Αμών

Ο Αμών είναι βιβλικό πρόσωπο που αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη και στη Καινή Διαθήκη.

Σύμφωνα με τη Βίβλο γενέσεως Ιησού Χριστού ο Αμών φέρεται ως γιος του Μανασσή, πατέρας του Ιωσία και απόγονος του Βασιλέως του Ισραήλ Δαυίδ.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον έχει αναγνωρίσει Άγιο, την μνήμη του οποίου εορτάζει την Κυριακή των Προπατόρων, πριν τα Χριστούγεννα

Αμών
Amon rex
Γενικές πληροφορίες
ΓέννησηΔεκαετία του 660 π.Χ.
Βασίλειο του Ιούδα
ΘάνατοςΔεκαετία του 640 π.Χ.
Ιερουσαλήμ
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο του Ιούδα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης
Οικογένεια
ΤέκναΙωσίας[1]
ΓονείςΜανασσής[2]
Αξιώματα και βραβεύσεις

Πηγές

  1. (Εβραϊκά) Δ' Βασιλειών.
  2. 2,0 2,1 (Εβραϊκά) Δ' Βασιλειών.
16 Ιουλίου

Μάιος | Ιούνιος | Ιούλιος | Αύγουστος | Σεπτέμβριος

15 Ιουλίου | 16 Ιουλίου | 17 Ιουλίου

H 16η Ιουλίου είναι η 197η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο (198η σε δίσεκτα έτη). Υπολείπονται 168 ημέρες.

Άμων

Ο Άμων, Άμμων επίσης Άμεν, Ιμν (ο Κρυμμένος) και Αμούν (Κοπτ.) υπήρξε κύρια θεότητα των Θηβών της αρχαίας Αιγύπτου, όχι όμως και ασήμαντη στον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Περιορισμένης εμβέλειας στο Παλαιό Βασίλειο και τη θρησκευτική ιδεολογία της ηλιουπολιτικής Εννεάδας φαίνεται πως απέκτησε δύναμη μετά την ενδέκατη δυναστεία (2000 Π.Κ.Ε./π.Χ.) και την εγκαθίδρυση του πάνθεου της Ογδοάδας της Ερμούπολης. Κατά την περίοδο της δέκατης όγδοης δυναστείας ο Άμων έγινε ευρύτερα γνωστός, εξαιτίας της πολιτικής κυριαρχίας της Άνω Αιγύπτου επί της Κάτω Αιγύπτου, συνδέθηκε με τα τέσσερα στοιχεία, απέκτησε ναό στο Καρνάκ και καταγράφηκε σε ασσυροβαβυλωνιακά κείμενα.

Συνδέθηκε από το ιερατείο με τον Ρα, προκειμένου να διεκδικηθεί προς όφελός του η πνευματική εξουσία και τα χαρακτηριστικά αυτής της μεγάλης αιγυπτιακής θεότητας, προκαλώντας την αντίδραση του ιερατείου του Ρα και πολλών Φαραώ. Η σύγκρουση που επήλθε ως αποτέλεσμα αυτής της αντίδρασης επέφερε την καταστροφή των ναών του Άμωνα, της κατάργηση των Θηβών ως πρωτεύουσας της αρχαίας Αιγύπτου και επιβολή του ενοθεϊσμού του Ατέν. Μετά τον θάνατο του Ακενατόν η λατρεία του επανήλθε στο προσκήνιο και ο Άμων λατρευόταν ως Άμων Ρα. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστός ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους ως Ζευς Άμμων και διέθετε δικούς του ναούς, όπως φαίνεται από την περίπτωση του Ωρωπού και του Γυθείου.

Αμενεμνέσου

Ο Νεφερκαρά Αμενεμνέσου ήταν Φαραώ κατά την 21η Δυναστεία της αρχαίας Αιγύπτου.

Η ύπαρξη του Αμενεμνέσου επιβεβαιώθηκε μόλις το 1940 όταν ανακαλύφθηκε από τον Πιέρ Μοντέ ο τάφος του διαδόχου του, Ψουσέννη Α'. Στον τάφο του τελευταίου βρέθηκε ένα χρυσό κύπελλο το οποίο έφερε και το όνομα του θρόνου του Αμενεμνέσου, Νεφερκαρά, και το όνομα του διαδόχου του, Ψουσέννη. Πριν από αυτήν την ανακάλυψη η ύπαρξη του αμφισβητούνταν, καθώς δεν είχε βρεθεί κανένα αντικείμενο που έφερε το όνομά του. Παρόλ' αυτά, η μνεία της σύντομης βασιλείας του σαν δεύτερος Φαραώ της 21ης Δυναστείας είχε διασωθεί στο έργο του Μενέθωνα, ως βασιλιάς Νεφερκαρέ, στον οποίο και αναλογούσε βασιλεία τεσσάρων χρόνων. Στα αιγυπτιακά το όνομά του Αμενεμνέσου σημαίνει "Ο Αμών είναι Βασιλιάς".

Ενώ η βασιλεία του είναι σε γενικές γραμμές ασαφής, γνωρίζουμε ότι ο Μενχεπερέ, Αρχιερέας του Άμμωνος στις Θήβες κατά τη βασιλεία του Αμενεμνέσου, έδωσε χάρη στους στασιαστές εναντίον της εξουσίας του Αρχιερατείου. Αυτοί οι στασιαστές είχαν εξοριστεί στην Δυτική Όαση της Αιγύπτου κατά τον 25ο χρόνο της βασιλείας του Σμένδι Α'.

Αμμωνίτες (λαός)

Οι Αμμωνίτες, ή Αμμανίτες, ήταν αρχαίος βιβλικός λαός, Βασίλειο, που το όνομά του έλαβε από τον γενάρχη του, γιο του Λωτ, Άμμων. Ήταν οι κάτοικοι της περιοχής της άλλοτε Υπεριορδανίας που ήταν εγκατεστημένοι αρχικά στο βόρειο άκρο της Νεκράς θάλασσας, ανατολικά από την κοιλάδα του Ιορδάνη ποταμού και αργότερα, υπό την πίεση των Αμορραίων αναγκάσθηκαν να μετοικήσουν ανατολικότερα. Προς νότο βρισκόταν το Βασίλειο του Μωάβ. Συγγενικός τους λαός ήταν οι Μωαβίτες.

Το σημερινό Αμμάν βρίσκεται στη θέση της κυριότερης Αμμωνιτικής πόλης, της Ραββά Αμών και παλαιότερα Ραββά ή Ραββάθ Αμών. Οι Ισραηλίτες κατά την εποχή της κατάκτησης όπως αναφέρεται στο βιβλίο Κριτές (Κεφ.11, 5) δεν κατάφεραν τελικά να τους καταλάβουν, αλλά αργότερα η χώρα των Αμμωνιτών καταλήφθηκε μερικώς από τις εβραϊκές φυλές Ρουβήν και Γαδ.

Οι Αμμωνίτες φαίνεται πως ενσωματώθηκαν διαδοχικά στην Ασσυριακή, Βαβυλωνιακή και Περσική Αυτοκρατορία. Όμως στη διάρκεια της ανεξαρτησίας τους αποτελούσαν απειλή για τους Ισραηλίτες, όπως πίστευαν οι ίδιοι, επειδή μεταξύ των θεών που λάτρευαν ήταν και ο Μολόχ, τουλάχιστον μέχρι την εποχή των Μακκαβαίων, όπου λίγο αργότερα, το 332 π.Χ. υποτάχθηκαν στον Μέγα Αλέξανδρο όταν και η πρωτεύουσά τους στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Φιλαδέλφεια, (Α΄ Μακκαβαίων Κεφ: 5, 6).

Οι Αμμωνίτες μιλούσαν ιδία γλώσσα συγγενή των Μωαβιτών. Η μεγαλύτερη ανάπτυξή τους προσδιορίζεται από το 1000 π.Χ μέχρι το 332 π.Χ. Αμμωνίτισσα ήταν η σύζυγος του Σολομώντα, Ναάμα, μητέρα του Ροβοάμ.

Τελευταία αναφορά για τους Αμμωνίτες θεωρείται αυτή του Αγίου Ιουστίνου στο τελευταίο έργο του "Διάλογος προς Τρύφωνα" (2ος αιώνας) που σημαίνει ότι υπήρχε ακόμη ως ξεχωριστή εθνότητα στη περιοχή της Παλαιστίνης.

Αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία

Η αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία ήταν ένα σύνθετο σύστημα πολυθεϊστικών πεποιθήσεων και τελετουργικών που αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας αιγυπτιακής κοινωνίας. Ήταν επικεντρωμένη στην αλληλεπίδραση των Αιγυπτίων με πολλές θεότητες οι οποίες πιστευόταν ότι ήταν παρούσες και έλεγχαν τις δυνάμεις της δύσης. Τελετουργικά όπως προσευχές και προσφορές ήταν προσπάθειες να προνοήσουν για τους θεούς και να κερδίσουν την εύνοια τους. Οι επίσημες θρησκευτικές πρακτικές ήταν επικεντρωμένες στο φαραώ, τον ηγεμόνα της Αιγύπτου, ο οποίος πιστευόταν ότι κατείχε θεϊκή δύναμη λόγω της θέσης του. Ενεργούσαν ως μεσολαβητές μεταξύ του λαού τους και των θεών ήταν υποχρεωμένοι να συντηρήσουν τους θεούς μέσω τελετουργικών και προσφορών έτσι ώστε να διατηρήσουν την τάξη του σύμπαντος. Το κράτος αφιέρωνε τεράστιους πόρους για τα αιγυπτιακά τελετουργικά και την κατασκευή ναών.

Τα άτομα μπορούσαν να αλληλεπιδράσουν με τους θεούς για προσωπικούς σκοπούς, με την επίκληση μέσω προσευχών ή εξαναγκάζοντας τους με μαγεία. Οι πρακτικές αυτές ήταν ξεχωριστές αλλά στενά συνδεδεμένες με τα επίσημα τελετουργικά και θεσμούς. Η λαϊκή θρησκευτική παράδοση έγινε πιο επικρατούσα κατά τη διάρκεια της αιγυπτιακής ιστορίας καθώς το στάτους του φαραώ έφθινε. Μία άλλη σημαντική πτυχή της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας ήταν η πίστη στη μεταθανάτια, και οι ταφικές πρακτικές. Οι Αιγύπτιοι κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να εξασφαλίσουν την επιβίωση των ψυχών τους μετά το θάνατο, με την εξασφάλιση τάφων, ταφικών αγαθών, και προσφορών για τη διατήρηση των σωμάτων και των πνευμάτων των νεκρών.

Η θρησκεία είχε τις ρίζες της στην Αιγυπτιακή προϊστορία και κράτησε για πάνω από 3.000 χρόνια. Οι λεπτομέρειες των θρησκευτικών πεποιθήσεων άλλαζαν με τους καιρούς, καθώς η σημασία συγκεκριμένων θεών μεγάλωνε και ελαττωνόταν, και οι σχέσεις μεταξύ τους άλλαζε. Κατά καιρούς, κάποιοι θεοί καθίσταντο πιο σημαντικοί από άλλους, όπως ο θεός ήλιος Ρα, ο θεός της δημιουργίας Άμων, και η μητέρα θεά Ίσις. Για μία σύντομη περίοδο, στη θεολογία που προώθησε ο φαραώ Ακενατόν, ένας μόνο θεός, ο Ατέν, αντικατέστησε το παραδοσιακό πάνθεον. Η αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία και μυθολογία άφησε πίσω πολλά γραπτά και μνημεία, μαζί με σημαντικές επιρροές σε αρχαίους και σύγχρονους πολιτισμούς.

Ατόν

Με το αρχαίο όνομα «Ατόν (ή Ατέν) της ημέρας», δηλαδή «ο ηλιακός δίσκος, από τον οποίο γεννάται το φως της ημέρας», εννοείται η εκείνη η θεότητα της αιγυπτιακής μυθολογίας που προέκυψε από την αντίδραση του φαραώ Ακενατόν προς την αυξανόμενη ισχύ του ιερατείου του Άμωνα. Πρόκειται για μια αναγέννηση της ηλιακής λατρείας του Ρα, με όλες τις αφαιρετικές ενοθεϊστικές τάσεις της σύμπτυξης της θεϊκής ιδιότητας σε μία μοναδική οντότητα. Μέσω αυτής της αντίδρασης η ηλιακή λατρεία απέκτησε νέο νόημα και περιεχόμενο, υποβιβάζοντας προσωρινά τη λατρεία του Άμμωνα, καθώς ο νέος φαραώ δεν ανεχόταν την παντοδυναμία που απαιτούσε να έχει ο «νεόπλουτος» θεός. Αυτό συνέβη το τέταρτο έτος της βασιλείας του γιου και διαδόχου του Αμένοφι Γ', μέσω της μεταρρύθμισης που εισήγαγε, καθώς η μόνη επίσημη θρησκεία ήταν αυτή του Ατέν.

Ο μεταρρυθμιστής φαραώ άλλαξε το όνομά του Αμένοφις (ο Άμων είναι ευχαριστημένος) σε Ακενατόν (η δόξα του Ατέν), και εγκαταλείποντας τις Θήβες εγκαταστάθηκε σε νέα πρωτεύουσα, την Ιχουτατόν (Ikhoutaton = ο ορίζοντας του Ατέν), τη σημερινή Τελλ ελ Αμάρνα (Tell el Amarna), την οποία ίδρυσε στη Μέση Αίγυπτο, σε δόξα του ηλιακού δίσκου.

Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού

Με τη φράση Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού αρχίζει την εξιστόρηση της επίγειας παρουσίας του Ιησού Χριστού το πρώτο από τα τέσσερα ευαγγέλια, το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, συγγραφέας του οποίου είναι ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος.

Η Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού αποτελεί ένα γενεαλογικό κατάλογο προγόνων που ξεκινάει από τον Αβραάμ, φθάνει στον βασιλέα Δαυίδ απ΄ όπου και καταλήγει στον μνήστορα Ιωσήφ, κατά την μόνιμη φράση "ο μεν εγέννησε τον δε" (κατά την έννοια ο άνδρας γεννά και η γυναίκα τίκτει). Έτσι αναφέρονται τα ονόματα Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ, Ιούδας, Φαρές, Εσρώμ, Αράμ, Αμιναδάβ, Ναασσών, Σαλμών, Βοόζ, Ωβήδ, Ιεσσαί, Βασιλεύς Δαυίδ, Βασιλεύς Σολομών, Ροβοάμ, Αβιά, Ασά, Ιωσαφάτ, Ιωράμ, Οζίας, Ιωάθαμ, Άχαζ, Εζεκίας, Μανασσής, Αμών, Ιωσίας, Ιεχονίας, Σαλαθιήλ, Ζοροβάβελ, Αβιούδ, Ελιακείμ, Αζώρ, Σαδώκ, Αχείμ, Ελιούδ, Ελεάζαρ, Ματθάν, Ιακώβ και Ιωσήφ τον μνήστορα της Παναγίας, καταλήγοντας, από την οποία γεννήθηκε ο Ιησούς, ο λεγόμενος Χριστός.

Επί της παραπάνω γενεαλογίας αναφέρεται ότι από Αβραάμ μέχρι και Βασιλέως Δαυίδ μεσολάβησαν γενεές δεκατέσσερις, από δε Δαυίδ μέχρι μετοικεσίας της Βαβυλώνας, που συνέβη επί Ιεχονία, επίσης γενεές 14 και από της μετοικεσίας (Ιεχονίας) έως Ιησού Χριστού ακόμα 14 γενεές (γενεαί δεκατέσσαρες).

Όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στη Βίβλο γενέσεως Ιησού Χριστού έχουν ανακηρυχθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία Άγιοι, η μνήμη των οποίων εορτάζεται συλλογικά την Κυριακή των Προπατόρων, πριν από τα Χριστούγεννα

Λούξορ

Το Λούξορ (αραβικά: الأقصر , αλ-ουξορ) είναι μια πόλη στη νότια Αίγυπτο και πρωτεύουσα του Κυβερνείου του Λούξορ. Ο πληθυσμός της πόλης υπολογίζεται σε 487.896 άτομα. Η πόλη βρίσκεται στην περιοχή της αρχαίας αιγυπτιακής πρωτεύουσας Θήβαι, και θεωρείται το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο του κόσμου, αφού τα συμπλέγματα ναών του Λούξορ και του Καρνάκ βρίσκονται μέσα στην πόλη. Στην απέναντι όχθη του Νείλου βρίσκεται η Νεκρόπολη της Θήβας, η Κοιλάδα των Βασιλέων και η Κοιλάδα των Βασιλισσών. Εξαιτίας των μνημείων, η οικονομία της πόλης βασίζεται στον τουρισμό.

Μανασσής (βασιλεύς)

Ο Μανασσής είναι βιβλικό πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, γιος του βασιλιά Eζεκία και βασιλιάς της Ιουδαίας (697 - 642 π.Χ.).

Μενχεπέρρε

Ο Μενχεπέρρε υπήρξε αρχιερέας του Άμων στις Θήβες της Αρχαίας Αιγύπτου.

Μουτ

Η Μουτ ήταν θεότητα στην Αιγυπτιακή μυθολογία. Θεά σύζυγος του Άμμωνα ή Άμωνα. Λατρευόταν κυρίως στις Θήβες της Αιγύπτου ως ένα από τα πρόσωπα της κυρίαρχης τριαδικής θεότητας των Θηβών. Η Μουτ συγκαταλέγεται στις κοσμογονικές θεότητες, το δε όνομά της σημαίνει μητέρα. Παριστάνεται είτε με κεφαλή γύπα ή ως ολόκληρος γύπας.

Νέφθυς

Η Νέφθυς, όπως μεταγράφηκε από τους αρχαίους Έλληνες το Νεμπ χετ ή Νεμπέτ χετ, αποκαλείται από τον Πλούταρχο Τελευτή, Αφροδίτη και Νίκη. Απεικονιζόταν με γυναικεία μορφή, που έφερε στην κεφαλή της τα δύο ιερογλυφικά του ονόματός της, που σημαίνουν «η κυρίαρχος του πύργου». Τα ιερογλυφικά αυτά ήταν ένα καλάθι (νεμπ ή νεμπέτ) επάνω από το σημείο που σημαίνει «πύργος» (χετ). Στην εννεάδα της Ηλιούπολης ήταν κόρη της Νουτ και του Γκεμπ, ενώ φέρεται σύζυγος ή αδελφή του Σετ.

Νουν

Ο Νουν, Νου ή Νουνέτ (θηλ.) στην αιγυπτιακή μυθολογία είναι η ανδρόγυνος θεότητα του χάους, ο πρωταρχικός Ωκεανός, στον οποίο εμπεριέχετo πριν από τη δημιουργία, τα σπέρματα όλων των πραγμάτων και όλων των όντων. Στα κείμενα ονομάζεται "πατέρας των θεών", αν και παρέμεινε πάντοτε αφαιρετική, πνευματική ύπαρξη, μην αποκτώντας ποτέ ναό ή κάποιου είδους λατρεία, πέραν ορισμένων ιερών λιμνών. Απεικονίζεται συνήθως μισοβυθισμένος στο νερό, με τα χέρια υψωμένα στον αέρα, να κρατά τους θεούς που γεννήθηκαν από την παρουσία του.

Ανήκει στην ογδοάδα της Ερμούπολης και την οικογένεια του Όσιρι. Εξαιτίας της κατανόησής του ως έννοια παρά ως ζωόμορφη θεότητα ο Νουν θεωρείτο ανδρόγυνος και το όνομα Νουνέτ (το θηλυκό του Νου) αποδιδόταν στη θηλυκή του όψη.

Ογδοάδα της Ερμουπόλεως

Με τον όρο Ογδοάδα της Ερμουπόλεως εννοείται μία ομάδα οκτώ θεοτήτων της αιγυπτιακής μυθολογίας, γύρω από την οποία διαμορφώθηκε μια διακριτή θεωρία της δημιουργίας, ένας διαφορετικός κοσμογονικός μύθος από εκείνον του ιερατείου της Ηλιούπολης. Στην αρχαία Κμουν της Μέσης Αιγύπτου (Ελλ. Ερμούπολις) τη σημερινή Ελ Ασμουνάιν, υπήρξε το κύριο λατρευτικό κέντρο, αφιερωμένο στον Ντζεχουτί ή Θωθ.

Το όνομα Ερμούπολις προήλθε από την ταύτιση του Ντζεχουτύ του προστάτη θεού της σοφίας, της γραφής και της θεραπείας με τον αρχαιοελληνικό Ερμή. Τα ερείπια του ναού αποδίδονται στον Νεκτανεβώ Α' της τριακοστής δυναστείας αλλά είναι πιθανώς προγενέστερης προέλευσης, καθώς υπάρχουν λείψανα του Μέσου και το Νέου Βασιλείου και κολοσσαϊκό άγαλμα του Θωθ με τη μορφή του μπαμπουΐνου, από την εποχή του Αμένωφι Γ'.

Πιανκί

Ο Πιανκί ή Πιανχί, που αργότερα υιοθέτησε το όνομα Πιύ, ήταν βασιλιάς των Κουσιτών του Σουδάν και ιδρυτής της 25ης δυναστείας της Αιγύπτου που βασίλευσε στην Αίγυπτο από το 753 π.Χ. ως το 722 π.Χ. από την πόλη της Ναπάτα που βρισκόταν στην Νουβία στο σημερινό Σουδάν γιος και διάδοχος του Κάστα βασιλιά των Νουβίων. Ο πατέρας του Κάστα είχε μικρή επιρροή στην Αιγυπτιακή πόλη των Θηβών σε βαθμό που κατάφερε πριν το τέλος της βασιλείας του να τοποθετήσει την κόρη του Αμενιδρίς Α' διάδοχο στην θέση της υπηρέτη συζύγου του θεού Άμων πριν το τέλος της βασιλείας του. Παιδιά του Πιανκί ήταν οι Φαραώ της Αιγύπτου από την 25η δυναστεία Σεμπιτκού και Τιρχάκα, ο Σεμπιτκού ίσως ήταν αδελφός του ενώ ο Τιρχάκα ήταν γιος του Πιανκί και της συζύγου του βασίλισσας Αβάρ, διάδοχοι του ήταν διαδοχικά ο Σεμπιτκού και στην συνέχεια ο θρυλικός Τιρχάκα.

Ραμέσσειο

Το Ραμέσσειο (ή Ραμσείο, αγγλικά: Ramesseum) είναι ο νεκρικός ναός του Ραμσή Β΄, φαραώ της 19ης Δυναστείας, ο οποίος είναι γνωστός και ως Ραμσής ο Μέγας. Βρίσκεται στην Άνω Αίγυπτο, στη Νεκρόπολη των Θηβών, στη δυτική όχθη του Νείλου, απέναντι από τη σύγχρονη πόλη του Λούξορ. Η ονομασία "Ραμσείο" προέρχεται από την γαλλική λέξη Rhamesséion που έπλασε ο Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν ο οποίος επισκέφτηκε τη θέση το 1829 και πρώτος ταύτισε τις ιερογλυφικές επιγραφές στους τοίχους του οικοδομήματος με ονόματα και τίτλους του Ραμσή Β΄. Αρχικά το Ραμσείο ονομαζόταν "Ο Οίκος των εκατομυρίων ετών του Ουζεματρά-Σετεπενρά που είναι ενωμένος με τις Θήβες - την πόλη που κυριαρχεί ο Άμων". Ουζεματρά-Σετεπενρά ήταν το όνομα θρόνου του Ραμσή Β΄.

Τριάδα των Θηβών

Η Τριάδα των Θηβών αποτελούσε αιγυπτιακή θεϊκή οικογένεια, η οποία λατρευόταν στην ευρύτερη περιοχή των Θηβών. Κέντρα της λατρείας αυτής ήταν οι ναοί του Λούξορ και του Καρνάκ.

Υπέρτατος θεός και δημιουργός του κόσμου θεωρούνταν ο Άμων. Σύζυγός του ήταν η Μουτ, θεά του πολέμου, ενώ είχαν αποκτήσει τον σεληνιακό θεό Χονσού.

Χονσού (θεός)

Ο Χονσού είναι ο αρχαίος αιγύπτιος θεός του φεγγαριού. Το όνομά του σημαίνει «ταξιδιώτης» και αυτό μπορεί να σχετίζεται με το νυχτερινό ταξίδι της σελήνης στον ουρανό. Μαζί με τον Θωθ σήμανε το πέρασμα του χρόνου. Ο Χονσού συνέβαλε στη δημιουργία της νέας ζωής σε όλα τα πλάσματα. Στη Θήβα της Αιγύπτου σχημάτιζε μέρος μιας οικογενειακής τριάδας (τη "Θηβαϊκή Τριάδα") με την μητέρα του Μουτ και τον πατέρα του Άμων.

Χου

Στην Αιγυπτιακή μυθολογία ο Χου είναι η θεοποίηση της πρώτης λέξης, του Λόγου της δημιουργίας, που λέγεται ότι είπε ο Ατούμ κατά την εκσπερμάτισή του, ή στον αυτό-ευνουχισμό του κατά την αυνανιστική πράξη της δημιουργίας της Εννεάδας.

Ο Χου αναφέρεται ήδη στα Κείμενα των Πυραμίδων (PT 251, PT 697) του Αρχαίου Βασιλείου ως σύντροφος του νεκρού Φαραώ. Μαζί με το θεό Σία, αναπαριστάται στη συνοδεία του Θωθ, με τον οποία επίσης ταυτίζεται κάποιες φορές.

Κατά το Μέσο Βασίλειο, όλοι οι θεοί συμμετέχουν στον Χου και τον Σία, και σχετίζοντι με τον Φθα, που δημιούργησε το σύμπαν προφέροντας τη λέξη της δημιουργίας. Ο Χου αναπαριστάται με ανθρώπινο σχήμα, ως γεράκι, ή ως άνθρωπος με κεφάλι κριαριού.

Κατά το Νέο Βασίλειο, ο Χου και ο Σία μαζί με τον Χέκα, την Ιρέρ και τη Σεντζέμ ήταν μέλη των δεκατεσσάρων δημιουργικών δυνάμεων του Άμων-Ρα. Μέχρι την Πτολεμαϊκή περίοδο ο Χου είχε συγχωνευτεί με το θεό Σου (αέρας).

Άλλες γλώσσες

This page is based on a Wikipedia article written by authors (here).
Text is available under the CC BY-SA 3.0 license; additional terms may apply.
Images, videos and audio are available under their respective licenses.