Ανταρτοπόλεμος

Ο ανταρτοπόλεμος (ή και Ανορθόδοξος πόλεμος) είναι ένα είδος ένοπλης αντιπαράθεσης που υιοθετείται συνήθως από επαναστάτες ή από πολίτες που αντιστέκονται σε μια δικτατορική κυβέρνηση ή μια δύναμη κατοχής ή δρουν συμπληρωματικά ως προς τον τακτικό στρατό σε ένα γενικευμένο πόλεμο. Σκοπός, είναι η ανατροπή μίας κυβέρνησης ή κάποια εσωτερική πολιτική αλλαγή (συνήθως αλλαγή εξουσίας). Αυτή η μορφή του πόλεμου επιλέγεται όταν οι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι δεν είναι αρκετοί, και όταν οι συνθήκες δεν είναι κατάλληλες για τον σχηματισμό ενός τακτικού στρατού. Πολλές φορές μονάδες του τακτικού στρατού μετασχηματίζονται σε αντάρτικες ομάδες για δράση σε περιοχές όπου τον έλεγχο έχει ο αντίπαλος. Ο ανταρτοπόλεμος βασίζεται σε ένα σύνολο τακτικών, μεταξύ των οποίων είναι οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις, ενέδρες, σαμποτάζ, απόκρυψη των δυνάμεων και αποφυγή κάθε περιττής επαφής με τον αντίπαλο που δεν θα μπορούσε να φέρει νίκη με πρακτικά οφέλη και χωρίς σημαντικές απώλειες.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανταρτοπόλεμου ήταν η δράση των παρτιζάνων του Τίτο στην Γιουγκοσλαβία κατά των Γερμανών κατακτητών, η δράση (σε αρχικά στάδια) των κομμουνιστών με ηγέτη τον Μάο Τσετούνγκ στον εμφύλιο πόλεμο της Κίνας, οι αγώνες των Βιετναμέζων του Χο Τσι Μιν στην Ινδοκίνα κατά της Γαλλικής αποικιοκρατίας. Άλλα σημαντικά αντάρτικα διεξήχθησαν στην Ελλάδα ( ΕΔΕΣ, ΕΛΑΣ), στην Αλγερία (FLN), στην Μαλαισία, στην Κούβα, στην Νικαράγουα, στο Αφγανιστάν, στην Τσετσενία.

Τακτική

Soviet guerilla
Σοβιετικοί αντάρτες στην Λευκορωσία το 1943.

Χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου είναι το ευμετάβλητο και η ελαστικότητα των τακτικών του. Θεμέλιο είναι η κινητικότητα: γρήγορες κινήσεις και αλλαγές θέσεων για αποφυγή περικύκλωσης ή πραγματοποίηση αντικύκλωσης. Επίσης η κίνηση κατά την νύχτα είναι συνηθισμένη για τις αντάρτικες ομάδες. Οι αντάρτες επιλέγουν πάντα απροσπέλαστα σημεία και περιοχές όπου έχουν πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου, εξαπολύουν αιφνιδιαστικές επιθέσεις, και προτιμούν την υποχώρηση αντί της εμμονής για διατήρηση κάποιων θέσεων όταν η κατάσταση γι´αυτούς δεν είναι πλεονεκτική.

Το σαμποτάζ είναι μία σημαντική τακτική του ανταρτοπόλεμου. Αυτό μπορεί να σημαίνει καταστροφή των υποδομών οικονομίας του αντιπάλου (εργοστάσια, μονάδες παραγωγής ενέργειας), των συγκοινωνιών (οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, γέφυρες) ή των επικοινωνιών (τηλεφωνικό δίκτυο, σταθμοί ασυρμάτων). Το σαμποτάζ μπορεί να είναι εθνικής κλίμακας ή κοντά στις γραμμές μάχης. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να έχει χαρακτήρα προπαγανδιστικό, ή πίεσης προς την αντίπαλη κυβέρνηση, ενώ στην δεύτερη αποτελεί υποστήριξη στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Η εκτέλεση προσώπων σημαντικών για τον αντίπαλο και που η εξόντωση τους θεωρείται ωφέλιμη θεωρείται σημαντική τακτική [1]. Η εκτέλεση άσημων προσώπων αποφεύγεται για την αποφυγή άσκοπων αντιποίνων, και χαρακτηρίζεται συνήθως ως τυφλή τρομοκρατία.

Οι τακτικές του ανταρτοπόλεμου μπορεί να χρησιμοποιούνται και από δυνάμεις τακτικού στρατού σε καταδρομικές επιχειρήσεις, ωστόσο αυτό δεν θεωρείται ανταρτοπόλεμος όταν δεν προβλέπεται η εγκατάσταση των δυνάμεων σε περιοχές με φιλικό πληθυσμό και η συνέχιση των επιχειρήσεων από εκεί. Δηλαδή, καταδρομικές επιχειρήσεις σε περιοχές ελεγχόμενες από τον αντίπαλο και επάνοδος σε περιοχές με φίλιες τακτικές δυνάμεις δεν θεωρείται σε καμμία περίπτωση ανταρτοπόλεμος.

Οπλισμός

Ο οπλισμός των ανταρτών πολλές φορές είναι ο οπλισμός του αντιπάλου. Η αντάρτικη ομάδα μετά την νίκη της σε μια επίθεση αφαιρεί τον οπλισμό από τον αντίπαλο και τον χρησιμοποιεί για να οπλίσει νεοσύλλεκτους αντάρτες ή αντάρτες που δεν είχαν οπλισμό. Αποφεύγεται οπλισμός διαφορετικός από του αντιπάλου, για την δυσκολία εύρεσης πυρομαχικών. Τα πυρομαχικά (σφαίρες, χειροβομβίδες) που ξοδεύτηκαν σε μια μάχη, λαμβάνονται από τον ηττημένο αντίπαλο.

Βαρέα όπλα όπως πυροβόλα δεν χρησιμοποιούνται συνήθως, και όταν τυχόν καταλαμβάνονται είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθούν για μία μόνο φορά εναντίον του αντιπάλου και κατόπιν εγκαταλείπονται χωρίς να υπάρχει διάθεση προστασίας τους, λόγω της δυσκολίας μεταφοράς και απόκρυψής τους. Τα βαρύτερα όπλα που χρησιμοποιούν οι αντάρτες είναι τα ελαφρά αντιαρματικά (μπαζούκα), οι νάρκες και οι αυτοσχέδιες βόμβες μολότωφ. Σε οργανωμένα αντάρτικα, δεν λείπουν τα εργαστήρια παρασκευής εκρητικών υλών που χρησιμοποιούνται σε σαμποτάζ και ενέδρες.

Αντάρτες και πληθυσμός

Μεγάλο μέρος των πόρων των ανταρτικών ομάδων προέρχεται από τον τοπικό πληθυσμό της περιοχής όπου είναι ενεργές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απολαμβάνουν την αποδοχή του πληθυσμού, κάτι που αποδεικνύεται από το ότι επιτυχημένα αντάρτικα διεξήχθησαν μόνο σε περιοχές όπου ο πληθυσμός ήταν θετικός ως προς τον σκοπό που επιδίωκαν οι αντάρτες, και οι οποίοι με την σειρά τους φέρονταν ήπια στον μη μάχιμο πληθυσμό. Στην περίπτωση επαναστατικών αντάρτικων όπως της κινεζικής επανάστασης,του εμφύλιου στην Κούβα ή της ΕΑΜικης αντίστασης, οι αντάρτικες ομάδες έπαιξαν και τον ρόλο του κοινωνικού αναμορφωτή, προωθώντας λαϊκά μέτρα όπως αγροτική μεταρρύθμιση, εκπαίδευση κλπ.

Υλικά που χρειάζονται οι αντάρτες και δεν μπορούν να αποκτηθούν από τον αντίπαλο, λαμβάνονται από τον τοπικό πληθυσμό, είτε με την μορφή κατάσχεσης από μεγαλοκτηματίες (στην περίπτωση κοινωνικών αντάρτικων) είτε με παραχώρηση «κουπονιών» [2] δηλαδή αποδείξεις και υποσχετικά για την εξόφληση των αγαθών μετά την επικράτηση επί του αντιπάλου.

Κατά την εξάπλωση ενός ανταρτοπόλεμου, οι αρχικές ομάδες αποτελούν πυρήνα στον οποίο προσέρχονται νέοι μαχητές από τις λαϊκές μάζες και με τον καιρό δημιουργούνται νέες ομάδες. Η εξάπλωση των ομάδων γίνεται σε ευνοϊκό γι’αυτές έδαφος (δηλαδή έδαφος δυσπρόσιτο στον αντίπαλο, με καλές συνθήκες για απόκρυψη και άμυνα, συνήθως δασώδες και ορεινό). Εκεί οι αντάρτικες ομάδες αναλαμβάνουν την κυριαρχία της περιοχής, την οποία οργανώνουν, δημιουργώντας μονάδες παραγωγής αγαθών που είναι απαραίτητα στον αγώνα (πολεμοφόδια, υπόδηση, ρουχισμός, τρόφιμα). Όταν ένα μεγάλο μέρος μιας περιοχής είναι πλέον απρόσιτο για τον αντίπαλο, δημιουργείται ένα νέο κράτος, με αντίστοιχες υποδομές. Τόσο στην Κούβα, όσο και στην Ελλάδα, οι αντάρτες δημιουργούσαν στις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχό τους, σχολεία, νοσοκομεία, εφάρμοζαν νόμους και επέβαλλαν φορολογία.

Το αντάρτικο μπορεί να δημιουργηθεί όταν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο, όταν δηλαδή η καταπίεση που νιώθει ο λαός είναι σε τέτοιο επίπεδο που να επιθυμεί την απαλλαγή του από αυτήν, ή σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει ο Γκεβάρα από την εμπειρία του στη Κουβανική επανάσταση, «ο ίδιος ο ξεσηκωμός δημιουργεί συνθήκες ωρίμανσης».

Οργάνωση αντάρτικου στρατού

Για ένα αντάρτικο στρατό, ο Γκεβάρα προτείνει μάχιμες μονάδες των εκατό ανδρών, χωρισμένη σε υπομονάδες 30-40 ανδρών, και με την σειρά τους σε αποσπάσματα των 8-12 ανδρών. Τονίζει ιδιαίτερα ότι οι ηγέτες των μονάδων μπορεί να έχουν κάποιους βαθμούς που όμως δεν έχουν καμμία σημασία: ο ηγέτης μιας μονάδας 40 ανδρών μπορεί να ονομαστεί συνταγματάρχης αλλά και πάλι θα έχει μόνο 40 άνδρες.

Η αρχική οργάνωση μπορεί να γίνει από μια ολιγομελή ομάδα, που κάνει μερικά χτυπήματα και κρύβεται, αποκτά επαφές με τους αγρότες, και συμπεριλαμβάνει μέσα της μερικούς από αυτούς. Οι αντάρτικες ομάδες προτιμούν ως νέα μέλη χωρικούς που έχουν γνώση της περιοχής όπου ενεργεί, κάτι σημαντικό για την γρήγορη κίνηση και την απόκρυψή της.

Αντιμετώπιση του ανταρτοπόλεμου

Boercamp1
Στον πόλεμο των Μπόερς, ο αγγλικός στρατός έκλεισε τους αμάχους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να αποτρέψει τον εφοδιασμό των ανταρτών με επιτυχία. Στη φωτογραφία, γυναικόπαιδα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (1910).

Η καταβολή των ανταρτών είναι χρονοβόρα διαδικασία (η αντιμετώπισή τους διαρκεί πολύ καιρό) και απαιτεί τη δέσμευση πολλών πόρων, (ανθρώπινου δυναμικού, εξοπλισμών, οικονομικών πόρων) και ιδιαίτερης αντι-ανταρτικής τακτικής. Όταν από απλή ενόχληση οι αντάρτες αποτελέσουν σοβαρή απειλή, τότε για την αντιμετώπισή τους απαιτείται ισχυρή θέληση και απόφαση εκ μέρους των κυρίαρχων (κυβερνητικών) δυνάμεων. Επισημαίνεται, ότι το κόστος διατήρησης δυνάμεων ανταρτοπόλεμου είναι πολύ χαμηλότερο από το κόστος διατήρησης ενός συμβατικού/τακτικού στρατού αφού βασίζεται κυρίως σε εθελοντισμό και έντονο ψυχικό πάθος.

Για την αντιμετώπιση των ανταρτών απαιτείται ευελιξία/ευκινησία του συμβατικού/τακτικού στρατού, οικονομικός αποκλεισμός των ανταρτών, μετακινήσεις πληθυσμών, επιβολή αντιποίνων, κτλ. ώστε να στερηθεί ο αντάρτικος στρατός από τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους του είτε λόγο του ίδιου του αποκλεισμού είτε από την κάμψη του ηθικού του ντόπιου πληθυσμού στον οποίο στηρίζεται. Συνήθως ο οικονομικός αποκλεισμός μιας περιοχής προκαλεί προβλήματα τροφοδότησης αρχικά του ντόπιου πληθυσμού και κατά συνέπεια των ανταρτών. Η μετακίνηση του πληθυσμού ισοδυναμεί με το παραπάνω, με το πλεονέκτημα ότι εκτός από τους υλικούς πόρους, στερεί τον αντάρτικο στρατό από πιθανούς ένοπλους μαχητές. Τα αντίποινα μπορεί να κάμψουν το ηθικό του πληθυσμού ώστε είτε να του διαλύσουν την διάθεση για αντίσταση, είτε να την αποτρέψουν από τον φόβο για μεγαλύτερα αντίποινα, είτε να μεταστρέψουν την υποστήριξη του πληθυσμού σε αντιπάθεια κατά του αντάρτικου στρατού.

Ιστορία

Το ιστορικά παλαιότερο παράδειγμα ανταρτών ήταν οι Καρδούχοι (πρόγονοι των Κούρδων) με τους οποίους συγκρούσθηκαν οι Μύριοι του Ξενοφώντος (Κύρου Ανάβαση - Κάθοδος των Μυρίων). Ως "ανταρτοπόλεμος" χαρακτηρίστηκε και η ισπανική αντίσταση κατά του Μεγάλου Ναπολέοντα, απ΄ όπου και έλαβε τον διεθνή όρο «guerilla», δηλαδή "μικρός πόλεμος". Ένα είδος ανταρτοπόλεμου ήταν αυτός που χρησιμοποίησε ο Ιωσήφ Γκαριμπάλντι στον πόλεμο για την ένωση της Ιταλίας. Οι Μπόερς στην Νότια Αφρική μετά την ήττα των τακτικών δυνάμεών τους αποδείχτηκαν ικανότατοι αντάρτες. Αργότερα ο Νταίηβιντ Λώρενς οργάνωσε τους Άραβες για διεξαγωγή ανταρτοπόλεμου εναντίον των Οθωμανών αλλά και η πρώτη φάση του αγώνα του Κεμάλ Ατατούρκ κατά των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία ήταν ανταρτοπόλεμος.

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, δημιουργήθηκαν πολλά σημαντικά αντάρτικα, όπως στην Γιουγκοσλαβία, με τους παρτιζάνους του Τίτο και του Ντράζα Μιχαήλοβιτς, στην Ελλάδα με τις ομάδες του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και του ΕΔΕΣ, οι Μακί στην Γαλλία. Οι σοβιετικοί επίσης χρησιμοποίησαν αντάρτικες ομάδες που δρούσαν πίσω από τις γραμμές μετώπου των Γερμανών.

Με την λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, δημιουργήθηκε ένα νέο κύμα ανταρτοπόλεμων. Ένας σημαντικός ανταρτοπόλεμος διεξήχθη κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, όπου συνεπλάκησαν οι κομμουνιστές με τον τακτικό στρατό. Περισσότερα ήταν τα κινήματα κατά της αποικιοκρατίας, στις Φιλιππίνες, την Ινδονησία, την Βιρμανία. Στην Κίνα, μετά τις αρχικές του αποτυχίες, ο κομμουνιστικός ανταρτικός στρατός κατάφερε να καταλάβει το σύνολο της ηπειρωτικής Κίνας νικώντας τον τακτικό εθνικιστικό στρατό του Τσανκ Κάι Σεκ. Στο Βιετνάμ ο ανταρτοπόλεμος που διεξήγαγαν οι κομμουνιστές και ο στρατός του Βόρειου Βιετνάμ προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στις δυνάμεις του Νότιου Βιετνάμ και των ΗΠΑ, και ήταν καθοριστικές για το αποτέλεσμα του πολέμου του Βιετνάμ.

Οι τακτικές του ανταρτοπόλεμου χρησιμοποιήθηκαν επίσης στο Αφγανιστάν και στην Τσετσενία εναντίον των Ρώσων, και στο Ιράκ εναντίον των Αμερικανών.

Παραδείγματα

Παραδείγματα επιτυχημένου ανταρτοπολέμου

Παραδείγματα μη-επιτυχημένου ανταρτοπολέμου

Παραδείγματα συνεχιζόμενου ανταρτοπολέμου

Σημειώσεις και παραπομπές

  1. Γκεβάρα σ.110
  2. «Κουπόνια της ελπίδας» Γκεβάρα σ.50
  3. «Γκουσμάν, ο διανοούμενος του τρόμου»

Πηγές

  • Θεωρία και πρακτική του Ανταρτοπολέμου, η τέχνη του ψύλου, Robert Taper
  • Θεωρία του ανταρτοπόλεμου, Κολιόπουλος
  • Η θεωρία του Αντάρτη, Κάρλ Σμιτ, Πλέθρον
  • Γκεβάρα, Ερνέστο, Ο ανταρτοπόλεμος, Άποψη, ISBN 978-960-88530-0-3, 2005 [1960]
  • Τσε Τουνγκ, Μάο, Περί ανταρτοπόλεμου, Επικοινωνίες, ISBN 97896078823632005 , 2005 []
Αγγλία

Η Αγγλία (αγγλικά: England) είναι τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο είναι νησιωτικό κράτος βορειοδυτικά της ηπειρωτικής Ευρώπης. Συνορεύει βόρεια με τη Σκωτία και δυτικά με την Ουαλία. Η Αγγλία βρέχεται βορειοδυτικά από την Ιρλανδική Θάλασσα, ενώ νοτιοδυτικά από την Κελτική Θάλασσα. Η Βόρεια Θάλασσα στα ανατολικά και η Θάλασσα της Μάγχης στα νότια τη χωρίζουν από την ηπειρωτική Ευρώπη. Η Αγγλία αποτελεί κυρίως το κεντρικό και νότιο τμήμα του νησιού της Μεγάλης Βρετανίας, που βρίσκεται στο Βόρειο Ατλαντικό ωκεανό. Στη χώρα επίσης ανήκουν 100 μικρότερα νησιά, όπως τα Νησιά Σκίλλυ και η Νήσος Γουάιτ.

Η περιοχή που σήμερα αποκαλείται Αγγλία κατοικήθηκε αρχικά από τους σύγχρονους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου, ωστόσο πήρε το όνομά της από τους Άγγλους, ένα γερμανικό φύλο που την αποίκησε κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα. Έγινε ενιαίο κράτος το 927 μ.Χ. και από την Εποχή των Ανακαλύψεων στα μέσα του 15ου αιώνα άσκησε σημαντική πολιτιστική και νομική επιρροή σε όλο τον κόσμο. Η αγγλική γλώσσα, η Αγγλικανική Εκκλησία και η Αγγλική Νομοθεσία - η βάση των νομικών συστημάτων πολλών άλλων χωρών ανά την υφήλιο - αναπτύχθηκαν στην Αγγλία. Επιπλέον, το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησής της υιοθετήθηκε ευρέως από πολλά άλλα κράτη. Σε αυτήν ξεκίνησε και η Βιομηχανική Επανάσταση το 18ο αιώνα, μετατρέποντας την κοινωνία της στο πρώτο βιομηχανοποιημένο κράτος.Το έδαφος της Αγγλίας αποτελείται κυρίως από χαμηλούς λόφους και πεδιάδες, κυρίως στις κεντρικές και νότιες περιοχές. Ωστόσο, υπάρχουν και υψηλότερα εδάφη στα βόρεια (για παράδειγμα η ορεινή Περιοχή των Λιμνών ( Lake District), τα Πέννινα Όρη και τα Γιόρκσαϊρ Ντέιλς) και στα νοτιοδυτικά (για παράδειγμα το Ντάρτμουρ και τα Κότσγουολντς). Η παλαιότερη πρωτεύουσα της Αγγλίας ήταν το Γουίντσεστερ μέχρι που αντικαταστάθηκε από το Λονδίνο κατά το 12ο αιώνα. Σήμερα το Λονδίνο είναι η μεγαλύτερη μητροπολιτική περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και η μεγαλύτερη αστική ζώνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει των περισσότερων δεικτών μέτρησης. Ο πληθυσμός της Αγγλίας, που αγγίζει τα 53 εκατομμύρια ανθρώπων, αποτελεί και το 84% του πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου. Συγκεντρώνεται κυρίως γύρω από το Λονδίνο, τα νοτιοανατολικά αλλά και πολεοδομικά συγκροτήματα στα Μίντλαντς, τα βορειοδυτικά, τα βορειοανατολικά και το Γιόρκσαϊρ, καθένα από τα οποία αναπτύχθηκε ως μεγάλη βιομηχανική περιοχή κατά το 19ο αιώνα. Το Βασίλειο της Αγγλίας - το οποίο από το 1284 περιλαμβάνει και την Ουαλία - ήταν κυρίαρχο κράτος μέχρι την 1η Μαΐου του 1707, όταν οι νομοθετικές πράξεις που συμφωνήθηκαν με τη Συνθήκη της Ένωσης το προηγούμενο έτος τέθηκαν σε ισχύ, το ένωσαν με το Βασίλειο της Σκωτίας, δημιουργώντας το Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1801 η Μεγάλη Βρετανία ενώθηκε με το Βασίλειο της Ιρλανδίας για να αποτελέσουν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας. Το 1922 το Ελεύθερο Ιρλανδικό Κράτος αποσχίστηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, που μετονομάστηκε επισήμως σε Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας.

Ακτή Ελεφαντοστού

Η Ακτή Ελεφαντοστού (γαλλικά: République de Côte d'Ivoire) είναι χώρα της δυτικής Αφρικής με έκταση 322.460 τ.χλμ. και πληθυσμό 25.823.071 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτιμήση του 2019. Συνορεύει στα νότια με τον κόλπο της Γουινέας, στα ανατολικά με την Γκάνα, στα βόρεια με την Μπουρκίνα Φάσο και το Μάλι, στα δυτικά με τη Γουινέα και τη Λιβερία. Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Γιαμουσσούκρο, ενώ μεγαλύτερη πόλη και οικονομική πρωτεύουσα είναι το Αμπιτζάν. Η χώρα τα τελευταία χρόνια σπαράσσεται από εμφυλίους και πραξικοπήματα.

Αλβανία

Η Αλβανία (αλβανικά: Shqipëria), γνωστή επισήμως ως Δημοκρατία της Αλβανίας (αλβανικά: Republika e Shqipërisë προφέρεται: [ɾɛˈpubliˌka ɛ ˌʃcipəˈɾis]) είναι βαλκανική χώρα της ΝΑ Ευρώπης. Συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με το Μαυροβούνιο, βορειοανατολικά με το Κοσσυφοπέδιο, ανατολικά με τη Βόρεια Μακεδονία και νότια με την Ελλάδα. Βρέχεται από την Αδριατική θάλασσα δυτικά, και το Ιόνιο πέλαγος νοτιοδυτικά. Απέχει λιγότερο από 72 χλμ. από την Ιταλία μέσω του Πορθμού του Οτράντο που συνδέει την Αδριατική με το Ιόνιο.

Η Αλβανία είναι μέλος του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης και είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης για τη Μεσόγειο. Η Αλβανία είναι υποψήφια προς ένταξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα έκανε επίσημη αίτηση για ένταξη στην ΕΕ στις 28 Απριλίου 2009 και έλαβε καθεστώς επίσημης υποψήφιας στις 24 Ιουνίου 2014.Η σημερινή επικράτεια της Αλβανίας ήταν σε πολλές φάσεις της ιστορίας μέρος των Ρωμαϊκών επαρχιών της Δαλματίας (νότιο Ιλλυρικό), της Μακεδονίας (συγκεκριμένα της Νέας Ηπείρου) και της Μοισίας. Το σημερινό κράτος έγινε ανεξάρτητο μετά τη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Αλβανία ανακήρυξε ανεξαρτησία στις 28 Νοεμβρίου 1912 (αναγνωρίστηκε το 1913) και πρώτος κυβερνήτης της ήταν ο Ισμαήλ Κεμάλι (Ismail Qemali). Πέρασε μέσα από πολιτικά καθεστώτα Πριγκιπάτου, Δημοκρατίας και Βασιλείου μέχρι την εισβολή των Ιταλών το 1939, όποτε έγινε και προτεκτοράτο. Το 1944 έγινε Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία υπό τον Ενβέρ Χότζα και το Εργατικό Κόμμα (PPSH).

Εθνικός ήρωας της Αλβανίας είναι ο Σκεντέρμπεης (Skendërbej), γνωστός και ως Γεώργιος Καστριώτης (Gjergj Kastrioti).

Η Αλβανία είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με Μεταβατική Οικονομία. Οι μεταρρυθμίσεις ελεύθερης αγοράς έχουν ανοίξει τη χώρα σε διεθνείς επενδύσεις, κυρίως στον τομέα της ενέργειας και των υποδομών μεταφοράς.

Βιετνάμ

Το Βιετνάμ (βιετναμέζικα: Việt Nam, γαλλικά: Viêt Nam) επίσημη ονομασία Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, είναι χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας, η 2η πολυπληθέστερη χώρα με κομμουνιστικό καθεστώς στον κόσμο. Έχει συνολική έκταση 331.690 τετραγωνικά χιλιόμετρα και συνορεύει βόρεια με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δυτικά με το Λάος και την Καμπότζη, ενώ ανατολικά, νότια και νοτιοδυτικά βρέχεται από τα νερά του Κόλπου του Τονκίνο, της Θάλασσας της Νότιας Κίνας και του κόλπου της Ταϊλάνδης. Πρωτεύουσα της χώρας είναι το Ανόι, που βρίσκεται στα βόρεια, αλλά μεγαλύτερο αστικό κέντρο είναι η Πόλη του Χο Τσι Μιν, στο Νότο, η οποία μέχρι το 1976 ονομαζόταν Σαϊγκόν. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 ο πληθυσμός του Βιετνάμ ανέρχεται σε 95.354.000 κατοίκους.

Γαλλική Αντίσταση

Ο όρος Γαλλική Αντίσταση (γαλλ.: La Résistance française) αναφέρεται στο σύνολο των κινημάτων και των δικτύων που έδρασαν ενάντια στις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής της Γαλλίας και κατά του καθεστώτος του Βισύ. Αποτελούνταν από μικρές ένοπλες ομάδες, γνωστές στην ύπαιθρο ως Μακί (maquis). Συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες από όλα τα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, συμπεριλαμβανομένων συντηρητικών, φιλελεύθερων, κομμουνιστών και Εβραίων. Επιπλέον, συμμετείχαν και πολλοί ξένοι, είτε οικονομικοί μετανάστες είτε πολιτικοί πρόσφυγες. Εκτός της Γαλλίας, θύλακες αντίστασης υπήρχαν και στις αποικίες της χώρας.

Οι ομάδες της Γαλλικής Αντίστασης αρχικά εξέδιδαν παράνομες εφημερίδες και μετέδιδαν πληροφορίες στις συμμαχικές δυνάμεις. Στη συνέχεια πολλές στράφηκαν στη βία, καθώς πραγματοποιούσαν δολιοφθορές, ανταρτοπόλεμο, απαγωγές και δολοφονίες Γερμανών στρατιωτών ή αξιωματικών. Με τις διάφορες αντιστασιακές ομάδες συνεργάζονταν και ξένοι πράκτορες, κυρίως Βρετανοί και Αμερικανοί.

Η αντίσταση των Γάλλων κατά του ναζιστικού στρατού, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ιδιαίτερα μετά την Απόβαση της Νορμανδίας (6 Ιουνίου 1944) βοήθησαν στη δυναμική προώθηση των συμμαχικών δυνάμεων, και κατ' επέκταση την απελευθέρωση των ευρωπαϊκών εδαφών της Ναζιστικής Γερμανίας. Έκτοτε οργανώθηκαν καλύτερα και δημιούργησαν τις Γαλλικές Δυνάμεις Εσωτερικού (Forces Françaises de l'Intérieur).

Στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου, πολλά μέλη της Αντίστασης αναδείχθηκαν σε σημαίνουσες πολιτικές ή πολιτιστικές μορφές. Εξάλλου, η Αντίσταση αυτή καθ' αυτή στάθηκε αναμφίβολο πατριωτικό παράδειγμα, όχι μόνο κατά την κατοχή, αλλά και για δεκαετίες αργότερα, αφού ενέπνευσε πλήθος λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων.

Γεώργιος Γρίβας

Ο Γεώργιος Γρίβας (Λευκωσία, 6 Ιουνίου 1897 - Λεμεσός, 27 Ιανουαρίου 1974) , γνωστός και με το ψευδώνυμο Διγενής, ήταν Κύπριος αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Οργάνωσε και ηγήθηκε του στρατιωτικού σκέλους αγώνα των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα (ΕΟΚΑ) .Μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1971, δημιούργησε την οργάνωση ΕΟΚΑ Β΄, η οποία θεωρείται ευρέως ως τρομοκρατική οργάνωση επειδή στόχευε πολίτες και αστυνομικούς σταθμούς.Σήμερα, ο Γεώργιος Γρίβας τιμάται από το κυπριακό κράτος για τον ρόλο του στην ΕΟΚΑ.

Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946–1949)

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος που διεξήχθη στην Ελλάδα ανάμεσα στον κυβερνητικό Ελληνικό Στρατό και τις αντάρτικες δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949 και είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Ο Ελληνικός Εμφύλιος θεωρείται διεθνώς ως η πρώτη πράξη του ψυχρού πόλεμου στη μεταπολεμική ιστορία και ήταν η πολεμική σύγκρουση με τις μεγαλύτερες απώλειες που γνώρισε η χώρα από το 1830 έως σήμερα.Παραδοσιακά σημείο έναρξης του Εμφυλίου Πολέμου θεωρείται η επίθεση ομάδας πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ υπό την ηγεσία του Αλέξη Ρόσιου («Καπετάν Υψηλάντης») στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου Πιερίας την νύχτα της 30ής Μαρτίου 1946, παραμονή των εκλογών με σκοπό την απελευθέρωση ΕΛΑΣιτών και ΕΑΜιτών κρατουμένων. Η επίθεση θεωρήθηκε απάντηση στις εκτελέσεις, διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις που υφίσταντο οι πολίτες που ανήκαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ήταν προσωπική εντολή του Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη.

Ο εμφύλιος πόλεμος έχει περιγραφεί επίσης ως «Συμμοριτοπόλεμος» από την εθνικόφρονα παράταξη ή «Δεύτερο Αντάρτικο» από την κομμουνιστική για να δηλωθεί ότι ήταν η συνέχεια της αντίστασης ενάντια στην κατοχή.

Εξέγερση των Σουάνων

Η εξέγερση των Σουάνων ή Σουανερί (γαλλικά: Chouannerie) ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Γάλλων Δημοκρατικών και Βασιλοφρόνων στα δυτικά της Γαλλίας, στη Βρετάνη, το Μαιν, το Ανζού και τη Νορμανδία, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Συνδέεται στενά με τον πόλεμο της Βανδέας που έλαβε χώρα στην αριστερή όχθη του Λίγηρα.

Μια πρώτη απόπειρα εξέγερσης διεξήχθη το 1791 από την Βρετονική Ένωση για την υπεράσπιση της μοναρχίας και την αποκατάσταση των ιδιαίτερων νόμων και τα εθίμων της Βρετάνης που καταργήθηκαν το 1789. Αλλά η εξέγερση ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού της Γαλλικής Δύσης και η εμπλοκή της στην αντεπανάσταση οφείλεται κυρίως στον κατατρεγμό του κλήρου και του Ρωμαιοκαθολικισμού, καθώς και στην επιστράτευση 300.000 ανδρών από την Εθνοσυνέλευση.

Οι πρώτες συγκρούσεις ξέσπασαν το 1792 αρχικά σαν εξέγερση των αγροτών και ανταρτοπόλεμος και εξελίχθηκαν σε πολεμικές συγκρούσεις. Έληξαν με τη νίκη των Δημοκρατικών το 1800.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Ο Ερνέστο Γκεβάρα (Ernesto Guevara , Ροσάριο, Αργεντινή, 14 Ιουνίου 1928 – Λα Ιγκέρα, Βολιβία, 9 Οκτωβρίου 1967), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα (ισπανική προφορά: [ˈtʃe ɣeˈβaɾa]) ή απλά Τσε, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής Μαρξιστής-Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε.

Όπως και ο Μάο Τσε Τούνγκ, ο Ερνέστο Γκεβάρα ανέπτυξε θεωρίες πάνω στη στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου ανταρτοπολέμου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες στην πράξη.

Ζιμπάμπουε

Η Ζιμπάμπουε (πρώην Νότιος Ροδεσία) είναι περίκλειστη χώρα στα νότια της Ανατολικής Αφρικής με έκταση 390.580 τ.χλμ. και πληθυσμό (κατατάσσεται 74η ) 15.159.624, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2019. Συνορεύει με τη Νότια Αφρική νότια, τη Μποτσουάνα δυτικά, τη Ζάμπια βορειοδυτικά και τη Μοζαμβίκη ανατολικά.

Πρωτεύουσά της είναι η Χαράρε. Επίσημη γλώσσα είναι η αγγλική.

Την εποχή της αποικιοκρατίας ήταν βρετανική αποικία και ονομαζόταν Νότιος Ροδεσία. Η σημερινή χώρα προήλθε από την κίνηση ανεξαρτησίας της αυτοανακυρηχθείσας Ροδεσίας το 1965, που στη συνέχεια και μέσω ενδιάμεσων άτυπων κρατικών οντοτήτων, αναγνωρίστηκε επισήμως ως Ζιμπάμπουε το 1980.

Το όνομα Ζιμπάμπουε σημαίνει «πέτρινο σπίτι» και προέρχεται από τα τεράστια πέτρινα οικοδομήματα, ερείπια της αρχαίας πόλης της Μεγάλης Ζιμπάμπουε, που βρίσκονται διάσπαρτα σε μια έκταση 7.200 στρεμμάτων, νότια της περιοχής Μασβίγκο.

Τα οικονομικά προβλήματα της χώρας είναι εντονότατα, με κυριότερο τον καλπάζοντα πληθωρισμό, ο οποίος είναι και ο υψηλότερος στον κόσμο (2.200.000%).

Ιράκ

Το Ιράκ είναι κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στην περιοχή της Μεσοποταμίας (μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη). Το Ιράκ από το 1930 έγινε ανεξάρτητο βασίλειο και το 1958, μετά από επανάσταση, ανακηρύχτηκε δημοκρατία. Συνορεύει ανατολικά με το Ιράν, δυτικά με τη Συρία και την Ιορδανία, νότια με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία και βόρεια με την Τουρκία.

Η έκτασή του είναι 437.072 τετρ. χλμ. και ο πληθυσμός του 39.127.900 κατοίκους (2019).

Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας (Partido Communista do Brasil, PCdoB) είναι μαρξιστικό-λενινιστικό πολιτικό κόμμα της Βραζιλίας.

Κουβανική Επανάσταση

Ως Κουβανική Επανάσταση (ισπαν.: Revolución Cubana) νοείται ο ένοπλος αγώνας για την αποτίναξη του υποστηριζόμενου από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής καθεστώτος του δικτάτορα Φουλχένθιο Μπατίστα στην Κούβα. Η έναρξη της επανάστασης τοποθετείται με την αποτυχημένη προσπάθεια κατάληψης από ομάδα επαναστατών υπό τους αδελφούς Φιντέλ και Ραούλ Κάστρο του στρατοπέδου Μονκάδα, στις 26 Ιουλίου 1953. Ο στόχος του ένοπλου αγώνα για τον έλεγχο της χώρας πραγματοποιήθηκε την πρωτοχρονιά του 1959, μετά τη νίκη των επαναστατών στην μάχη της Σάντα Κλάρα και τη διαφυγή του Μπατίστα. Το νέο καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε στην Κούβα με την επιτυχία της επανάστασης το 1959 εξακολουθεί να έχει τα ηνία της διακυβέρνησης της χώρας μέχρι και σήμερα.

Την εποχή που εδραιώθηκε το επαναστατικό καθεστώς Κάστρο, ο Ψυχρός Πόλεμος, μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων: των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Η Κούβα λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης θεωρήθηκε έτσι προπύργιο του Κομμουνισμού και του φιλοσοβιετικού μπλοκ στην αμερικανική ήπειρο. Ιδιαίτερα από συγκεκριμένους αμερικανικούς πολιτικούς κύκλους θεωρήθηκε ακόμη και δυνάμει απειλή για τις Η.Π.Α..

Λεονίντ Μπρέζνιεφ

Ο Λεονίντ Ιλίτς Μπρέζνιεφ (ρωσ. Леонид Ильич Брежнев, προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ [lʲɪɐˈnʲit ɪlʲˈjitɕ ˈbrʲeʐnʲɪf] ουκρ. Леонід Ілліч Брежнєв, Καμίνσκογιε, σήμερα Ντνιπροντσερσίνσκ της Ουκρανίας, 19 Δεκεμβρίου 1906 - Μόσχα, 10 Νοεμβρίου 1982), ήταν Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1964 μέχρι το 1982 και Πρόεδρος του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ από το 1977 ως το 1982. Τιμήθηκε τέσσερις φορές με τον τίτλο Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης και του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Στρατάρχη της Σοβιετικής Ένωσης.

Διακυβέρνηση

Ο Μπρέζνιεφ μαζί με άλλα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, απομάκρυναν τον Χρουστσόφ από την εξουσία στις 14 Οκτωβρίου 1964 μετά από πολύμηνο σχεδιασμό. Ο Μπρέζνιεφ ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. την ίδια ημερομηνία.

Επί εποχής Μπρέζνιεφ, η Σοβιετική Ένωση απομακρύνθηκε από τις πολιτικές του Χρουστσόφ και προσέγγισε ξανά τη σταλινική θεωρία. Ο ίδιος ο Μπρέζνιεφ ενθάρρυνε ιδιαίτερα την λατρεία προς το πρόσωπό του και ενέτεινε την προπαγάνδα.

Η Σοβιετική Ένωση άρχισε επίσης να επεμβαίνει στο εσωτερικό άλλων κομουνιστικών κρατών-δορυφόρων, καταστέλνοντας τον Αύγουστο του 1968 την εξέγερση της Πράγα στην Τσεχοσλοβακία και εγκαθιστώντας εκεί το σταλινικό καθεστώς του Γκούσταβ Χούζακ. Το 1979, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν με πολυάριθμα στρατεύματα και εγκαθίδρυσε εκεί κομουνιστικό καθεστώς. Η αντίδραση, ωστόσο των φανατικά αντικομουνιστών μουσουλμάνων "μουτζαχεντίν", οι οποίοι μάλιστα εξοπλίζονταν από τις Η.Π.Α. ήταν ιδιαίτερα σφοδρή και ο σοβιετικός στρατός αντιμετώπισε απρόσμενες δυσκολίες. Η Σοβιετική Ένωση κατάφερε να εγκαθιδρύσει μία κομουνιστική κυβέρνηση, αλλά ο σφοδρός ανταρτοπόλεμος είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου ατόμων και μία φανερή ήττα για τη Σοβιετική Ένωση.

Τα χρόνια διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ σε οικονομικό επίπεδο αποκαλούνται τα "χρόνια της αποτελμάτωσης", περίοδος κατά την οποία παρατηρήθηκε μία συνεχής παρακμή στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Μπρέζνιεφ παραχώρησε μία σχετική αυτονομία στις κρατικές επιχειρήσεις, καθώς επέτρεψε να καθορίζουν οι ίδιες το ύψος της παραγωγής τους και την τιμολόγηση των προϊόντων τους, πάντοτε όμως στο πλαίσιο των πενταετών προγραμμάτων παραγωγής και τον προϋπολογισμό του κράτους. Ο Μπρέζνιεφ προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τη Δύση και αυτή η πολιτική πέτυχε εν μέρει, καθώς στη δεκαετία του 1970 παρατηρήθηκε ύφεση του Ψυχρού Πολέμου, το λεγόμενο δόγμα detente. Παράλληλα, η Σοβιετική Ένωση άρχισε να παρουσιάζει ελλείψεις στην τεχνολογική πρόοδο σε σχέση με τη Δύση και το τεχνολογικό χάσμα άρχισε να γίνεται χαώδες.

Ο συντηρητισμός του Μπρέζνιεφ δεν επέτρεψε την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Μπρέζνιεφ επίσης δεν πήρε αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς, η οποία εξελίχτηκε σε μείζον πρόβλημα. Οι στρατιωτικές δαπάνες καταλάμβαναν ετησίως το 12,5% του Α.Ε.Π. της Σοβιετικής Ένωσης, λόγω του στρατιωτικού παρεμβατισμού της Σοβιετικής Ένωσης και του ανταγωνισμού με τις Η.Π.Α.

Το 1975, ο Μπρέζνιεφ υπέστη σοβαρή καρδιακή προσβολή λόγω της αρτηριοσκλήρηνσης από την οποία έπασχε και άρχισε να προκύπτει το πρόβλημα της διαδοχής του, καθώς από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η ανώτατη ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης αποτελούνταν από ηλικιωμένους άνδρες άνω των 70 ετών, οι περισσότεροι εκ των οποίων αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως και ο Μπρέζνιεφ. Ο Μπρέζνιεφ λέγεται ότι δεν ασκούσε πραγματική εξουσία τα τελευταία έτη της ζωής του, καθώς οι συνεργάτες του είχαν επιδοθεί σε έναν αγώνα εξουσίας για τη διαδοχή του. Ο Μπρέζνιεφ απεβίωσε στις 10 Νοεμβρίου 1982 από έμφραγμα του μυοκαρδίου σε ηλικία 75 ετών και τάφηκε με όλες τις πρέπουσες τιμές ενός αρχηγού κράτους. Ο Γιούρι Αντρόπωφ, τέως διοικητής των μυστικών υπηρεσιών (ΚGB) τον διαδέχτηκε στην ηγεσία του Κομουνιστικού Κόμματος αν και ήταν και αυτός ηλικιωμένος και άρρωστος.

Μπανγκλαντές

Το Μπανγκλαντές είναι ασιατική χώρα με έκταση 147.570 τ.χλμ. και πληθυσμό 163.046.161 κατοίκους, με βάση τη μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2019. Πρωτεύουσα είναι η Ντάκα. Αποτελεί το μεγαλύτερο και ανατολικό τμήμα της εθνογλωσσολογικής περιοχής της Βεγγάλης. Βρίσκεται στον κόλπο της Βεγγάλης. Είναι η 8η πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου και 5η στην Ασία, παρά το γεγονός ότι η έκτασή της είναι λίγο μεγαλύτερη από αυτή της Ελλάδας. Επίσης, είναι η τρίτη πολυπληθέστερη χώρα στην οποία οι μουσουλμάνοι αποτελούν την πλειοψηφία. Η επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η βεγγαλική, η δέκατη πιο διαδεδομένη στον κόσμο. Το Μπαγκλαντές δημιουργήθηκε το 1971, με την απόσχισή του από το Πακιστάν.

Το Μπανγκλαντές αποτελεί το μεγαλύτερο και το ανατολικό μέρος της Βεγγάλης. Στους Μπανγκλαντεσιανούς περιλαμβάνονται άνθρωποι διαφορετικών εθνικών ομάδων και θρησκειών. Οι Μπενγκάλι, που ομιλούν την Βεγγαλική γλώσσα, αποτελούν το 98% του πληθυσμού. Οι πολιτικά κυρίαρχοι Μουσουλμάνοι Μπενγκάλι κάνουν το έθνος ως την τρίτη μεγαλύτερη χώρα με Μουσουλμανική πλειοψηφία παγκοσμίως. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας καλύπτεται από το Δέλτα της Βεγγάλης, το οποίο είναι το μεγαλύτερο δέλτα της Γης. Η χώρα έχει 700 ποταμούς και 8.046 χιλιόμετρα πλωτών οδών στην ξηρά. Οι περιοχές με υψηλό υψόμετρο έχουν αειθαλή δάση, τα οποία βρίσκονται στις βορειοανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας. Το Μπανγκλαντές έχει πολλά νησιά και έναν κοραλλιογενή ύφαλο. Η μεγαλύτερη άθραυστη παραλία, η Παραλία του Κοξ Μπαζάρ βρίσκεται στην χώρα. Επίσης, στην χώρα βρίσκεται το Σουνταρμπάνς, το μεγαλύτερο μακρόβιο δάσος στον κόσμο. Η βιοποικιλότητα της χώρας περιλαμβάνει μια μεγάλη συστοιχία φυτών και άγριας ζωής, όπως την κρίσιμα απειλούμενη Βεγγαλική τίγρη, που είναι το εθνικό ζώο.

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αναγνώριζαν την περιοχή ως Γαγγαρίδαι, που ήταν ένα ισχυρό βασίλειο της ιστορικής υποηπείρου, τον 3ο αιώνα π.Χ. Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν δείξει αρκετές αρχαίες πόλεις στο Μπανγκλαντές, που είχε διεθνείς εμπορικούς συνδέσμους για μια χιλιετία. Το Σουλτανάτο της Βεγγάλης και η Μογγολική Βεγγάλη μετέτρεψαν την περιοχή σε μια κοσμοπολιτική Ισλαμική αυτοκρατορική εξουσία ανάμεσα στον 14ο και 18ο αιώνα. Η περιοχή είχε πολλά πριγκιπάτα που είχαν ναυτική δύναμη. Ήταν αξιοσημείωτο κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου μουσελίνας και μεταξιού. Ως τμήμα της Βρετανικής Ινδίας, η περιοχή επηρεάστηκε από την Αναγέννηση της Βεγγάλης και έπαιξε σημαντικό ρόλο στα αντιαποικιακά κινήματα. Ο Διαμελισμός της Βρετανικής Ινδίας έκανε την Ανατολική Βεγγάλη τμήμα του Πακιστάν, με αποτέλεσμα η περιοχή να μετονομαστεί σε Ανατολικό Πακιστάν. Στην περιοχή της Βεγγάλης ξεκίνησε το Κίνημα της Βεγγαλικής Γλώσσας το 1952, ενώ στο Μπανγκλαντές ξεκίνησε ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας του Μπανγκλαντές το 1971. Μετά την ανεξαρτησία, το αρχικό πολίτευμα της χώρας ήταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Από το 1975 μέχρι το 1990 υπήρξε προεδρική κυβέρνηση, ακολουθούμενη από την επιστροφή στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της φτώχειας, της εκπαίδευσης, της υγειονομικής περίθαλψης και της διαφθοράς. Το Μπανγκλαντές είναι μια μέση δύναμη και αναπτυσσόμενο κράτος. Εντός της Νότιας Ασίας, η χώρα είναι πρώτη στην ισότητα των φύλων, δεύτερο στα κέρδη συναλλάγματος, και τρίτο στο προσδόκιμο ζωής και στην ειρήνη. Το Μπανγκλαντές είναι ένα από τα 11 κράτη που θεωρούνται ως οι Επόμενοι Έντεκα, και έχει το 46ο μεγαλύτερο ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους, ενώ έχει το 29ο μεγαλύτερο ΑΕΠ σε αξία αγοραστικής δύναμης. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς υφάσματος παγκοσμίως. Οι κύριοι εμπορικοί συνεργάτες της χώρας είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία, η Μαλαισία και η Σιγκαπούρη. Καθώς η τοποθεσία του είναι ζωτικής σημασίας μεταξύ της Νότιας, της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ασίας, το Μπανγκλαντές είναι σημαντικός προωθητής της περιφερειακής συνδεσιμότητας και συνεργασίας. Είναι ιδρυτικό μέλος του SAARC, του BIMSTEC, του Φόρουμ Μπανγκλαντές-Κίνας-Ινδίας-Μιανμάρ για την Περιφερειακή Συνεργασία και της Πρωτοβουλίας Μπανγκλαντές Μπουτάν Ινδία Νεπάλ. Είναι μέλος της Κοινοπολιτείας των Εθνών, των Αναπτυσσόμενων 8 Χωρών, του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης, του Κινήματος των Αδέσμευτων, της Ομάδας των 77 και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Το Μπανγκλαντές είναι μια από τις χώρες με την μεγαλύτερη συνεισφορά στις Ειρηνευτικές Δυνάμεις του ΟΗΕ.

Νέα Καληδονία

Η Νέα Καληδονία (γαλλικά: Nouvelle-Calédonie) είναι μια υπερπόντια κτήση της Γαλλίας στον Ειρηνικό ωκεανό, με έκταση 18.575 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό 282.200 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2018. Το όνομα της πρωτεύουσας είναι Νουμέα. Το αρχιπέλαγος, τμήμα της Μελανησίας, περιλαμβάνει το κύριο νησί Γκραντ Τερ, τις Νήσους Λόγιαλτι, τα νησιά Τσέστερφιλντ, το αρχιπέλαγος Μπέλεπ, και το Isle of Pines και λίγες απομακρυσμένες νησίδες. Τα νησιά του Τσέστερφιλντ βρίσκονται στη Θάλασσα των Κοραλλιών. Οι ντόπιοι αναφέρονται στη Γκραντ Τερ ως Le Caillou («το βότσαλο»). Με δημοψήφισμα το οποίο διεξήχθη το Νοέμβριο του 2018, η Νέα Καληδονία αποφάσισε για το πολιτικό της καθεστώς να παραμείνει εντός της Γαλλικής Δημοκρατίας και όχι να γίνει ανεξάρτητο κράτος.

Πόλεμος της Αλγερίας

Ο Πόλεμος της Αλγερίας (Guerre d'Algérie) ήταν ένας πόλεμος μεταξύ της Γαλλίας και των αλγερινών κινημάτων ανεξαρτησίας από το 1954 έως το 1962, ο οποίος οδήγησε στην ανεξαρτησία της Αλγερίας από τη Γαλλία.

Ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου ήταν κυρίως ανταρτοπόλεμος κατά του Γαλλικού στρατού, τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον πολιτών και αντιτρομοκρατικές ενέργειες από τον Γαλλικό Στρατό.

Ο πόλεμος αυτός, από τους σκληρότερους αντιαποικιακούς αγώνες της σύγχρονης εποχής, άρχισε την 1η Νοεμβρίου του 1954 με τη μορφή της εξέγερσης και με επίσημο αίτημα τη συμμετοχή των Αλγερινών στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας τους.

Η εξέγερση της "Ημέρας των Αγίων Πάντων" -από τον ομώνυμο εορτασμό στη Γαλλία- με τους 800 άνδρες και τον υποτυπώδη εξοπλισμό, εξελίχθηκε στο ισχυρό ανταρτικό κίνημα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (FLN - Front de Libération Nationale, στα αραβικά: جبهة التحرير الوطني: Jabhat al-Taḩrīr al-Waţanī), το οποίο, με την υποστήριξη αρχικά του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ και στη συνέχεια άλλων αφρικανικών ριζοσπαστικών καθεστώτων και της Ε.Σ.Δ.Δ., επεκτάθηκε δια πυρός και σιδήρου στην Καβυλία και την Κωνσταντίνη και από το 1956 άρχισε τις βομβιστικές επιθέσεις στο Αλγέρι. Η κρίση στην Αλγερία συμπαρέσυρε στη δίνη της τη μητροπολιτική Γαλλία, όπου τα πρώτα χρόνια οι σοσιαλιστικές κυβερνητικές κρίσεις διαδέχονταν η μία την άλλη.

Καθοριστικός παράγοντας στην εξέλιξη του πολέμου ήταν η κοινότητα των Γάλλων αποίκων της Αλγερίας, ακμάζουσα, αριθμητικά ισχυρή και με συνείδηση αυτόχθονα ύστερα από 130 χρόνια συνεχούς παρουσίας (επομένως αδιάλλακτη ως προς την εκχώρηση προνομίων), η οποία εξεγέρθηκε πρώτη φορά το 1958. Η εξέγερση, την οποία υποστήριξαν ο διοικητής των επίλεκτων μονάδων αλεξιπτωτιστών και αρχηγός της αστυνομίας, στρατηγός Ζακ Μασί, καθώς και ο στρατιωτικός διοικητής της Αλγερίας στρατηγός Ραούλ Σαλάν, προκάλεσε την κατάρρευση της Τέταρτης Δημοκρατίας, έφερε, όμως, στην εξουσία τον Σαρλ ντε Γκωλ.

Οι οργανώσεις των αποίκων, πιστές στην αρχή της "Γαλλικής Αλγερίας", χαιρέτισαν το γεγονός με ενθουσιασμό, σύντομα, όμως, διαπίστωσαν ότι ο στρατηγός δεν είχε την πρόθεση να συνταχθεί στο πλευρό τους. Η μήνι των αποίκων ξέσπασε όταν ο Ντε Γκωλ πρότεινε στο λαό της Αλγερίας να αποφασίσει ο ίδιος για την τύχη του με δημοψήφισμα, αφού όμως θα έχει προηγηθεί κατάπαυση των εχθροπραξιών και μία ειρηνική τετραετία. Οι οργανώσεις των λευκών, επιρρεπείς σε ακραίες θέσεις, συσπειρώθηκαν σχηματίζοντας την "Επιτροπή Συνεργασίας των Εθνικών Κινημάτων". Η κρίση ξέσπασε με αφορμή την καθαίρεση στις 22 Ιανουαρίου του 1960 του Μασί, επιφορτισμένου από το 1957 με την καταστολή της δράσης του FLN στην ευρύτερη περιοχή του Αλγερίου. Ο Μασί με τους αλεξιπτωτιστές του κατόρθωσαν να ελέγξουν ως ένα βαθμό την κατάσταση, διεξάγοντας με αδίστακτα αιματηρές μεθόδους ένα είδος εκκαθαριστικής εκστρατείας, η οποία συχνά έπαιρνε απάνθρωπες διαστάσεις. Χρίστηκε, πάντως, "νικητής" και μετατράπηκε σε ίνδαλμα των αποίκων. Επίσημη αιτία της καθαίρεσης ήταν η αρνητική κριτική που άσκησε στην πολιτική Ντε Γκωλ, σε συνέντευξη που δημοσίευσε η γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung. Παρά τις διαψεύσεις, η καθαίρεση δεν ανακλήθηκε, ενώ στο μεταξύ η επιθετικότητα των αποίκων έφτασε σε παροξυσμό. Στις 24 Ιανουαρίου, ημέρα Κυριακή, άρχισε στάση στο κέντρο του Αλγερίου. Οι στασιαστές έστησαν οδοφράγματα και μερικές εκατοντάδες μέλη της εθνοφυλακής δημιούργησαν δύο πρόχειρα οχυρά, τα οποία αποκλείστηκαν μεν από μονάδες αλεξιπτωτιστών και χωροφυλακής, χωρίς αυτό όμως να εμποδίσει την προσχώρηση χιλιάδων πολιτών. Στις συγκρούσεις της πρώτης ημέρας σκοτώθηκαν 14 χωροφύλακες και 6 στασιαστές και τραυματίστηκαν 132 άτομα. Κηρύχθηκε γενική απεργία, η οποία επεκτάθηκε στο Οράν και σε άλλες πόλεις.

Στο Παρίσι οι συσκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ απειλήθηκε κυβερνητική κρίση όταν υπουργοί του Ντε Γκωλ αντέδρασαν στην πρόταση για βίαιη καταστολή της ανταρσίας. Ανησυχίες γεννούσε και η στάση που θα υιοθετούσε ο στρατός, ενώ έγινε λόγος και για διάσπαση μεταξύ μητροπολιτικής Γαλλίας και Αλγερίας. "Ο στρατός δεν θα κινηθεί. Κανείς δεν εξεγείρεται εναντίον του Ντε Γκωλ", επέμεινε ο στρατηγός.

Τελικώς, ο Ντε Γκωλ δεν διέταξε επίθεση εναντίον των στασιαστών. Στις 29 Ιανουαρίου απηύθυνε το περίφημο ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό μήνυμά του προς το έθνος, στο οποίο επιτέθηκε εναντίον του FLN αλλά και των οργανώσεων των αποίκων.

Την 1η Φεβρουαρίου έληξε η "εβδομάδα των οδοφραγμάτων", όχι όμως και η αναμέτρηση. Η κυβέρνηση Ντε Γκωλ έλαβε ειδικές εξουσίες για ένα χρόνο από το Κοινοβούλιο.

Στις 8 Ιανουαρίου του 1961, πραγματοποιήθηκε γενικό δημοψήφισμα για τη μελλοντική σχέση της Αλγερίας με τη Γαλλία. Στη Γαλλία, το 75% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της πολιτικής Ντε Γκωλ για ανεξαρτησία της αποικίας. Ωστόσο, στην ίδια την Αλγερία -όπου το δημοψήφισμα είχε αρχίσει δύο ημέρες νωρίτερα- μόνο το 39% ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας. Προκειμένου να προληφθούν ταραχές, ισχυρότατες γαλλικές δυνάμεις μεταφέρθηκαν στην Αλγερία.

Η τελευταία χρονιά της αποικιοκρατίας ήταν επεισοδιακή στην Αλγερία. Στις 21 Απριλίου του 1961 ξέσπασε νέο κίνημα των στρατηγών Ραούλ Σαλάν, Μωρίς Σαλ, Εντμόν Ζουό, Ζελέρ και του OAS (Οργάνωση Μυστικός Στρατός), το οποίο τελικώς απέτυχε, ενώ τον Ιούλιο το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN) κάλεσε τους οπαδούς του να πραγματοποιήσουν διαδηλώσεις, σε ένδειξη διαμαρτυρίας έναντι της προτεινόμενης διαίρεσης της Αλγερίας, παρά τις συλλήψεις διαδηλωτών από τους Γάλλους. Στις 9 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος Ντε Γκωλ γλίτωσε από θαύμα στην πρώτη εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, την ώρα που μετέβαινε στο Κολομπέ λε ντεζ Εγκλίζ, ενώ η ανάληψη της πρωθυπουργίας της προσωρινής αλγερινής κυβέρνησης από τον θεωρούμενο σκληροπυρηνικό Μπεν Κεντά σήμανε την απαρχή της πάλης για την εξουσία μεταξύ αυτού και του Αχμέντ Μπεν Μπελά, τον επόμενο χρόνο. Η έβδομη επέτειος της αλγερινής εξέγερσης (31 Οκτωβρίου - 1 Νοεμβρίου 1961) βάφτηκε στο αίμα. Ογδόντα νεκροί την ημέρα του εορτασμού σε συγκρούσεις στην Αλγερία και δρακόντεια μέτρα ασφαλείας στο Παρίσι. Αγνοώντας τις εντολές της γαλλικής διοίκησης και υπακούοντας στις οδηγίες της προσωρινής αλγερινής κυβέρνησης που είχε έδρα στην Τύνιδα, νεαροί μουσουλμάνοι συγκεντρώθηκαν στο προάστιο Νταρ ελ Μασούλ, στο Αλγέρι, στο σημείο όπου κυμάτιζε η λευκή και πράσινη σημαία της εξέγερσης.

Την ίδια χρονιά (1961), το αποτυχημένο πραξικόπημα των στρατηγών της Αλγερίας άνοιξε στον Ντε Γκωλ το δρόμο για εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, επισπεύδοντας την ανεξαρτησία και την έξοδο των Γάλλων από την Αλγερία.

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1962, ξέσπασαν στο Παρίσι ταραχές κατά τη διάρκεια πορείας διαμαρτυρίας εναντίον της τρομοκρατικής δράσης της OAS, πορείας οργανωμένης από τη γαλλική Αριστερά και απαγορευμένης από την κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία, 83 διαδηλωτές τραυματίστηκαν, ενώ οκτώ άτομα, μεταξύ των οποίων μία γυναίκα και ένα παιδί πέθαναν, όταν το πλήθος παγιδεύτηκε από τους αστυνομικούς σε κλειστή είσοδο σταθμού του μετρό. Στην κηδεία, εκατοντάδες χιλιάδες λαού σχημάτισαν μία τεράστια νεκρική πομπή αποχαιρετώντας τους νεκρούς. Εν όψει του τερματισμού του πολέμου στην Αλγερία, οι βομβιστές της OAS κατατρομακρατούσαν το Παρίσι, βάλλοντας εναντίον κυβερνητικών στόχων, μεταξύ άλλων και του Αντρέ Μαλρώ, υπουργού Πολιτισμού το 1962. Ο κυρίως στόχος τους, όμως, ο Σαρλ ντε Γκωλ, διέταξε απτόητος στις 23 Μαρτίου την ολοκληρωτική συντριβή της οργάνωσης και τρεις ημέρες αργότερα ύψωσε τη γροθιά του στο τηλεοπτικό μήνυμα, με το οποίο έθεσε στην κρίση του γαλλικού λαού το μέλλον της Αλγερίας. Με συντριπτική πλειοψηφία (90,7%) οι Γάλλοι τάχθηκαν υπέρ της ανεξαρτησίας της αποικίας.

Στο μεταξύ το Αλγέρι έγινε και πάλι θέατρο σφοδρών συγκρούσεων, όταν ο γαλλικός στρατός επιχείρησε να διαλύσει στις 26 Μαρτίου πορεία διαμαρτυρίας Γάλλων εποίκων για τα μέτρα κατά της OAS. Στην αιματοχυσία που επακολούθησε, σκοτώθηκαν 37 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 131. Η αλγερινή πρωτεύουσα μετατράπηκε για άλλη μία φορά σε πεδίο μάχης. Η ανεξαρτησία της Αλγερίας ήταν, όμως, αναπόφευκτη εξέλιξη και επισφραγίστηκε επισήμως στις 3 Ιουλίου του 1962.

Πόλεμος του Βιετνάμ

Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ίσως η μεγαλύτερη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ανατολής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Θεωρητικά η μάχη ήταν μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού του Βιετνάμ (Βόρειο Βιετνάμ) και της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (Νότιο Βιετνάμ). Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας πόλεμος μέσω αντιπροσώπων μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, ένας από τους πολλούς που έγιναν λόγω της απροθυμίας των υπερδυνάμεων να εμπλακούν σε απευθείας πόλεμο μεταξύ τους που ίσως θα κατέληγε σε πυρηνική καταστροφή. Αμερικανοί στρατιώτες είχαν ήδη εμπλακεί από το 1959, αλλά σε μεγάλους αριθμούς κατέφθασαν κατά το 1965. Εγκατέλειψαν τη χώρα το 1973, κάτι που οδήγησε τελικά στην παράδοση του Νότου στις 30 Απριλίου 1975.

Συνοριακές Πολιτείες (Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος)

Στο γενικό πλαίσιο του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου, ο όρος συνοριακές πολιτείες αναφέρεται στις πέντε δουλοκτητικές πολιτείες του Ντέλαγουερ, του Κεντάκυ, του Μέριλαντ, του Μιζούρι, και της Δυτικής Βιρτζίνια, που συνόρευαν με μια ελεύθερη πολιτεία και παρατάχθηκαν με την Ένωση. Όλες εκτός από το Ντέλαγουερ είχαν κοινά σύνορα με πολιτείες που ήταν μέλη της Συνομοσπονδίας. Στο Κεντάκυ και στο Μιζούρι, υπήρχαν και φιλο-Συνομοσπονδιακές και φιλο-Ενωτικές κυβερνητικές έριδες. Η Δυτική Βιρτζίνια δημιουργήθηκε το 1863 από εκείνες τις βορειοδυτικές κομητείες της Βιρτζίνια που είχαν αποσχισθεί από την Βιρτζίνια, μετά την απόσχιση της Βιρτζίνια από την Ένωση.Αν και

κάθε δουλοκτητική πολιτεία (εκτός από την Νότια Καρολίνα) συνεισέφερε μερικούς στρατιώτες στην πλευρά της Συνομοσπονδίας καθώς και στην πλευρά της Ένωσης, η διχόνοια ήταν πιο βαθιά σε αυτές τις συνοριακές πολιτείες, με άνδρες από την ίδια οικογένεια συχνά να πολεμούν σε αντίπαλες πλευρές.

Επιπροσθέτως, δύο εδάφη που δεν ήταν ακόμη πολιτείες-το Ινδιάνικο Έδαφος ( τώρα η πολιτεία της Οκλαχόμα) και το Έδαφος Νέου Μεξικού (τώρα οι πολιτείες της Αριζόνα και του Νέου Μεξικού)-επίσης επέτρεπαν τη δουλεία. Μέχρι τότε πολύ λίγοι δούλοι μπορούσαν πραγματικά να βρεθούν σε αυτά τα εδάφη, παρά παρά τη νομική κατάσταση του θεσμού εκεί. Κατά την διάρκεια του πολέμου, οι μεγάλες Ινδιάνικες Φυλές στην Οκλαχόμα υπέγραψαν μια συμμαχία με την Συνομοσπονδία, και συμμετείχαν στις στρατιωτικές της προσπάθειες. Οι άποικοι του Εδάφους του Νέου Μεξικού ήταν ανάμεσα σε δύο πίστες· η περιοχή ήταν διαιρεμένη ανάμεσα στην Ένωση και την Συνομοσπονδία στον 34ο Παράλληλο. Η Οκλαχόμα συχνά μνημονεύεται ως "συνοριακή πολιτεία" σήμερα, αλλά η Αριζόνα και το Νέο Μεξικό σπάνια, και αν ποτέ, χαρακτηρίζονται έτσι.

Με γεωγραφική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική σύνδεση και με το Βορρά και με το Νότο, οι συνοριακές πολιτείες ήταν κρίσιμες για την έκβαση του πολέμου, και ακόμα αποτελούν το πολιτισμικό όριο που χωρίζει τον Βορρά από τον Νότο. Μετά την Ανοικοδόμηση, οι περισσότερες από τις συνοριακές πολιτείες υιοθέτησαν τους νόμους του Τζιμ Κρόου που έμοιαζαν με αυτούς που είχαν θεσπιστεί στο Νότο, αλλά στις πρόσφατες δεκαετίες μερικές από αυτές (πιο αξιοπρόσεκτα το Ντέλαγουερ και το Μέριλαντ) έχουν γίνει πιο Βόρειες στον πολιτικό, οικονομικό, και κοινωνικό τους προσανατολισμό, ενώ άλλες (ειδικά το Κεντάκυ και η Δυτική Βιρτζίνια)έχουν υιοθετήσει ένα Νότιο τρόπο ζωής.Η Διακήρυξη Χειραφέτησης του Λίνκολν, σχεδιασμένη σαν μια πράξη πολεμικών μέτρων, απευθυνόταν μόνο σε εδάφη όχι κάτω από τον έλεγχο της Ένωσης ακόμη, έτσι δεν απευθυνόταν στις συνοριακές πολιτείες. Το Μέριλαντ και η Δυτική Βιρτζίνια άλλαξαν το πολιτειακό τους σύνταγμα για να απαγορεύσουν την δουλεία. Η δουλεία στο Κεντάκυ, το Μιζούρι, και το Ντέλαγουερ (καθώς επίσης και τα υπολείμματα της δουλείας στη Δυτική Βιρτζίνια και το Νιου Τζέρσεϊ) δεν τερματίστηκε μέχρι την επικύρωση της Δέκατης Τρίτης Τροποποίησης.

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.