιμοποιούνται στους πυρηνικούς αντιδραστήρες για τη μέτρηση της ροής νετρονίων.

Το ρόδιο έχει μόνο ένα σταθερό ισότοπο, το 103Rh.

Σίγκμουντ Φρόυντ

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud, Γερμανική προφορά: [ˈziːkmʊnt ˈfrɔʏt], γεννημένος ως Σίγκισμουντ Σλόμο Φρόυντ, 6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939) ήταν Αυστριακός ιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα που μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, την απώθηση και την παιδική σεξουαλικότητα.

Οι επιστημονικές θεωρίες του Φρόυντ και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα καινοτόμες και αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Ωστόσο και σήμερα συνεχίζουν να εγείρουν έντονο προβληματισμό και αντιπαραθέσεις. Η επίδραση του Φρόυντ δεν περιορίστηκε μόνο στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, αλλά ταυτόχρονα απλώθηκε σε πολλούς τομείς της επιστήμης (ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία) και της τέχνης.

Φούγκα

Ο όρος φούγκα (από τη λατ. fuga, που σημαίνει φυγή, τροπή, απόδραση, η οποία με τη σειρά προέρχεται τόσο από το ρήμα fugare (κυνηγώ) και fugere (διαφεύγω, δραπετεύω), ενώ στα γερμανικά, απ' όπου και κατάγεται, σημαίνει αρμός-Fuge) χρησιμοποιήθηκε ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα (14ος αι.) για να χαρακτηρίσει είδη αντιστικτικής σύνθεσης που βασίζονταν στη μίμηση (όπως την γαλλική chace και την ιταλική caccia), και ειδικότερα το είδος που ονομάζουμε σήμερα κανόνα. Ο κανόνας είναι ένα πολυφωνικό έργο στο οποίο όλες οι φωνές τραγουδούν την ίδια μελωδία, αρχίζουν όμως ή μία μετά την άλλη με διαφορά φάσης κάποιων μέτρων. Από τον 16ο αιώνα και πολύ περισσότερο από τον 17ο αι. η φούγκα καθιερώθηκε να χαρακτηρίζει πολυφωνικά μουσικά έργα που χρησιμοποιούσαν τη μίμηση των φωνών πιο ελεύθερα, που επεξεργάζονταν δηλαδή μια κεντρική μουσική ιδέα (το θέμα) με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να παρουσιάζεται αρχικά στην πρώτη φωνή και στη συνέχεια να περνάει διαδοχικά στη δεύτερη, την τρίτη κλπ. και να υφίσταται επεξεργασία, ενώ οι προηγούμενες συνέχιζαν με μελωδίες γραμμένες αντιστικτικά ως προς την αρχική μελωδική ιδέα.

Η φούγκα θεωρείται το αποκορύφωμα της πολυφωνικής τέχνης και της αντιστικτικής γραφής. Χαρακτηριστικά για κάθε φούγκα, που της δίνουν το όνομά της και καθορίζουν πολλά από τα μορφολογικά της στοιχεία, είναι:

O αριθμός φωνών, που παραμένει σταθερός σε ολόκληρο το έργο, αν και κάποιες από αυτές πιθανόν να σιγούν κατά διαστήματα έχοντας παύσεις.Η τονικότητα στην οποία είναι γραμμένη.Με βάση τον αριθμό φωνών διακρίνονται δίφωνες, τρίφωνες φούγκες κλπ. Εφόσον η κεντρική μουσική ιδέα και οι επιμέρους ιδέες που παράγονται από αυτή περνούν επανειλημμένα από όλες τις φωνές διαδοχικά, είναι ευνόητο ότι όσο περισσότερες είναι οι φωνές, τόσο μεγαλύτερη είναι και η έκταση της φούγκας και τόσο περισσότερα τα μέρη της. Φούγκες γράφτηκαν τόσο για φωνές με ή χωρίς οργανική συνοδεία, όσο και για καθαρά οργανική μουσική. Ο όρος φωνές χρησιμοποιείται για τις μεμονωμένες μελωδικές γραμμές είτε πρόκειται για φωνητική είτε για οργανική φούγκα. Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά διατυπώνονται περιγραφικοί τίτλοι, όπως π.χ. «Φούγκα σε Λα ελάσσονα, για τέσσερις φωνές». Οι φούγκες δεν είναι μόνο αυτοτελείς συνθέσεις˙ μπορεί να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου έργου -π.χ. μιας λειτουργίας, μιας συμφωνίας ή μιας σονάτας- γραμμένου κατά τα άλλα με αντιστικτική ή ομοφωνική τεχνική. Για το λόγο αυτό ο όρος φούγκα χαρακτηρίζει όχι μόνο ένα μορφολογικό είδος μουσικού έργου, αλλά και γενικότερα ένα τρόπο επεξεργασίας ενός μουσικού θέματος, μια τεχνική σύνθεσης. Σε φωνητικές φούγκες με οργανική συνοδεία μπορεί η χορωδία να διακόπτεται από καθαρά οργανικά μέρη.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (γερμανικά: Friedrich August Hayek, προφέρεται: [ˈfʁiːdʁɪç ˈaʊ̯ɡʊst ˈhaɪ̯ɛk], 8 Μαΐου 1899 – 23 Μαρτίου 1992) ήταν Αυστριακός οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και φιλόσοφος, γνωστός για την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού.

Γεννήθηκε στη Βιέννη, στην τότε Αυστροουγγαρία, ως Friedrich August von Hayek και κατόπιν πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1974, ο Χάγιεκ μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών με τον πολιτικό του αντίπαλο, Σουηδό Γκούναρ Μιρντάλ (Gunnar Myrdal) για την «πρωτοπόρα εργασία του στη θεωρία του χρήματος και των οικονομικών διακυμάνσεων και τη διεισδυτική του ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών φαινομένων».

Ο Χάγιεκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Μαζί με τον μέντορά του Λούντβιχ φον Μίζες, συνέβαλε σημαντικά στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής Σκέψης. Η ερμηνευτική του Χάγιεκ σχετικά με το πώς η αλλαγή των τιμών παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στα άτομα να συντονίζουν τα σχέδιά τους, θεωρείται ευρέως ως μια σημαντική σύλληψη της οικονομικής επιστήμης. Επίσης συνέβαλε στους τομείς της συστημικής σκέψης, της νομικής επιστήμης, της νευροεπιστήμης και στην ιστορία των ιδεών.

Yπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραδέχτηκε αργότερα ότι η εμπειρία του από τον πόλεμο και η επιθυμία του να βοηθήσει να αποφευχθούν λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο (βλ. παρακάτω) καθόρισαν τη μετέπειτα καριέρα του. Έζησε στην Αυστρία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία, και έγινε Βρετανός υπήκοος το 1938. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του ζωής στο London School of Economics (LSE), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ.

Το 1984 διορίστηκε μέλος του Τάγματος Τιμής από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, μετά από πρόταση της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ για τις «υπηρεσίες του στη μελέτη των οικονομικών». Επίσης έλαβε τη διάκριση του προεδρικού μεταλλίου ελευθερίας των ΗΠΑ το 1991 από τον πρόεδρο Τζωρτζ Μπους. Το 2011, το άρθρο του «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», (The Use of Knowledge in Society) επιλέχθηκε ως ένα από τα 20 καλύτερα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό American Economic Review τα πρώτα 100 χρόνια κυκλοφορίας του.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.